Guillaume Apollinaire, «Στον έρωτα και στον πόλεμο»

69483388_2466030206960633_4494099816841740288_n

Βρέχει

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν πεθαμένες ακόμα
και μες στην ανάμνηση
κι εσάς είναι που βρέχει εξαίσιες συναντήσεις της
ζωής μου ω σταγονίτσες
κι αυτά τα αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα
σύμπαν αυτηκόων πολιτειών
άκου αν βρέχει καθώς η λύπη και η περιφρόνηση
κλαίνε μια αρχαία μουσική
άκου που στάζουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά
και χαμηλά

Τομεάρχης

Το στόμα μου θα έχει τις φλόγες της γέεννας
Το στόμα μου θα είναι για σένα μια κόλαση γλύκας
και ομορφιάς
Οι άγγελοι του στόματός μου θα κάνουν θρόνο μέσα
στην καρδιά σου
Οι στρατιώτες του στόματός μου θα σε καταλάβουν
με έφοδο
Οι παπάδες του στόματός μου θα λιβανίσουνε την
ομορφιά σου
Η ψυχή σου θα τρέμει όπως μια χώρα την ώρα του
σεισμού
Τότε τα μάτια σου θα φορτωθούν όλο τον έρωτα που
χρόνια ολόκληρα μαζεύτηκε μέσα στα βλέμματα
της ανθρωπότητας
Το στόμα μου θα είναι μια στρατιά εναντίον σου μια
στρατιά όλη με παράταιρους γεμάτη
Έχει ποικιλία όπως ένας μάγος που ξέρει και αλλάζει
τις μεταμορφώσεις του
Η ορχήστρα και οι χορωδίες του στόματός μου θα σου
πουν τον έρωτά μου
Από μακριά στον μουρμουρίζει
Καθώς με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι περιμένω τη
στιγμή που έχει καθοριστεί για την έφοδο

Κι εσύ καρδιά μου γιατί χτυπάς

Σαν ένας λυπημένος παρατηρητής
Κοιτάζω τη νύχτα και το θάνατο

Στη λίμνη των ματιών σου τη βαθιά
Η φτωχή μου καρδιά πνίγεται
Διαλύεται και λειώνει
Μελαγχολική ανάμνηση
Μες στα νερά της τρέλας και του έρωτα

Έρωτα βασιλιά
Θέλω να μου πεις
Το τόσο όμορφο
Περιστέρι
Το άπιστο
Που το φωνάζουν
Μικρή Λου
Πες μου πού
Πήγε και
Σε ποιόν;
-Μα στον Γκιγιώμ

Λου τριαντάφυλλό μου

Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σʼ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σʼ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σʼ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω

Eκεί είναι

Εκεί είναι μικρά γεφύρια σαστισμένα
Εκεί είναι η καρδιά μου που χτυπά για σένα
Εκεί είναι μια γυναίκα μελαγχολική πάνω στο δρόμο
Εκεί είναι μια όμορφη μικρή αγροικία μέσα σε ένα κήπο
Εκεί είναι έξη στρατιώτες που διασκεδάζουν σαν τρελοί
Εκεί είναι τα ματιά μου που ψάχνουν την εικόνα σου
Εκεί είναι ένα μικρό γοητευτικό δάσος πάνω στο λόφο
Και ένας ντόπιος γέρος κατουρά την ώρα που περνάμε
Εκεί είναι ένας ποιητής που ονειρεύεται τη μικρούλα Λου
Εκεί είναι η μικρούλα Λου εκλεκτή μέσα στο μεγάλο
Παρίσι
Εκεί είναι μια πυροβολαρχία μέσα στο δάσος
Εκεί είναι μια βοσκοπούλα που βόσκει τα πρόβατά της
Εκεί είναι η ζωή μου που σου ανήκει
Εκεί είναι ο εφεδρικός μου κονδυλοφόρος που όλο στάζει Εκεί είναι μια κουρτίνα από λεύκες απαλή απαλή
Εκεί είναι όλη μου η ζωή η περασμένη που πέρασε καλά
Εκεί είναι οι δρόμοι οι σκοτεινοί της Menton που είχαμε
αγαπηθεί
Εκεί είναι μια μικρή κοπέλα από το Sospel που μαστιγώνει
τους συντρόφους της
Εκεί είναι το μαστίγιο μου του αμαξά μέσα στο σάκο μου
που έχω για τη βρώμη
Εκεί είναι τα βέλγικα βαγόνια πάνω στις γραμμές
Εκεί είναι ο έρωτάς μου
Εκεί είναι όλη η ζωή
Σε λατρεύω

Γράμμα-ποίημα

Τα φτωχά μου μάτια γέμισαν μαζί σου
Σαν ένα έλος απʼ το φως του φεγγαριού
Και σε παρακαλώ γονατισμένος
Ω ωραία ξανθιά που για μελαχρινή σε νόμιζα.

Σκληραίνεις γέρικη καρδιά όταν ακούς
τις διαπεραστικές κραυγές
Που βγάζουν μακριά οι τραυματίες με αγωνία
Ψείρες της γης οι άνθρωποι ανθεκτικά σκουλήκια

 

Φίλη μου εσένα σκέφτομαι
Το χρώμα του ήλιου που έχεις και τη χάρη σου
Το σπίτι είναι αδειανό απʼ τη στιγμή που έφυγε
Η ηλιαχτίδα μου και πήγε να βουτήξει μέσα στη
θάλασσα
Αν δεις τα υποβρύχια
Πες τους ότι σʼ αγαπώ
Αν μαζευτούν τα σύννεφα
Πες τους ότι σε λατρεύω
Αν η θύελλα λυσσασμένη ξεσπάσει πάνω στους βράχους
της ακτής
Πες της ότι είσαι ο πολύτιμός μου λίθος
Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει μες στις χιλιάδες
κόκκους άμμου που έχει η ακρογιαλιά
Πες του ότι είσαι το ακριβό πετράδι που αγαπώ
Όταν θα δεις τον ταχυδρόμο
Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά
σου
Σου στέλνω χίλια φιλιά και χίλια χάδια
Που θα σε ανταμώσουν όπως οι λέξεις συναντούν την
κεραία του ασύρματου
Αν δεις πληγωμένους
Πες τους πως η μόνη μου πληγή είναι αυτή που εσύ
έκανες στην καρδιά μου
Αν καμιά φορά με θυμηθείς συλλογίσου ότι η σκέψη μου
είναι πάντα μαζί σου
Και ότι σε λατρεύω

 

Εμπρός ανθρώπινη καρδιά μου η λάμπα σε λίγο θα σβήσει
Χύσε εκεί το αίμα σου
Εμπρός ζωή μου θρέψε αυτή τη λάμπα με έρωτα
Εμπρός κανόνια ανοίξτε το δρόμο
Κι ας έρθει επιτέλους ο καιρός της νίκης ο πολύτιμος
καιρός της επιστροφής

 

Το τραγούδι του έρωτα

Ιδού από τι είναι φτιαγμένο το συμφωνικό τραγούδι του
Έρωτα
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα το παλιό
Ο θόρυβος των ταραγμένων φιλιών διασήμων εραστών
Οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών βιασμένες από
τους θεούς
Ο ανδρισμός των μυθικών ηρώων σε ανάταση όπως τα
όπλα ενάντια στʼ αεροπλάνα
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσωνα
Το θανατηφόρο τραγούδι του κύκνου
Και ο ύμνος ο νικηφόρος που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
τραγουδούν στον ακίνητο Μέμνονα
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής
Υπάρχει επίσης η ερωτική κραυγή του αίλουρου μέσα
στη ζούγκλα
Ο υπόκωφος θόρυβος των χυμών που ανεβαίνουν μέσα
στα τροπικά φυτά
Οι βροντές του πυροβολικού που αποτελειώνουν τον
τρομερό έρωτα των λαών
Τα κύματα της θάλασσας όπου γεννιέται η ζωή και η
oμορφιά

Υπάρχει εκεί το τραγούδι όλου του έρωτα του κόσμου

 

Στην Ιταλία

Ιταλιά των περασμένων χρόνων
Σʼαγαπώ
Όσο αγαπούμε την ομορφιά όλων των χρόνων
Μα σʼ αγαπώ ακόμα περισσότερο
Ιταλία γιατί κάνεις τον πόλεμο
Μοντέρνα Ιταλία
Ω ηλεκτρισμέ
Ω ορεσίβια
Εσύ που γλιστράς με τα σκι πάνω στις άσπρες πλαγιές
Ιταλία
Που οι νέοι σου άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα στην
ασκητική
Που οι γέροντές σου πηγαίνουν με μεγαλοπρέπεια
Υπερίπτασαι
Σπινθηροβολείς
Μεγαλουργείς
Ω θεία
Ω γαλλίδα

Πριν απ΄ το σινεμά

Κι αργότερα αυτό το βράδυ θα πάμε
Στο σινεμα

Οι Καλλιτέχνες που είναι λοιπόν εκεί
Δεν είναι αυτοί που καλλιεργούν τις Καλές – Τέχνες
Δεν είναι αυτοί που όλο ασχολούνται με την Τέχνη
Την Τέχνη της ποίησης ή της μουσικής
Είναι ηθοποιοί και θεατρίνες

Αν είμασταν Καλλιτέχνες
Δε θα λέγαμε ποτέ στο σινεμά
Θα λέγαμε στο σινέ

Αλλά αν είμασταν παλιοί καθηγητές της επαρχίας
Δε θα λέγαμε ούτε σινεμά ούτε σινέ
Θα λέγαμε στον κινηματογράφο

Έτσι πρέπει Θεέ μου να έχουμε και γούστο

Ο γάτος

Εύχομαι ναʼ χω μέσα στο τσαρδί
μια γυναίκα γεμάτη λογική
πάνω στα βιβλία μου ο γάτος να περνά
και οι φίλοι ναʼ ρχονται όλο τον καιρό
Χωρίς αυτούς να ζήσω δεν μπο

Α

Λίντα…….Αντνίλ
Ίλντα …….Ντανίλ
Νίλντα……Ναντίλ
Ίλντα……..Ναλίντ……..Αλνίντ
Ιντάλ……..Ντιλάν……..Αλντίν
Λνίντα……Λανίντ……..Ιλντάν
Λντία……..Λαντί
Λντάι……..Ναλντί
Λίντνα……Νταλνί
Λιντάν

Επιγραφή για τον τάφο
του ζωγράφου Ηenri Rousseau
του τελωνοφύλακα

Ευγενικέ Rousseau που μας ακούς
Εμείς σε χαιρετάμε
Ο Delaunay η γυναίκα του ο κύριος Queval κι εγώ
Άφησε να περάσουν λαθραία τα μπαγκάζια μας από
την πόρτα του ουρανού
Σου φέρνουμε καμβάδες χρώματα και πινέλα
Για να μπορέσεις στον ιερό ελεύθερό σου χρόνο
μέσα στο αληθινό φως
Γεμάτος αφοσίωση να ζωγραφίσεις το πορτραίτο μου
Με πρόσωπο πάνω στʼαστέρια

 

Ταξίδι

Πού…πάει… λο.ι.πό ν…..το….τραί.ν.ο…….που……πεθαίνει
Mες….στις….κοιλαδες….και…μες.στα……ωραία….δάση ;;;

 

Η καρδιά μου μοιάζει
με μια φλόγα αναποδογυρισμένη

Βαρόνη άκου το θάνατο
πώς μερακλώνει

 

Σημείωμα

Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ , ο ποιητής και εμψυχωτής της μοντέρνας ζωγραφικής στο Παρίσι , έγραφε τα ποιήματά του μέσα στις φλόγες του πολέμου και το

υ έρωτα…
Γεννημένος το 1880 στη Ρώμη ήταν νόθος γιός μιας Πολωνέζας κι ενός Ιταλού αξιωματικού. Πολέμησε για τη Γαλλία και δόξασε τη γλώσσα μιας πατρίδας που άργησε πολύ να τον δεχτεί . Τύπωσε μόνο 2 ποιητικά βιβλία : τα Alcools < Οινοπνεύματα> – το 1913 πριν τον πόλεμο- και λίγο πριν το θάνατό του τα Calligrammes< Καλλιγραφήματα>- συλλογή που δημοσιεύτηκε το 1918 μετά τον τραυματισμό του στις μάχες από θραύσμα οβίδας στο κεφάλι…Πολλά αδημοσίευτα ποιήματά του είναι γραμμένα για την κορυφαία μούσα του τον καιρό του πολέμου την Louise de Coligny-Chatillon , την Lou , όταν αυτή τον εγκατέλειψε μετά από μια βδομάδα πάθους… Ο τραυματισμένος στα χαρακώματα ποιητής πήρε την υπηκοότητα την άνοιξη του 1916 αλλά σε λίγο πέθανε από την ισπανική γρίπη .

http://www.poiein.gr

μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ριτσώνης

Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Λίνος Κόκοτος , ένας χαρισματικός δημιουργός ! Κάπου στο 1960, ένα δεκαπεντάχρονο παιδί βλέπει να φέρνουν στο σπίτι του, φορτωμένο σε ένα τρίκυκλο, το πρώτο του πιάνο. Η χαρά του είναι απερίγραπτη. Στα μεταχειρισμένα πλήκτρα του μαθαίνει να βγάζει τις πρώτες μελωδίες, ενώ στο ίδιο πιάνο θα γράψει πολύ αργότερα τις επιτυχίες που θα τον καθιερώσουν ως έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες της ελληνικής μουσικής

69242068_2465153017048352_6615871033238880256_n

 

Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το Φεβρουάριο του 1945 και τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Αιγάλεω. Μέλος της χορωδίας του σχολείου του από πολύ μικρός, πραγματοποίησε αργότερα σπουδές στο Ωδείο Αθηνών (1961). Ο πρώτος καλλιτέχνης που πίστεψε στο ταλέντο του και τον ενθάρρυνε έμπρακτα στο ξεκίνημά του την ίδια χρονιά, ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης. Πέντε χρόνια αργότερα (1966) παρουσίασε τη δουλειά του στις μπουάτ της Πλάκας μαζί με άλλους συνθέτες του “Νέου Κύματος”. Ο πρώτος του δίσκος που κυκλοφόρησε ήταν οι «Ώρες» (1969) από την εταιρεία «LYRA» του Αλέκου Πατσιφά.

Εν συνεχεία γνωρίσθηκε ή συνεργάσθηκε με μια πλειάδα ερμηνευτών και στιχουργών, μεταξύ των οποίων οι Αργύρης Βεργόπουλος, Άκος Δασκαλόπουλος, Τάσος Μωραΐτης, Γιώργος Ζωγράφος, Νίκος Καλλίτσης, Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Σπανός, Μάνος Λοΐζος, Νίκος Ξυλούρης, Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Μιχάλης Βιολάρης, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Σωτηρία Μπέλλου, Δήμητρα Γαλάνη, Μανώλης Μητσιάς, Ρένα Κουμιώτη, Γιάννης Πουλόπουλος, Μαρία Δουράκη, ενώ δούλεψε μαζί με τους Λευτέρη Παπαδόπουλο, Γιώργο Αρμένη, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και μελοποίησε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη (1973, “Θαλασσινό Τριφύλλι”). Το 2015 επέστρεψε στο προσκήνιο με νέες δημιουργίες[2]

Τα έργα του κινούνται από το χώρο της δισκογραφίας έως του θεάτρου, στο οποίο επίσης συνεισέφερε, γράφοντας τη μουσική πολλών παραστάσεων.

69273492_2465153047048349_9071150961296146432_n

Ο Λίνος Κόκοτος παίζει ακόμη στο ίδιο πιάνο. Όπως τότε που ήταν μικρό παιδί…

Ο σπουδαίος συνθέτης αφηγείται τη ζωή του στην Popaganda με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του δουλειάς.

Γεννήθηκα στο Αγρίνιο. Όταν ήμουν πέντε, ήρθαμε στο Αιγάλεω όπου μεγάλωσα στις γειτονιές και στις αλάνες του. Ήμασταν γείτονες με τον Ζαμπέτα που τον θυμάμαι κάθε Κυριακή να παίζει τάβλι με τον Στράτο Παγιουμτζή, στην πλατεία Δαβάκη, ανάμεσα σε άλλους σπουδαίους, όπως οι Πολυκανδριώτης και Καλδάρας.

Ο πατέρας μου, ένας χαρισματικός πλανόδιος μικροπωλητής, είδε την κλίση μου στις τέχνες και συχνά με πήγαινε σε μουσικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής και θέατρα. Πάντα όμως, φρόντιζε να πάμε κάπου που δεν θα λειτουργούσε απωθητικά για ένα παιδί.

Στη γειτονιά υπήρχαν δύο αδέρφια που έπαιζαν ακορντεόν και κόλλησα μαζί τους. Από την άλλη, ο γιος ενός πελάτη του πατέρα μου, ο Γιώργος Βασσάλος, έπαιζε επίσης ακορντεόν. Πηγαίνοντας στο μαγαζί τους, βρίσκει ένα μεταχειρισμένο ακορντεόν και το βάζει στην αγκαλιά μου. Ο πατέρας μου έδωσε 3.000 δραχμές κι εγώ γέμισα με μια απερίγραπτη χαρά. Ο Βασσάλος θα μου έκανε μαθήματα. Ξεκινήσαμε με τα Κύματα του Δούναβη, αλλά μόλις έπαιξα τις πρώτες νότες, παρασύρθηκα και άρχισα να ξεφεύγω από το μάθημα αυτοσχεδιάζοντας.

Το πιάνο ήρθε με τρίκυκλο

Δυο χρόνια αργότερα, ο πατέρας μου είδε ότι η αγάπη μου για μουσική χρειαζόταν κάτι μεγαλύτερο από ένα ακορντεόν. Έτσι, το 1960, κοντά στο Μπαρουτάδικο όπου μέναμε, είδα να έρχεται το πρώτο μου πιάνο φορτωμένο σε ένα τρίκυκλο. Είναι αυτό που έχω ακόμα στον χώρο μου και ό,τι έχω γράψει, είναι επάνω στα πλήκτρα του.

Έπεσα με ορμή στα μαθήματα. Έπαιζα θέλοντας να βγάλω συναισθήματα ακαθόριστης μελωδικής γραμμής. Φυσικά, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα γινόμουν συνθέτης. Εξάλλου, αυτό δεν προδιαγράφεται. Απλά, άρχισα να αυτοσχεδιάζω γράφοντας μελωδίες. Μάλιστα, μελοποίησα δύο ποιήματα του Δροσίνη που υπήρχαν στο αναγνωστικό του σχολείου μας, το «Τρεχούμενο νερό» και τα «Άσπρα σπιτάκια» (Το χωριό μας).

Ο θείος μου είχε ραφείο δίπλα από την στοά όπου βρισκόταν το πρώτο κατάστημα του Νάκα και τύπωνε ο Θεοδωράκης τις παρτιτούρες του. Μια μέρα, συναντήθηκαν και του λέει ο θείος: «Μίκη, έχω έναν ανιψιό που μουτζουρώνει το πεντάγραμμο». «Πες του να περάσει από το σπίτι. Κωνσταντινουπόλεως 39, στη Νέα Σμύρνη».

Μέχρι τότε, ακούγοντας να μιλούν όλοι για τις παραστάσεις του, νόμιζα ότι ο Μίκης ήταν μεγάλος σε ηλικία και ξαφνιάστηκα που τον είδα τόσο νέο. Πήρε τις παρτιτούρες από την μελοποίηση του Δροσίνη και άρχισε να τραγουδά. «Διακρίνω συνθετικό ταλέντο» είπε και με προέτρεψε να πάω στο Ωδείο Αθηνών για να αναβαθμίσω την θεωρητική μου γνώση. Επειδή όμως είχε ολοκληρωθεί η διδακτική χρονιά, μου λέει «Θα σε στείλω σε έναν νέο συνθέτη. Λέγεται Γιάννης Μαρκόπουλος». Θα έκανα μαζί του το πρώτο σολφέζ, το καλοκαίρι, και από Σεπτέμβρη θα προχωρούσα πιο γρήγορα στο Ωδείο.

Από τα μαθήματα με τον Μαρκόπουλο θυμάμαι ότι ήταν πάντα ανήσυχος από τις μελωδίες που στριφογύριζαν στο μυαλό του. Μετά τα μαθήματα διατηρήσαμε φιλική σχέση. Μάλιστα, το «Μικρό παιδί σαν ήμουνα» το πρωτόπαιξα στο σπίτι του Μαρκόπουλου, στην οδό Κερκύρας, στην Κυψέλη. Τους στίχους έγραψε ο Βεργόπουλος. Ο πατέρας του ήταν φίλος με τον δικό μου. Μια μέρα συζητούσαν για τις ασχολίες των γιων τους. Ο δικός μου είπε ότι έγραφα τραγούδια και ο δικός του ότι έγραφε στίχους. Έτσι γνωριστήκαμε με τον Αργύρη και γράψαμε δυο-τρία κομμάτια.

Η γνωριμία με τις μπουάτ και ο Πατσιφάς

Τριγυρνώντας στα στενά της Πλάκας, έφτασα στις Εσπερίδες όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μέχρι τότε, είχα συνηθίσει μεγάλες ορχήστρες όπως της Λυρικής ή μεγάλων μαγαζιών. Στη μπουάτ ήταν τελείως διαφορετικά. Ένας μικρός χώρος, ένα πιάνο ή κιθάρα και ο τραγουδιστής. Ήμουν διστακτικός, αλλά ακούγοντας τα τραγούδια, μαζί με ένα όμορφο αστείο που «πέταξε» ο Γιάννης Αργύρης, άλλαξε η διάθεσή αμέσως.

Ένας συνομήλικός μας έπαιξε τρία τραγούδια στο πιάνο. Ήταν ο Γιάννης Γλέζος. Αυτό ήταν αφορμή να με παροτρύνουν να παίξω κι εγώ. Κάποιος φώναξε στον Ζωγράφο «Γιώργο, κι ο φίλος εδώ παίζει πιάνο». Ανάμεσα στα κομμάτια μου ήταν και το «Μικρό παιδί». Τότε με φώναξε ο Αργύρης λέγοντας «Αυτό που έπαιξες, είναι μεγάλο τραγούδι». Ο Ζωγράφος πρότεινε να το πάμε στη Λύρα. Ο Πατσιφάς έβγαζε μια δεκτικότητα και ηχογραφήσαμε αμέσως. Στην κιθάρα ήταν ο Μαυρουδής. Μπουζούκι έπαιζε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με βαλβίδα στο φάρυγγα. Δεν ήξερα τι πενιά θα έβγαζε. Μετά έμαθα ότι ήταν ο Χάρης Λεμονόπουλος και σκεφτόμουν «Να μην το ξέρω νωρίτερα, να του φιλήσω τα χέρια». Μάλιστα, μια κατέντζα από μπουζούκι που ακούγεται στο τέλος του κομματιού, είναι δικός του αυτοσχεδιασμός. Στην άλλη πλευρά του δίσκου υπήρχε το «Απόβραδο» με δικούς μου στίχους. Είναι οι μοναδικοί που έγραψα. Δεν έκανα εγώ για στιχουργός.

Ο δίσκος έκανε επιτυχία, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Όταν όμως ακούσαμε το δισκάκι με τον Γιώργο σε ένα δισκοπωλείο, δεν μας άρεσε ο ήχος. Φαινόταν σαν «ψόφιο» γιατί εμείς είχαμε στο αυτί μας τον ήχο του στούντιο που έκανε μεγάλη διαφορά.

Έκτοτε άρχισαν και οι παραγγελίες από τον Πατσιφά. «Λίνο, θα κάνεις δυο τραγούδια για τον Πουλόπουλο» είπε μια μέρα. Στο μεταξύ, στο σπίτι του Μαρκόπουλου, είχα ήδη γνωρίσει τον Άκο Δασκαλόπουλο και επικοινωνούσαμε με τον Πουλόπουλο. Μάλιστα, είχαμε φτιάξει μόνοι μας το «Ένα μαχαίρι» που το παίξαμε στον Πατσιφά, μόνο με ένα πιάνο και μας έστειλε κατευθείαν για ηχογράφηση. Στην άλλη πλευρά ήταν το «Χάθηκαν οι ώρες».

Αφού κάναμε και δυο κομμάτια για τον Βιολάρη που γινόταν ίνδαλμα, κάποια στιγμή, ο Πατσιφάς είπε ότι ήταν ώρα να κάνουμε ένα LP. Ήταν «Οι ώρες» με Πουλόπουλο, Βιολάρη και Ζωγράφο, ενώ υπήρχαν δύο τραγούδια που χρειάζονταν γυναικεία φωνή, Στην Λύρα όμως δεν έβρισκα την κατάλληλη. Ώσπου μια μέρα, έφερε ο Πατσιφάς μια νέα τραγουδίστρια. Ανεβήκαμε σε ένα καμαράκι όπου κάναμε τις ακροάσεις. Παίζω τα κομμάτια ακούγοντάς την και λέω «Αυτό είναι. Βρήκα την καρφωτή φωνή που ήθελα». Δεν είναι τυχαίο που πολλοί την αποκαλούσαν «Ο θηλυκός Μπιθικώτσης». Ήταν η Ρένα Κουμιώτη. Όταν βγήκε ο δίσκος, μαζευτήκαμε σπίτι του Δασκαλόπουλου, όλη η παρέα -Λοΐζος, Καρούζος, Κοντογιώργος, Άκος κι εγώ- και κάναμε τις κριτικές μας.

Από ‘κείνες τις εποχές, μόνο ωραία πράγματα έχω να θυμηθώ. Υπήρχαν βραδιές που έλεγες «Να μην ξημερώσει». Δεν ήταν όμως «κούφια» ξενύχτια. Γράφαμε, δημιουργούσαμε. Βέβαια, υπάρχει και μια διαφορά. Από τα τέλη 70 και μετά, ο κόσμος άκουγε τα νέα τραγούδια σε δισκοπωλεία. Παλιότερα, οι περισσότεροι έπρεπε να έρθουν στην μπουάτ για να ακούσουν νέα κομμάτια.

Το Θαλασσινό Τριφύλλι του ανώνυμου ποιητή

Το «Θαλασσινό τριφύλλι» ήταν εξετάσεις για μένα. Μια μέρα, με παίρνει τηλέφωνο ο Πατσιφάς ζητώντας να περάσω από την εταιρεία. Μπαίνω στο γραφείο και μου δίνει δύο ποιήματα, τα Τζιτζίκια και το Ερημονήσι. Όσο διάβαζα τόσο κάτι έτρεχε μέσα μου, δεν έβλεπα υπογραφή του ποιητή. Ο Πατσιφάς δεν ήθελε να μου πει το όνομά του. Τον «σταύρωσα», αλλά δεν έλεγε λέξη. Ζήτησε μόνο να ετοιμάσω τα κομμάτια χωρίς βιασύνη και μόλις νιώσω ότι είναι έτοιμα να πάω να τα ακούσει. Βγαίνοντας από το γραφείο του, να σου και ο Άκος. Περάσαμε όλη την ημέρα μαζί, ψάχνοντας τίνος μπορεί να ήταν τα κομμάτια. Φάγαμε το μεσημέρι σε μια ταβέρνα στο Κολωνάκι, μετά πήγαμε σπίτι του και πάλι έξω. Σκεφτήκαμε τον Γκάτσο, αλλά γιατί να διατηρεί ανωνυμία; Έκανε όμως άγια ο Πατσιφάς και δεν το αποκάλυψε. Αν γνώριζα ότι ήταν του Ελύτη, θα μου προκαλούσε άγχος, παρόλο που είχα ήδη παρευρεθεί παλιότερα σε πρόβες του «Άξιον Εστί» που το είχε ανεβάσει στο θέατρο Κεντρικόν, ο Θεοδωράκης, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Λίγες μέρες νωρίτερα, βρεθήκαμε στον Πειραιά με τον Γιάννη Γλέζο όπου έκανε πρόβα η χορωδία το «Άξιον Εστί». Μέχρι τότε, είχα διαβάσει όλα τα ποιήματα του Ελύτη.

Ακούγοντας τα κομμάτια ο Πατσιφάς, λέει: «Μπράβο! Τώρα θα σου πω και ποιου είναι». Μόλις είπε «του Ελύτη», μου κόπηκαν τα γόνατα. Άσε που αμέσως μετά θα τον συναντούσαμε και είχα άγχος για το πώς θα του φαίνονταν. Είχα εμπιστοσύνη όμως στον Πατσιφά.

Συναντιόμαστε και ξεκινάω να παίζω τα Τζιτζίκια. Τελειώνει το πρώτο ρεφρέν, παίζω δεύτερη εισαγωγή και ξανά ρεφρέν. Ένα χέρι ακουμπάει στον ώμο μου και ακούω τον Ελύτη: «Σταμάτα παιδί μου, έβγαλες αυτό που ήθελα. Ολόκληρη τη ζωγραφιά». Δεν το πίστευα.

Μετά, για κάθε καινούργιο τραγούδι πήγαινα σπίτι του, στο Κολωνάκι. Ήμουν συνεσταλμένος τότε και δεν μπορούσα ούτε στα μάτια να τον δω. Εκείνος ήταν μετρημένος. Δεν φλυαρούσε. Απλά, ανέφερε ότι έβρισκε ωραία τα κομμάτια. Μια μέρα πρόσεξε ότι δεν ήμουν χαλαρός και είπε: «Άκου να σου πω νεαρέ. Αυτή την περίοδο είμαστε συνεργάτες». Μου έδωσε τη δυνατότητα να «ξεδιπλωθώ» και, πάντα με σεβασμό, να μπορούμε να επικοινωνήσουμε πιο άμεσα, λόγω συνεργασίας. Έτσι υλοποιήθηκε το Θαλασσινό Τριφύλλι με Μιχάλη Βιολάρη και Ρένα Κουμιώτη. Ο Ελύτης μού είχε πει: «Αυτά τα κομμάτια θέλω να γίνουν σαν τα παραδοσιακά. Ας μην ξέρουν ποιος τα έγραψε. Απλά, να τα τραγουδάνε μικροί-μεγάλοι».

Στην ηχογράφηση έρχονταν διάφοροι στο στούντιο, όπως οι Γκάτσος και Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ήταν η εποχή του ενδιαφέροντος και πολλοί ήθελαν να δουν τις δουλειές των άλλων. Χειροκροτούσαμε ο ένας τον άλλον. Σήμερα σκλήρυναν οι άνθρωποι και αγρίεψαν τα συναισθήματά. Η τεχνολογία έπαιξε ρόλο στην απομάκρυνση των ανθρώπων.

Κατά τη γνώμη μου, μια από τις σημαντικότερες δουλειές μου είναι τα «Αντιπολεμικά» που ερμήνευσε ο Ξυλούρης και μάλιστα ήταν η τελευταία ηχογράφησή του. Με τον Νίκο γνωριζόμασταν γιατί ήταν βασικός συνεργάτης του Μαρκόπουλου. Όταν πήγα σπίτι του για να ακούσει τα τραγούδια, τα αγκάλιασε σαν ψυχούλα. Φυσικά, στο σπίτι του απολάμβανες κρητική φιλοξενία.

Στις 13 του μήνα είχαμε παρουσίαση του νέου cd. Μπορώ να πω ότι έχω μεγαλύτερη αγωνία από ότι είχα για τις Ώρες. Ίσως επειδή είχα καιρό να βγάλω δική μου ολόκληρη δουλειά. Ο τίτλος είναι «Ανεμογιαλός» και περιέχει τραγούδια με ποιητική διάσταση. Οι στίχοι είναι του Κώστα Λάζαρη και ερμηνεύουν οι Νίκος Ανδρουλάκης, Νένα Βενετσάνου και Θέλμα Καραγιάννη.

69585547_2465153063715014_979500766827905024_n

 

 

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λίνος_Κόκοτος

https://m.popaganda.gr/people/linos-kokotos-interview/

 

 

 

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour” Πατρίδα mon amour

69322876_2464855983744722_1389701917763960832_n

Ψάχνω μια λέξη για να αρχίσω να μιλώ.

Βοήθεια, μια ομπρέλα σας παρακαλώ

Ήρθε βροχή απ’ τα βουνά

Ήρθε και μέλλον στο χωριό μας:

Σεπτή Ορθοδοξία και τα λοιπά

Μέσα σε δυο καθοδικές ακτίνες από φως

Προς μεσημέρι, προς τα εδώ και προς τα κει

Οι δέκα εντολές και οι πληγές τού νέου Φαραώ

Ή και το τίποτα

Και το επόμενο, το μεγαλύτερο κενό –

Πατρίδα mon amour, σκυθρωπή κι ουδέτερη

Και απ’ την τελευταία φάση μακριά:

Ντροπή σας σίγουροι, ντροπή σας παντογνώστες

Οι μελλοθάνατοι σας χαιρετούν

Όντας περήφανοι, όντας αμετακίνητοι

Όντας ανάλαφροι φορείς καινούριων σπόρων:

Ήρθε η ώρα να μετατραπούν λάθη τού χθες

Σε ταπεινές αλλά κι αστείρευτες

Πηγές δημιουργίας.

Στάση πρώτη: Καλωσόρισμα

Και τελευταία ο αποχαιρετισμός.

Που λένε: “Στο καλό” – ευγενικά.

Γιατί, πατρίδα μας είναι και τα συντρίμμια μας

Οι πέτρες μας, τα δάκρυα και τα σχισμένα ρούχα μας

Ηλίθιε παρακοιμώμενε τού πουθενά

Είναι οι έρωτές μας που επαγρυπνούν

Κι αυτοί πατρίδα μας

Το κτήμα τού παππού, ο αργαλειός τής θείας –

Απ’ το πρωί ξεχορταριάζουμε και διώχνουμε τη σκόνη.

Μα θα περάσουν από δω και άλλες Ύβρεις

Τούτος ο τόπος είναι νόστιμος, ευγενικός, αχνίζει

Και όσοι ζήσαμε πολλά απλώς ακούμε, περιμένουμε

Κι αργότερα κουνάμε τα μαντήλια μας

Κάθε που ο προπονητής αλλάζει –

Η Ρωμανία θα γυρίσει ως δασκάλα όμορφη

Πατρίδα μου, πατρίδα μας, δασκάλα μας

Ευγενική δασκάλα μας, κόκκινη παπαρούνα.

Απόστολος Βεργής

Πηγή : Palmografos.com: Palmografos.com

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour”

Κώστας Καρούσος Ο….. Ν… Ε… Ι… Λ… Ο.. .Σ—–!!!! Στη φιλία των δύο λαών Ελλάδας-Αιγύπτου!! 28 Ιουλίου 2016.

67716884_2454794531417534_6574003679152570368_n

Πού να βασίλεψες αυγή στ΄απόσκια των φοινίκων ??
Ο κάμπος αδερφώνεται με το θαλάσσιο φύκι
Εκεί λημέριασε η ψυχή, στου ποταμιού το μάκρος
Εκεί του πάπυρου η γραφή, τ΄ανθρώπου προσκεφάλι,
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Χαλκότριχο το σώμα του στ΄απόσπερο της μέρας
Και γω, μεσούρανα ποθώ σαν άστρο τα νερά του
Να βουτηχτώ και να λουστώ, σα νάμουν φτεροπούλι
Στην οργωμένην απλωσιά και στο σταρένιο θάμπος
Έτσι με τρύγησε θαρρώ κι ο ταυροκτόνος χρόνος
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Σαν όστρακο κεραμικό, σαν πυραμίδα σκέψη !!

Διαβάστηκε στην Αιγυπτιακή Πρεσβεία στο 3ο φεστιβάλ Τέχνης
στις 13/2/2014- που έγινε σε συνεργασία με την ΠΕΛΤ.
[ Πανελλήνια Εταιρία-Ζωγραφικής-Αγιογραφίας-Γλυπτικής-Κεραμικών-
Παξών 30-15162-Κυψέλη-Αθήνα -210.6460225 ]
Δημοσιεύτηκε στο περ.΄΄Εύλογον΄΄ τ.2, 2014.
Κώστας Καρούσος..Αθήνα–28 / 7 / 2016

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΡΟΔΩΝ

13512030_1790923017804692_5308209264580271151_n

Πάντα εσύ το όνειρο κι η ομορφιά
που αναδύει την ποίηση
και των κατιφέδων τα χρώματα 
εσύ οι ψίθυροι της αστερόεσσας νύχτας
κι η Πανσέληνος του Αυγούστου
εσύ η ευωδιά των κόκκινων ρόδων
και το κοχύλι που βρίσκω
γυμνωμένο στην αμμουδιά
και προσεύχομαι να μη χάσει
τη λάμψη του.
Και ό,τι μου στέλνεις και ό,τι μου λες
και το χαϊδεύεις και το φιλάς
εκεί στο λατρεμένο σου ακρωτήρι
που άνθισε ο καημός
ζωγραφιές μου τις κάνω
διαδρομές του μικρού μας παράδεισου
που με πας και με φέρνεις
με το τρεχαντήρι της θάλασσας
και χαίρομαι σαν παιδί
την καλότυχη μοίρα μου.
Κι αν σήμερα οι θεοί με τη δόξα τους όλη
εμφανίζονται στους τρεις μαθητές *
εγώ στο θρόισμά σου θα μείνω
και στο δικό σου το θαύμα
τις δικές σου μεταμορφώσεις
να ψάλλω και πάλι
μ’έναν στίχο αγίασμα
με τρεις βασιλικούς Αγιορείτικους
που έσταξαν για σένα
όλα μου τα δάκρυα κι όλα μου τ’αγαπώ .

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,6-8-2019

*Πέτρος,Ιάκωβος,Ιωάννης

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ Αφιερωμένο κι ετούτο γραφήγημα στους αγαπημένους μου Φίλους Συνταξιδευτάδες.- Η Μνημοσύνη πιο γνώστη σαν μάνα κάθε Μούσας Θύμισε και στου ποιητή που ήτανε παρούσα Όταν εκείνος έγραφε τα της θεογονίας Το φοβερό κατακλυσμό στης γης την ιστορία…”

67366251_2873527896055717_3297161116563537920_n

‘’ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΌΜΗΡΟ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ… ‘’

Θαρρώ η γνώση ωφελεί τουλάχιστον δε βλάπτει
Όπως η άγνοια πολλούς κρατάει στο σκοτάδι
Απ’ τους αρχαίους τους καιρούς τι λέει η Ιστορία
Πως έχουν τα καθέκαστα τα της Μακεδονίας

Τι λέμε για να ξέρουμε
Κι οι άλλοι τι μας λένε
Ας έρθουνε κι οι γείτονες
Αν την αλήθεια ‘θένε
Σε ένα ταξίδι όμορφο
Με ξεναγό τη Μούσα
Κι αρχίζει απ’ τον Όμηρο
Που αναφέρει τούτα

«Οία τε φύλλα Μακεδνής Αιγείροιο…» μας λέει
Στο Η’ της Οδύσσειας για όποιον δεν το ξέρει
Στη γλώσσα που μιλούσανε οι αρχαίοι Μακεδόνες
Που ήταν η Ελληνική και θα ‘ναι στους αιώνες!

Μετά από τον Όμηρο
Των ποιητών σπουδαίος
Ως φέρεται ο Ησίοδος
Κι απ’ το δικό του έργο
Κατάλογος των γυναικών
Των Μακεδνών τη ρίζα
Γενάρχης γράφει ο Μακεδνός
Καρπός Διός Θυίας

Μας λέει του Δευκαλίωνα πως ήταν κόρη εκείνη
Κι ως αδερφή του Έλληνα ο ανιψιός προκύπτει
Όπως επίσης κι ο Γραικός παιδί της αδερφής του
Απ την Πανδώρα κι εγγονοί της Πύρρας Δευκαλίων

Οι μόνοι που επέζησαν
Απ’ όλους τους ανθρώπους
Όταν χιλιάδες χρόνια πριν
Κατέστρεψε τον κόσμο…

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΩΕ ‘’

Ο Δίας όπως ο Θεός την εποχή του Νώε
Με φοβερό κατακλυσμό κατέπνιξε την τότε
Την έκφυλη ανθρωπότητα και με τον ίδιο τρόπο
Φρόντισε εκείνος να σωθεί ένα ζευγάρι μόνο

Η Πύρρα ο Δευκαλίωνας
Που έφτιαξε ένα πλοίο
Στη λήξη του κατακλυσμού
Προσάραξε εκείνο
Σε μια πλάγια του Παρνασσού
Κοντά στην κορυφή του
Όπως του Νώε η κιβωτός
Στο Αραράτ το ίδιο

Ενώ σα-φως και προφανώς η βιβλική ιστορία
Μοιάζει απίστευτα πολύ με τη θεογονία
Με όσα ο Ησίοδος κατέγραψε σα μύστης
Σε έκσταση πνευματική λες κι η θεά η Μνήμη

Η Μνημοσύνη πιο γνώστη
Σα μάνα κάθε Μούσας
Θύμισε και στου ποιητή
Που ήτανε παρούσα
Όταν εκείνος έγραφε
Τα της θεογονίας
Το φοβερό κατακλυσμό
Στης γης την ιστορία

Μια τραγωδία επική που φαίνετε’ αληθεύει
Στη μνήμη τη συλλογική αιώνες χαραγμένη
Οι παραδόσεις των λαών το επιβεβαιώνουν
Με ιστορίες σχετικές σ’ ολόκληρο τον κόσμο

Ετούτα η μούσα ιστορεί
Απ’ τα παλιά βιβλία
Και επιστέφει γρήγορα
Στα της Μακεδονίας

‘’ Η ΓΕΝΕΟΛΟΓΙΑ ΚΙ Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΝΟΥ ‘’

Πρώτη γενιά κατακλυσμού το ζεύγος Δευκαλίων
Δεύτερη όλα τα παιδιά που απέκτησε εκείνο
Έλληνας κι Αμφικτύονας Πανδώρα και Θυία
Το πέμπτο η Πρωτογένεια κι όσα παιδιά αποκτήσαν

Τρίτη γενιά κατακλυσμού
Κι όπως οι άλλες δυο
Ίδια γραμμή το αίμα τους
Από του Δευκαλίων
Κι ο Μακεδνός σαν εγγονός
Κι ο Μάγνητας επίσης
Που αδέρφια ο Ησίοδος
Ομολογία δίνει

Ο χάρτης είναι μάρτυρας στη γη της Μαγνησίας
Της ύπαρξης του Μάγνητα και στη Μακεδονία
Του Μακεδνού και των παιδιών που απέκτησε εκείνος
Του Πίερου και Άμαθου που πάλι αποδεικνύουν

Του πρώτου τα Πιέρια
Που φέρουν το όνομά του
Τα όρη και τα πεδινά
Που άπλωσε η γενιά του
Το ίδιο και του Ήμαθου
Η Άμαθού μας δείχνει
Την ύπαρξη το όνομα
Που μαρτύρια δίνει

Ο τόπος ο πανέμορφος που λένε Ημαθία
Πιο πάνω απ του Πίερου στη γη Μακεδονία
Σε εκείνη όπως φαίνεται με μια ματιά στο χάρτη
Με τα παιδιά του έζησε ο Μακεδνογενάρχης…

Ετούτα η μούσα εξ-ιστορεί
Ενώ πριν συνεχίσει
Θυμάται σε αναλαμπή
Τι λέει η αρχαία ρήση
Η επίσκεψη του ονόματος
Είναι αρχή σοφίας
Κι αν πάει κανείς στων Μακεδνών
Λογιάζει σκέψη θεία

Να επισκεφτεί το όνομα να δει το πώς προκύπτει
Το έτυμο κι αληθινό του λόγου αποκαλύπτει
Ο θεϊκός μηχανισμός της ετυμολογίας
Η επίσκεψη του ονόματος μια συλλαβή η ριζά

Το Μακεδνός από το ‘’ μακ ‘’
Εκφράζει διαστάσεις
Γνωστό το μάκος δωρικά
Σε μήκος που αλλάζει
Ιξού το μάκρος και μακρύς
Ενώ το μακ και έδνος
Που εδάφους φέρει έννοια
Και Μακεδνοσυνθέτουν

‘’ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ‘’

Χρόνια αιώνες κύλησαν σαν το νερό στ’ αυλάκι
Σε μύλο πέτρινο παλιό η μούσα μας λογιάζει
Πως βρέθηκαν οι Μακεδνοί στη χώρα των Αργείων
Ποιός λόγος τους ανάγκασε να αφήσουν τη δίκη τους

Εκεί που ξαναγύρισαν
Τον έβδομο αιώνα
Όταν το Άργος άφησαν
Στη γη την πατρογόνα
Το γένος τους οδήγησαν
Οι τρεις βασιλοπαίδες
Του οίκου των Τημενιδών
Ηρακλειδών το γένος

Γαυάνης και Αέροπος μαζί με τον Περδίκκα
Που όταν ξεκινήσανε για τη Μακεδονία
Θαρρείς την Ιστορία τους πως γνώριζαν εκείνοι
Έκτος και αν το ένστικτό τους επαναπατρίζει

Σαν η πυξίδα το βορρά
Τους γυρισμού το δρόμο
Εάν σ’ εκείνους έδειχνε
Ποιός ξέρει αλήθεια όμως
Όλοι οι αρχαίοι ιστορικοί
Την ίδια ιστορία
Το πως εκείνοι γύρισαν
Στη γη Μακεδονία

Την ίδια ο Ηρόδοτος μα και ο Θουκιδηδης
Όπως και άλλοι ιστορικοί το μακρινό ταξίδι
Από το Άργος φεύγοντας με τρεις βασιλοπαίδες
Του οίκου των Τημενιδών που ανέλαβαν ηγέτες

Αν και κάνεις δεν εξηγεί
Ποιός ήτανε ο λόγος
Που εκείνους εξανάγκασε
Να φύγουν σ’ άλλο τόπο
Λιμός η πείνα η εχθρός
Μια λογική αιτία
Για προγραμμένο ραντεβού
Με δόξα κι Ιστορία

Αναρωτιέται η μούσα μας από τα γεγραμμένα
Καθώς εκείνη αναχωρεί σε καραβάνι μέσα
Παρέα με τους Μακεδνούς από την Αργολίδα
Τα καραβάνια στη σειρά για τη Μακεδονία

Από το νότο προς βορρά
Τη χώρα των Ελλήνων
Να διασχίζουν κάθετα
Στη γη τους να γυρίζουν
Πέρασαν απ την Κόρινθο
Και ύστερα απ τη Φθία
Στη Βοιωτία πέρασαν
Κι από τη Θεσσαλία

Αν και περάσανε πολλά λαγκάδια και ποτάμια
Χωρίς να συναντήσουνε κάποιο κακό στο διάβα
Παρενοχλήσεις η εχθρούς κατά τα γεγραμμένα
Ετούτα η μούσα ιστορεί πηγαίνοντας παρέα

Τα καραβάνια στη σειρά
Στου γυρισμού το δρόμο
Έρημα μέρη πεδινά
Παραδεισένιους τόπους
Αν και συνάντησαν πολλούς
Δε σταμάτησαν κάπου
Ένα ποθούσε η καρδία
Που όλο πλησιάζουν

Πιο πάνω απ τον Όλυμπο στη Βόρεια Ελλάδα
Στη γη τη πατρογονική σαν το παιδί τη μάνα
Μόλις εκείνη αντίκρισαν φτερούγησε η ψυχή τους
Ακόμη κι αν δεν ήξεραν πως ήτανε η δίκη τους

Το ένοιωσαν στο βήμα τους
Το μύρισαν στο χώμα
Οι απόγονοί του Μακεδνού
Τον έβδομο αιώνα

Όταν ξαναγυρίσανε στη μητρική κοιτίδα
Τα καραβάνια σκόρπισαν στη γη Μακεδονία
Οπού εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν για πάντα
Εκεί που είναι σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα…

‘’ Το πρώτο μακεδονικό βασίλειο ( 7ος – 8ος αιώνας π.Χ. ) ‘’

Ετούτα η μούσα ιστορεί στα της Μακεδονίας
Αφού περπάτησε καιρό στα αρχαία τα βιβλία
Τα όσα αντιλήφθηκε με στίχους γραφηγείται
Τα γεγονότα σε ροή το επόμενο που είδε…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ © 2-8-2019

Έπεται συνέχεια, απόσπασμα απ το τελευταίο ‘’χτένισμα’’ του βιβλίου…

‘’ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ…’’

Υ Γ : Μια ιστορία που όποιος τη γνωρίζει ή τη διαβάσει θα γνωρίσει κατά πολύ και των Ελλήνων.-

Δώρα Μεταλληνού

27066852_2059106460986345_5083603231886383215_n

Στο παραμύθι μου σε κυοφορούσα
δεν έλειψες στιγμή ,από τη μαγεία του μύθου
κι όταν σε γέννησα,
μια ουτοπία κράτησα στα χέρια
πλάσμα ανυπαρξίας 
πλάσμα ακόρεστης δίψας
πως να σε βάλω στη φασκιά
αφού μέσα απ’ τα δάκτυλα γλιστρούσες;
Δώρα Μεταλληνού

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Όμορφα είναι τα Καλοκαίρια
και πιο όμορφη η χαρά
που σε ντύνει και φοράς 
το γαλάζιο της θάλασσας.
Πώς να σε μετρήσω με φως
όλα σου λάμπουν ακόμα κι αυγή
που ευωδιάζει τα μάτια σου
κι ακούγονται οι ήχοι των αηδονιών
που ξημερώνουν στο παραθύρι σου
να σου ψάλλουν τα ποιήματα
που ανθολόγησε ο έρωτας
απ‘τη θάλασσα που σε γέννησε
και σε ταξίδεψε με τα μαϊστράλια της.
Πώς να μιλήσω για σένα
και να μην ηχήσουν οι όρθροι
πώς να σε τραγουδήσω
και να μην παιανίσουν οι σάλπιγγες
να περάσεις τροπαιοφόρα μ’ένα λευκό
κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
από εκείνα που αναρριχώνται στα περιστύλια
και στα κιόσκια της μάνας σου
να μη σου λείψει η ποιητική
κι η κυοφορία της Άνοιξης.
Πώς να γράψω το ποίημα
και να μην με ταξιδέψουν οι στίχοι
εκεί που ο πλους των ανθρώπων
ανταμώνει τη μυθική των αιώνων
και ανθεί ο βασιλικός ο πλατύφυλλος
να περνάω τη λαίλαπα της φωτιάς
αλώβητος ,σαν άλκιμος νέος.

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,24-7-2019

Ιωάννης Κατσούλης, Πέντε ποιήματα για την Κύπρο . Παλιά πόλη

67126983_2441902166040104_9120928554219995136_n

Στην οδό Λήδρας,
περπατώ σʼ ένα στενό καλντερίμι
ώσπου πια δε με βγάζει πουθενά.
Ίσως μόνο σʼ ένα αχνό φως∙
κοιτάω στον τοίχο ένα γκράφιτι.

«UN», με μπλε χρώμα,
στο απομεινάρι σπιτιού
πού συντηρεί ακόμη μια πινακίδα∙
καφενείο κάποιου ξεχασμένου αιώνα,
κάποτε χόρταιναν από φωνές οι τοίχοι του.

Η ανάσα μου κομπιάζει και σταματάει,
το δάκρυ δε μου επιτρέπει
να το αφήσω να με αποδυναμώσει.

Ένας φανοστάτης σιγόκαιει ακόμη
από το αιφνιδιαστικό τέλος μιας πόλης.
Η νεκρή ζώνη,
συγγενεύει με εκείνες τις πόλεις φαντάσματα
στο παλιό Γουέστ.

***
Λευκωσία

Ένα στρατόπεδο στην έρημο.
Εντευκτήρια σε κάθε άκρη του.

Κοιτώνες κτίζονται μακριά από την πύλη.
Διοικητήρια και εστιατόρια σʼ όλο το πλάτος.

Πέρα, μακριά, στο γιγαντόσωμο βουνό,
τα δάχτυλα δε σταμάτησαν να ʼναι σφιχτά.

Σημαίες πού τους πρέπει να κυματίζουν,
είναι πλαγιασμένες στο χώμα, δοξάζοντας μια προδοσία.

Αν μια πράσινη γραμμή είναι ικανή να χωρίσει,
τότε πιο χρώμα είναι ικανό να ενώσει;

***

Λάρνακα

Φοινικόδεντρα στις ακτές,
θάλασσα σε κραταιό μπλε,
κύμα που κουβαλάει αξιολάτρευτες μυρωδιές,
άνεμος που χορεύει στο φως
και σπίτια ψημένης ώχρας.

***

Λεμεσός

Χειραψία της ανατολής
με το νεοφανές συστατικό της δύσης.
Ξενοδοχειακές μονάδες
στα μονοπάτια της παραλίας.
Ρευστό χρώμα από νέον
και επιβατικά πλοία
που αρμενίζουν ήρεμα
σε θάλασσα από έβενο.

***

Κύπρος

Ένα καράβι πάνω στη μητέρα μεσόγειο,
μα πώς να ταξιδέψεις, πώς να περιπλανηθείς ελεύθερο;
Μια άγκυρα βαριά σού στερεί την πλεύση, σε κρατάει καθηλωμένο.
Μʼ ακόμη κι έτσι, απλάνευτο είσαι απʼ τʼ άγρια κύματα.

Λευκωσία, Κύπρος, 26 Γενάρη – 2 Φεβρουαρίου 2008

***

Τα πρώτα 4 ποιήματα ανήκουν στην συλλογή «Εννιά μέρες ανεξάρτητης παρακολούθησης – Ημερολόγιο Κύπρου» (ιδιωτική έκδοση, 2008), ενώ το ποίημα «Κύπρος» είναι καινούριο.

http://www.poiein.gr

Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

12 ποιήματα της Κυπριακής Λογοτεχνίας που έγραψαν ιστορία

 

67317906_2441919249371729_4335021830290014208_n

Η Κυπριακή Ποίηση και Λογοτεχνία, έχει καταχωρημένους στα αρχεία της σπουδαίους άσσους. Πιο κάτω, παρατίθενται μερικά από τα πλέον αξιόλογα ποιήματα που ανήκουν στα Κείμενα της Κυπριακής Λογοτεχνίας και τα οποία γράφτηκαν από κάποιους από τους πιο κορυφαίους Κύπριους ποιητές όλων των εποχών.

Τα πλείστα ποιήματα που επιλέγηκαν πιο κάτω, αναφέρονται στα πρόσφατα δεινά του πολύπαθου αυτού νησιού, το οποίο μέχρι και σήμερα αναπνέει μοιρασμένo.

Που και που αξίζει να θυμόμαστε τη διάλεκτο και την ιστορία του τόπου μας, έτσι όπως αυτή καταγράφεται μέσα από δημιουργήματα λογοτεχνίας, μα πιο σημαντικά, μέσα από δημιουργήματα ψυχής.

1. Τουρκική εισβολή ΙΙ – Κώστας Μόντης

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,

που κρεμάστηκε στο παράθυρο

του γκρεμισμένου σπιτιού,

ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,

σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο

ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

67065068_2441911696039151_3287043685442650112_n

2. Ευαγόρας Παλλικαρίδης* – Κώστας Μόντης

Όταν διάβασα την ιστορία σου

το βράδι είχα πυρετό.

*Ο νεαρότερος ήρωας που απαγχονίσθηκε κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του 1955-59

3. Για τον εικοσάχρονο ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη που απαγχόνισαν οι Εγγλέζοι

Όταν εμείς εξακολουθούσαμε να γράφουμε στίχους

εκείνος διέκοπτε κι’ ανέβαινε στην αγχόνη.

(Στιγμες, 1958)

4. [Άτιτλη στιγμή] – Κώστας Μόντης

Γιατί τόσα Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη

κι ούτ’ ένα στον Άγνωστο Άνθρωπο;

Εμείς πού θα βάνουμε τα στεφάνια μας;

5. Οι φοβερές μέρες του Δεκέμβρη του 1963 στη Λευκωσία* – Κώστας Μόντης

Τόσα χρόνια αναζητούσαμε θέματα.

Να τα, λοιπόν, τώρα!

Να που όταν, επί παραδείγματι,

πήραν τον σκοτωμένο

απ’ τ’ αντικρινό οικόπεδο

δεν πρόσεξαν την τσάντα με το πρόγευμα

που του είχε ετοιμάσει η γυναίκα του

και παρέμεινε,
67379574_2441911726039148_2288607769311313920_n

 

 

 

 

 

 

*Ο ποιητής αναφέρεται στις διακοινοτικές συγκρούσεις που ξέσπασαν τον Δεκέμβριο του 1963 και είχαν ως αποτέλεσμα, ανάμεσα σε άλλα, τη διαίρεση της Λευκωσίας (που είχε συμβεί σε πρώτο στάδιο ήδη από το καλοκαίρι του 1958) με τη δημιουργία της λεγόμενης Πράσινης Γραμμής.

6. ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΑΤΑΤΣΟΣ

Εμείς; Τι είμαστε εμείς;

Μπορεί να το διαβάσουμε με θλίψη (πολλή; Καλά, πολλή),

μπορεί να το συζητήσουμε με πόνο (αν και πόσο καιρό κι αυτό;)

μπορεί — οι πιο ευαίσθητοι — να τ᾽ αγρυπνήσουμε (αν και πόσες νύχτες;)

μα τίποτ᾽ άλλο.

Όλα τ᾽ άλλα είν᾽ της μητέρας του παιδιού.

(“Στιγμές”, 1958)

*Απαγχωνισθέντας ήρωας του αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59.

7. Καρτερούμεν μέραν νύχταν* – Δημήτρης Λυπέρτης

Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσ’ ένας αέρας

‘στουν τον τόπον πόν’ καμένος τζι’εν θωρεί ποττέ δροσιάν,

για να φέξει καρτερούμεν το φως τζείνης της ημέρας

ποννά φέρει στον καθέναν τζαι χαράν τζαι ποσπασιάν.

Την Μανούλλαν μας για πάντα μιτσιοί μιάλοι καρτερούμεν

για να μας σφιχταγκαλιάσει τζαι να νεκραναστηθούμεν.

Η ζωή μας έν’ για τζείνην τζαι ζωή μας τζείνη ένι

τζαι πως τρώμεν δίχα τζείνης τζι είμαστιν βασταεροί

έν γιατί με τ’ όνομάν της είμαστιν ποσκολισμένοι

πον το βκάλλουν που τον νουν μας μήτε χρόνια, με τζαιροί·

ξυπνητοί τζαι τζοιμισμένοι έν’ για τζείνην η καρκιά μας

που διπλοφακκά για νά ’ρτει τζαι να μείνει δα κοντά μας.

Τα λαμπρά μας ούλλον τζι άφτουν τζι οι καμοί μας εν σιούσιν,

έν’ συμπούρκισμαν φουρτούνας των τζυμμάτων του γιαλού

έτσ’ οι λας έν’ που παθθαίννουν όντας ξένοι τζυβερνούσιν·

έχουν μέσα τους φουρτούναν τζι αν τους έχουν προς καλού

τζι όσον τούτοι τζι αν κραδκιούνται που την Μάναν χωρισμένοι,

η αγάπη τους περίτου γίνεται δρακοντεμένη.

Πκοιος αντέκοψεν ποττέ του τον αέραν γιά το τζύμμαν

τζι έκαμέν το για ν’ αλλάξει φυσικόν τζαι να σταθεί;

Ομπροστά στον Πλάστην ούλλοι εν είμαστιν παρά φτύμμαν,

έν’ αβόλετον ο νόμος ο δικός του να χαθεί

τζαι για τούτον μιτσιοί μιάλοι για την Μάναν λαχταρούσιν

έν’ η γέννα, έν’ το γάλα, έν’ τα χνώτα που τραβούσιν.

Είντα γάλαν ήταν τότες τζείντο γάλαν που βυζάσαν

ας αμπλέψουν να το δούσιν· είμαστιν ούλλοι εμείς.

Αν περνούσιν μαύρα χρόνια σγιαν τζαι τζείνα που περάσαν

’πό μας ένας έν τζαι βκαίννει που την στράταν της τιμής

μήτ’ επλάστηκεν ποττέ του, τζι αν πλαστεί τζι αννοίξει στόμαν,

νεκρόν εννά τον ξεράσει τζαι του τάφου του το χώμαν.

https://youtu.be/TpalYy2ElSQ

67402611_2441911749372479_2812207193711968256_n

*Το ποίημα αν και γραμμένο σε άλλη εποχή, συνδέεται από πολλούς και με την Τουρκική Εισβολή του 1974 και τα τόσα δεινά που έφερε μαζί της στον κυπριακό λαό, που ακόμα καρτερεί την πολυπόθητη λευτεριά.

8. Παιδί με μια φωτογραφία* – Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι

με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά

και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό

είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,

στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–

στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,

στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα

και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες

αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές

που ’χαν παγώσει και δεν σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.

Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι

τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα

ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,

έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια

γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Μάης 1979

https://youtu.be/WLVqvEB_ZCw

*Η συλλογή Θόλος (1989) σηματοδοτεί, όπως σημειώνει ο ίδιος ο ποιητής, το πέρασμα από «το γεωγραφικό στο ανθρώπινο σώμα του νησιού»: οι αγνοούμενοι ως νεκροί ζώντες αναδεικνύονται με ποιητική ενσυναίσθηση το κατεξοχήν τραγικό σύμβολο, όπου διασταυρώνονται ο βίαιος παραλογισμός του πολέμου και ο άμετρος πόνος της ανεξακρίβωτης μοίρας των αγαπημένων προσώπων.

9. Άδεια θρανία* – Ανδρέας Παστελλάς

Διάβασα τον κατάλογο και σεις λείπατε,

γράφατε την ορθογραφία σας στους τοίχους.

Διάβασα τον κατάλογο

και σεις βρισκόσαστε στα οδοφράγματα.

Διάβασα τον κατάλογο

και σεις γράφατε στις φυλακές

στα μικρά σας γόνατα

την Ιστορία του Ανθρώπου.

Κι έγραψα στον κατάλογο: όλοι παρόντες!

10. Εσύ δεν λες τίποτα… – Μιχάλης Πασιαρδής

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί

που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο

και σήμερα ποτάμι οδύνης

ποτάμι που δεν λέει να σιγήσει

κατρακυλώντας απ’ τους αιώνες όχι νερό

μα τις πέτρες μας, πέτρες αρχαίες που χτίσαν ναούς

και υψώσανε κάστρα και πολιτείες που χάραξαν

τ’ όνομά τους στο χρόνο

βαθιά, και για πάντα.

Εδώ, σ’ αυτό το νησί, υδρίες λαδιού με παραστάσεις του μόχθου

υδρίες κρασιού με παραστάσεις αγάπης

ο χαλκός στου ανθρώπου τη δούλεψη

ο χρυσός, η εικόνα, το κέντημα,

το ξύλο που ευωδιάζει το χέρι,

τάφοι προγόνων παλιών και χτεσινών πατεράδων.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω για τα παιδιά

που σκύψανε άξαφνα με το χέρι στο στήθος

εκεί στις πλαγιές του βουνού Πενταδάχτυλος και φωνάζαν

τη μάνα τους ώσπου ξεψύχησαν.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω για τα σπίτια, τα δέντρα

του κάμπου μας, τα πικρολέμονα του ίδρωτά μας

που τα διαγούμισαν άλλοι

και πέρα τα πήγανε.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο

που δένει τη γη μας, τον τροχό* που στενάζει

η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.

Εσύ δεν λες τίποτα

μα η πληγή στο σώμα του Ιησού

δεν στερεύει.

Μένουμε μ’ ανοιχτές τις πληγές στο σταυρό του ορίζοντα.

Δεσπόζει το αίμα. Η Κύπρος καλεί. Στους

δρόμους του κόσμου αντηχεί η φωνή μας.

Ας μην αναπαύονται οι άνθρωποι.

11. Επειδή – Κώστας Βασιλείου

Επειδή κάψατε τα δάση μου

Για να κόψετε τα οικόπεδά σας

Και μιλάτε για Δασούπολη*

Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο

Επειδή ανασκάψατε τους κήπους μου

Για ν’ απλώσετε τα γήπεδά σας

Και μιλάτε για Ανθούπολη*

Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ένα άνθος

Επειδή μωρανθήκατε

Επειδή σκοτώνετε τον ήλιο μου

Για να πλουτίσετε τα σκότη σας

Και μιλάτε για Λάμπουσα*

Εκεί που δεν υπάρχει λάμψη

Και μιλάτε για Αλάμπρα*

Εκεί που δεν υπάρχει φως

Όμως υπάρχει ο Κεραυνός

Και θα σας κάψει.

* Δασούπολη, Ανθούπολη: περιοχές της ευρύτερης πόλης της Λευκωσίας.

* Λάμπουσα: νεότερη ονομασία της αρχαίας πόλης της Λαπήθου (αρχικά ως επίθετο, δηλ. Λάμπουσα πόλις), στη βόρεια ακτή του κατεχόμενου σήμερα τμήματος της Κύπρου. Σύμφωνα με μια παράδοση, η πόλη είχε ονομαστεί έτσι, επειδή έλαμπε από πλούτο και ευημερία, χαρακτηριστικά που πιστοποιούνται και από την εύρεση σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων/ πολύτιμων αντικειμένων του 6ου και 7ου αιώνα μ.Χ. (γνωστών με την ονομασία θησαυρός της Λάμπουσας).

* Αλάμπρα: χωριό της επαρχίας Λευκωσίας˙ η ετυμολογία του τοπωνυμίου προέρχεται πιθανώς από το στερητικό α και τη λέξη λαμπρόν 😊 φωτιά), χωριό δηλ. που δεν κινδυνεύει από τη φωτιά.

12. Η εργασία του ποιητή – Θεοδόσης Νικολάου

Το δέκατο αυτό ποίημα, του Κύπριου ποιητή Θεοδόση Νικολάου, αν και δε συσχετίζεται με τα δεινά του νησιού και τα ιστορικά γεγονότα των τελευταίων αιώνων, ξεχωρίζει για το περιεχόμενό του.

Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων

Και οι φλόγες της ρομφαίας κοιμηθούν

Ο ποιητής που σ’ όλο τούτο το διάστημα αγρυπνά

Ντύνεται τη στολή του κλέφτη.

Δρασκελά το κατώφλι

Και επιδίδεται στο δυσχερές

Και ανόσιο έργο του.

Επιστρέφει όμως

Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη

Από το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.

Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του

Χαμογελά

Καθώς μια καλή οικοδέσποινα

Που στιλβώνει ένα χάλκινο σκεύος.
και πλάι το βαθμό   του καθενός σας: άριστα

 

http://www.apotipomata.com/poiimata-kipriakis-logotexnia