ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

40764734_2222179264679063_5829798022711607296_n

Μια ιδέα θεϊκή σαν πεταλούδα ωραία
Λες τον Ερμή πως έστειλε ο Δίας στο ‘Δυσσέα
Στον κήπο που μυρόβλυζε τ’ ‘’αιόλια’’ που φυσούσαν 
Σκιρτούσαν τα ανθοχρώματα που ‘’πεταλανεμούσαν’’

Οι πεταλούδες όμορφες
Π’ αχνοπαρατηρούσε
Αφού Ιθάκη το μυαλό
Γυρνούσε τριγυρνούσε
Όπως εκείνες γύρω του
Στης Καλυψώς τον κήπο
Και μια του αποκάλυψε
Τα σχέδιο το θείο

Μια πεταλούδα πλάι του στο άνθος π’ ακουμπούσε
Δίνει στο σχέδιο φτερά σαν το κατανοούσε
Λάμπει σαν ήλιος ο Βασιλιάς ο νοσταλγός Ιθάκης
Κι ανασηκώνει το κορμί που είχε γείρει πλάι

Μες στου μυαλού τον αργαλειό
Σαν την αράχνη’ υφαίνει
Με σάλιο την ιδέα του
Κι αντί για πόδια σκέψεις
Έναν ιστό στην Καλυψώ
Που αν πιαστεί εκείνη
Θα τον αφήσει σίγουρα
Απ’ το νησί να φύγει

Την πεταλούδα αν πει Ερμή – του Δία απεσταλμένη
Μιλώντας εγγαστρίμυθα κι ό,τι ποθεί της θέλει…
Κι όταν μια μέρα χάθηκε εκείνη να τον ψάχνει
Ο Οδυσσέας ‘’κρύφτηκε’’ στον κήπο με τα άνθη

Οι πεταλούδες χόρευαν
Ρουφούσανε τη γύρη
Κι απ’ του ‘Δυσσέα το κορμί
Την ηδονή εκείνη
Όπως κι ο ίδιος στη σπηλιά
Απ’ την κερήθρα μέλι
Ρουφούσε μέχρι το κερί
Εκείνη λες πεθαίνει…

Πάντα τρελαίνεται θαρρείς στη σκέψη μην της φύγει
Όταν τον έψαξε παντού και το ‘Δυσσέα βρίσκει
Στον κήπο τον πανέμορφο κοιμόταν ‘’μακαρίως’’
Κάτω απ’ τα άνθη στη σκιά κι οι πεταλούδες γύρω..

Ενώ πλησίασε κοντά
Αρχίζει να σιμώνει
Το κορμικό το μύρο της
Το πόσο ενημερώνει
Σαν τον θωρεί μοιάζει θεός
Πριν σα θεός μιλήσει
Μια κι ήρθε η ώρα η στιγμή
Το μέλλον που θα κρίνει

Την αύρα της σαν ένοιωσε κοντά του ο ‘Δυσσέας
Αμέσως βάζει εφαρμογή το σχέδιο το μέγα
Εκείνο που εκπόνησε και πρόβες το ‘χει κάνει
Και την εγγαστριμύθια που άπταιστα μιλάει

Με μια φωνή απόκοσμη
Από της γης τα σπλάχνα
Της λέει πως είναι ο Ερμής
Που φέρνει τα μαντάτα
Ενώ κείται ακίνητος
Και κάνει πως κοιμάται
Δίχως τα χείλη να κινά
Ενδόμυα συσπάται

Η πεταλούδα η πιο όμορφη του κήπου η ωραία
Που κόλλησε τα πόδια της με τέχνη ο ‘Δυσσέας
Εκεί κοντά στον ώμο του που ακούμπαε τα άνθη
Άνοιξε αμέσως τα φτερά ματαίως να πετάξει..

Σαν ο πανούργος άρχισε
Να απλώνει τον ιστό του
Ενώ τα σάλια πλημμυρούν
Στο στόμα το δικό του

Άκου θεά πανέμορφη κι απ’ όλες πιο ωραία
Σαν πεταλούδα κοίτα ‘με στον ώμο του ‘Δυσσέα
Οπού ανοίγει τα φτερά ποθώντας να πετάξει
Κι η Καλυψώ το στόμα της που κλείνει μη φωνάξει
Ότι αρέσει στον Ερμή να αλλάζει τη μορφή του
Να παίρνει όποια επιθυμεί στην κάθε επαφή του

Όλοι γνωρίζουν το θεό
Τον αγγελιοφόρο
Κι ο Δίας που τον έστειλε
Θα έχει κάποιο λόγο
Θαρρείς πως συλλογίστηκε
Ποθομανεί να μάθει
Ενώ η ματιά της κόλλησε
Στον ώμο που σκιρτάει

Σαν τον κινάει ενδόμυα πανούργα ο ‘Δυσσέας
Που κάνει την παράσταση ακόμη πιο σπουδαία
Καθώς η περιέργεια την Καλυψώ την καίει
Εκείνος πάλι σαν Ερμής τα …δέοντα της λέει

Σου φέρνω νέα Καλυψώ
Απ το μεγάλο Δία
Κι είναι το ξέρεις διαταγή
Του Ζεύ η επιθυμία
Απ τον πατέρα των θεών
Και την κορυφή του Ολύμπου
Μ’ έστειλε εδώ για να σου πω
Ποιά είναι η θέλησή του

Ο Ζευς ..τα ζεύγη που ποιεί σα Δίας δια-λύει
Τα πρέποντα και δίκαια που καθενός πως δίνει
Του Ζεύ είναι το θέλημα Διοεπιθυμία
Εκείνον που εκπόρθησε τη θρυλική την Τροία

Τον άντρα τον πολύπαθο
Σαν έφυγε από κείνη
Τα όσα εκείνος πέρασε
Απ’ των θεών τη μήνι
Θαρρώ τα ξέρεις Καλυψώ
Θα στα ‘χει πει ο ίδιος
Ίσως να έκλαψες κι εσύ
Σαν δάκρυζε εκείνος

Είπε ο ‘’Ερμής’’’ και η θεά στις θύμησες δακρύζει
Θαρρείς κι η θεϊκή ψυχή σαν των θνητών λυγίζει
Την ώρα που φαντάζεται κι η πικρονοσταλγάδα
Αλλάζει γεύση στην ψυχή ..απίστευτη γλυκάδα

Να τον αφήνει η Καλυψώ
Απ’ το νησί να φεύγει
Να χαιρετά απ’ τη θάλασσα
Μια ακόμη αγαπημένη
Να αγναντεύει η θεά
Η φημισμένη νύμφη
Και να κουνάει απ’ την ακτή
Το χέρι της εκείνη…

Μόλις του αγγίζει τα μαλλιά και πάει να τα χαϊδέψει
Πριν ναυαγήσουν στη στεριά εκείνος επιστρέφει
Στον κήπο τον ολάνθιστο το χάδι της σα νοιώθει
Φέρεται πάλι σαν Ερμής το μήνυμα πριν δώσει

Για δες τον που ονείρεται
Από τον ώμο λέει
Ενώ κινά τα βλέφαρα
Σαν όνειρο να βλέπει
Παράπονο εσύ θεά
Θαρρώ δεν πρέπει να ‘χεις
Μια και μαζί του έζησες
Όσο καμία άλλη

Ούτε με τη γυναίκα του δεν έζησε τα χρόνια
Τον παθοπόθο έρωτα που και τα σεντόνια
Το θεϊκό σου το κορμί προσκύνησε πολλάκις
Κι εσύ το ίδιο έκανες στο σκήπτρο της Ιθάκης

Απ’ την αρχή σ αγάπησε
Και με τη θέλησή του
Ο Οδυσσέας έμεινε
Μες στη σπηλιά μαζί σου
Ήταν δική του επιλογή
Μα τώρα έχει αλλάξει
Έκλεισε ο κύκλος των επτά
Τα χρόνια έχουν περάσει

‘’ΠΕΣ ΜΟΥ ΘΕΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΘΕΟΣΥΛΟΣ ΜΗ ΓΙΝΩ…’’

Απ’ το νησί της Καλυψώς να φύγει πεθυμούσε
Καθώς αρμένιζε η ματιά τα πέλαα θωρούσε
Δίχως ελπίδα στους θεούς στα χέρια του τη μοίρα
Την πήρε ο ίδιος και έγινε θεός Ερμής και Δίας

Όταν στο νου του άστραψε
Μια θεϊκή ιδέα
Την πεταλούδα κόλλησε
Στον ώμο ο Οδυσσέας
Τα όσα είπε στη θεά
Σαν δέοντα του Δία
Ότι ποθούσε κι ήθελε
Να βρει ελευθερία

Την νύμφη πειθανάγκασε να τον ελευθερώσει
Όταν στο βάθος της σπηλιάς τον πήρε να τον νοιώσει
Μόλις μαζί της δείπνησε νεκτάρι κι αμβροσία
Και στο κρεβάτι γεύτηκε την ηδονή τη θεία

Εκείνη τα ευχάριστα
Με θλιψολύπη είπε
Είναι του Δία θέλημα
Κι αναγκασμένη είναι
Να τον αφήσει ελεύθερο
Στο ταίρι του να πάει
Ενώ η θεά συγκρίθηκε
Σα μια θνητή με άλλη

Θαρρώ ότι χειρότερη δεν είμαι από ‘κείνη
Στ’ ανάστημα και στο κορμί στο κάλλος αν μας κρίνεις
Με θεϊκό παράπονο στον Οδυσσέα είπε
Που απαντά σαν έτοιμος από καιρό να είναι

Θεά μου εσύ πανέμορφη
Η Πηνελόπη ξέρω
Μπροστά σου πόσο άσχημη
Είναι εκείνη, βλέπω
Σου ορκίζομ’ άλλη νοσταλγώ
Ιθάκη το όνομα της
Είναι η πατρίδα που αγαπώ
Που είμαι μακριά της

Είπε ο μουρντάρης που σα-φως από γυναίκες ξέρει
Κι όσα στην Κίρκη αράδιασε στην Καλυψώ τα λέει
Πες μου θεά πανέμορφη θεόσυλος μη γίνω
Εσένα την ασύγκριτη με ποιά να σε συγκρίνω

Ακόμη κι πιο η όμορφη
Που λένε η Ελένη
Μπροστά σου είναι άσχημη
Της λέει και την τρελαίνει
Ξέρει ο μουρντάρης βασιλιάς
Τα θηλυκά παθαίνουν
Πεθαίνουν στα παινέματα
Τα αρσενικά το ξέρουν

Ότι χαϊδεύοντας τα αυτιά κοιμίζεις μια γυναίκα
Λες το μυαλό το θηλυκό ναρκώνεται από τέτοια
Ας ξέρει είναι ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Ετούτα θρέφουν το εγώ σαν τα παιδιά το γάλα

Ακόμη και το θεϊκό
Σαν το εγώ της νύμφης
Που ο Οδυσσέας τάισε
Κι ακόμη συνεχίζει
Θεά εσύ αγέραστη
Πανέμορφη ωραία
Από θεές κι από θνητές
Εσύ η πιο σπουδαία

Της λέει και στάζει η γλώσσα του σιρόπι που λιγώνει
Η πιο γλυκιά η ηδονή κι η Καλυψώ που λιώνει
Όρκο βαρύ κι υπόσχεση ό,τι μπορεί θα κάνει
Να επιστρέψει γρήγορα στη λατρεμένη Ιθάκη…

‘’ ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ ΤΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΑΛΛΟΙ ΠΟΣΕΙΔΟΝΕΣ »

Ο Δίας σου τον έφερε από τον Υπερίων
Σε μια καρίνα ναυαγό απ’ το στερνό του πλοίο
Που το κατακεραύνωσε γιατί οι σύντροφοί του
Ενώ τους απαγόρευσε τα βόδια του ηλίου

Τα ιερά τα κόκκινα
Τη σκύλα τους την πείνα
Να την χορτάσουν έσφαξαν
Κι έφαγαν από κείνα
Τον μόνο που διέσωσε
Ήταν ο Οδυσσέας
Που όπως τώρα έλειπε
Στη χώρα του Μορφέα..

Ο Δίας είναι δίκαιος και τιμωρός το ξέρεις
Ενώ το ίδιο επιθυμεί κι ένα από ‘σένα θέλει
Τον Οδυσσέα ελεύθερο σε εντέλει να αφήσεις
Τα χρέη του προς τους θεούς τα έχει εξοφλήσει

Αφού όσα διαπράττουνε
Θεοί και κάθε πλάσμα
Τα πεπραγμένα πάντοτε
Στην ώρα τους τα πάντα
Τα παρελθόντα στον παρόν
Τα τωρινά στο μέλλον
Όλα πληρώνονται εδώ
Το ξέρεις και το ξέρω

Πως πέρασε τα πάνδεινα ως τώρα ο ‘Δυσσέας
Μια και τα λάθη του πολλά και όχι αμελητέα
Κι απ’ τα πολλά παθήματα θυμήθηκε τα πάντα
Κι ένα απ’ όσα έκανε να φτάσει ως τον Κάλχα

Η ‘’νόθα’’ Ιφιγένεια
Η κόρη της ωραίας
Καρπός κρυφού της έρωτα
Με το γνωστό Θησέα
Αφού εκείνος λόγιασε
Το ψέμα το μεγάλο
Τον Αχιλλέα για γαμπρό
Μα στο βωμό επάνω

Ότι δε θα ‘κανε ποτέ αν ήτανε παιδί του
Κι όσες φορές το σκέφτηκε τρελάθηκε μαζί του
Ένα απ’ τα λάθη τα πολλά που έκανε ο ‘Δυσσέας
Κι όλα τα πλήρωσε ακριβά όπως και του Κανένα

Όλα τα ξέρεις Καλυψώ
Μες στη σπηλιά στα είπε
Όταν τα πάθη σίγαζαν
Και ψάχνατε να πείτε
Όλα τα ανδραγαθήματα
Πώς άλωσε την Τροία
Και πώς το γιο του Έκτορα
Τον έριξε απ’ τα τοιχία

‘Οι Ερινύες τύψεις του σαν άλλοι Ποσειδόνες
Μες της ψυχής τις θάλασσες τον κυνηγούσαν όλες
Μέχρι που αντιλήφθηκε την έννοια της μετάνοιας
Τα λάθη να κατανοείς μακριά απ’ την περηφάνια

Είπε ο ‘Δυσσέας σαν Ερμής
Από τον ώμο απάνω
Ξομολογώντας στη θεά
Τα ανομήματα του
Αφού τα παραδέχθηκε
Κι ένοιωσε μέγα βάρος
Να πέφτει από πάνω του
Μέσα στης γης τον πάτο

‘’ ΕΞΟΜΟΛΌΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΈΑ »

Όπως δεν ένοιωσε ποτέ εκείνος την ψυχή του
Σαν πεταλούδα ανάλαφρη απάνω στο κορμί του
Να σεβαστείς θεά εσύ το θέλημα του Δία
Και του ‘Δυσσέα όμοια την όποια επιθυμία
Αφού η ποινή του έληξε
Τα πλήρωσε τα χρέη
Να αποφασίσει ό,τι ποθεί
Κι ό,τι η καρδιά του θέλει
Να μη βρεθείς υπόλογη
Ποτέ της αδικίας
Μόλις ξυπνήσει να του πεις
Το θέλημα του Δία

Είπε εκείνος σαν Ερμής πριν φύγει και πετάξει
Κι όταν τα μάτια άνοιξε η πεταλούδα εχάθη
Μόλις το χέρι άπλωσε το βλέμμα του στον ώμο
Αφού την ελευθέρωσε κι αέρα, πήρε δρόμο

Στη νύμφη χαμογέλασε
Ο θεϊκός ‘Δυσσέας
Κι αφού τον πήρε αγκαλιά
Τα όμορφα τα νέα
Όταν τον πήρε στη σπηλιά
Η Καλυψώ του είπε
Όσα εκείνος έλεγε
Και τον Ερμή που είδε

Σαν πεταλούδα όμορφο στον ώμο του ΄Δυσσέα
Που έκανε δεν πίστευε ως τη στερνή τη μέρα
Που τη σχεδία έφτιαχνε απ’ το νησί να φύγει
Ενώ τα βράδια στη σπηλιά τον έρωτα της νύμφης

Εκείνος απολάμβανε
Του Οδυσσέα εκείνη
Που ό,τι ποθούσε του έδινε
Κοντά της για να μείνει
Τον μαγικό της έρωτα
Μέχρι αθανασία
Όμως τα πάντα ασήμαντα
Μπρος στην ελευθερία

Η νοσταλγάδα των θνητών για μια πατρίδα Ιθάκη
Είναι σα-φως πολύ μικρό ό,τι κανείς και να ‘χει
Του μύθου τα νοήματα αλήθειες των αιώνων
Μέσα από την οδύσσεια απ’ τη ζωή ανθρώπων

‘’Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΤΟΥΣ ΨΥΧΗ ΖΗΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ’’

Η Καλυψώ η καλλίκομη πολλά αποκαλύπτει
Όσα κι η Κίρκη μάγισσα δε μπόρεσε να κρύψει
Ότι ακόμη κι οι θεές χρειάζονται τον άντρα
Σαν τον Οδυσσέα έξυπνο και τολμηρό συνάμα

Τα πάντα είναι πρόθυμες
Να κάνουνε για ‘κείνον
Για να γευτούν τα χάδια του
Που τα δικά τους δίνουν
Το άνδρα που ερωτεύονται
Σαν κι οι θεές τον θέλουν
Σ ένα νησί στο χώρο τους
Δικό τους να τον έχουν

Εκτός αυτού λέει πολλά τούτη η μυθιστορία
Όπως τη φύση των ανδρών η οδύσσεια πορεία
Τις αγκαλιές τις θεϊκές ακόμη κι αν κουρσέψουν
Η Πηνελόπη τους ψυχή ζητά να επιστρέψουν

Ιθάκη είναι το σπίτι τους
Κάθε ανδρός πατρίδα
Εκεί που τρέχει η σκέψη τους
Με πικρονοσταλγία
Σαν του Οδυσσέα η ματιά
Στα απέραντα πελάγη
Που σ’ όλη την Οδύσσεια
Ονείρεται Ιθάκη

Το ίδιο όταν έπιασε του Νέστορα το κόλπο
Όταν του είπε η Αθηνά πως είναι κείνος μόνος
Ότι οι θεοί διχάστηκαν και ο μεγάλος Δίας
Διάλεξε θέση ουδέτερη στη θεοσυνοδεία

Θα πρέπει κάτι να σκεφτεί
Του είπε η Παλλάδα
Που ύστερα προκάλεσε
Το εγώ του η γλαυκομάτα
Πως δε μπορεί αδύνατο
Ο πορθητής της Τροίας
Μια λύση τρόπο για να βγει
Από την Ωγυγία
Απ’ το νησί της Καλυψώς……

‘’ΟΤΑΝ ΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΨΩ’’

Ενώ κάνει την ύστατη
Προσπάθεια η νύμφη
Να τον κρατήσει στο νησί
Να τον αποθαρρύνει
Του λέει πως αν ήξερε
Της μοίρας τα γραμμένα
Τι πίκρες σε προσμένουνε
Μεγάλε Οδυσσέα

Ποτέ σου δε θα έφευγες, αθάνατος μαζί μου
Εδώ εσύ θα έμενες μαζί με τους καημούς σου
Του είπε η νύμφη Καλυψώ μην τον κιοτέψει εκείνον
Μα όταν της απάντησε της έσβησε τον ήλιο

Αν θέλουν οι αθάνατοι
Να με παιδέψουν πάλι
Μες στα κρασάτα πέλαα
Να με τσακίσουν κάποιοι
Θα το αντέξω, στα πολλά
Θα είναι ακόμη ένα
Της είπε κι αφού θαύμασε
Τον θεϊκό Οδυσσέα

Η νύμφη τον αγκάλιασε στον κόρφο του φωλιάζει
Σαν το πουλί μες τη φωλιά πριν πάνε στο κρεβάτι
Να τον χορτάσει όσο μπορεί το είναι της να νοιώσει
Το είναι που αγάπησε προτού χαθεί και μόνη

Όταν ξημέρωσε η αυγή
Κι ο ήλιος πριν να κάψει
Στο χέρι τού ‘βαλε μπαλτά
Σαν κοφτερό δρεπάνι
Στο ακρονήσι οδηγεί
Που ‘ναι ψηλά τα δέντρα
Οι λεύκες και τα έλατα
Ουρανοκαρφωμένα

Καλά για καραβόξυλα που άρχισε να κόβει
Κι όταν τα είκοσι έφτασε αρχίζει να σκαρώνει
Με βοηθό την Καλυψώ που του ’δινε εργαλεία
Σκεπάρνι που σκεπάρνιζε και μπλάνιαρε τα ξύλα

Τρυπάνι που τα τρύπαε
Καρφιά να τα καρφώνει
Τα ίσα τα στραβόξυλα
Που τέλεια ενώνει
Με τέχνη αξιοζήλευτη
Που κι η θεά θαυμάζει
Στη θέα της σχεδίας του
Που φέρνει σε καράβι

Σαν το κατάρτι άρμωσε κι ύστερα το τιμόνι
Να κυβερνάει το σκάφος του στο θαλασσί σεντόνι
Όταν απ’ όλα τέλειωσε σκότες και ξάρτια βάζει
Ένα πανέμορφο πανί διαλέγει κι ετοιμάζει

Η Καλυψώ σαν το έραψε
Του το ‘δωσε στα χέρια
Ήταν του κύκλου
Η έβδομη η μέρα η τελευταία
Τον σκάφος ήταν έτοιμο
Κι έδειξε πλέει πρίμα
Σαν με λοστάρια έριξε
Στ’ αφροντυμένο κύμα

Ενώ η θεά προμήθειες ετοίμασε μαζί του
Φαγιά προσφάγια θεϊκά να τρέφουν το κορμί του
Κι από το μαύρο το κρασί την πίκρα του να σβήνει
Για όλα η νύμφη νοιάστηκε και συμβουλές του δίνει

Ποιά αστράλια να παρατηρεί
Στου ουρανού το χάρτη
Η Καλυψώ του έδειξε
Με περισσή αγάπη
Όταν ξημέρωσε η αυγή
Και σώπασαν τα αηδόνια
Μία χλαμύδα του ‘δωσε
Πανέμορφο χιτώνα

Η νύμφη ένα μακρόσυρτο κατάλευκο φουστάνι
Στη μέση ζώνη όμορφη και μπόλια στο κεφάλι
Η νύμφη που αγάπησε πιο πάνω από την Κίρκη
Και η ψυχή του δάκρυσε σαν χαιρετά εκείνη
Όταν τον κατευόδωσε θυμάται ο Οδυσσέας
Το δάκρυ άλλης μιας θεάς της νύμφης της ωραίας

Απ’ την ακτή σαν έφυγε
Και πελαγοδρομίζει
Γλυστρά σαν ψάρι στα νερά
Που η σχεδία γλύφει
Όπως στα χείλη τα ξηρά
Η γλώσσα την αλμύρα
Πριν ναυαγήσει άδοξα
Στη νήσο Φαιακία…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ © 1/9/2018

/** * The template for displaying Comments. * * The area of the page that contains both current comments * and the comment form. The actual display of comments is * handled by a callback to bouquet_comment() which is * located in the functions.php file. * * @package Bouquet */ if ( post_password_required() ) return; ?>

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.