ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ ‘’ ΜΕ ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΔΕΣΜΑ ΣΑ ΓΑΜΟ-ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ’’

36846183_2161515154078808_5125450023554777088_n

 

Η κλίνη της βασίλισσας στο πλοίο της αγάπης
Μικρός ναός του ερώτα …με ιερό του μοιάζει
Λιβάνια μυροβλυζουν σε ξύλα που καπνίζουν
Θεραπαινίδες όμορφες φροντίζουν και σερβίρουν

Όταν η ώρα έφτασε
Μετά από το δείπνο
Πίνοντας νέκταρ θεϊκό
Στου ερώτα το πλοίο
Εκείνη κι ο Αντώνιος
Μιλώντας δίχως παύση
Και φάνηκε απ την αρχή
Το χνώτο τους ταιριάζει

Είδαν και έπιανε πολλά και με τα μάτια όσα
Θα ήταν ξεδιάντροπα αν έλεγαν τα λόγια
Όταν εκείνη αγκάλισε και πήγαν προς την κλίνη
Οπού συνέβη το γνωστό μοιραία θα προκύψει

Τη νύχτα που ο έρωτας
τους ένωσε σα μοίρα
Με τα αόρατα δεσμά
Σα γάμο-λειτουργία
Ο ιερέας έρωτας
Σα βέρες τα κορμιά τους
Τα έμπλεκε τα σταύρωνε
Στο πρώτ’ αντάμωμά τους

Τους ένωσε με ηδονές κι όπως εκείνος ξέρει
Ψυχή τε σώματι εραστές τη σχέση τους γονεύει
Το πάθος πόθο γέννησε κι ανάγκη η συνήθεια
Τα βράδια που ακολούθησαν την πρώτη τους τη νύχτα…

Που αγκαλιασμένους το πρωί
τους ξύπνησε με χάδια
Της έδινε ο Αντώνιος
χουζούρια η Κλεοπάτρα….

‘’ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΠΟΘΟ ΓΕΝΝΗΣΕ …ΚΑΙ Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΑΝΑΓΚΗ ‘’

Μέρες και νύχτες πέρασαν
Έκτος τον έρωτά τους
Εκείνος τη βασίλισσα
Το είδωλο του πάθους
Ήθελε κι ήτανε μαζί
Ώρες πολλές περνούσαν
Εκείνη κι ο Αντώνιος
Και σοβαρά μιλούσαν

Ενώ αρχίσαν εκδρομές στη γη της Κιλικίας
Επισκέφτηκαν την Ισσό που έγραψε ιστορία
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος κι η πανστρατιά ελλήνων
Στον τόπο που συντρίψανε τους Μηδους του Δαρείου

Η Κλεοπάτρα γνώριζε
Καλά την ιστορία
Και τη δίκη της φυσικά
Τη γενεαλογία
Πως ήταν δέκατη γενιά
Εκείνη Πτολεμαίο
Ίδια γραμμή το αίμα της
Του έλληνα του μέγα

Είπε κι ευθύς εξήγησε σαν είδε το Ρωμαίο
Να την κοιτάζει έκπληκτος και έκθαμβος στο τέλος
Όταν του εξήγησέ το πως η έγχορδη φωνή της
Σαν το ρυάκι δροσερή σε δάσος κελαρύζει

Ο Πτολεμαίος ο λαγός
Κι ο Αλέξανδρος ο μέγας
Το βασιλιά το φίλιππα
Κι οι δυό είχαν πατέρα
Αδέρφια ετεροθαλή
Με ότι αυτό σημαίνει
Τη δυναστεία απ την αρχή
Των Πτολεμαίων λέει

Και φτάνοντας στη χάρη της χαμογελά με χάρη
Κοιτώντας το ρωμαίο της εκείνον που θαυμάζει
Το θεϊκό της χάρισμα τα όσα αφηγείται
Να ζωντανεύουν στο μυαλό η Κλεοπάτρα είχε…

Με κάθε λεπτομέρεια
Τα οποία γεγονότα
Να περιγραφεί με σειρά
Εικόνα με εικόνα
Στον υποθάλαμο του νου
Η μια μετά την άλλη
Όπως εκείνες στην Ισσό
Στο Πίναρο ποτάμι

Που εκβάλει στη μεσόγειο προς της Ταρσού τη όχθη
Εκεί οπού καθόντουσαν μιλώντας ώρα μόνοι
Τα όσα έγιναν εκεί και από πρώτο χέρι
η Κλεοπάτρα γνώριζε σαν άκουσε να λέει

Ο Αντώνιος που λάτρευε
Το πνεύμα της το λόγο
Αν θέλει εκείνη να του πει
Της ζήτησε με τρόπο
Τα όσα γίναν στην Ισσό
Τη φοβερή τη μάχη
Αν κι ήξερε πολλά για αυτή
Το μέγα στρατηλάτη

Από παιδί τον θαύμαζε ποθεί να μάθει κι αλλά
Κι η απόγονός του σίγουρα θα ξέρει η Κλεοπάτρα
Που άρχισε να ιστορεί ενώ μια πέτρα ρίχνει
Μες στο ρηχό τον ποταμό όπως πλατειάζει η δύνη

Τα ομόκεντρά τα κύματα
Καθώς γλύκα απλώνουν
Αιχμαλωτίζουν τη ματιά
Εκείνη τον Αντώνιο….

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ © 7-7-2018

Έπεται συνέχεια… μια σειρά από ενδιαφέρουσες ιστορίες μέσα απ’ το βιβλίο.. »

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ »

Ένα ακόμη κυριακάτικο σεντόνι, το τέταρτο από την ιστορία της Κλεοπάτρας,

https://www.youtube.com/watch?v=Y6EhRwn4zkc

Η Κλεοπάτρα στην πρώτη της συνάντηση με τον Καίσαρα, πίνακας του Ζαν Λεόν Ζερόμ (1866).

ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΤΖΑΚΑΡΑΝΤΕΣ

36925725_2161493944080929_9002079056723705856_n

Δε θα μιλήσω για χρόνια που πέρασα
στη σιωπή.
Για το τώρα θα μιλήσω
για τις «Πέτρες της Πάφου»
που γέννησαν τις Θεές
κι ομόρφυνε ο κόσμος
για «Κόλπους του Ακρωτηρίου» θα μιλήσω
που αναδύουν κορίτσια βαθυγάλαζων ήχων
για ποιήματα που γράφουν δυο μαύρα μάτια
που λίγνεψαν στην «Κοιλάδα του Θάνατου»
μα άντεξαν τη φωτιά!
Πάνω στις φλέβες των ευκαλύπτων
αφήνουμε χλωρό τον καημό
μα αύριο όλα θα περάσουν
στη μετωνυμία των άστρων!
Για το τώρα θα μιλήσω λοιπόν
για τη «δροσιά της αυγής»
που ερωτεύονται οι ποιητές
κι αφήνουν το στεναγμό των ηλιοτρόπιων
στις ανεμώνες των «Κάστρων»
για ένα κορίτσι που πήγε νύχτα στις Πλάτρες
να καταγράψει το τραγούδι των αηδονιών
κι άφησε την ομορφιά των κυκλάμινων
στα ημερολόγια με τις ανθισμένες
τζακαράντες του «ποιητή»

Θεόδωρος Σαντάς,Λευκωσία,12-1-2014

ΕΝΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ ΗΛΙΟΣ Στον Πασχάλη Σταύρου Καζακίδη

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Κάποιοι είπαν
ότι ήταν ένα φεγγάρι ολόγιομο
κι άλλοι ένας ρόδινος ήλιος
που κουβαλάει στα μαλλιά του
την Άνοιξη•
κι είπα κι εγώ, να της Λητώς
ο Απόλλωνας
που στεριώνει με τέσσερις στήλες
στης θάλασσας το βυθό
τα πλεούμενο της Ορτυγίας νησί
το φτωχό και το άγονο
το χωρίς αμπέλια και δέντρα
Δήλο να τ’ ονομάσει!
Να και το άρμα του
το σέρνουν οι εφτά ολόλευκοι κύκνοι
να τον παν στις «Όχθες του Ωκεανού».
Κι εκεί που ξεχάστηκα
στην ονειροφαντασία του μύθου
κι είδα στα μάτια του
το απείκασμα του πατέρα
δυο σκέψεις να’ χουν γίνει
η συνισταμένη του Όλου
με θάμπωσε και πάλι το αιώνιο
κάλλος !
Ω, τόση ομορφιά χυμένη επάνω του
μόνο με επέμβαση ουράνια
θα μπορούσε να γίνει .
Τόσο έρωτα, μόνο οι θεοί
θα μπορούσαν να απλώσουν!
Και τώρα ας σωπάσω
ν’ αποτυπώσω με στίχους
το θαύμα του!
Αύριο, με υάκινθους
θα συνεχίσω τον ύμνο του!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,

ΣΤΟΝ ΚΟΛΠΟ ΤΗΣ ΦΘΙΑΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Κορίτσι των γιασεμιών και των υακίνθων
που λιάζεσαι στη στίλβη των κοχυλιών
και εξουσιάζεις τα θέλω μου
άκουσε το θρόισμα της μαρμαρυγής!
Τούτος ο κόσμος δεν είναι μόνο
των ηφαιστείων η λάβα
κι η αστραπή της φωτιάς.
Είναι κι ο στίχος που ξεδιπλώνει
τον πανάρχαιο πόθο
στο κορμάκι της Ιφιγένειας
είναι και το κλωναράκι της μέντας
που το τρύγησε η μέλισσα
είναι κι η ασπροκόκκινη κλωστή
να υποδεχτούμε τον Μάρτη
είναι και ο κροταλισμός των ερωδιών
στα είκοσι τρία σου χρόνια.
Μην αψηφάς τα εύφλεκτα λόγια
όταν τρέχω πίσω απ’ τον ίσκιο σου
την ώρα που αναδύεσαι
στον κόλπο της Φθίας
μ’ένα σημάδι της εφηβείας
πάνω στην πλάτη σου.
Μην αγνοείς
τις ραγισματιές των Καλοκαιριών
απ’το ηδονικό φιλί της Σαπφώς
στα χείλη των φεγγαριών
τους ποιητές που παραδίδονται
στον εναγκαλισμό των κυμάτων
αφήνοντας ένα ακροτελεύτιο γράμμα
ενυπόγραφο στο συρτάρι τους!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,26-2-2015
Τροποποιήθηκε στις 2-4-2016

 

Ioannis Diamantoglou Καθηλωμένες αλήθειες

36694408_2158429747720682_961711609288327168_n

Πάνω στα βράχια δυσφορώ σφιχτοδεμένος Μ’ ένα λινάρι
Κι είναι επώδυνο το αετίσιο δάγκωμα γιατί λογίζεται αντίτιμο δικαιοσύνης
Κι είναι βαριά η τιμωρία σαν ξεπηδά ο αναστεναγμός γιατί αγαθώς έπραξα Καθώς κοιτώ στον ουρανό, η αρωγή καταφθάνει απ ́ το νότο λουσμένη ηρωισμό Είναι λιτή, τυλιγμένη με την ελπίδα που έχασα όταν παρέδιδα τη γνώση Έδωσα φωτιά και πηρά αγνωμοσύνη, έσπειρα κατανόηση και φύτρωσε φαρμάκι Δεν κράτησα τίποτα για μένα να ορίζω, μου το θυμίζει η πληγή στο δεξί πλευρό Κάθε χαμένο κομμάτι ας είναι πλεονάζων φώς γι αυτούς που έχουν ανάγκη Με λένε προμηθέα Δεσμώτη και νιώθω προδομένος
Καθηλωμένος στο σταυρό, περιζωμένος με ένα αγκάθινο στεφάνι
Κάθε σταγόνα αίμα στα μάτια ξεπλένει τις αμαρτίες που αντίκρισα
Ήρθα με πόνους, το πόνο γιάτρεψα, με πόνους αφήνω το τελευταίο ανάσασμα Μα ακόμα νιώθω συμπόνια κι ας βασανίζομαι αποστεωμένος στο λόφο Θυμάμαι την αύρα της θάλασσας, το δροσερό αεράκι της ερήμου σαν με αγκάλιαζε Αναπολώ τα ξερακιανά χέρια που σήκωσα και τ’ αναστημένα χαμόγελα
Δεν κράτησα τίποτα για μένα να ορίζω, μου το θυμίζει η κεντιά στο δεξί πλευρό Χολή και όξος η ανταμοιβή της λύτρωσης, προσεύχομαι όμως για συγχώρεση Με λένε Ιησού Ναζωραίο και νιώθω θλιμμένος
Έρχομαι μέσα από τους αιώνες με λίγα υπάρχοντα στη πλάτη Πολέμησα σκληρά μπήγοντας μέταλλο για διάφορες Ελένες Σκόνταψα σε χαρακώματα καπνών πέφτοντας επάνω σε αιματοβαμμένες ιδέες Κρύφτηκα φοβισμένος στα τσιμέντα κάτω από τη σκιά τοξικών μανιταριών Έκλαψα, έχασα, σκότωσα Μ ́ ακόμα είμαι όρθιος καρτερώντας απάντηση Επιζητώντας κυνικές αλήθειες για όλα τα ζαλωμένα βάσανα
Μου δώσαν άφθονη γνώση, μα λησμονήσαν πως συνταιριάζει τ’ αγαθό Μου δώσαν αγάπη, μα δεν προνοήσαν να με διδάξουν πως αγαπά κανείς Με λένε άνθρωπο και νιώθω απεγνωσμένος.

Ioannis Diamantoglou

ΜΙΜΗΣ ΜΑΖΗΣ

36621800_2157118687851788_2189761721218891776_n

Στα μάρμαρα τα ελληνικά του Ευαγόρα ,
το τούρκικο σπαθί άγρια ματώνει
της ειρήνης τον τράχηλο σε διχόνοιας ώρα 
κι ολόγυρα αθώων πτώματα στρώνει.

Πικροί οι αιώνες των Ελλήνων τώρα ,
οι λόγχες τρίματα στα μουσεία .
Στο ασιατικό ασκέρι δουλικά δώρα ,
οι προγονικοί τάφοι με προδοσία .

Βαρβαρική μπότα στο θείο βήμα,
αντηχεί μόλεμα στ αρχαία παλάτια
κι αραδιαστά σέρνει πολύβουα στο κύμα,
του πολέμου τα σιδερένια άτια .

Στον αφρό παρηγοριά η αναδυομένη!
Τα βουνά τουρκοπατημένα , νάτα !
Οι γαλάζιοι γιαλοί ματοβαμένοι
και συρματόπλεγμα σε κάθε στράτα.

Στο κοντοσίμωμα οι βολές θανάτου,
στους τοίχους στρώσανε τα πλάνα ,
άστοχες η μ αίμα νιου απ την καρδιά του,
κει που άσπριζε με ασβέστη η μάννα.

Η σκέψη αρχέγονη στα σπλάχνα αιώνων ,
μ άφθαρτες ρίζες σκαλωμένες
βαθιά , τη δίνη σκορπάει των μουσώνων
και τις υπάρξεις που περνούν σκελετωμένες.
Μίμης Μάζης

Φίλοι μου, Ιούλιος (ΚΥΠΡΟΣ-1974) κι επειδή εγώ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!!!Άλλωστε από τους 29 μήνες που υπηρέτησα στον ελληνικό στρατό, σαν αξιωματικός διαβιβάσεων Τάγματος, το ένα έτος το υπηρέτησα στο 506 Τ.Π. στο Σταυροβούνι και οφείλω να μην ΞΕΧΝΩ, μέχρι να ταξιδέψω στον Κόσμο των Αγγέλων!!! Από το μεγάλο μου ποιητικό έργο ΑΛΑΣΙΑ-ΚΥΠΡΙΣ σας παρουσιάζω την αρχή του Γ΄αποσπασματος , σαν φόρο τιμής ή αν θέλετε κεράκι στη μνήμη όσων γενναίων έπεσαν, προδομένοι για να μην μετατραπεί το νησί της Αφροδίτης σε τουρκική περιφέρεια!!!!

ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Μιλώ και πάλι
με την ειλικρίνεια του παιδιού
και την παλίρροια του καημού.
στις μέρες της εφηβείας.
Σ’ αγάπησα
με τα τραγούδια του Μάη
και την πολυχρωμία των νυχτολούλουδων
Ζήτησα τη φιλευσπλαχνία του Ουρανού
και την καλημέρα της γης
για τα λουλούδια που θ’άνθιζαν
με το χνούδι της αθωότητας.
Απ’τις ατράκτους του χθες
κράτησα την καλοσύνη
της μάνας μου
τη σταλαματιά του φουρνόσπιτου
την υπομονή και τη φρόνηση
να οικοδομήσω το σήμερα.
Σ’ αγάπησα
ανεβαίνοντας τα σκαλιά
πάνω στα κάστρα.
Σ’αγάπησα
χωρίς να ρωτήσω κανένα
σαν πασχαλιά του Απρίλη
και πέρασα στη δική σου την Άνοιξη
κρατώντας ένα λευκό
κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
στα δεκαεφτά μου τα χρόνια!
Θεόδωρος Σαντάς

ΠΑΥΛΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ

36596341_2156292184601105_7251016114140872704_n

Ποιητής και πεζογράφος, από τους αξιολογώτερους της μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, από οικογένεια Βορειο-Ηπειρωτών. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και ξένες γλώσσες στο Λονδίνο. Στα Γράμματα εμφανίστηκε έφηβος σχεδόν με τη συλλογή διηγημάτων «Ανησυχία», που κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια το 1955. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Κραυγές» (1950) που είδε το φώς πάλι στην Αλεξάνδρεια. Ύστερ’ απ’ την έκδοση αυτή ο Π. Ναθαναήλ ήρθε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία παραδίνοντας μαθήματα αγγλικής παράλληλα. Στα 1961 και σε συνεργασία με τον ποιητή Π. Παναγιωτούνη εξέδωσε μια «Σύγχρονη ποιητική ανθολογία», που συμπληρώθηκε με την «Ανθολογία του Αλβανικού Έπους» (1964) και την «Ανθολογία της Μητέρας» (1965). Ο Παύλος Ναθαναήλ, ωστόσο, κατωχύρωσε τήν παρουσία του στα Γράμματα μας με άλλα δυο σημαντικά βιβλία που είδαν το φως στα 1967. Ήταν το δοκίμιο «Εισαγωγή στη μεταπολεμική μας Ποίηση» και η ποιητική συλλογή «Συνεννόηση». Με τη στρατιωτική δικτατορία του 1967 ο Π. Ναθαναήλ έφυγε για το Λονδίνο, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του ελληνικού τμήματος στο μεγαλύτερο ραδιοφωνικό δίκτυο της Αγγλίας. Εκτός από το έργο του, που δημοσιεύθηκε σε βιβλία, έχει στο ενεργητικό του πλήθος άλλα δημοσιεύματα: κριτικές, μεταφράσεις, δοκίμια, φιλολογικές έρευνες, που βρίσκονται σκορπισμένα σε διάφορα φιλολογικά περιοδικά κι εφημερίδες. Σαν ποιητής και στοχαστής ο Παύλος Ναθαναήλ ανήκει στους προοδευτικούς αυτούς ιδεαλιστές που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι με την επικράτηση του ανθρωπιστικού πνεύματος θα διορθωθούν όλα τα δεινά που υποφέρει σήμερα ο άνθρωπος του Δυτικού Κόσμου. Στην ποίηση του, διαπιστώνει και συνθέτει, οικοδομεί χωρίς να γκρεμίζη, αγωνίζεται κατά της τεχνοκρατίας του μεταπόλεμου (χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι δεν φταίει διόλου η τεχνοκρατία, μα ο τρόπος που τη χρησιμοποιούμε, για να υποδουλώνουμε σ’ αυτήν τον άνθρωπο) κι αντιτάσσει σαν εναλλακτική λύση την αναμονή ενός Μεσσία, την έλευση μιας εποχής, που, όπως λέει κάπου ο ίδιος, όταν θα ξανάρθη ο Χριστός, οι άνθρωποι δεν θε τον ξανασταυρώσουν. Η «φιλοσοφία» του Ναθαναήλ, και μιας ολόκληρης ομάδας ποιητών, που την ακολουθούν είναι συμπαθητική μέσα στον ούτοπισμό της. Αλλά παράλληλα σκέφτεται κανείς πόση σπατάλη αγωνιστικότητας γίνεται από τόσους προικισμένους πνευματικούς ανθρώπους, που είν’ αντίθετοι στη βιαιότητα της εποχής μας μα που επιχειρούν να διορθώσουν το κακό, λειαίνοντας μόνο την επιφάνεια, αντί ν’ ανασκαλέψουν στις ρίζες. Δίνουμε πιο κάτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα της ποίησης του Παύλου Ναθαναήλ, που αποκαλύπτουν τόσο τη φιλοσοφική του στάση, όσο και το ταλέντο του:

«Πεινάσαμε Δικαιοσύνη, ΚύριεΠεινάσαμε για τον λόγο τον καλό, / που ρίζες ρίχνει κι ανθίζει / στο πρώτο ρίγισμα της ξυπνημένης ‘Ανοιξης. / Διψάσαμε για Λύτρωση, Κύριε, / Διψάσαμε για το γλυκόπιοτο κρασί της Λευτεριάς / από τις αλυσίδες τις βαριές της Συμβατικότητας / Πεινάσαμε και διψάσαμε, Κύριε, / Κι η γη της Επαγγελίας δε φάνηκε ακόμη / στο μακρυνόν ορίζοντα / Μια οσμή μονάχα καιομένων κρεάτων / κι ένας καπνός αποπνικτικός / που σηκώνει η τέφρα των πεθαμένων Θεών, / Θολώνει την ατμόσφαιρα! / Κι ο ήλιος ο ζωογόνος, ο ήλιος που συχνά μας υποσχέθηκες / Πού να βρίσκεται άραγε; / Ο ήλιος που θα φέρει με την, / καθαρτήρια λάμψη του την αναγέννηση / και το θάνατο της φθοράς!»
(Το ποίημα: «Πεινάσαμε»).

«Ο μίστερ Πόρτερ απόφοιτος του Τρίνιτυ Κόλλετζ / και βαθύτατος γνώστης της / δραματικής τέχνης του Σαιξπήρου / έκλαιγε συχνά. / Δεν πίστευε στις μηχανές. / ‘Ηθελε, λέει, να στηθεί / στη μέση του πιο πολυσύχναστου δρόμου / κι ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του / να σταματήσει την κυκλοφορία. / Θα γινότανε έτσι το σύμβολο / της αντίστασης του πνευματικού άνθρωπου / σε τούτο τον αιώνα της «αχαλίνωτης τεχνοκρατίας» / Ο Μίστερ Πόρτερ έκλαιγε συχνά / όταν μιλούσε για τους παραγνωρισμένους / της Ιστορίας / Για τους εφτακόσιους Θεσπιείς / που δεν αξιωθήκανε λαμπρό μνημείο στις Θερμοπύλες / «κι ας δείξανε πιότερη απ’ τους Λακεδαιμόνιους παλληκαριά!» / Για το Χριστόφορο Μάρλοου / που τον μαχαιρώσανε πισώπλατα / στα εικοσιεννιά του χρόνια / σε μια κακόφημη ταβέρνα του Λονδίνου / πριν προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του «ισάξιο καθ’ όλα του σαιξπηρικού». / Ο μίστερ Πόρτερ έκλαιγε έκλαιγε συχνά!»
(Το ποίημα: «Μίστερ Πόρτερ»).

https://anemourion.blogspot.com
http://www.eel.org.gr

Ηλίας Παπακωνσταντίνου : « Ο πολυβραβευμένος Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών »

36607585_2156300781266912_4532664087674355712_n

Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στην Δεσφίνα Φωκίδος. Είναι Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, μέλος της Ιταλικής Λογοτεχνικής Ένωσης Dante Alghieri, ιδρυτικό μέλος του πολιτιστικού φορέα ΄΄Ορίζοντες΄΄ και μέλος της Αμφικτιονίας Ελληνισμού. Έχει λάβει μέρος σε κριτικές επιτροπές σε πολλούς πανελλήνιους διαγωνισμούς ποίησης και έχει μιλήσει για το έργο πολλών ποιητών. Έχει διατελέσει Γ. Γραμματέας και Ταμίας της Π.Ε.Λ.

Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο σε πεζό λόγο.

1.» Αστερισμοί στα πνεύματα από πέτρα και σάρκα »
2. » Από πέτρα και σάρκα »,
3 .» Πρόσθεσε – Αφαιρώντας » που έχει γράψει εισαγωγικό σημείωμα η κορυφαία Ελληνίδα ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
4 .” μικροί θεοί – Μεγάλοι Άνθρωποι»
5 .»Αήττητο Αλάτι» (11 ποιήματα του βιβλίου έχουν μελοποιηθεί από την συνθέτρια Αρετή Κοκκίνου. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει και cd).
Τον Ιούλιο του 2017 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο σε πεζό λόγο με τον τίτλο
6 . » Ο Κύριος You See».

Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και στο διαδίκτυο. Ακόμη, πολλά από αυτά ακούγονται από το ραδιόφωνο του Μελωδία fm. Διοργανώνει μουσικοποιητικές παραστάσεις με εξαιρετικούς ερμηνευτές και μεγάλη επιτυχία, θέλοντας η ποίηση να φτάσει όσο είναι δυνατόν σε πιο πολύ κόσμο.

Βραβεία :

Λογοτεχνικός διαγωνισμός » Σικελιανά 2014 »

• Το ποίημα » Ωδή στον Πάμπλο Νερούδα » πήρε το πρώτο βραβείο στη μετάφραση.Το ποίημα αυτό έχει μεταφραστεί στα Ισπανικά από την καθηγήτρια Αρετούσα Γιαννακού και τον σπουδαίο Χιλιανό Miguel Castillo Didier ελληνιστή, καθηγητής-συγγραφέας. Το ποίημα βρίσκεται στο ίδρυμα Pablo Neruda στο Σαντιάγκο της Χιλής.
• Το πεζοποίημα » Κύτταρο » πήρε το πρώτο βραβείο
• Το ποίημα » Προσαρμόσου στ΄ Απροσάρμοστα » απέσπασε το δεύτερο βραβείο,
• Το παραμύθι »Οι Πορτοκαλιές » πήρε το δεύτερο βραβείο,
• Το μυθιστόρημα » Σε τούτο και σε κείνο τον τόπο » απέσπασε το τρίτο βραβείο
• Η ποιητική συλλογή » Πρόσθεσε Αφαιρώντας » πήρε πρώτο βραβείο.

Παγκόσμιος διαγωνισμός ποίησης από την Αμφικτιονία Ελληνισμού

– Το ποίημα » Πνεύμα Αρχαίο » πήρε τον πρώτο έπαινο

– Το ποίημα »Λαέ μου» πήρε το πρώτο βραβείο

• Το ποίημα »Από κάστανο και έρωτα» απέσπασε το 2ο βραβείο

Πανελλήνιοι Ποιητικοί Αγώνες στους Δελφούς

• Το ποίημα » Σταχτωμένα χρώματα » απέσπασε το πρώτο βραβείο

Πανελλήνιο φεστιβάλ ποίησης στη Θεσσαλονίκη

• Το ποίημα »Αδικο-Δίκαιο» κατακτά το πρώτο βραβείο
• Παίρνει πέντε βραβεία σε ισάριθμες ποιητικές ενότητες

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά, Αγγλικά, Ισπανικά, Πολωνικά και στα Γερμανικά από τον Αργύρη Σφουντούρη. Έχει πάρει μέρος σε πολλές ποιητικές ανθολογίες. Ποιήματά του βρίσκονται στην λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση και στην εγκυκλοπαίδεια γραμμάτων και τεχνών της Αμφικτυονίας Ελληνισμού. Πολλά έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Νίκο Φυλακτό, την Αρετή Κοκκίνου και την Κρινιώ Νικολάου.
Για την ποίησή του έχουν γράψει και μιλήσει πολλοί άνθρωποι του χώρου, όπως ο Θεόδωρος Σαντάς (Ποιητής, μαθηματικός, κριτικός ποίησης, πρώην πρόεδρος λογοτεχνών βορείου Ελλάδος), Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ (Ποιήτρια), Κώστας Καρούσος ( Ποιητής, κριτικός ποίησης, ζωγράφος, Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών), Λουκία Στέφου (φιλόλογος), Αθανασία Παπακωνσταντίνου (φιλόλογος), Στέλλα Φιλιππάκη (Φιλόλογος), Κώστας Νίγδελης (Νομικός, συγγραφέας, ιστορικός, ερευνητής), Θανάσης Παντές (Δημοσιογράφος – Ποιητής) κ.α.
Έχει μεγάλο ανέκδοτο έργο, για 14 βιβλία περίπου και πολλούς στίχους για μελοποίηση.
Τον Νοέμβριο του 2015 συμμετείχε στο διεθνές φεστιβάλ ποίησης του Πόζναν στην Πολωνία.
Τον Απρίλιο του 2017 παρουσίασε το σύνολο του ποιητικού του έργου στη Γερμανία (Βερολίνο).
Κάθε χρόνο διοργανώνει με επιτυχία στους Δελφούς, στο μουσείο Άγγελου και Εύας Σικελιανού, πολιτιστική εκδήλωση που περιλαμβάνει ποίηση, μουσική και θέατρο με στόχο να φτάσει το ελληνικό πνεύμα ψηλά. Όλοι οι συντελεστές της εκδήλωσης παίρνουν μέρος αφιλοκερδώς.
Από την ποιητική συλλογή »Αήττητο Αλάτι» ποιήματά του έχουν τραγουδήσει οι ερμηνεύτριες Κρινιώ Νικολάου, Ελισσάβετ Καρατζόλη, Αργυρώ Καπαρού, Θέλμα Καραγιάννη, Σοφία Ανδριανού, Κατερίνα Κουρεντζή και έχουν ερμηνεύσει οι ηθοποιοί Μάνια Παπαδημητρίου και Ντομένικα Ρέγκου.
Το ποιητικό του έργο »Μάρμαρα ψυχής» είναι ένα ορατόριο που πλαισιώνεται από χορωδία, απαγγελίες και χορικά. Αποτελείται από επτά ποιήματα τα οποία αναφέρονται στα κλεμμένα γλυπτά του Παρθενώνα. Είναι μια ιδέα του ποιητή να υμνήσει τα »ζωντανά» μάρμαρα, αυτά τα αριστουργήματα, που έχουν αποσπαστεί από το σώμα τους τόσο βίαια. Τα επτά αυτά ποιήματα τα έχει μελοποιήσει ο συνθέτης- μαέστρος Νίκος Φυλακτός. Βασικός ερμηνευτής είναι ο Τάκης Κωνσταντακόπουλος.
Το ποιητικό έργο του ΄΄ Διάλογος με τον κυρ. Αλέξανδρο ΄΄ έχει παιχτεί θεατρικοποιημένο στο σπίτι του Άγγελου Σικελιανού και στην Π.Ε.Λ. Στον κεντρικό ρόλο η ηθοποιός Μέμη Αναστασοπούλου.

( Δυο αποσπάσματα από το μεγάλο ερωτικό ποίημα…Πόσο Φως ! Τόσο σκοτάδι )

ΠΟΣΟ ΦΩΣ…! ΤΟΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

1) Ξέρω ότι είσαι κάπου εδώ..
το βλέπεις το χέρι μου;
Έχει απλωθεί με τη σκέψη πως.. πως κάπου υπάρχεις…

Στις διεξόδους των λέξεων, επιμένω,
που τώρα σκορπισμένες στα δάχτυλά σου
θα κατανοούν την όποια αμφιβολία.
Θα μας πάνε μακριά οι υπερβολές.
Φυσούν από τα βάθη να πιάσουν ουρανό
με αστόλιστες συνήθειες, άπιαστο σκίρτημα στα χείλη
κι ανενεργά κελαηδήματα.

Άγγιζε η μια σκέψη την άλλη,
στους πρόποδες της καλοκαιρινής αταξίας,
πόσο μακριά, πόσο κοντά,
κι αν θες.. μονολόγησαν, θα γεννήσουμε
την αμμουδιά που ξεστρατίζουν τα αισθήματα
με την αξιοπρέπεια της ελευθερίας του έρωτα.
Έχει καιρό να βρέξει μου είπες
στο μεγαλύτερο φως της μέρας,
την θέλαμε την βροχή,
να λουστούμε με το αντίδοτο της απραξίας
καταμεσής του χαμού.
Μια- δυο λέξεις απ’ την άλλη άκρη των ονείρων μας,
χωρίς να πιαστούν τα βλέμματα απ’ το χέρι,
που έστεκε μαρμαρωμένο,
εμπρός στην ανοιχτή πόρτα πού τρύπωνε ο Απρίλης,
λασπωμένος απ’ το ερωτοκύλισμα…

Στα υποσυνείδητα οι τροχοί είχαν αναπτύξει
ταχύτατες στροφές και οφειλές στο αίμα.
Είπα.. δεν μπορεί αυτή η ομορφιά
να μην είναι η γη που πατώ κι ο ουρανός που ανασαίνω,
σε κουβαλούσα.. άτρωτη και λευκή
με μια δύναμη που σ’ έφερνε απ’ την άκρη των ήχων.
Η μουσική!

Να ρέεις, να πλέεις, ποτάμι ανόθευτο στο κορμί,
σε κάθε ορθάνοιχτο ερωτικό πόρο που σε ζητά
κι αυτή η θάλασσα να ζηλεύει την αφή σου..
να πλέεις, κι εγώ καρφωμένος πάνω στο σκαρί σου
να χαϊδεύω τη λάβα σου,
ντυμένη στο χρόνο με άλογα της θάλασσας.
Δεν υπάρχει αυτό που ζούμε σου ανάσανα,
τα ρακένδυτα φιλιά,
φάνηκαν με της ηλιαχτίδας σου την φορεσιά
πριν σ’ αγγίξω..
Πόσο σπάνιο είπα, λάθεψα. Ακατόρθωτο!
Κι είναι τόσο ανοιχτό, χωρίς μονόδρομους,
ελιγμούς και βλέμματα κατεβασμένα, εσύ!
Εσύ, άνυδρη ουσία με άμετρη σπορά,
με την καθαρότητα του αγριμιού,
του ασφόδελου την νοημοσύνη
βοηθώντας την καρποφορία των μελισσών της ψυχής
με την καταπόρφυρη γύρη στην ανάσα σου.

2) Έφτασαν οι πόθοι..
Εδώ στα λόγια της αρμονίας…
Εδώ στα λόγια της τονικής αρμονίας που λιάζεται ο έρωτας,
δεν μιλάμε για αξία,
αλλά για την έξαλλη στιγμή της μοιρασιάς του.
Ακούστε,
εκεί που δεν απορροφάται ο πιο διαυγής ήχος της καρδιάς
ξεδιπλώνεται αστόλιστος, κατάσαρκος, μελαγχολικός,
λιώνει ακατάπαυστα και στερεοποιείται,
εκθαμβωτικός στην κρήνη του κορμιού σου.
Γεννά το νερό που δεν σταθμίζεται
και πλήθος κυττάρων εξαϋλώνουν μανιακά σκοινιά της σβήσης.
Εδώ στις λέξεις δεν υπάρχει κάλεσμα
ούτε ζυγιάζεται η απεριόριστη κραυγή του
όταν κατάιδρα τα μέλη σφενδονίζονται στη μοιρασιά του ήλιου.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

Μικρό απόσπασμα

Κυρ Αλ
΄΄ Σε πόθησα ΄΄

Αφηγητής
΄΄ Σε δίψασα ΄΄

Κυρ. Αλ. ΄΄ Όταν βγαίνει το φεγγάρι ξέχνα την στέγη, μην μετράς τα άλματα, κάνε τα μέσα σου και να λες, ακόμη θέλω, κι άλλο φως άμετρο, δεν φτάνει η λάμψη απόψε, δεν φτάνουν οι ιδέες που περνούν έξω από το σπίτι και σπάζουν τα παράθυρά μου για να μην ανήκω ούτε στην νίκη, αλλά στην δικαιοσύνη! Στην δικαιοσύνη που θα ΄ρθει σαν βροχή αν συννεφιάσεις στο άδικο. ΄΄

΄΄ Σε δίψασα, κι ήρθες σήμερα που υποκύπτει η μέρα, που ψάχνει για ήρωες το κάθε καθεστώς, σήμερα που πήραν τόση αξία οι σφαίρες, σήμερα που η υπόκλιση έγινε ρούχο του κόσμου ΄΄

Κυρ. Αλ.
΄΄ Είναι διαχρονικά τα προσωπεία των απελευθερωτών, πάντα θα έρχονται βάζοντας σημάδι τον στόχο που ξεκινάει το βέλος του νου. Προσέξτε τους ελευθερωτές… μην τους αφήσετε στην ωραία τους διάθεση και στην διείσδυση της ψυχής σας. Η οχλοκρατία ασθενεί πάντα. Το ένστικτο και η φαντασία ενσωματώνουν εξόδους από τον λαβύρινθο που χτίζεται αδιάκοπα. Δως μου το χέρι να πιω απ΄ την παλάμη σου όσα σου ΄χουν κρυμμένα.

Αυτό λοιπόν είναι το χέρι που πιάνει κάθε πρωί τ΄ αστέρια και τα χωράει όλα μα όλα στην καρδιά του, μια καρδιά από πετιμέζι και δίκοκκο σιτάρι, μια καρδιά με θέα στ΄ ανυπεράσπιστα, ένα άνοιγμα ανάτασης της πνοής, μια σιωπή που γεννά τον κόσμο, μια παράξενη υπέρ άξια ένωση, μια πατρίδα, ένας τόπος, στόχος και κεράσι μαζί, ήλιος και θάνατος , χέρσα σκέψη και μέγιστη υπεράντληση ιδεών του μέλλοντος .

Ελλάδα ο κυρ Αλέξανδρος είναι, ακόμα να τον γνωρίσεις; Ακόμη;

https://difernews.gr/ilias-papakonstantinou-o-polyvravevme…/

Βίκυ Δερμάνη: «Προσκλητήριο … Τα παιδιά κάτω στον κάμπο του Μάνου Χατζιδάκι»

36536870_2156304301266560_938107903548588032_n

Η Βίκυ Δερμάνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960, όπου διαμένει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές.

«Πάνε χρόνια που σαν αγρίμι», εκδόσεις ΑΩ, 2009.

«Λέξεις βρύα της ψυχής», εκδόσεις ΑΩ, 2010.

«Με μια φλόγα όπως πάντα», εκδόσεις ΑΩ, 2012.

«Πικροί ως άψινθος καρποί», εκδόσεις ΑΩ, 2013.

«Έρωτας κραταιός ως θάνατος», εκδόσεις ΑΩ, 2014.

«Ο πόνος μαύρος σκύλος π’ αλυχτά» εκδόσεις ΑΩ, 2016.

«Ψυχή πουθενά» εκδόσεις ΑΩ, 2017.

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα:

Τα ποιήματα του 2010. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2011

Προσκλητήριο

Πέρα στον κάμπο ακούστηκε προσκλητήριο από μια φωνή απόκοσμη και μαγευτική που είχε το σχήμα των αλεξανδρινών ή του ηλιοτρόπιου, του Πηνειού ή του Όλυμπου και ύστερα από μια φωνή άλλη που έμοιαζε με σταγόνα τεράστια νερού που πέφτει στο ποτάμι ή στη θάλασσα, στις ρημαγμένες ή έρημες πόλεις.

Ο πολυπράγμων κορυδαλλός, της μέρας ο αγγελιοφόρος, ρούφηξε λαίμαργα τις κρεμασμένες στα φύλλα του σφένδαμου ασημένιες νυχτερινές σταγόνες δροσιάς. Ανάλαφρα πήδηξε από κλαδί σε κλαδί κι ύστερα χάθηκε.

Πίσω απ’ τους θάμνους κρύφτηκαν της νύχτας οι σιωπές. Οι ρέουσες βροχές των υψηλών ονείρων, ξαφνικά, σταμάτησαν. Οι αιχμηρές ακίδες της ελπίδας, την απόγνωση κρατώντας παραμάσχαλα, έκαναν θόρυβο μεγάλο καθώς χάνονταν στο άνοιγμα μιας χαράδρας βαθιάς και ζοφερής. Πίσω απ’ τις ξερολιθιές και τις πεζούλες κροτάλιζαν, σαν το σφυρί πάνω στο αμόνι, οι πρώτες σφαίρες του διχασμού. Τα παιδιά κάτω στον κάμπο ρολόγια φόρεσαν με μαύρους δείχτες. Χάσμα βαραθρώδες, άβυσσος τα χώριζε στα δυο. Στις βαθυπράσινες και βουερές πλαγιές των γύρω βουνών τριγύριζε ο θάνατος. Πάνε μέρες πολλές που, υπομονετικά υφαίνοντας το σκοτεινό του δίχτυ, παραμόνευε.

Όταν η μέρα για τα καλά έφεξε το πορφυρό του ήλιου άρμα ζέστανε για τα καλά το χώμα το ποτισμένο από αίμα φρεσκοχυμένο. Το καλοκαίρι τούτο από χέρια αδερφικά θερίστηκε. Οι καβαλάρηδες οι δίχως άλογα, οι ρίχνοντες πέτρες σε νερά λιμνάζοντα, πρώτα στα στάχυα πάνω χόρεψαν κι έπειτα για πάντα αποκοιμήθηκαν κάτω απ’ τον απόηχο των όπλων. Γίνηκε τότε στον κάμπο σύναξη νεκρών με φρύδια δασύτριχα πάν’ από μάτια σφαλιστά, με ρωμαλέες ασάλευτες ρυτίδες, με στόματα αφανισμένα απ’ ανάσες δηλητηριασμένες. Μετά το μακελειό, τα ουρλιαχτά και οι σπαρακτικές κραυγές των μαυροφορεμένων γυναικών ουρανό και γη έσεισαν. Ο αγέρας θρηνούσε κι αυτός. Έκλαιγε γοερά πάνω απ’ τους στο χώμα πεσμένους. Τα δάκρυά του ως σκόνη πηχτή σκέπασαν τους αγροτόδρομους, τους φράχτες τους συρμάτινους, τις στέγες, τ’ αγριόχορτα των θερισμένων χωραφιών. Οι αετοί καρφώθηκαν στα δέντρα. Τσακάλια γέμισαν τον κάμπο και όρνια αρπαχτικά.

Η προδοσία μαύρος καπνός έγινε και σκέπασε τα σπίτια τα καμένα. Ο ψυχρός θάνατος, με πρόσωπο μακελάρη φοβερού, ορθός μετρούσε κουφάρια με χαίνουσες πληγές. Στα πόδια του δίπλα στέκονταν λύκοι με μάτια εξαγριωμένα και κόκκινα, με δόντια ως λεπίδες μυτερά έτοιμοι να καταβροχθίσουν ότι από άνθρωπο απέμεινε. Στις ρίζες των δέντρων κούρνιαζαν κυοφορούσες οχιές και φονικές λεπίδες. Ο ήλιος την πορεία του συνεχίζοντας ξάκριζε τις σκιές των νεκρών καθώς το μεσημέρι κοντοζύγωνε.

*με αφορμή: Τα παιδιά κάτω στον κάμπο του Μάνου Χατζιδάκι

Έρημο σπίτι

Σιγά-σιγά αποσύρεται η μέρα
του φωτός ταράζεται η κινούμενη άμμος
ίσκιοι μονάχα και ερημιά αναδύονται
ούτε μια κίνηση ούτε μια λέξη
σ’ ένα φθινόπωρο που ετοιμοθάνατο κείτεται
γυμνό κι έκθετο απ’ τη λεηλασία του χειμώνα
απ’ το στόμα βγάζοντας πικρές αναθυμιάσεις
με ρήτρα αίματος εδόθη η ζωή
σε μη αντιστρέψιμη πράξη θανάτου
με φθόγγους μικρούς και ζώου κραυγές
αδιάρρηκτες σκιές απειλητικές και δυσοίωνες
παραφυλάνε παντού – τρομοκρατούν τα πάντα
στήνοντας δίχτυα αδιάρρηκτα με μοχθηρές μεθόδους
γλείφει ο πατέρας απ’ το αίμα τις πληγές
κροταλίζουν τα σάπια της μάνας δόντια
επάνω στο τραπέζι τρία ανάβουνε κεριά
τρία κεφάλια από σώματα ορφανά
πάνω σε καρέκλες κάθονται ραγισμένες
περασμένα μεσάνυχτα
στους ίσκιους της βραδιάς
τούτο το σπίτι κοιμάται ακατοίκητο

https://difernews.gr/viky-dermani-prosklitirio-ta-paidia-k…/