Sandi Nikolareas

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

Με αφορμή την επέτειο της εθνικής μας εορτής σας παραθέτω ενα μικρό αποσπασμα απο το βιβλιο μου που δείχνει την φρικη του πολεμου. Ευχομαι ποτέ πόλεμος ξανα και να θυμόμαστε πάντα αυτούς τους ήρωες που χάρη τους ζούμε ελεύθεροι τώρα!
OSCAR WILDE
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΙΚΗ,σε λιγο κοντα σας)
kεφάλαιο 77ο
‘’ Κάπου στο βόρειο μέτωπο ‘’

Ο ήλιος κόντευε στην δύση του, κι όμως η εντύπωση που είχες ήταν σαν αυτή μιας θολής νύχτας με ομίχλης, όπως αυτές που συναντά κανείς χειμώνα έξω στους βάλτους της Ραβέννας. Ο καπνός απ’ την μπαρούτι και την σκόνη του κοκκινοχώματος που είχε σηκωθεί και καλύψει τα πάντα από το σκάσιμο των οβίδων έκανε βαριά την αναπνοή, σχεδόν αδύνατη.
Οι μόνοι διάλογοι που ακούγονταν στα χαρακώματα ήταν αυτοί του ξερού βήχα. Τα στόματα ξερνούσαν ζεστό αίμα απ’ τα λαρύγγια και οι φαντάροι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να κόβουν τα μανίκια τους και να τα δένουν βρεγμένα γύρω από την μύτη τους
Τα μάτια τους δακρυσμένα, πρησμένα από τα χημικά και οι περισσότεροι με κατεβασμένο το κράνος μέχρι κάτω από το σαγόνι τους, να κλαίνε χωρίς να τους βλέπουν οι πιο γενναίοι, σκυμμένοι και αυτοί στα γόνατά τους περιμένοντας με τα ντουφέκια όρθια ανάμεσα στα σκέλια σαν τον άλλοτε περήφανο αντρισμό τους.
Δεν έφτανε ο θόρυβος το κρύο και το σκοτάδι, ήρθε απρόσκλητη και η βροχή. Η λάσπη κολλούσε τα’ άρβυλα στο χώμα και το ανάχωμα στην κορυφή του σκάμματος έλιωνε σαν το κερί γλιστρώντας στο εσωτερικό βάφοντας τα όλα κόκκινα, πιο σκούρα και από το αίμα.
Οι νεκροί και ακρωτηριασμένοι ήταν αμέτρητοι, τόσοι που δεν μπορούσε πια κανείς να περπατήσει τον στενό χωμάτινο διάδρομο χωρίς να αναγκαστεί να πατήσει πάνω τους. Τα λασπόνερα κόντευαν να τους καλύψουν εξ’ ολοκλήρου, ο λοχίας Thomas Faithful φώναξε σε έναν φαντάρο να αφαιρέσει τις αλυσίδες με τις ταυτότητες των πεσόντων και να του τις παραδώσει.
Ο στρατιώτης με πολύ δυσκολία τις συγκέντρωσε και τις τοποθέτησε στις παλάμες του λοχία του, ήταν περισσότερες από τριάντα, τα νεύρα της πλάτης του τεντώθηκαν, μια αναγούλα ανέβηκε στον λαιμό του, τραβήχτηκε λίγο πιο εκεί και έκανε εμετό.
Τόλμησε να διαβάσει δύο-τρείς απ’ αυτές, δεν συνέχισε, άνοιξε το κουμπί μιας από τις δερμάτινες τσέπες που ήταν περασμένες στην ζώνη του και τις τοποθέτησε μέσα. Τα δόντια του άρχισαν να τρέμουνε, έφερε το δεξί του χέρι μπροστά από το πρόσωπο του να κρύψει τον πανικό του, έπρεπε να φροντίσει να μην καταρρεύσουν οι υπόλοιποι.
Πλησίασε δύο από τους στρατιώτες του, με δυσκολία στο σκοτάδι μπορούσε κανείς να τους αναγνωρίσει, κι όμως εκείνος ήξερε τα πόστα του καθενός, τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με φούμο, το μόνο που ξεχώριζε στην νύχτα ήταν οι κάτασπροι βολβοί των ματιών τους.
Βρισκόντουσαν καθηλωμένοι απ’ τα όπλα του εχθρού στην ίδια θέση τις τελευταίες τρείς μέρες, τα τρόφιμα κόντευαν να σωθούν και το νερό μύριζε πετρέλαιο γιατί τα μπιτόνια μεταφοράς σπάνιζαν και τα ίδια χρησίμευαν σε όλες τις ανάγκες. Λίγες μπάρες σοκολάτας κάπως ξελόγιαζαν την πείνα τους, μα και αυτές ήταν ελάχιστες.
-‘’Μπράουν, Χόλλαντ! ‘’ακούστηκε βαριά η φωνή του λοχία.
-‘’Διατάξτε! ‘’του απάντησαν σκυμμένοι, βρεγμένοι ως το κόκαλο κάνοντας τον στρατιωτικό χαιρετισμό, δεν τολμούσαν να σηκωθούν όρθιοι, οι σφαίρες σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους.
-‘’Πάρτε άλλους δυο στρατιώτες και υψώστε το ανάχωμα, θα γλιστρήσει μέσα και τότε είναι που χαθήκαμε! Πέστε του Τζέινσον να σας φέρει τσουβάλια και φτυάρια από το τέρμα, ελευθερώστε και τον διάδρομο από τα πτώματα. ‘’
-‘’Πως κύριε λοχία? Δεν μπορούμε να τους θάψουμε, αν βγούμε έξω θα μας λιανίσουν. ‘’
-‘’Χτίστε τους μαζί με τα τσουβάλια στην άκρη… ‘’είπε και τους έδειξε με το δάχτυλο την κορυφή του σκάμματος, ‘’δυστυχώς δεν έχουμε άλλη επιλογή. ‘’
Η κατάσταση ήταν δύσκολη και διαρκώς χειροτέρευε, οι Γερμανοί σφυροκοπούσαν τις θέσης τους, μπορούσε κανείς να ακούσει καθαρά τους περίεργους θορύβους από τις σφαίρες που τρυπούσαν τα τσουβάλια. Ο μόνος λόγος που δεν είχαν ακόμα «παρθεί» ήταν το ισχυρό πολυβολείο τους που βρισκόταν σχεδόν είκοσι μέτρα μπροστά τους στα δεξιά του χαρακώματος. Αυτό καθυστερούσε τον χαμό τους και βέβαια το σκοτάδι, δεν είχαν όμως πολύ ώρα στην διάθεσή τους, κάτι έπρεπε να κάνουν πριν να ξημερώσει.
Ο Φέηθφουλ μάζεψε κοντά του όσους ήταν ακόμα ζωντανοί, δεν ήταν πια περισσότεροι από οχτώ-εννέα συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του. Τους χτύπησε την πλάτη και τα κράνη χαϊδευτικά προσπαθώντας να τους σηκώσει το ηθικό. Ξαφνικά τα πυρά του εχθρού σίγησαν, ήταν περιττό μέσα στην νύχτα να ξοδεύονται πυρομαχικά.
Τότε, σε τακτά χρονικά διαστήματα του ενός περίπου λεπτού ακουγότανε το ιδιότροπο σφύριγμα, αυτό των φωτοβολίδων των Γερμανών και ύστερα η λάμψη και μετά άλλη και άλλη και άλλη.
-‘’Πρέπει να βρούμε τρόπο να κάνουμε ασφαλή οπισθοχώρηση, δεν θα αντέξουμε το πρωί! Είναι σπατάλη ζωής να φυλάξουμε πια την θέση μας, ο στρατός μας είναι αδύνατο να πλησιάσει για να μας βοηθήσει… πρέπει να εκμεταλλευθούμε τις λίγες ώρες που διαθέτουμε πριν το ξημέρωμα. ‘’
Ένα σύρσιμο στις λάσπες ακούστηκε πάνω από τα κεφάλια τους, ο φρουρός φώναξε:
-‘’Αλτ τι συ? ‘’ο λοχίας σταμάτησε τα όσα τους έλεγε και με ένα νεύμα τους διέταξε να σηκώσουν τα όπλα τους.
-‘’Πληγωμένη φτερούγα! ‘’ακούστηκε το σύνθημα, ήταν οι δύο από τους τέσσερις πολυβολητές, οι άλλοι προφανώς είχαν χαθεί.
-‘’Αναφέρατε! ‘’
-‘’Conrad and Davis down sir, το οπλοπολυβόλο έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, έπρεπε να εγκαταλείψουμε… ‘’
-‘’Καλώς! ‘’ τους απάντησε, με δυσκολία χώρεσε στην δερμάτινη τσέπη τις υπόλοιπες δύο ταυτότητες. Στην είδηση του χαμένου οπλοπολυβόλου όλοι τρόμαξαν, κανείς δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, ο λοχίας έχασε την αυτοκυριαρχία του, έσκυψε και αφού πήρε μια πέτρα την πέταξε με όλη την δύναμη που διέθετε προς το μέρος των Γερμανών φωνάζοντας: ‘’Go to hell you fucking bastards! ‘’ επανέλαβε τρείς φορές σηκώνοντας τον τόπο με τις φωνές του που ακούγονταν σαν μεγάφωνο μέσα στην ησυχία της νύχτας.
Ο Χόλλαντ και ο Μπράουν τον άρπαξαν και τον κάθισαν χάμω, ο ένας του έκλεισε και το στόμα να μην φωνάζει, την ίδια στιγμή μια σφαίρα τρύπησε ένα τσουβάλι ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους.
-‘’ Συγνώμη αν σας έθεσα σε κίνδυνο… ‘’
-‘’Μην ζητάτε συγνώμη κύριε. ‘’ψιθύρισε ο Μπράουν.
-‘’Αντιπερισπασμό! Χρειαζόμαστε έναν αντιπερισπασμό για να καταφέρουμε επιτυχώς την οπισθοχώρησή μας, οι φωτοβολίδες δεν θα μας το επιτρέψουν, αλλιώς είμαστε παγιδευμένοι. Δεν μπορώ να ζητήσω εθελοντές, έχουμε μείνει άλλωστε πολύ λίγοι.
Ακούστε τι θα κάνουμε, θα συρθώ μόνος στο πολυβολείο και θα προσπαθήσω να στήσω ένα από τα φορητά μυδραλιοβόλα μας. Όταν η φωτοβολίδα θα αρχίσει να σβήνει και πριν προλάβουν να ενεργοποιήσουν άλλη εσείς θα συρθείτε προς τα παρακείμενα καλάμια. ‘’
-‘’ Είναι αυτοκτονία κύριε! Δεν θα τα καταφέρετε, κάποιος πρέπει να σας κρατάει την δεσμίδα με τις σφαίρες, αλλιώς θα μπλοκάρει το όπλο… θα έρθω μαζί σας! ‘’ προθυμοποιήθηκε ο νεαρός, τα δόντια του έλαμψαν μέσα στο σκοτάδι.
Ο λοχίας αγκάλιασε το γενναίο παιδί και αφού του χτύπησε περήφανος την πλάτη είπε: -‘’ Θα τα καταφέρω μόνος, εσύ οδήγησε τους στρατιώτες στα καλάμια. ‘’
-‘’ Όχι ! ‘’επέμεινε ο Κύριλλος, ‘’μαζί σας είναι η θέση μου, βάλτε τον Μπράουν υπεύθυνο της οπισθοχώρησης… αν είναι να πεθάνω σήμερα τουλάχιστον μαζί σας δεν θα φοβάμαι! ‘’
-‘’Στρατιώτες! Ακούσατε? Ο Μπράουν είναι επικεφαλής! ‘’
Ένας-ένας στριμώχθηκαν στο χαράκωμα να αποχαιρετήσουν τον λοχία και τον νεαρό τους σύντροφο, τα λόγια τους ήταν μετρημένα, δεν υπήρχε κανείς που να μην λύγησε και να μην έκλαψε.
Ο λοχίας Φέηθφουλ έβγαλε ένα μπλοκάκι και ένα μολύβι από μια τσέπη του στήθους και έγραψε δυο αράδες, ύστερα έκοψε το χαρτάκι το δίπλωσε και το έδωσε στο Μπράουν λέγοντας του: -‘’Ταχυδρόμησε το στην οικογένεια μου… ‘’ο στρατιώτης κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ο λοχίας γύρισε προς το μέρος του Κύριλλου προτάσσοντας του το μολύβι.
-‘’Χόλλαντ! Θέλεις να γράψεις? Έχουμε ακόμα δυο λεπτά.‘’
-‘’Όχι κύριε! Δεν με περιμένει κανείς… ‘’
-‘’Δεν έχεις οικογένεια? ‘’
-‘’Μόνο ένα αδερφό, είναι πρόσφατα παντρεμένος. ‘’
-‘’Γράψε του. ‘’
-‘’Δεν θα το αντέξει, είναι πολύ ευαίσθητος, αν είναι να συμβεί τίποτα ας έχει μόνο ένα γράμμα να ανοίξει. ‘’
-‘’Κορίτσι? ‘’
-‘’Όχι κύριε! ‘’
-‘’Αν είναι να σωθούμε Χόλλαντ θα σε παντρέψω με την αδερφή μου, τέτοιοι γαμπροί αρμόζουνε στα κορίτσια! ‘’δώσανε τα χέρια, μια φωτοβολίδα έκανε το δαχτυλίδι στο χέρι του νεαρού να λαμπυρίσει, ο λοχίας που δεν είχε ακόμα ελευθερώσει το χέρι του από την χειραψία το πρόσεξε και το έφερε κάτω από τα μάτια του. Ο νεαρός δεν περίμενε την ερώτηση…
-‘’Ήταν του πατέρα μου κύριε! ‘’
-‘’Ήταν? ‘’
-‘’Ναι! έχει πεθάνει χρόνια τώρα. ‘’
-‘’Αν ζούσε θα ήταν περήφανος για σένα! ‘’τον τράβηξε απότομα στην αγκαλιά του και τον φίλησε σταυρωτά, ‘’Πάμε? ‘’του ψιθύρισε στο αυτί…
-‘’Πάμε κύριε! ‘’αναφώνησε ο Κύριλλος, σύρθηκαν μέσα στις λάσπες προς το καταστρεμμένο πολυβολείο.

-‘’Λυπάμαι! ‘’ πρόφερε σιγανά ο αξιωματικός παραδίδοντας στο κατώφλι της πόρτας το τηλεγράφημα από το υπουργείο πολέμου, ‘’θέλαμε μόνο να ξέρετε πως πέθανε στην κυριολεξία σαν ήρωας, θα διαβάσετε λεπτομέρειες στην αναφορά ενός συντρόφου από το μέτωπο… ‘’
Ο Βίβιαν είχε μείνει άφωνος και αποσβολωμένος, κάτι πήγε να πει μα τραύλισε, ο αξιωματικός μόλις και πρόλαβε να τον κρατήσει όρθιο την τελευταία στιγμή πριν σωριαστεί. Με πολύ προσπάθεια τον οδήγησε στο χολ όπου και τον κάθισε σε μια καρέκλα που σχεδόν δεν φαινόταν από τα παλτό που ήταν ακουμπισμένα πάνω της.
-‘’Νο-Νο-Νο! ‘’επαναλάμβανε ρυθμικά, χαμένος στο κενό, το τηλεγράφημα έπεσε από τα χέρια του, ο αξιωματικός έσκυψε το σήκωσε και το άφησε στο μάρμαρο μιας κομό με καθρέφτη δίπλα ακριβώς από την σκεπασμένη καρέκλα, ύστερα άνοιξε τον χαρτοφύλακα του και έβγαλε από μέσα μια σημαία που ήταν τριγωνικά διπλωμένη κατά τον στρατιωτικό τρόπο, καθώς και έναν μεγάλο φάκελο αναφοράς. Τα ακούμπησε ευλαβικά στα γόνατα του Βίβιαν.
-‘’Τον σκέπασε! ‘’
-‘’Καταλαβαίνω! ‘’
-‘’Στον φάκελο θα βρείτε την αναφορά του στρατιώτη και κάθε πληροφορία σχετικά με τα της ταφής του νεκρού…ξέρετε ο αποθανόν ανήκει στην πατρίδα, θα ανεγερθεί μνημείο για τους πεσόντες! ‘’
-‘’Ναι! ‘’του απάντησε ξερά, ‘’έτσι γίνεται πάντα… ‘’
-‘’Και πάλι τα συλλυπητήρια μου! ‘’χαιρέτησε στρατιωτικά και αποχώρησε.
Ο χρόνος είχε παγώσει, οι στιγμές έφευγαν και εκείνος έμενε καθισμένος εκεί στο μικρό χολ της εισόδου, τρέμοντας να ανοίξει το τηλεγράφημα, σαν να μην είχε ακούσει τις ειδήσεις. Δάκρυα δεν κύλησαν στα μαγουλά του, τουλάχιστον όχι ακόμα, ένοιωθε πως ήταν και ο ίδιος πεθαμένος, ένοιωθε σαν να μην μπορούσε να ανασάνει και η πραγματικότητα ήταν πως δεν μπορούσε.
Μάζεψε όλο το θάρρος που διέθετε και αποφάσισε τελικά να ανοίξει τον μεγάλο φάκελο, καθώς έβγαζε από μέσα τα χαρτιά της αναφοράς κάτι γλίστρησε και έπεσε κουδουνίζοντας στο μωσαϊκό της εισόδου. Έσκυψε και το σήκωσε… ήταν το «αρσενικό» δαχτυλίδι του πατέρα του, αυτό που φορούσε ο αδερφός του, το αίτιο κάθε δυστυχίας, το φόρεσε μηχανικά στο «ελεύθερο» δεξί του χέρι, αυτή την φορά δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυα του που κύλισαν στα παγωμένα του μάγουλα.
Προσπάθησε να θυμηθεί τον πατέρα του να τα φοράει, του ήταν αδύνατο, ήταν κάτι το πολύ μακρινό. Κατέρρευσε στο πάτωμα τσαλακώνοντας τα έγγραφα που βρίσκονταν ανάμεσα στα πόδια του, τα έπιασε και τα έκανε κουβάρι πετώντας τα στην συνέχεια στον τοίχο απέναντι, εκείνος τον ειρωνεύτηκε και του τα έστειλε πίσω ξανά στην αγκαλιά του.
Τα ξεδίπλωσε ισιώνοντας τα πάνω στους μηρούς του, οι κινήσεις των χεριών του τόνισαν την ομορφιά των δαχτυλιδιών, δεν του πέρασε απαρατήρητο, τέντωσε τα χέρια του και τα κοίταξε… είχαν περάσει σχεδόν δεκαπέντε χρόνια που δεν είχανε φορεθεί μαζί.
Η αναφορά άρχιζε κάπως έτσι:
Πήτερ Μπράουν στρατιώτης τρίτου σώματος πεζικού…

Santdi Nikoiareas

/** * The template for displaying Comments. * * The area of the page that contains both current comments * and the comment form. The actual display of comments is * handled by a callback to bouquet_comment() which is * located in the functions.php file. * * @package Bouquet */ if ( post_password_required() ) return; ?>

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.