ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – Μυθιστόρημα Εικοστό όγδοο απόσπασμα ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ. ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ!

16298655_1182510261869391_7750424736257862406_n

Γύρισε ο Φριντρίχ. Ούτε πέντε μέρες δεν έκλεισε στο νοσοκομείο. Θα τον επισκεφτούμε απόψε. Όλες αυτές τις μέρες μόλις γύρισα από την πόλη Δ., έπεσα ξανά με τα μούτρα στο Νίτσε. Τα βιβλία του με προσκαλούν πυργωμένα πάνω στο τραπέζι. Τ’ ανοίγω και τα ξανανοίγω και ταξιδεύω στην πιο μαγική χωρά που μόνο η φαντασία μπορεί να πλάσει. Είναι μια υπέροχη συλλογή στα γαλλικά, που μου την έκαμε δώρο ο φίλος μου όταν γύρισε από τη Γερμανία. Όσο πιο πολύ τον μελετούσα τόσο περισσότερο απομακρύνονταν η φαεινή ιδέα να γράψω ένα πορτρέτο γι’ αυτό τον δαιμονικό φιλόσοφο. Και ξαφνικά μου βγήκε μπροστά, ένα άλλο συμπαντικό πνεύμα, ο Καζαντζάκης, ο Έλληνας. Τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται πάντα, σκέφτηκα. Αυτός εκφράζει και τις σκέψεις μου, είπα και παρατήθηκα τελικά από την ιδέα που με βασάνιζε. Τι λαμπρά κεραυνοβολήματα από δυο διαφορετικούς ουρανούς και διαφορετικούς καιρούς. «Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του λείπει: αναίδεια και αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου». Ω, τι αστραπές του Δια! Ανατριχιάζω. Συγκρίνω τα πορτρέτα τους! Πόσο μοιάζουν.

«Όταν ένας άνδρας βρίσκεται μέσα στο δικό του θόρυβο -γράφει ο Νίτσε στη «Χαρούμενη επιστήμη»-, μέσα στην τύρβη των δικών του σχεδίων και σκοπών, τότε μπορεί να δει να γλιστρούν μπροστά του σιωπηλά, μαγικά πλάσματα, από τα οποία λαχταρά απόλαυση και μυστικότητα – τις γυναίκες. Σχεδόν πιστεύει ότι ο καλύτερος εαυτός του ζει εκεί, ανάμεσα στις γυναίκες, σε αυτούς τους ήσυχους τόπους, ακόμη και η ηχηρότερη αντάρα μετατρέπεται σε νεκρική σιωπή και η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε όνειρο ζωής».

Η Νέλλη κάνει μακιγιάζ μπροστά στον καθρέφτη. Ξεφυλλίζω το Νίτσε με τα μάτια κολλημένα πάνω στο γυαλί. Μου ανταποκρίνεται κι εκείνη. Της αρέσει η τέχνη της ψιμυθίωσης. Δεν μπορώ να πω κι εμένα μου αρέσει μια όμορφη περιποιημένη γυναίκα. Τελείωσε με το ρουζ με το αϊ λάινερ. Συνεχίζω να την κοιτώ με τα μάτια στυλωμένα σ’ έναν άλλο καθρέφτη. Με κοιτάζει και χαμογελάει. Εγώ δεν είμαι εκεί ωστόσο. Ο καθρέφτης με άρπαξε και μ’ έριξε μακριά. Και ξαφνικά με βομβαρδίζει ένα ερώτημα που βγαίνει από μέσα μου: Ξέρεις κύριε Τζίμι, τι χρώμα έχουν τα μάτια της Άννας; Τι χρώμα έχουν τα μάτια της Άννας; Έχω πέσει σε παγίδα. Τι θέλει η Άννα αυτή τη στιγμή; Μόνο ένας ερωτευμένος ξέρει τα μάτια εκείνης που αγαπάει. Εσύ που ερευνάς τα ενδόμυχα της ανθρώπινης ψυχής από ποια πύλη εισχωρείς στα κατάβαθα της. Που να ξέρω, λέγω κουνώντας το κεφάλι. Που να θυμηθώ; Δεν πρόλαβα. Ήταν μόνο ένας κεραυνός που με τύφλωσε.
«Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλι κατεβαίνει,
Κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει»,
λέει ένα δημοτικό τραγούδι. Από πια μάτια πιάστηκε αυτή η
λαχτάρα που ονομάζεται Άννα και ρίζωσε βαθιά στην καρδιά; Δεν πέρασε καν από τα χείλη. Ούτε θυμάμαι τι χρώμα έχουν τα μελίρρυτα μάτια της; Χαμογελάω με απορία τραβώντας τα μάτια από τον καθρέφτη. Τα βλέμματά μας και τα χαμόγελα διασταυρώνονται με διαφορετικές υποψίες.
«Κάτι δεν έκαμα καλά, αγάπη μου; Τι δεν σου αρέσει; Έγινε πολύ σκούρα η σκιά των ματιών μου; Ναι, έχεις δίκιο. Θα το διορθώσω. Με θέλεις να μοιάζω μόνο με την Νέλλη. Έχεις απόλυτο δίκιο, καμιά ζωγραφισμένη Σαλαμπό, ούτε Σαλωμέ δεν θέλεις να στέκεται πλάι σου, μόνο η αυθεντική σου Νέλλη».
Ίσως η Άννα, που δεν της θυμάμαι το χρώμα των ματιών να ήταν πιο αυθεντική, σκέφτομαι.
«Τελείωσες; Πάμε», λέγω.
Η Άννα έχει γίνει ο στενός κορσές της σκέψης μου, ενώ ο Νίτσε ο περίλαμπρος μανδύας του πνευματικού μου ταξιδιού. Δεν ξέρω πόσο μπορούν να συνυπάρξουν και να συμβαδίσουν αυτές οι δύο υπάρξεις; Αλλά στο πνευματικό σύμπαν όλα μπορούν να συμβιώσουν αρμονικά. «Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω, έμαθα να βρίσκω. Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε, έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους».
Τον Φρεντ τον διακατέχει το ίδιο χαμόγελο που είχε και στο νοσοκομείο. Δεν έχει πάψει να χαμογελάει λες και με το χαμόγελο σκότωσε τον χάρο.
«Δεν σκοτώνει η οργή», λέει. «Η οργή του άλλου για εκδίκηση με άφησε εν ζωή! Το χαμόγελό μου δεν σκοτώνει εν ψυχρό, σκοτώνει με αγάπη. Τώρα εκείνος είναι στα χέρια των αρχών και θα πληρώσει».
«Εννέα χρόνια στη Γερμανία άλλαξαν τα πάντα πάνω σου», λέει η Νέλλη. «Άλλαξαν οι νοοτροπίες σου, τα γούστα σου, το χρώμα των μαλλιών σου».
«Μόνο ψυχρός δεν έγινα, Νέλλη μου. Και στην Ανταρκτική να μας ρίξεις εμάς τους μεσογειακούς δεν αλλάζουμε. Ενώ τα μαλλιά μου αραίωσαν γι’ αυτό μοιάζουν πιο ξανθιά. Άρχισε η φαλάκρα από τα τριάντα μου».
Πλησιάζω το πρόσωπό του. Μόνο λίγα κόκκινα σημάδια έχουν μείνει.
«Πόσο γρήγορα έκλεισαν οι πληγές σου», λέγω.
«Η αισιοδοξία κλείνει γρήγορα τις πληγές», λέει. «Μόνο το χέρι και ο ώμος θα πάρουν μέρες για να συνέρθουν».
Ένας επίδεσμος περνάει από το λαιμό και κρατάει τον καρπό του σπασμένου χεριού.
«Να σας ζητήσω μια χάρη και από τους δύο σας».
«Λέγε σε ακούμε».
«Δεν θέλω να μου κάνετε τη χάρη από λύπηση».
«Κάθε άλλο».
«Της Νέλλης της την έκανα από το νοσοκομείο. Απλώς θα την επαναλάβω. Μητέρα μου φέρνεις το διαβατήριο, σε παρακαλώ!».
«Έγινε», λέει η Νέλλη. «Ήδη έχω μιλήσει με τον κύριο πρόξενο. Σε μια εβδομάδα θα έχεις την θεώρηση στο χέρι».
«Δεν τελείωσα», λέει ο αξιολάτρευτος Φρίντριχ. «Η πρώτη χάρη έχει σχέση με τη δεύτερη του Τζίμι».
«Ρίξτε τη κι αυτή να τελειώνουμε», λέγω γελώντας.
«Για να δούμε, για να δούμε τι είναι αυτή η δεύτερη, γιατί κάτι πονηρό κρύβουν τα μάτια σου», λέει η Νέλλη.
«Μόνο πονηριές και μαχαιρώματα δεν ξέρει ο Φρεντ. Απλώς ξέρεις η γλώσσα μου δεν κόβει ελληνικά. Και μου είναι αδύνατο να τα βγάλω πέρα μόνος, έτσι θα ήθελα και τον επιστήθιο φίλο μου να δουλέψουμε μαζί στο εξωτερικό».
«Αχ», αναστενάζει η Νέλλη.
«Μας βάνεις δύσκολα», λέγω εγώ, και είμαι έτοιμος να τον αρπάξω στην αγκαλιά μου και να πετάξω μαζί του όσο πιο γρήγορα γίνεται. Το σχολείο σύντομα θα έκλεινε και όλα θα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Το είχα σκεφτεί μερικές φορές να του καλλιεργήσω την ιδέα για αυτό το ταξίδι, αλλά δεν χρειάστηκε. Είχε βγει εκεί που επιθυμούσε διακαώς η καρδιά μου. Δεν ήταν απλώς μια σπίθα, ήταν προσευχή προσδοκίας. Σύντομα θα έπαιρνε σάρκα και οστά αυτό το ταξίδι. Άλλοτε όλες αυτές τις μέρες η μορφή της Άννας ήταν πανταχού παρόν σαν να με ζητούσε επίμονα.
«Θα πάμε να δουλέψουμε μερικούς μήνες και μετά θα έρθετε εσύ και η Μόνικα για διακοπές», είπε ο Φρεντ.
«Α χα, χα, χα, ωραίο μας ακούγεται. Τι λες εσύ Τζίμι μου», ρωτάει η Νέλλη.
«Δεν ξέρω. Ακόμα δεν έκλεισαν τα σχολεία».
Η Νέλλη με κοιτάζει στα μάτια λες και θέλει να διαβάσει βαθιά μέσα στην ψυχή. Κάνω την διστακτικό και τον συνοφρυωμένο. Προσπαθώ να κάνω τον δύσκολο. Δεν μου τρέμει ούτε βλεφαρίδα.
«Η Νέλλη είναι έτοιμη να πει το ναι, κι εσύ είσαι αρνητικός, ορέ παλιόφιλε. Δεν το περίμενα από σένα».
«Ας γίνει το θέλημά σου», λέει η Νέλλη, «η χάρη μας ας γίνει η χαρά όλων μας».
Την κοίταξα στα μάτια σαν να την μάλωνα.
«Το αξίζει ο Φρεντ», είπε.
Ήθελα να την αγκαλιάσω. Έμεινα ακίνητος και σκεπτικός ωστόσο. Η Νέλλη είχε καρφώσει τα μάτια πάνω μου.
«Πως σου φαίνεται, Μόνικα; Θα πάμε μαζί διακοπές;»
«Τις κλείσαμε και τις διακοπές μας», λέει η Μόνικα, δίνοντας ένα φιλί στο μάγουλο του Φρεντ.
Η Νέλλη έβαλε το διαβατήριο στην τσάντα.
«Καλή ανάρρωση και καλό ταξίδι», είπε.
Ήπια μια γουλιά ρακί και έριξα τα μάτια αλλού. Δεν φοβόμουν τα μάτια της Νέλλης, τα δικά μου φοβόμουν. Τα μάτια σε προδίδουν. Το να σκεφτόμουν για την Άννα ήταν μια μικρή απάτη. Να τρέχω πίσω της να την βρω, ήταν η μεγάλη, που μύριζε προδοσία και εγκατάλειψη.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – Μυθιστόρημα

/** * The template for displaying Comments. * * The area of the page that contains both current comments * and the comment form. The actual display of comments is * handled by a callback to bouquet_comment() which is * located in the functions.php file. * * @package Bouquet */ if ( post_password_required() ) return; ?>

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.