ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΠΟΥ ΜΑΤΩΣΕ

13645294_1793511757545818_2104425211950241284_n

Στα χρόνια εκείνα που στο ξεφάντωμα της βροχής το ουράνιο τόξο άνοιγε δρόμους για να διαβούν τα όνειρα και ο ήλιος ξάμωνε τις φτερούγες των πουλιών στο νοτιά…….. οι μενεξέδες χάριζαν το όνομα τους στις πολιτείες . Ήταν τότε που τα άστρα γιόμισαν τον ουρανό , δεν βρίσκανε πια χώρο και γύρεψαν άλλους τόπους να ξαποστάσουν. Κάπως έτσι γινήκανε οι πολιτείες των λουλουδιών , όταν έτρεξαν να τις κατοικήσουν οι ταξιανθίες των αστεριών…………… ..και ανάμεσα τους βλάστησε ένα ολόλευκο άνθος , ρόδο το φώναξαν αμέσως σαν το αντίκρισαν κάποια ξέχωρη αυγή.
Εκείνο μοναχά τον ήλιο θωρούσε , τα χαράματα μάρμαιραν το κορμί του και τα δειλινά τρέχανε να κρύψουν τα χρώματα τους κοντά του. Η νύχτα το προστάτευε , έπλεκε δίχτυα με τα νήματα της Άρκτου να ψαρέψει το φεγγάρι, μη θελήσει να το κόψει και το πάρει μαζί του…………… Τα καλοκαίρια το ζητούσαν για ταίρι τους με την υπόσχεση να το κρατούν πάντα στολισμένο και οι χειμώνες γύρευαν να ζευγαρώσουν μαζί του με αντάλλαγμα να αφήνει ξέσκεπη τη θωριά του ο χιονιάς. Μέσα σε τούτες τις αρχέγονες αγκαλιές των εποχών που περιδιάβαιναν, το ρόδο παρέμενε ολόλευκο, σαν να του έραβε φορεσιές η αγνότητα.
Όμως κάποια μέρα το αντάμωσε το αγιάζι , το πλησίασε έκθαμβο από την περισσή ομορφιά του και στάθηκε δίπλα του να το κοιτά. Μονομιάς σταμάτησε την βοή του και ζήτησε από το ρόδο να μείνει για λίγο κοντά να του σιγοτραγουδά. Ψίθυρος αγγέλου έμοιαζε η φωνή του, μουσική πρωτάκουστη στην πολιτεία. Το ρόδο για πρώτη φορά σταμάτησε να κοιτά τον ήλιο, συγκινήθηκε από το γέρσιμο της μουσικής και το επόμενο πρωί δροσοσταλιές γέμισαν το κορμί του. Το αγιάζι έμεινε κοντά του, και το ρόδο μαγευόταν ακόμα και με τα ακούσματα της βροχής που τα λόγιαζε τραγούδι αστεριών τη νυχτιά. Μα κάποια στιγμή, ο χειμώνας ενοχλήθηκε και σταμάτησε να ξεδιψά τις πολιτείες των λουλουδιών, το αγιάζι θυμήθηκε το σκοπό του, οι ψίθυροι σώπασαν και η ανατριχιαστική φωνή του ήχησε και πάλι μετά από τριάντα μέρες. Τα ρόδο τρόμαξε με το φευγιό του, πόνεσε πολύ , την επόμενη αυγή μάτωσε το κορμί του, έχασε πια τη λευκότητα, έγινε κόκκινο, κάποια φύλλα του έπεσαν στο ματωμένο χώμα και στη θέση τους βγήκαν αγκάθια. Σιμά του, φύτρωσε ένα δέντρο – ροδιά το φώναξαν αμέσως για να θυμίζει το χαμένο ρόδο – που οι καρποί του σκάνε στου φθινοπώρου το γιορτάσι, μέχρι να φανούν όλες οι μενεξεδένιες ψυχές που ματώνουν…………. Ο ήλιος δεν πειράχτηκε, ένοιωσε σαν να κάπνισε στην πλάση τα χρώματα του, φώναξε δυνατά ¨ Πιότερο να αναδεύεται η λευκότητα για να φανούν τα χρώματα μου…….. κόκκινο τριαντάφυλλο της ΑΓΑΠΗΣ ¨

Νεκταρία Παπαθανασάκη ( ΗΛΙΟΚΑΠΝΙΣΜΕΝΑ )

/** * The template for displaying Comments. * * The area of the page that contains both current comments * and the comment form. The actual display of comments is * handled by a callback to bouquet_comment() which is * located in the functions.php file. * * @package Bouquet */ if ( post_password_required() ) return; ?>

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.