Ο σκύλος Της Δήμητρας Σαντά

15338811_1870648389832154_6703091094658680884_n

Ήταν κακός ο αδέσποτος ο σκύλος, δάγκωνε κι αλυχτούσε διαρκώς.
Δεν ήταν μαθημένος στα σαλόνια, στους τρόπους του ήταν μηδαμινός.
Όλοι στη γειτονιά του τον τρέμαν , έλεγαν πως για όλα πάντα φταίει αυτός
για τ’ ότι απο την φύση ήταν οργίλος , έφταιγε όμως ένας άνθρωπος κακός..
Τ’ αφεντικά μια μέρα μαζευτήκαν και είπαν όχι πια άλλος πανικός
θα φύγει μια για πάντα αυτός ο σκύλος , ο μπόγιας θα φροντίσει ασφαλώς.
Και έτσι λοιπόν μια όμορφη πρωία , τον άρπαξαν ευθύς τ’ αφεντικά
του έδωσαν μια ώρα διορία , πριν το εξαφανίσουν παστρικά.
Τι όμορφη στ’ αλήθεια κοινωνία, ο σκύλος δεν υπάρχει πια
Τ’ αφεντικά θα παίζουν τώρα τα θηρία και στην υγειά του θα τραβούν αυτιά.
Δήμητρα Σαντά

ΧΡΥΣΟΚΕΝΤΗΤΟ ΦΥΛΛΟ

piano-1398069_960_720

Κάνω μια να σ’αγγίξω κι ένα φως δυνατό
πλημμυρίζει μ’ανταύγειες ό,τι αγαπάς
κι αγαπώ κι έχει το χρώμα της Άνοιξης 
και το τραγούδι των αηδονιών
όταν σε καθρεφτίζουν οι λίμνες
κι οι κορμοράνοι ραμφίζουν τα χέρια σου .
Πόση απλωσιά τ’ ουρανού αποκαλύπτεται
από σένα ,να χωρούν κι απόβλητοι
στον δικό σου παράδεισο
να ανανήψουν με τη γλυκιά σου τη λέξη;
Πόσα τριαντάφυλλα μπορούν
να αποτυπώσουν τα χρώματα της ψυχής
και πόσος ήλιος το δικό σου το φως;
Χρυσοκέντητο φύλλο που χρυσίζεις
της μοναξιάς μου την ώρα
πόση αγάπη και πόση ποίηση να σου στείλω
να μπορώ να ισχυρίζομαι
ότι κάτι κι εγώ έχω προσφέρει σε σένα
που να μην υπολείπεται απ’ τη μεγαλοψυχία σου;

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσαλονίκη,30-11-2017

Kostas Kapelouzos. ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΝΤΑΜΩΜΑ!..

24775140_2036432169920441_8249684427968166014_n

Τσαπίσαμε τους ανέμους και φυτέψαμε
Τα τραγούδια μας. Ωραία τραγούδια:
Με μηλιές ολάνθιστες, χρυσωμένα στάχυα
Και πολλά χελιδόνια στο διάβα μας.
Αξέχαστες ημέρες,’λιόχαρες, που τις τραγουδήσαμε.
Τώρα τη ζωή συνεχίζουν νέοι συνάδελφοι
Σε καιρούς ωραιότερους. Με φεγγαρινά χαμόγελα
Τραβούν για της ζωής το πανηγύρι χτίζοντας
Στις φωλιές των χελιδονιών τα δικά τους όνειρα,
Αναζητώντας τη δική τους την Ιθάκη,κάτω
Από τη σημαία τη γαλανόλευκη
Kαι τα φτερά του Ικάρου.
Η ζωή μας γεμάτη αξίες πυρπολούσε το είναι μας
Κι ασπροπούλια τα όνειρα μας ταξίδευαν…
Σε γαλαξίες περίφλογους και χρυσοστόλιστους.
ΑΠΟΨΕ ΣΤΗΝΟΥΝΕ ΧΟΡΟ ΟΙ ΘΥΜΗΣΕΣ…
Και σιγανά θροΐζουν μέσα μας αύρες συγκίνησης
Σε τούτο το αντάμωμα…
Είθε η ζωή να μας χαμογελά αδέρφια μου
και στις απλωσιές του μόχθου της ΕΙΡΗΝΗΣ το κλαδί
Πάντοτε να θεριεύει, να μην το βρίσκουν κεραυνοί,
Δρολάπια, καταιγίδες, και να ’ναι το χαμόγελο
Στα χείλη των ανθρώπων σαν ανοιξιάτικος ανθός
Σαν τ’ Απριλιού τα μοσχομύριστα τα ρόδα,
Όπως απόψε αδέρφια μου, που πεταρίζει
Το χαμόγελο, στα χείλη όλων μας και η καρδιά σκιρτάει.

15-12-2012 Κώστας Καπελούζος

Φωτογραφία Πηγή : http://epiruscorner.gr

ΚΕΙΜΕΝΟΔΙΦΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΠΕΛΟΥΖΟΥ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ “ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ” ΤΟΥ ΠΑΝ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ.

1480548_10208055020127266_4884205262067024891_n

Δειλινό του Έρωτα θα ονομάτιζα το χρονογράφημά σου “ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ” αγαπητέ μου Παν. Απόσταγμα από ρόδα θαλασσινά που ευωδιάζουν την ψυχή μας.
Στο ουράνιο φόντο, ζωγραφίζεις τους μαιάνδρους των ονείρων σου και μας παίρνεις από το χέρι να συνταξιδέψουμε σ’ αυτό το όμορφο-απάνεμο λιμανάκι της Αγίας Κυριακής, για να μας πλοηγήσεις στα ουράνια βραδινά και να εισπνεύσουμε την αρωματική δροσιά της γητεύτρας θάλασσας. Γαληνεμένος, μας πλημμυρίζεις με τα συναισθήματά σου που μοιάζουν με πολύχρωμα πουλιά που ομορφαίνουν το ακρογιάλι με τους τρυφερούς του κυματισμούς. Στα αθώα φτερουγίσματά σου με τα ανοιχτά παράθυρα των κοριτσιών, που μοιάζουν με τις λεύκες που λυγίζουν από το θαλασσινό αεράκι, ερωτεύονται στα άγια βήματα της νύχτας οι περιπατητές επισκέπτες της και όπως το νιο κυπαρίσσι λυγίζουν από τα λόγια της αγάπης στην ξανθή βυθισμένη άμμο όταν τα στήθη φλέγονται κι οι παλάμες ανοιγμένες μοιάζουν με την εύθραυστη βροχή . Πλημμυρίζεις την όραση με θραύσματα ωραιότητας του βυθού και της στεριάς, και με τη γλώσσα του πυρός και την άυλη φωνή σου, μας σεργιανίζεις στην ομορφιά που σφύζει από ήλιο, θαλασσινή αλμύρα και τις ανταύγειες από τα φρεσκοβαμμένα καΐκια και τις ψαρόβαρκες που γλιστρούν στα γαλάζια νερά της.
Γλυκιά η ζωή όταν ανατέλλει το φεγγάρι και σέρνεις τα μάτια σου στο ουράνιο στερέωμα κι η ψυχή σου αγγίζει το θάμπος του. Μας καίνε τα χρώματα κι οι φωνές, η σιωπή της θάλασσας και ο ψίθυρος του Μπάτη που μοιάζει με θεία μουσική την ώρα που το φωτεινό δείλι, έχει πάρει όλες τις αποχρώσεις.
Με τη λύρα σου μας ταξίδεψες γητευτή μου στην κλίμακα με τους αγγέλους και τη λάμψη της ζωής για να τραγουδήσουμε μαζί σου τον έρωτα που ανασταίνεται τα όμορφα καλοκαίρια δίπλα στο κύμα, στα σεληνιακά βράχια της, και τις πανέμορφες ταβέρνες της που φλυαρεί η καρδιά μας και το ουζάκι αδελφώνει τις καρδιές μας.
Μελώδαε γητευτή μου Παναγιώτη και στάλαζε στους κήπους της καρδιά μας την ομορφιά της υπαίθριας ολόξανθης κόρης για να ποτιστούν τα σπλάχνα μας ευχάριστα.

Δεκέμβριος του 2016 Μια μικρή θεώρηση από τον Θεόδωρο Σαντά,για την ποιητική συλλογή «Η μεγάλη μας άγνοια»του Δημήτρη Μπουκόνη

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Διάβασα με προσοχή την ποιητική συλλογή, «Η μεγάλη μας άγνοια»του Δημήτρη Μπουκόνη.

Όλοι οι στίχοι των ποιημάτων του,έχουν ένα χρώμα από Ελλάδα και μια ευγένεια ψυχής,μια μοσχοβολιά από αγέρα «Δαμασκηνιάς της Κοζάνης» που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του ποιητή,έναν έρωτα πλημμυρισμένο με ελλήνιο φως.

Κυλάει ο στίχος του ποιητή ,σαν το γάργαρο νερό που κατεβαίνει στην πλαγιά ενός βουνού,και ηχεί το κελάρυσμά του και μαζί του ηχoύν και τα συναισθήματα του ποιητή μαζί με τις πέντε αισθήσεις του και γράφει ακατάπαυστα να αφήσει καταγεγραμμένα τα μύχια της ψυχής του , να εκθέσει όλα τα δικά του σε μας ,να νιώσουμε και να βιώσουμε ό,τι ένιωσε και βίωσε εκείνος.

Διαβάζουμε στο ομώνυμο ποίημα που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο.

Ποτέ δεν έπαψε στους κουρασμένους μας δρόμους

στην κουρασμένη ταξιδιωτική περιπέτεια

να υπάρχει πιστός μας φίλος

ο ήχος της πικρής μας σιωπής»

Πιστός μας φίλος λοιπόν,ως λέει ο ποιητής,ο ήχος της πικρής μας σιωπής. Αλήθεια,τι ωραίος στίχος,τι μουσική και τι ευγένεια περικλείει .Κι έρχεται κι εκείνη η πικρή μας σιωπή που στάζει το δάκρυ απ’την ολονυχτία του έρωτα και γράφει ο ποιητής ,με «θλιμμένες εικόνες και ατεμάχιστες μνήμες»

Ο Δημήτρης αισθάνεται περηφάνια για την ένθεη γλώσσα μας που μέσω αυτής μεγαλούργησε των Ελλήνων το πνεύμα κι έγινε κυρίαρχο και τρόπος ζωής,πολιτισμός σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης,η γλώσσα των επιστημών στον κόσμο ολάκερο και αυτό συνεχίζεται και επί των ημερών μας.

Στο ποίημα «Ύμνος για την Ειρήνη»(Επίκληση στην Ελαία)

ο λόγος του ποιητή είναι έμπλεος από ήχους και χρώματα,μια παλίρροια συναισθημάτων,όπου όλα μιλούν για Ελλάδα

«Εσύ ανίκητη αείφωτη ελπίδα

πάρε τα δάκρυα αυτού του κόσμου

κάτω από τα συντρίμμια των πολέμων

και κάνε τον τρόπο άφτερο

σύμβολα της ειρήνης,πάνω στο σύμβολό σου»

Ο Δημήτρης γράφει όλα τα είδη της ποίησης, τόσο σε ελεύθερο όσο και σε έμμετρο στίχο, αλλά εκεί που ξεχωρίζει και γίνεται ονειρικός,ανεπανάληπτος,είναι όταν γράφει ερωτική ποίηση,εκεί θα έλεγα δακρύζουν και της Σαπφώς τα φεγγάρια.

Στης ζωής την τύρβη ,ο Δημήτρης δε λέει πολλά,τα λόγια του είναι πράξεις,είναι συνειδητοποιημένος τρόπος ζωής.

Αρκεί ένα νεύμα του , μια διαπεραστική του ματιά να διευθετήσει τον σάλαγο των πραγμάτων κι όλα να ΄βρουν τη γαλήνη τους.

Δίνουμε λίγους στίχους ακόμα του ποιητή,να εισχωρήσουμε στα άδυτα της ψυχής του,να τον γνωρίσουμε καλά , να μπορέσουμε να αποκαλύψουμε τον εσώτερο κόσμο του,να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι».

Παίρνουμε τρεις στίχους από το ποίημα ,»Στοχασμός»

«Είχαμε πολύ την ανάγκη των λουλουδιών

το γνήσιο κι ενάρετο άρωμα

μέσα μας να κρατήσουμε»

Αυτό είναι ο Δημήτρης,ένα γνήσιο κι ενάρετο άρωμα,ένας λόγος αυθεντικός ,όπου το ναι,είναι ναι και το όχι,όχι.

Κι όπως μας λέει στο ποίημά του ,»Από σκοτάδι και φως»

«Είμαστε όλοι ζυμωμένοι

από σκοτάδι και φως,πραγματικοί »

«Τα πάντα φεύγουν σιωπηλά

και χάνονται μοιραία

στον χρόνο τον αμείλικτο

που εκείνος θα μας κρίνει»

μας λέει στον «Ύμνο στον Δάσκαλο και Μουσουργό, Δημήτρη Θέμελη»και του πλέκει έναν θαυμάσιο ύμνο .

Είναι και η μάνα ,η άδολη,η άγια μορφή της μάνας.Πώς θα μπορούσε να παραλείψει την αγαπημένη του μάνα ο ποιητής;

Μητέρα-Ανάσα Παγκόσμια

…………………………………………..

«Σαν σβήνει η πνοή,απουσία πικρή,ποιος θα βρεθεί

τον πόνο μας να γλυκάνει,να μας παρηγορήσει;

Αθάνατη μένεις,στις καρδιές μας Μητέρα»

Και όπως πάλι θα πούμε, ο έρωτας που είναι ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας κυριαρχεί και υμνείται από τον ποιητή,με τα ποιήματα της καρδιάς ,όπως στο ποίημα, «Θύμηση Φθινοπώρου»

«Θυμάμαι ακόμα τους λωτούς ,στα χέρια που κρατούσες

ώσπου οι δρόμοι της επιστροφής ,πορφύρυναν και δάκρυσαν

μας έδειχναν Φθινόπωρο πως τέλειωνε

κι εσύ το «σ’Αγαπώ» δεν είχες πει ακόμα»

Φίλε μου ποιητή ,ξόδευες και ξοδεύεις τις μέρες σου με όνειρο και πραγματικότητα και παραμένεις μια αλήθεια ,μια αθώα ψυχή,ένα αντιφέγγισμα του παιδιού που έψαχνε να ξεπεράσει τα όρια του χωριού του,να’βρει τη δική του Ιθάκη,που έψαχνε να βρει κατάλυμα κι ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη κι εκεί να ανοίξει τις φτερούγες του και με την οξύνοια του πνεύματος και του νου,να μεγαλουργήσει.

«Στον γαλάζιο ορίζοντα,το υπέρλαμπρο φως κρατάς μες στις φούχτες σου και αδιαλείπτως ζωγραφίζεις και γράφεις ποιήματα να κάνεις τον κόσμο καλύτερο,αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα,την τριβή και τα προβλήματα της ζωής .

Φίλε μου ποιητή καλοτάξιδο το βιβλίο σου και θα είναι τυχεροί όσοι θα το διαβάσουν και θα πω ,τυχερός κι εγώ που το διάβασα!

Θεόδωρος Σαντάς ,Μαθηματικός,Θεσσαλονίκη,27-12-2016

Δήμητρα Δελακούρα Ψίθυροι…

23659237_2029926257237699_5582020989095611178_n

Είμαι της άνοιξης, πρωινό.
Διψώ τη φύση και πεινώ,
είμαι μια λεύκα.
Είμ’ αστεριού βέλο – ριχτό,
κι όταν πια σβήσω, ξενυχτώ
κάτω απ’ τα πεύκα.

Είμαι το λίκνο της βροχής,
κι όταν δεν έχω, της ψυχής
κρατώ μια στάλα.
Είμαι κλωνί δίχως ανθό.
Κι όλα τα γύρω μου πενθώ
τα ξένα τ’ άλλα.

Ειμ’ ο καρπός απ’ την ελιά.
Ένα σπουργίτη στη φωλιά.
Βουνήσια ράχη.
Είμαι του κάμπου η λησμονιά.
Είμαι στη βαρυχειμωνιά,
πεσμένο στάχυ.

Είμ’ ένας ήχος μυστικός,
ναός αρχαίος – ελληνικός,
άνεμος είμαι.
Φορώ τ’ αγγέλου τα φτερά.
Βρίσκομαι στ’ άγρια τα νερά,
στις όχθες κείμαι.

Είμαι μια πέτρα σ’ ερημιά.
Μια ξεχασμένη, σ’ αμμουδιά
μικρή βαρκούλα,
κι όταν δεν έχει πια η ψυχή,
ψάχνει να βρει, όπου αντηχεί
λίγη βροχούλα.

©Δήμητρα Δελακούρα

Η Ποίηση

Ποίηση είναι
να αναρριχάσαι
στων λευκών σελίδων
τα όρη
με μόχθο ανάβασης,
και με τα σκέλη της σκέψης
ορθάνοιχτα
να προστρέχεις στο λίθινο
φαλλικό μονοπάτι της γνώσης.

Κρατώντας μελάνη οργασμική,
σπερματικής γύρης,
τ’ ακροδάχτυλα πρέπει
να χαίρουν βόγγο βουβό.

Στα όρη της ποίησης
μονοπάτια κακοτράχαλα,
μα εσύ θ’ αναρριχάσαι…
έως τ’ αποπλανημένο
μονοπάτι της σκέψης
να στάξει μέσα σου
φιλάλληλο νέκταρ.

©Δήμητρα Δελακούρα

ΠΗΓΗ  http://dimitradelakoura4.blogspot.gr/

Δήμητρα Δελακούρα

24312510_2036006336629691_377671237684216055_n

Πούθ’ έρχεσαι…;

Μωρό μου, εσύ που σκιάζεσαι
μες στο πολύ σκοτάδι,
που πάλλεται η καρδούλα σου
στο στοργικό μου χάδι,

δε θέλω να πικραίνεσαι
καθώς που θα κοιμάσαι,
θέλω σε κείνα τα όνειρα
ευτυχισμένη να ‘σαι

ψυχή· δικό κομμάτι μου
των σπλάχνων, ύπαρξή μου,
που από τα τώρα σου μιλώ
και δίνω την ευχή μου:

Να πιούνε τα ματάκια σου,
να δουν τον κόσμο, πλέρια,
και κείνα τα χεράκια σου
ας πιάσουνε τ’ αστέρια

ώστε, μέσα στον άγνωστο
τον κόσμο που θα βγούνε,
εκείνες οι αισθήσεις σου,
να μην πολύ πληγούνε

καθώς, δεν είναι κι εύκολο:
Σου πρέπει για να τρέξεις,
και στο παιχνίδι μες σ’ αυτό
δεν έχει για να παίξεις.

………………….

Πούθ’ έρχεσαι, αγγελούδι μου,
για πού τραβάς, πηγαίνεις…;
Δε νιώθεις, πριν να γεννηθείς;
Τι θέλεις κι επιμένεις…

©Δήμητρα Δελακούρα

Νανούρισμα

Παιδί, ζωσμένο από ευωδιές και μύρτους στολισμένο,
που ολόγυρά σου ασίγαστα σου κελαηδούν πουλιά,
που ξενυχτάς κοιτάζοντας τ’ αστέρια μαγεμένο,
γείρε το σώμα στης νυχτιάς την άκρατη αγκαλιά.

Γείρε το σώμα σου, παιδί, να κατεβούν οι Μούσες,
να σε κοιμίσουν με γλυκιά του ονείρου μουσική·
γείρε κι εγώ θα σου κρατώ τ’ αστέρια που μετρούσες,
να στ’ ασημώσω πιο λαμπρά να φέγγουν πέρα εκεί.

Γείρε, δεν πρέπει ακοίμητο για να σε βρουν οι Μοίρες,
γιατί σαν ίσκιοι θε να ‘ρθουν σε μένα τρεις φορές
να μου ιστορήσουν μυστικά τ’ ανέλπιστα που πήρες:
Όλα τ’ ανείπωτα θα βρεις μες σε καημούς, χαρές.

©Δήμητρα Δελακούρα

Πηγή http://dimitradelakoura4.blogspot.gr/

ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΗΧΩΝ

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Ποια ομορφιά σε ντύνει απόψε
και ξενυχτάς με ποιήματα ;
Ποιος στίχος σε παραπέμπει στο αύριο
να μπορείς να μιλάς απ’το μέλλον;
Αγάπη των λουλουδιών και των ήχων
αγάπη που με κρατάς ζωντανό
πιο μακριά κι απ’ τις ασύμπτωτες
της υπερβολής, πέρα από μας
υπάρχει ένας κόσμος που ταξιδεύει
μ ‘άλλες συνήθειες κι άλλα πιστεύω.
Όλους μας ενώνει η ανάγκη
για μια θέση στον ήλιο
η ποίηση ,το τραγούδι κι ο έρωτας
πάντα διαχρονικός κι αναλλοίωτος,
ένας Ρωμαίος και μια Ιουλιέτα
ένας Πάρης και μια Ελένη
κι ένας πόλεμος για τα θέλγητρα της Ελένης
μια Οδύσσεια να βρει ο καθένας
την πολυπόθητη Ιθάκη του !

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,29-11-2017

«Νικηφόρος Βυζαντινός». Φθινοπωρινό

16729010_1906752336221759_8046225459643372808_n

Διέβεις τον Ρουβίκωνα
πιά γυρισμό δεν έχει
φυλλομετράς κάθε στιγμή
κι ο νούς σου πάντα τρέχει.

Πίσω στις μέρες τις παλιές
μέρες ευτυχισμένες
που μοιάζουν τώρα πλέον πιά
για πάντα ξεχασμένες.

Κι αν της ζωή σου εσκέπασε
μιά φθινοπώρου αχτίδα
κι αν όλα μοιάζουν σκοτείνα
μην χάνεις την ελπίδα.

Γιατι η ζωή μας ξεγελά
κι εκεί που φέρνει θλίψη
πάλι ξανά χαμογελά
κεί που μας λιώνει η πλήξη.

Κι αν έφτασες μεσόστρατα
κι αν έσβησαν τα χνάρια πιά
της πρότερης σου νιότης
μένουν ακόμα να φανούν
όσο κι αν άργησαν να ρθούν
πολλά καρδιοχτυπήματα
ως μιάς αγάπης πρώτης !

Άραγε

Σαν ένα μήνυμα κλεισμένο σε μποτίλια
και πεταμένο μές στις θάλασσες του χρόνου
μοιάζει η γραφή μας, μοναχική καντρίλια
πλημμυρισμένη απο τα δάκρυα του πόνου.

Τι τάχα νιώσαμε κανείς δεν θα το μάθει
κι εμείς θα κρύψουμε την θλίψη στοργικά
μές στης ψυχής μας τα ολόμαυρα τα βάθη
πίσω απ τις λέξεις θα γελάμε ειρωνικά

Άραγε θάρθουν να μας βρούν και μας σ΄ένα συρτάρι
σε ένα ράφι με παλιά βιβλία στριμωγμένο
οτι απέμεινε απο εμάς φτωχό απομεινάρι
ένα βιβλίο, μιάς ζωής, απο καιρό λησμονημένο.

Και κάποιος, κάποτε μια μέρα θε ν΄ανοίξει
κείνο το γράμμα που σκαλίσαμε στην άμμο
και η αλήθεια μας ίσως με δάκρυα τον πνίξει
μα ήταν ψέμμα τα όσα ζήσαμε δω χάμω !

Τα «Κορίτσια»

Μιά ζωή καταραμένα
με τα στόματα ραμμένα
ζούν κρυφά απο τους άλλους
τους μικρούς και τους μεγάλους
σ΄ ένα σπίτι βρωμερό
πεταμένα στο σωρό.

Τα χαμένα όνειρα τους
έσβησαν δίχως ελπίδα
κι ούτε έναν να νοιαστεί
και τα θάψαν τα κορίτσια
πριν ο θάνατος προλάβει
κείνος να τα παραλάβει
και η φλόγα τους σβηστεί

Ε διαβάτη φύγε πέρα
είσαι κύριος καθώς πρέπει
κι απο δώ ποτέ δεν πρέπει
να περνάς μέσα στη μέρα
νύχτα έλα μη σε δούνε
και ποιός ξέρει τι θα πούνε

Τα καημένα τα κορίτσια
όσο κι αν τα αδικούνε
σιωπηλά και φανερά
έξω απο την κάμαρα τους
κρύβωντας τα πρόσωπα τους
περιμένουν στην σειρά !

Νικηφόρος Βυζαντινός.

Θοδωρής Αργυρόπουλος .

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

Κι αν γράφω ποιήματα
άλλη είναι η έγνοια μου

Να αποφλοιώνω λέξεις

Να τους βγάνω τα φανταχτερά ντυσίματα

Να τους αφαιρώ τα επικαθίματα
από την καθημερινή αγοραία χρήση

Φιλοδοξώντας να φτάνω
μέχρι το μεδούλι της ουσίας τους

Αποκαθιστώντας τα πρώτα τους νοήματα
να τις αποδίδω ξανά στους ποιητές
τους καταδικασμένους να δουλεύουν
τα παλιά υλικά σε νέα διάταξη

Και τούτη να ‘ναι η ποίησή μου
Να περνά από φωτιά και αμόνι τα λόγια
Να μην εμφιλοχωρεί πουθενά μέσα της το ψέμα