Άνοιξα το παράθυρο

30624452_2101861980044126_6438384864101138432_n

Άνοιξα το παράθυρο —να μπει το σύμπαν ανθισμένο— και
ήταν το σύμπαν αυτή· και με ρωτούσε:
— Να έρθω ως στρόβιλος ανέμου ή ως χελιδόνι πρόωρο;
Και είπα:
— Έλα ως στρόβιλος· να με σηκώσεις.
Και πλησίαζε η μέρα οπού το άλλο θαύμα. Κι αίφνης
ωρίμασαν οι άγουρες ελπίδες.
— Μπορώ ξανά;
— Μπορείς!

Πήρα τότε την πένα κι άρχισα να γράφω. Και τούτα τα
γραφόμενα δεν είχαν παρελθόν. Δεν είχαν μέλλον. Δεν είχαν
τίποτα. Έμοιαζε κάθε λέξη να προστίθεται στον στρόβιλο
και να χάνεται. Κι ένιωθα το ποίημα τη μια να με ρουφά,
την άλλη να με χορεύει.
— Άγγελε!
Έγραφα, έγραφα και όλο ανέβαινα· και ήταν το χέρι της
που με κρατούσε. Χέρι ζητούσα εγώ να με σηκώσει, να
στηθώ κι αυτό το χέρι ήτανε φτερό και με πετούσε.
— Αγαπημένη!
— Το ποίημα θα το γράψουμε μαζί.

Αυτά μου έλεγε και μου κατέβαζε αστέρια να διαλέξω.
Κι εγώ της στόλιζα τα μαλλιά· και ήταν αυτή το ποίημα.
Και με πήγαινε, με πήγαινε να με εμβαπτίσει στη δική της
ανάμνηση. Κι άρχισα τότε να θυμάμαι δίχως να πονώ. Κι
ένιωσα την αγωνία του μελλούμενου να χάνεται στον ουρα-
νό μου. Και ήθελα να ρωτήσω:
— Ποια μοίρα σκόρπισε τόσα επίμονα ερωτηματικά;
Όμως, ο χορός στροβίλιζε το κορμί και η ψυχή μου
άδειαζε την άχρηστη νύχτα.
— Μην είναι ετούτο όνειρο;
— Είναι!
Έτσι μου μίλησε κι άκουσα τη φωνή της ανακατεμένη
με γέλιο χαρούμενο:
— Ποτέ δε θα ξυπνήσεις!

Άνοιξα το παράθυρο και μπήκε αυτή ωσάν το χελιδόνι.
— Ήρθα να αναγγείλω την Άνοιξη! μου χαμογέλασε.
Και είδα το σύμπαν ν’ ανθίζει στα λόγια της· και γύρεψα
τα μηνύματα να τα πιω στην πηγή τους. Και βγήκε το φιλί
απ’ την καρδιά, κρεμάστηκε στα χείλη· εκεί τη γεύτηκα τη
χαρά μου.
— Και πού θα χτίσεις τη φωλιά; τη ρώτησα και χύθηκε
αυτή στην αγκαλιά μου.
Και γυρνούσαμε από το όνειρο του στροβιλισμού σε
μιαν επίγεια ευτυχία.
— Όλα θα γίνουν ως ανταμοιβή για ό,τι αντέξατε μες
στον μακρύ χειμώνα.
Αυτά ακούστηκαν από μακριά, λόγια Θεού. Και τότε
άφησα έναν στεναγμό ν’ ανέβει απ’ την ψυχή μου:
— Δεν κυβερνάνε πια παντού οι ανόητοι αυτόν τον κόσμο.

Και καθώς πήρα δύναμη από την απρόσμενη δικαίωση,
την κάλεσα να βαδίσουμε.
Και περάσαμε όλες τις γνώριμες λεωφόρους. Πιάσαμε,
ύστερα, τα σοκάκια τα παλιά. Κι αφού αφήσαμε παντού, όπου
πονέσαμε, ένα λουλούδι, πήραμε τον δρόμο για τους λόφους.
Και ήταν ηλιόλουστοι οι αγροί και η Άνοιξη στόλιζε παντού
με χρώματα τη σκηνή. Είχε φως τούτο το όνειρο και δεν μπο-
ρούσε κανείς να μας ξυπνήσει. Γιατί η επιθυμία είχε ξεπερά-
σει το πεπερασμένο και η ουτοπία χαμογελούσε δικαιωμένη.

Άνοιξα το παράθυρο —να μπει το σύμπαν ανθισμένο— και
μπήκε αυτή ως άνεμος, ωσάν πουλί και ποίημα.

Βαγγέλης Φίλος

/** * The template for displaying Comments. * * The area of the page that contains both current comments * and the comment form. The actual display of comments is * handled by a callback to bouquet_comment() which is * located in the functions.php file. * * @package Bouquet */ if ( post_password_required() ) return; ?>

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.