Αρχείο | Αύγουστος 2019

Θεόδωρος Σαντάς ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ Στη μνήμη του πολυαγαπημένου μας αδελφού Γεωργίου Πολύζου

69649364_2468721540024833_4975857906067963904_n

Πολυαγαπημένε μας Αδερφέ 
τώρα που το αέναο ταξίδι
ανήγγειλαν οι Άγγελοι τ’ουρανού
να ήξερες , πόση γαλήνη μας στέλνεις
πόση αγάπη να ξεπεράσουμε το αναπόδραστο.
Ήσουν ένας λόγος γλυκός,ένα τραγούδι παρθενικό
στ’απόσκια της Ηράκλειας και της Οίτης
ένα χαμόγελο αυθεντικό της ζωής
ένας λεβέντικος τσάμικος χορός
να πορεύεται ο άνθρωπος με ευτυχία
και χάρη Θεού και να γράφει ποιήματα .
Περνούν τα χρόνια κι ο καθένας μας
μια αποκάλυψη με λίστες και πλέγματα
με κορνίζες που παρελαύνουν οι μνήμες
και αφήνουν τα πεπραγμένα μας. .
Περνούν τα χρόνια και μια θάλασσα
αχαρτογράφητη ,μακρινή και ανεξιχνίαστη
καταπίνει την πίκρα μας κι αναδύεται
η Άνοιξη και ζευγαρώνουν τα χελιδόνια μας.
που κρατάνε αιώνιο τον φλοίσβο μας
της πρώτης τελευταίας επιθυμίας μας.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που αναχωρείς για ένα κόσμο αθώρητο
θα ηχήσουν οι σάλπιγγες του Ουρανού
και θα ακουστούν οι μελωδίες της Νικολίτσας
να υποδεχθεί στων πνευμάτων τον κόσμο
τον πατέρα της που πάντα το όνομά της
ήταν στο νου και στα χείλη του.
Πολυαγαπημένε μας αδερφέ
τώρα που περνάς φως μες στο φως
κι ανοίγει τις πύλες του ο παράδεισος
να σε υποδεχτεί μετά βαΐων και κλάδων
ο ουρανός θα εκπυρσοκροτήσει τρεις φορές
και θα ακουστεί μια στεντόρεια φωνή.
Γέωργιος Χρήστου Πολύζος
γεννηθείς εν Ηρακλεία Φθιώτιδος
Αθάνατος
Αθήνα (Μελίσσια)23-8-2019

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,22-8-2019

 

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Γιατί το Βυζάντιο. Απόσπασμα

64841482_2438945903002397_2661459648418152448_n

 

Αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο (στον ελληνιστικό κυρίως ελληνισμό) και στο σύγχρονο, η ιστορία του εξηγεί την ειδοποιό ψυχοσύνθεση των Νεοελλήνων και καθορίζει τη σχέση τους με την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, υπαγορεύοντας, υπόγεια έστω και λάθρα, τη διαχείριση, από την πολιτεία, αλλά και από τους απλούς πολίτες, του «ένδοξου» παρελθόντος. Ξένο βέβαια τελείως το βυζαντινό επίτευγμα από την κυρίαρχη πεποίθηση ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα χιλιόχρονο θεοκρατικό σκοταδιστικό σχήμα, πλήρες από ανατολικό δεσποτισμό. Παρεξηγημένο λοιπόν το Βυζάντιο… Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις. Χαρακτηριστικά θα πω εδώ ότι ενώ η αρχαιοελληνική γλώσσα έδωσε τα ονόματα των επιστημών (και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας αλλά και του θεάτρου) καθώς και τους αντικειμένου τους σε όλες σχεδόν τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, το Βυζάντιο κληροδότησε γλωσσικά στην Ευρώπη όρους που σχετίζονται σχεδόν όλοι με τις ιδεολογίες, με τη θρησκεία και την εκκλησιαστική πρακτική. Αναφέρω ως παράδειγμα τους όρους: ορθοδοξία, καθολικός, κοιμητήριο, αίρεση και αιρετικός, ιεραρχία και εικονοκλάστης, λέξεις που τόσο χρησιμοποιούν οι νέοι της εποχής μας, αυτοί που αρνούνται την όποια αυθεντία. Σχολαστικισμός και λογιοτατισμός Σχολαστικισμός, λογιοτατισμός και σκοταδισμός ταυτίζονται σχεδόν σήμερα με τον βυζαντινισμό για να περιγράψουν μια περίπλοκη σκέψη, που αποστασιοποιήθηκε από το αρχαίο ορθολογιστικό πνεύμα και από την ανθρωπιστική ενατένιση της κλασικής παιδείας· θέσεις ακραίες αυτές δηλώνουν πασιφανώς την άγνοια του βυζαντινού κατορθώματος. Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν (ακόμη και στην Ελλάδα) τη βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Ρax Romana. «Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζην εξ ων δακρύουσιν έτεροι). Αυτό υπεστήριξε ο πρέσβης του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εσωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μάς αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δούλων», θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453. Η παγκόσμια δύναμη Θα πω τώρα, χωρίς αυτό να φανεί παραδοξολογία, ότι νομίζω πως η καινούργια παγκόσμια δύναμη, η Αμερική, αν και έχει για πρότυπο και υπόδειγμά της, όπως λέγεται, την αρχαία Ρώμη, οφείλει την ύπαρξή της στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Η πρόθεσή της άλλωστε να διασώσει τις αξίες του πολιτισμένου κόσμου την κάνουν να προσεγγίζει και ιδεολογικά στο Βυζάντιο. Θα αναφέρω λοιπόν βιαστικά ότι η εγκατάσταση των μουσουλμανικών δυνάμεων (Τούρκων αλλά και Μογγόλων, Μαμελούκων κ.ά.) στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών κ.ά.) από τους δρόμους της Ασίας, δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τα πολύτιμα είδη (πρώτες ύλες) του διεθνούς τότε διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη, αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων της τότε Μεσογείου. Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος με ευρεία ναυτική εμπειρία, ασφαλώς θα γνώριζε τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα του 14ου αιώνα. Κατά τα Μετεωρολογικά, λοιπόν, η γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά»· έτσι μπορείς να φτάσεις σε όποιο σημείο της θέλεις, ξεκινώντας είτε από την ανατολή είτε από τη δύση. Την παρατήρηση αυτή ο Αριστοτέλης την έκανε όντας στην Κύπρο, όπου διαπίστωσε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό της Κύπρου δεν είχαν την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό της Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα της γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε άλλωστε πρώτα, όπως είναι γνωστό, «Δυτική Ινδία» δείχνει, αν μη τι άλλο, την πρόθεση αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή χρόνια μετά την πτώση της Πόλης. Ακριβώς την ίδια χρονιά οι χριστιανικότατες δυνάμεις της Ισαβέλας της Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, σηματοδοτώντας την έξοδο όλων των μουσουλμάνων από τη χριστιανική Ευρώπη. Επίσης διώχνουν τους Εβραίους της Ισπανίας, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνωρίζει η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι απόγονοί τους είχαν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η «πολιτισμένη» ναζιστική Γερμανία. Το τέλος του Μεσαίωνα Λογικά λοιπόν το 1492 περισσότερο ίσως και από το 1453 θεωρείται το τέλος του Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή της Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα της Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη της Μεσογείου εμπρός στα λιμάνια του Ατλαντικού, λιμάνια που κατακλύζει τώρα ο χρυσός του αμερικανικού Εldorado, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του Νέου Κόσμου και της ιστορίας των μοντέρνων χρόνων. Παγιδευμένο λοιπόν το Βυζάντιο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση από το τέλος κιόλας του 11ου αιώνα (η μάχη και η συγκλονιστική ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071 συμπίπτει με την πτώση του Μπάρι- τελευταία βυζαντινή κτήση στην Ιταλία), το πρώην παγκόσμιο Βυζάντιο ψυχορράγησε το 1204 και εξέπνευσε το 1453, παρασύροντας μαζί με την πτώση τής πρώην παγκόσμιας Νέας Ρώμης και τις δοξασίες και τις προφητείες για την αιωνιότητά της. Μπορεί η μόνη εκτός ισλαμικής κατοχής ορθόδοξη δύναμη, η Ρωσία, να διεκδικήσει τη συνέχειά του (η Μόσχα αυτοαποκαλείται τον 16ο αιώνα με τον τίτλο της Τρίτης Ρώμης), μπορεί οι υπόδουλοι λαοί που βρέθηκαν στη σφαίρα της επιρροής ή στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα βέβαια οι Ελληνες-Ρωμιοί) να τρέφονται στο εξής με ελπίδες, όπως αυτή που εκφράζει το ποντιακό τραγούδι «η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο», και η πίστη για το θρύλο, τη μελλοντική δηλαδή ανάσταση του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του τελευταίου Κωνσταντίνου, μπορεί ακόμη ένας τεράστιος σταυρός να περιμένει να αναρτηθεί κάποτε στον τρούλο της Αγιασοφιάς (λέγεται ότι βρισκόταν ως το 1917 στην Οδησσό, περιμένοντας το πλοίο που θα τον έφερνε στην απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη), ένα ωστόσο είναι σίγουρο, ότι η Κωνσταντινούπολη, αν και κατακτήθηκε και από τους Λατίνους το 1204 και από τους Οθωμανούς το 1453, έμεινε πάντα, παρ΄ όλα τα παθήματά της αυτά, αναφορά αίγλης και μεγαλείου. Ετσι ο Μωάμεθ Β΄ θα προτρέψει τα στρατεύματά του να καταλάβουν την «πολυάνθρωπον και μεγάλην πόλιν, βασίλειον των πάλαι ποτέ Ρωμαίων, ες άκρον ευδαιμονίας και τύχης και δόξης ελάσασαν, κεφαλήν γεγενημένην της οικουμένης [απόδειξη αυτό του άλλοτε παγκόσμιου ρόλου της], ής το κλέος», συνεχίζει ο Μωάμεθ, «πάσαν επήλθε την οικουμένην». Ανεπηρέαστη και αλώβητη Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι η θέση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο ως του κόσμου Βασιλεύουσας, αλλά και ως του κατεξοχήν θαυμαστού πολεοδομικού κατορθώματος του Μεσαίωνα, έμεινε ανεπηρέαστη και αλώβητη παρά τις αντιξοότητες της αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινούπολη φτιάχνει αυτοκράτορες· η πρώην αρχαία Roma mobilis γίνεται στη Νέα Ρώμη Βασιλεύουσα, πάγια εστία αυτοκρατορίας και έδρα αμετακίνητη αυτοκρατόρων, Πόλις νομιμοποιούσα τις αυτοκρατορικές διεκδικήσεις: στο εξής όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι κύριος της αυτοκρατορίας και συμβολικά του κόσμου. Αυτό γράφει στον Μωάμεθ ο Κριτόβουλος Ιμβριώτης στην αφιερωτήρια επιγραφή της ιστορίας του, όταν τον αποκαλεί «Κύριον Γης και Θαλάσσης» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ή μάλλον χάρη σ΄ αυτήν. Και γι’ αυτό οι Τούρκοι κατακτητές της θα φέρουν στο εξής ως τίτλο τους το: «Σουλτάνος, Βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ασίας, Ευρώπης και των εξής» και θα αναφέρονται (όπως ο Μωάμεθ Β΄ στο γράμμα προς τον δόγη Μοτσενίγο το 1480) στο «κράτος της κοσμοκρατορικής βασιλείας τους». Κληρονομιά λοιπόν η παγκοσμιότητα, που η εξουθενωμένη Κωνσταντινούπολη παρέδωσε ακέραια στους νέους της κυρίους (και που αυτή είχε παραλάβει από την αρχαία Ρώμη), άσχετα όμως τώρα πια από το πρόσωπο του αυτοκράτορα, από την εθνικότητα και από τη θρησκεία του. Το ζωντανό κατόρθωμα Η βυζαντινή κληρονομιά,το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»,θα ζήσει μέσα σ΄ αυτόν τον νέο κόσμο ως η αναφορά σε έναν νέο ουμανισμό,τον ανθρωπισμό που μετουσίωσε το αρχαίο μάθημα μπολιάζοντάς το με το χριστιανισμό, αυτό το μάθημα που μετέφεραν στη Δύση οι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης φεύγοντας, την πνευματική κενότητα του κατακτητή. Η Εκκλησία θα οικειωθεί το σύμβολο του δικέφαλου αετού (όπως άλλωστε και πολλά ευρωπαϊκά κράτη: Ρωσία, Πολωνία, Αυστροουγγαρία, ως και η Αλβανία),ενώ ο πολύς λαός,υποσυνείδητα σχεδόν, θα περιμένει ακόμη (ιδιαίτερα βέβαια οι Νεοέλληνες) αυτό που «δεν χωρά ανθρώπου νους, να δει και πάλι δηλαδή, στην Πόλη ζωντανούς, τον πετρωμένο βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή». Αυτή είναι ίσως για τους Νεοέλληνες η πνευματική υποθήκη της παρωχημένης πια αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, σχετικά με αυτές που ονομάζουν «αλησμόνητες πατρίδες», αυτό το τελευταίο κατάλοιπο της Μεγάλης Ιδέας, ενός σθεναρά ριζωμένου ιδεολογήματος, στην καρδιά του μόνο Βαλκάνιου λαού που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα της ύπαρξής του, δηλαδή τη Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Η νεοελληνική πρωτεύουσα Αθήνα, που παρά την αρχαία της δόξα δεν ήταν στο Βυζάντιο παρά ένα ταπεινό πόλισμα, όπως γράφει στο τέλος του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης (ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος), εκδικήθηκε την Κωνσταντινούπολη, που για να υπογραμμίσει το κλέος της ονομάστηκε Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ, Νέα Σιών, αλλά ουδέποτε «Νέαι Αθήναι», επωνυμία που ήταν καταδικαστέα λόγω του ειδωλολατρικού μεγαλείου της αρχαίας Αθήνας. Ψυχαναλυτικά σχεδόν η νεοελληνική παράδοση και παιδεία, με την Αθήνα ως αναφορά,αγκιστρώθηκαν στο μεγαλείο της αρχαιότητας, αυτό το παγκόσμια πια αναγνωρισμένο,παραγνωρίζοντας όμως και αγνοώντας ολότελα σχεδόν το έργο του χιλιόχρονου και «ένδοξου», όπως έγραψε ο Καβάφης, βυζαντινισμού. Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα. Εννοώ τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων. Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου· και αυτό ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα αυτό με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Valéry για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ: Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Valéry, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης,που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πνευματικότητα. Κατά τον Valéry, Ευρώπη είναι εκεί όπου τα ονόματα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, του Μωυσή και του Παύλου έχουν σημασία και βαρύτητα. Αυτά σε κείμενο γραμμένο το 1922, πολύ δηλαδή προτού γίνει λόγος για Ευρωπαϊκή Κοινότητα και Ευρωπαϊκή Ενωση, θεσμοί που έχουν κάποτε την ανιστόρητη τάση να θεωρήσουν αρχή της Ευρώπης την καρλομαγνική πολιτεία της Δύσης. Και αυτό γιατί ξέχασαν οι Δυτικοευρωπαίοι ότι το πνεύμα ταξιδεύει και μεταλαμπαδεύει το ζωογόνο μήνυμά του. Η Κωνσταντινούπολη είναι ο μακροχρόνιος σταθμός του, μετά την Αλεξάνδρεια και πριν τη Βενετία. Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο Βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοί του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης· άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια,το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Άραβες κυρίως της Ισπανίας. Αλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το Βυζάντιο, με επακόλουθο την αθέμιτη, αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης. Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων του. Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων, πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει. Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης.
Πηγή: cityportal.gr

 

Ο Κεφαλλονίτης Γεράσιμος Μαρκοράς

69356913_2468703383359982_8455565921669349376_n

Μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Κέρκυρας, της Επτανησιακής Σχολής, των τεχνών και των γραμμάτων.. Ο Γεράσιμος Μαρκοράς ποιητής του περίφημου «Όρκου», ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής και ένας από τους ανθρώπους τους οποίους αγωνίστηκαν όσο λίγοι ώστε τα Επτάνησα να ενωθούν με την Ελλάδα. Ένας άνθρωπος εσωστρεφής και πολύ μετριόφρων, μα ταυτόχρονα, διέθετε δυναμική πένα και συναρπαστικό λόγο.

Η ποίησή του σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της Επτανησιακής Σχολής ειδικότερα και της Νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. Συνήθιζε να περνά τα απογεύματά του στα καφενεία του Λιστόν μαζί με τους φίλους του-τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής όπως ήταν ο Μαβίλης και ο Πολυλάς- ενώ λάτρευε τις βόλτες με την άμαξα στο Αχίλλειο και το Κανόνι.. Δεν περπατούσε και τόσο συχνά καθώς μία ενοχλητική κήλη που είχε τον ταλαιπωρούσε συχνά, εμποδίζοντάς τον να διανύει μεγάλες αποστάσεις πεζός. Η μαγευτική όμως κερκυραϊκή φύση τον γοήτευε βαθιά χωρίς ποτέ να κρύψει την αγάπη του για το καταπράσινο νησί των Φαιάκων.

Το πολυπολιτισμικό σκηνικό της Κέρκυρας εκείνη την εποχή διαμόρφωσε με τον καλύτερο τρόπο την προσωπικότητα του Γεράσιμου Μαρκορά. Μεγάλη του αδυναμία, ασφαλώς, ήταν το ωραιότερο και τελειότερο καλλιτεχνικό είδος, η όπερα. Ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου San Giacomo της Κέρκυρας όπου και παρακολουθούσε τις αγαπημένες του όπερες, ενώ οι συνθέτες Ξύνδας, Λιμπεράλι και Λαμπελέτ ήταν στενοί του φίλοι. Η όψη του ήρεμη και συμπαθητική. Ψηλός, παχουλός, με μία μακριά γενειάδα στο ήρεμο πρόσωπό του.. Ησυχαστήριό του, το σπίτι του στο χωριό Στρογγυλή.. Μέσα από την ποίησή του απελευθέρωνε με το δικό του τρόπο τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά του.

Ο Γεράσιμος Μαρκοράς γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1826. Η οικογένειά του ήταν μία από τις παλαιότερες αριστοκρατικές οικογένειες της Κέρκυρας, ιταλικής καταγωγής. Σύμφωνα με την παράδοση, η οικογένεια έφτασε στον ελλαδικό χώρο στα μέσα του 15ου αιώνα και αρχικά εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Σιγά-σιγά η οικογένεια εξελληνίστηκε πλήρως, αποκτώντας παράλληλα το ορθόδοξο δόγμα.

Ο πρώτος Μαρκοράς ο οποίος αναφέρεται, κατείχε το αξίωμα του ιππότη. Αναφέρονται επίσης ο Ιωαννίκιος Μαρκοράς, ο οποίος ήταν μεταφραστής των έργων του Αριστοτέλη, και ασφαλώς, ο πατέρας του Γερασίμου Μαρκορά, Γεώργιος, ο οποίος υπηρετούσε το Ιόνιο Κράτος ως εισαγγελέας. Μητέρα του ήταν Μαρίνα Βλασσοπούλου, επίσης αρχοντικής γενιάς. Είχε επίσης δύο αδέλφια, το Σπύρο Μαρκορά ( οποίος ήταν ο πρωτότοκος και ζούσε ως πρόξενος στο Λονδίνο) και το Στέλιο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, ο οποίος υπηρετούσε από νεαρή ηλικία τις τέχνες και τα γράμματα. Η οικογένεια ήταν επίσης γραμμένη στο περίφημο Libro d’ Oro της Κέρκυρας, διαθέτοντας οικόσημο.

Ο ίδιος ήταν τόσο ταπεινός και μετριόφρων που συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του: «Όταν σας ειπώ ότι εγεννήθηκα το 1826 στην Κεφαλωνιά, όπου ο πατέρας μου έμενε σαν εισαγγελέας εφτάμιση χρόνια, ότι εμπήκα στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο σαν ήταν διευθυντής πρώτα ο Οριόλης και μετά ο Κάλβος, ότι τα 1849 επήγα με τον αδελφό μου Σπύρο στην Ιταλία για να σπουδάξω Νομικά, ότι κατόπι από δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πατρίδα μας εξ αιτίας όπου απέθανε ο πρωτότοκος αδελφός μου Στυλιανός κι ο πατέρας μου απέμεινε μόνος του, ότι έλαβα εδώ το δίπλωμα, ότι δεν άνοιξα από τότε κανένα νομικό βιβλίο, ότι έγραψα κάπου-κάπου στίχο, είναι όσα ημπορώ να σας γράψω για το άτομό μου. Δεν επιθυμώ να δημοσιέψετε ότι ελάβατε από με τέτοιες ασήμαντες πληροφορίες».

Το 1849 ο Γεράσιμος Μαρκοράς μετέβη στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο της Παβίας για να σπουδάσει την επιστήμη της εποχής, τη Νομική. Στο ίδιο Πανεπιστήμιο είχε φοιτήσει λίγα χρόνια πριν και ο μέντοράς του Διονύσιος Σολωμός. Όλοι οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής στέλνονταν στην Ιταλία για να σπουδάσουν Νομική ή Ιατρική. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, ο Μαρκοράς δοκίμαζε δειλά-δειλά να γράφει ορισμένους στίχους άλλοτε στα ελληνικά και άλλοτε στα ιταλικά. Είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τη γραφή του Αλεσάντρο Μαντσόνι, ο οποίος θεωρείται ο σπουδαιότερος ίσως λογοτέχνης της Ιταλίας. Χαμένος στους λαβύρινθους της ξένης λογοτεχνίας ο νεαρός Μαρκοράς απέκτησε την πρώτη του επαφή με τα γράμματα και την ποίηση. Επίσης, η διατήρηση των επαφών του με τους φίλους του από την Κέρκυρα δημιούργησαν μέσα του ένα κράμα σκέψεων, ιδεολογιών και εμπνεύσεων.

Το πολιτικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο που διέθετε η Ιταλία τότε ήταν αρκετό για να επηρεάσει τη σκέψη και τα πολιτικά ερεθίσματα του Μαρκορά. Ο αιφνίδιος όμως θάνατος του αγαπημένου του αδελφού Στέλιου από φυματίωση στις 29 Απριλίου 1851 ανάγκασε το νεαρό Γεράσιμο να επιστρέψει στην Κέρκυρα. Ο θάνατος του νεότατου αδερφού του τον συγκλόνισε βαθιά..

Ο Στέλιος Μαρκοράς ήταν ένας πολλά υποσχόμενος νέος στο χώρο των τεχνών και των γραμμάτων, ο θάνατος όμως δεν τον άφησε να συνεχίσει το πρώιμο αλλά αξιόλογο έργο του. Ο Μαρκοράς θα αργήσει πολύ να ξεπεράσει το χαμό του αδελφού του. Συνέχισε τις σπουδές του στην ακμάζουσα Ιόνιο Ακαδημία, λαμβάνοντας το πτυχίο του στη Νομική (μία επιστήμη όμως την οποία ποτέ δε υπηρετήσει και δε θα αγαπήσει πραγματικά). Είχε την τύχη να έχει καθηγητή τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο, μία εξαιρετικά σημαντική αν και κάπως παρεξηγημένη προσωπικότητα της Επτανησιακής Σχολής. Η αυστηρή όμως επιστήμη της Νομικής τον πνίγει.

Η πραγματική του αγάπη είναι η ποίηση. Εκείνη την εποχή η Κέρκυρα ήταν το κέντρο των τεχνών και των γραμμάτων. Γύρω από την πανέμορφη πλατεία, τη Σπιανάδα, υπήρχαν όλα τα καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής: Η Ιόνιος Ακαδημία (το πρώτο ελληνικό Πανεπιστήμιο, το οποίο έκλεισε τις πύλες του αμέσως μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα), η Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας (το πρώτο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας), η Φιλαρμονική Εταιρεία Κέρκυρας και στη συνέχεια η Φιλαρμονική Εταιρεία Μάντζαρος και πολλά άλλα πνευματικά ιδρύματα χάριζαν στην Κέρκυρα μοναδική μορφωτική αίγλη. Βρισκόμαστε άλλωστε στο ζενίθ της Επτανησιακής Σχολής, της οποίας ο Μαρκοράς αποτελούσε σημαντικότατο εκπρόσωπο. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα ποια ήταν η Επτανησιακή Σχολή και ποιο το πολιτικό υπόβαθρο της εποχής.

Η Επτανησιακή Σχολή αναδύθηκε στα νησιά του Ιονίου πολύ νωρίτερα από την εποχή του Σολωμού (ο οποίος θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπός της) και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο, ως απόρροια της έλευσης κρητών προσφύγων στο νησί μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669. Οι Κρήτες μετέφεραν στα Επτάνησα την αγάπη τους για την τέχνη και τα γράμματα (ας μην ξεχνάμε άλλωστε την προσφορά του κρητικού θεάτρου) ενώ το πνευματικά εύφορο κλίμα της Ζακύνθου δεν άργησε να αφομοιώσει γοργά και λαίμαργα την κουλτούρα και τις ιδέες των ανθρώπων αυτών.

Η Ζάκυνθος άλλωστε διέθετε ένα ομοιόμορφο αστικό στοιχείο σε αντίθεση με την αριστοκρατική Κέρκυρα. Παράλληλα, οι ξένες διαδοχικές κατακτήσεις στα Επτάνησα δημιούργησαν ένα ιδιόμορφο περιβάλλον το οποίο δε συναντάται σε καμία άλλη περιοχή του ελλαδικού χώρου. Το ρεύμα αυτό δεν άργησε να μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα των Επτανήσων, την Κέρκυρα, όπου και ρίζωσε.

Οι επιρροές αυτές, σε συνδυασμό με τις ριζοσπαστικές ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της Ιταλικής κουλτούρας αλλά και της Γαλλικής Επανάστασης δημιούργησαν το πρώτο πνευματικό, ελληνικό κίνημα, αυτό της Επτανησιακής Σχολής. Επιπρόσθετα, η δίψα για ένωση με την Ελλάδα, η πίστη στη δημοτική γλώσσα και τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζύμωσαν την ιδεολογία και το χαρακτήρα της Επτανησιακής Σχολής.

Η λαχτάρα και ακόρεστη επιθυμία για αποτίναξη του αγγλικού ζυγού από τις πλάτες των Ιονίων Νήσων και η ελπίδα ότι η ένωση θα επέφερε πραγματική ελευθερία στο λαό των Επτανήσων, ωθούσαν τους εκπροσώπους της Σχολής να αποτυπώνουν μέσω της πένας τους φλογερά ποιήματα αλλά και δοκίμια. Ο λαός είχε κουραστεί πλέον από τους κατακτητές, ελπίζοντας πως η ένωση με τους ομοεθνούς τους θα ήταν η πραγματική λύτρωση για αυτούς. Τα έργα των λογοτεχνών φούντωναν τη φλόγα αυτή κάνοντας την ιδέα της ένωσης να φαντάζει κάτι το πραγματικά επαναστατικό.

Ο Μαρκοράς λοιπόν γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε αυτόν τον πνευματικό οργασμό. Ήταν επόμενο λοιπόν να δεχτεί τα ερεθίσματα αυτά και να τα καλλιεργήσει περαιτέρω με μεράκι και αγάπη. Το 1852 άρχισε μετά από συμβουλή του Σολωμού τη μετάφραση της Ιλιάδας την οποία όμως εγκατέλειψε όταν είδε το έργο του Πολυλά, το οποίο αναγνώρισε ως ανώτερο. Από το 1853 και μετά ο Μαρκοράς ξεκίνησε να μεταφράζει έργα του Σίλλερ και του Όμηρου.

Μέσω της μετάφρασης άλλων έργων αποκτά νέα ερεθίσματα στη λογοτεχνία τα οποία «προετοιμάζουν», θα λέγαμε, το έδαφος για την ποιητική του «έκρηξη» που θα ακολουθήσει. Ο Μαρκοράς έκρυβε ακόμα καλά το ταλέντο του… Διάβαζε πάρα πολύ ενώ ήταν ανοιχτός σε νέες ιδέες. Τα ποιήματά του θα μπορούσαμε να πούμε ότι φέρουν στην επιφάνεια έναν δυναμικό χαρακτήρα τον οποίο ο Μαρκοράς δεν εξωτερίκευε συχνά.

Επηρεασμένος από τη ρευστή πολιτική σκηνή και από την καλλιτεχνική και πνευματική άνθηση της περιόδου, ίδρυσε μαζί με τις εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής τη Φιλολογική Σχολή η οποία υποστήριζε μεταξύ άλλων, ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να απαλλαχτεί η ελληνική γλώσσα από τους ξύλινους τύπους της αρχαίας, δίνοντας ώθηση στη δημοτική ως γλώσσα του λαού. Η δύσκαμπτη και ακατανόητη από το λαό αρχαίζουσα έπρεπε να αντικατασταθεί από τη φρέσκια και κατανοητή από όλους δημοτική. Συνοδοιπόροι του στη Σχολή αυτή ήταν οι Ι. Πολυλάς, Ν. Μακρής, Ι. Ρινόπουλος, Κ. Μάνεσης, Ι. Κουαρτάνος και Γ. Καλοσγούρος.

Η Σχολή αυτή είχε ως κέντρο της το περίφημο «Καφενείον του Ανανία» στην περιοχή της Γαρίτσας (η ακριβέστερη τοποθεσία μας είναι δυστυχώς άγνωστη). Για να υπερασπιστεί τη χρήση και καθιέρωση της δημοτικής, ο Μαρκοράς έγραψε το σατιρικό ποίημα «Απλή και καθαρεύουσα» (1872). Πίστευε ότι «Η γλώσσα πρέπει να απαλλαγή των τύπων της αρχαίας».

Ο Μαρκοράς λοιπόν γαλουχήθηκε σ’ ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, δεχόμενος ερεθίσματα από όλες τις προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής. Αναμφισβήτητα όμως, η μεγαλύτερη επιρροή προερχόταν από το μέντορά του Διονύσιο Σολωμό. Παρ όλα αυτά δεν του έδειξε ποτέ ούτε ένα στίχο από τα πρωτόλειά του.. Φοβόταν, προφανώς, την κριτική του καθώς ο Μαρκοράς ήταν ένας εσωστρεφής και εξαιρετικά χαμηλών τόνων νέος.

Ο Σολωμός όμως είχε καταλάβει το ταλέντο του και τον νουθετούσε με προσοχή, προσπαθώντας παράλληλα να τον αποτρέψει από την παγίδα της έπαρσης και της αλαζονείας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί το γεγονός ότι ο Μαρκοράς έγραφε στίχους από μικρό παιδάκι, κάτι το οποίο ήταν απολύτως λογικό αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε τις επαφές του πατέρα του με τις προσωπικότητες της εποχής και τις ερασιτεχνικές του απόπειρες στο χώρο της λογοτεχνίας.

Ο Γεώργιος Καλοσγούρος συνήθιζε να λέει για το νησί της Κέρκυρας και τις προσωπικότητές της: «Εκεί, έλεγες ότι στον πρώτο αυτόν σταθμόν της Ελλάδος είχαν συναχθή για να δώσουν ένα λαμπρό προεικόνισμα των ελπίδων του μέλλοντος οι εγκάρδιοι φίλοι της νεανικής ηλικίας του Γεράσιμου Μαρκορά, οι οποίοι με άγιον ενθουσιασμόν και με αφοσίωσιν και λατρείαν έπιναν, ωσάν δροσιάν, τον ήχο του αθάνατου κορυδαλού και εδυνάμωναν καθημερινώς την ψυχήν των με την λατρείαν της αληθείας, της τέχνης και της πατρίδος».

Ώσπου … τα βέλη του θεού Έρωτα χτύπησαν τον νεαρό Μαρκορά. Το 1854 παντρεύτηκε την αρχοντοπούλα Αικατερίνη Δούσμανη, κόρη του Γενικού Γραμματέα Αντωνίου Κόντε Δούσμανη. Μαζί της, απέκτησε ένα αγοράκι, τον Ευστάθιο Μαρκορά, ο οποίος όμως δεν ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. Προτίμησε να ασχοληθεί με την περιουσία της οικογένειας σαν κτηματίας. Ο Ευστάθιος με τη σειρά του απέκτησε δύο παιδιά, το Γεράσιμο και τη Μαρίνα και στη συνέχεια ακολούθησαν οι δισέγγονες του Γεράσιμου Μαρκορά, Ευσταθία και Αγγελική.

Επιστρέφοντας στο Γεράσιμο Μαρκορά, η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ. Το 1870 μετά το γάμο τους η νεαρή κοπέλα πέθανε από φυματίωση, αφήνοντας ένα αναπλήρωτο κενό στη ζωή του ποιητή. Έκτοτε ο Μαρκοράς ούτε ξαναπαντρεύτηκε, ούτε συνδέθηκε με άλλη γυναίκα. Προτίμησε να σκεπάσει σιωπηλά τον πόνο και τη θλίψη του…

Ξαφνικά, το 1857 συνέβη κάτι τρομερό το οποίο άλλαξε τη ροή των γεγονότων. Ο δάσκαλος τόσων προσωπικοτήτων, η υπέρτατη μορφή της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, άφησε την τελευταία του πνοή την 21η Φεβρουαρίου 1857. Ο θάνατός του βύθισε στο πένθος όλα τα Επτάνησα.

Η Ιόνιος Βουλή διέκοψε τις συνεδριάσεις της, ενώ όλοι οι εκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής διοχέτευσαν τον πόνο και τη θλίψη τους σε εκπληκτικά ποιήματα: Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε το ποίημα «Η δάφνη και το αηδόνι», ο Γεράσιμος Μαρκοράς το «Πρώτο Ψυχοσάββατο», ενώ ο Ιάκωβος Πολυλάς (ο οποίος ήταν και ο στενότερος φίλος του Σολωμού) συνέθεσε τη «Νεκρική Ωδή» και τον επικήδειο λόγο. Στη συνέχεια, ο Μαρκοράς συνεργάστηκε με τον Πολυλά και τον Κουαρτάνο με σκοπό τη συγκέντρωση και δημοσίευση όλου του ποιητικού έργου του Σολωμού, το οποίο εκδόθηκε τελικά από τον Πολυλά το 1859.

Το 1863 ο Μαρκοράς δημοσίευσε το σατιρικό ποίημα «Λέλεκας και Σπαρτσίνης», το οποίο είναι ένας διάλογος μεταξύ του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων Στορξ (στην αγγλική γλώσσα ο «λέλεκας») και του Προέδρου της Γερουσίας Καρούσου, που στην Κεφαλονιά είχε το sobriquet- Σπαρτσίνης. Το ποίημα αυτό είναι στην ουσία μία πολιτική σάτιρα κατά των Άγγλων και του συντηρητικού τρόπου διοίκησης των Επτανήσων. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Μαρκοράς γράφει άλλο ένα δυνατό ποίημα, το πιο γνωστό του έργο ίσως μετά τον «Όρκο» το οποίο φανέρωνε όλα τα τίμια και πατριωτικά αισθήματά του, τα «Κάστρα μας».

Το επαναστατικό για την εποχή του αυτό έργο αναφέρεται στην απόφαση των ‘Άγγλων να παραχωρήσουν μεν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, επιμένοντας όμως στην παράλογη άποψη περί κατεδαφίσεως των Φρουρίων του μικρού νησιού Βίδο. Μέσα από το ποίημα αυτό ο Μαρκοράς ξεδίπλωσε όλα του τα πατριωτικά αισθήματα με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη σχετικά με την άδικη και αλλόκοτη απόφαση της κατεδάφισης. Οι κριτικές που έλαβε για το ποίημα αυτό ήταν πράγματι διθυραμβικές: «Ωραία ποιητική έμπνευσι, που αντανακλά εις τα πλάσματα της φαντασίας το άδολο αίσθημα και το ύψος των εθνικών και κοινωνικών ιδεών, τόσο λαμπρά ώστε αυτό το άσμα θα συναριθμήται με τα πολύτιμα κειμήλια της χριστιανικής ποιήσεως».

Η συντηρητική Αθήνα όμως δεν αναγνώριζε το ταλέντο και την επαναστατική γραφή των Επτανησίων ποιητών. Η χρήση της δημοτικής γλώσσας ήταν για αυτούς κάτι το χθαμαλές και αδιανόητο, και το 1864 το περιοδικό φύλλο «Χρυσσαλίς» επαινούσε μεν το περιεχόμενο των ποιημάτων, θεωρούσε όμως «πτωχήν την Επτανησιακήν Διάλεκτον».

Οι Επτανήσιοι ποιητές όμως δεν πτοήθηκαν στιγμή από τα σχόλια των Αθηναίων, και συνέχιζαν να υποστηρίζουν ακράδαντα τη γλώσσα και τη θεματολογία της Επτανησιακής ποίησης. Δε νοούταν άλλωστε η σύσταση και ευημερία ενός έθνους χωρίς γλωσσική ενότητα. Και η αρχαίζουσα γλώσσα σίγουρα δεν ήταν η σωστή επιλογή αν αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μιλούσε τη δημοτική γλώσσα. Η αρχαίζουσα απευθυνόταν σε μία μικρή μερίδα του πληθυσμού δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα γλωσσικό και συνάμα επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των ανθρώπων της εποχής.

Ώσπου φτάνουμε στο 1857, χρονιά καθοριστική για το ποιητικό έργο του Μαρκορά. Συγκλονισμένος από τις εξελίξεις στην Κρήτη γράφει το καλύτερο και γνωστότερο ποίημά του: Τον περίφημο «Όρκο». Το ποίημα αναφέρεται στη θυσία και τον αγώνα των Κρητών κατά των Οθωμανών και, πιο συγκεκριμένα, στην πυρπόληση της Μονής Αρκαδίου στην Κρήτη το 1866. Η υπόθεση του ποιήματος όμως, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη είναι.

Ο Μαρκοράς συγκινήθηκε αφάνταστα από την αυτοθυσία των Κρητών, βάζοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει και να περιπλανηθεί λίγο παραπέρα. Διαλέγει για ήρωες του ποιήματός του δύο ερωτευμένους νέους.

Τι πιο απλό και προσιτό από δύο νέα και ερωτευμένα παιδιά; Σε συνδυασμό με το δυναμικό ιστορικό υπόβαθρο της εποχής, το ποίημα μαγνητίζει τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Η Ευδοκία, κορίτσι ορφανό από μάνα και πατέρα, βρίσκεται σε ένα πλοίο μαζί με άλλους πρόσφυγες συμπατριώτες της και κατευθύνεται προς την Κρήτη, μετά από αναγκαστική απουσία τριών ετών. Στο μυαλό της βρίσκεται διαρκώς ο αγαπημένος της, ο Μάνθος, με τον οποίο είναι αρραβωνιασμένη. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού η κοπέλα αναλογίζεται τη μοίρα της και βρίσκει λίγη χαρά στη σκέψη ότι θα συναντήσει επιτέλους τον καλό της. Μεσολαβεί ο χαιρετισμός των προσφύγων στον Ψηλορείτη, καθώς τον αντικρίζουν δακρυσμένοι ξανά μετά από τόσα χρόνια, και στη συνέχεια το θέμα του ποιήματος επιστρέφει στις σκέψεις της Ευδοκίας.

Το καράβι φτάνει επιτέλους στα άγια και αγαπημένα χώματα των Κρητών. Η χαρά της κοπέλας όμως κρατά λίγο. Μόλις πατά το πόδι της στο νησί πληροφορείται το γεγονός του ολοκαυτώματος της Μονής του Αρκαδίου, ενώ παράλληλα μαθαίνει ότι ο αγαπημένος της (ο οποίος βρισκόταν στη μονή) τώρα είναι νεκρός..

Η Ευδοκία, μην αντέχοντας να παραμείνει στο πατρικό της (το οποίο είναι ερημωμένο και πλέον της προκαλεί μόνο θλίψη και απόγνωση) πηγαίνει στα ερείπια της Μονής. Εκεί την κυριεύει ο πόνος και η οδύνη, ενώ τα λόγια της μαρτυρούν ακόμα και τώρα όρκους αιώνιας αγάπης, αφοσίωσης και έρωτα προς το Μάνθο. Πώς είναι δυνατόν άλλωστε να ξεχάσει την αγάπη της για αυτόν; Πώς είναι δυνατόν να ξεχάσει τα όνειρα που έκαναν μαζί πριν ο πόλεμος δηλητηριάσει την αγάπη τους; Εκείνη τη στιγμή, ο Μάνθος εμφανίζεται μπροστά της ολοζώντανος σαν λέιψανο.

Η μορφή του είναι σχεδόν τρομακτική και αποκρουστική, καθώς είναι νεκρός. Της μιλά όμως τρυφερά, της ορκίζεται πως θα την αγαπά αιώνια ακόμα και αν δε βρίσκεται πια μαζί της στη ζωή και πως θα την προστατεύει όπου κι αν βρίσκεται. Εκείνη, συγκινημένη, πεθαίνει στην αγκαλιά του.. Το τραγικό ζευγάρι δε μπόρεσε να χαρεί τον έρωτά του στην επίγεια ζωή. Βρέθηκαν όμως μαζί στον Παράδεισο…

Το ποίημα αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό έργο του Γεράσιμου Μαρκορά. Ο ποιητής καταθέτει μέσα από το γράψιμό του τα αγνά πατριωτικά του αισθήματα, χωρίς να μολύνεται από ψήγματα σωβινισμού ή κραυγαλέων, ακραίων θέσεων, ενώ ο τρόπος που παρουσιάζει το δυνατό έρωτα των δύο νέων είναι πράγματι συγκλονιστικός.

Ο «Όρκος» τυπώθηκε το 1875 στο κερκυραϊκό τυπογραφείο «Κέρκυρα», για άγνωστους λόγους όμως το έργο δεν κυκλοφόρησε, παρά μόνο σε ελάχιστα αντίτυπα, τα οποία μοιράστηκαν σε λίγους στενούς φίλους του Μαρκορά. Το 1899 ο «Όρκος» μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον καθηγητή Πανεπιστημίου Giovanni Canna. O Canna ήταν καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας (το Πανεπιστήμιο στο οποίο σπούδασε ο Μαρκοράς), ενώ συγχρόνως συνέταξε έναν λόγο υπέρ των προσφύγων της Κρητικής Επανάστασης.

Όπως αναφέραμε, το βασικό μέλημα των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής ήταν η διάδοση και επικράτηση της δημοτικής έναντι της δύσκαμπτης και σκονισμένης πλέον αρχαίζουσας.

Οι «ατρόμητοι» ποιητές της Επτανησιακής Σχολής επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα λογοτεχνικό περιοδικό με στόχο την ανάδειξη των έργων της εποχής και, φυσικά, τη διάδοση της δημοτικής. Ο τίτλος του τολμηρού αυτού έργου ήταν «Εθνική Γλώσσα», το περιοδικό όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Την ομάδα συγγραφής αποτελούσαν οι: Κάρολος Μάνεσης, Στέλιος Χρυσομάλλης, Γεώργιος Καλοσγούρος, Νίκος Κογεβίνας, Ανδρέας Κεφαλληνός, Λορέντσος Μαβίλης, Ιάκωβος Πολυλάς και φυσικά ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Επίσης, σκοπός του περιοδικού ήταν η γλωσσική και λογοτεχνική ενότητα και η προβολή των Επτανησίων λογοτεχνών.

Όμως, οι καιροί για την Κέρκυρα ήταν εξαιρετικά χαλεποί για κάτι τέτοιο (βρισκόμαστε στο έτος 1884 όταν η Κέρκυρα είχε καταντήσει πλέον μία απλή ελληνική επαρχία), και η έκδοση του περιοδικού ήταν αδύνατη.

Παρ’ όλο που ο Μαρκοράς έγραφε χρόνια, η πρώτη επίσημη δουλειά του εκδόθηκε το 1890 στην Κέρκυρα με τον τίτλο «Ποιητικά Έργα». Επίσης, μετά την έκδοση των «Μικρών Ταξειδιών» συνέχισε να γράφει ποιήματα, τα οποία εκδίδονταν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Παναθήναια».

Το γλωσσικό ζήτημα πλέον βρισκόταν, ίσως, στην πιο κρίσιμη καμπή του. Το θέμα της γλώσσας ταλάνιζε την Ελλάδα καθώς η κατάσταση είχε αρχίσει να παίρνει πλέον πολιτικές διαστάσεις. Η κάθε γλωσσική παράταξη υποστήριζε τις απόψεις της ένθερμα, ενώ λογοτεχνικά περιοδικά άρχισαν να εμφανίζονται κατά κόρον για να συμπληρώσουν το σκηνικό. Ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής ήταν ο περίφημος «Νουμάς», δημοσίευμα αμιγώς δημοτικιστικό. Διευθυντής του ιστορικού αυτού περιοδικού ήταν ο Δημήτρης Ταγκόπουλος. Με παρότρυνση του φίλου του Λορέντσου Μαβίλη, ο Γεράσιμος Μαρκοράς δέχτηκε να γίνει συνδρομητής του περιοδικού αυτού. Δε δημοσίευσε όμως ποτέ ποιήματά του στην έκδοση αυτή..

Όπως αναφέραμε, η ζωή του Γεράσιμου Μαρκορά δεν ήταν ούτε κοσμοπολίτικη ούτε κραυγαλέα. Προτίμησε να ζει διακριτικά, αποτυπώνοντας τα συναισθήματα και τους στοχασμούς του πάνω στο χαρτί. Ο πατριωτισμός του, αγνός και αληθινός, δεν παραπατά ούτε στιγμή σε παράλογο σωβινισμό. Παράλληλα, ο σεμνός του χαρακτήρας τον έκανε συμπαθή και προσιτό σε όλους. Το τελευταίο του ποίημα, τη «Βραδινή Γαλήνη», το εμπνεύστηκε ένα ζεστό καλοκαιρινό δειλινό του 1911.

Διάβαζε απορροφημένος τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη και η μυστηριώδης και μαγευτική ηρεμία της βραδιάς τον ενέπνευσαν να γράψει το τελευταίο του ποίημα. Στις 28 Αυγούστου του 1911, ο ποιητής του «Όρκου» και τόσων άλλων ποιημάτων άφησε την τελευταία του πνοή στη νησί που αγάπησε και ύμνησε όσο κανείς, την Κέρκυρα. Το έργο του αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ελληνικής λογοτεχνίας σφραγίζοντας μία ολόκληρη εποχή

Γεράσιμος Μαρκοράς «Ο Όρκος» παράλληλο για τον Κρητικό

Πλέει το καράβι αδιάκοπα, κι η Πούλια ωστόσο δείχτει,
Στον ουρανό αρμενίζοντας, πως είναι μεσονύχτι.
Όλα σιγούν. Στη θάλασσα γλυκοκοιμούντ’ οι ανέμοι,
Και κάθε αστέρι, που ψηλά φεγγοβολάει και τρέμει,
Φαίνετ’ αγγέλου σπλαχνικού προσηλωμένο βλέμμα
Στον κόσμο, που ποτίζεται πάντα με δάκρυα κι αίμα.
Κάποιο, στα βάθη της νυχτός, Πνεύμα καλό και θείο
Μ’ ελεημοσύνη θα ’γυρε τα μάτια και στο πλοίο,
Αν ένα κούρασμα γλυκό κι ύπνος αγάλια εχύθη
Σε τόσα εκεί, που λάχτιζαν, απελπισμένα στήθη.
Όλοι κοιμούνται· μοναχά δεν είναι σφαλισμένα
Δυο μάτια ουρανογάλαζα, δυο μάτια ερωτεμένα.
Ο στοχασμός, που γλήγορα θ’ αράξει στ’ ακρογιάλι,
Όπου φαντάζεται να ιδεί τον ακριβό της πάλι,
Ως έχει χρεία, της Ευδοκιάς ανάσασα δε δίνει,
Μήτε να κλείσει βλέφαρο καθόλου την αφήνει·
Πλην στον αγώνα, που ξυπνή την εβαστούσε ακόμα,
Το τρυφερό της έπεσε παραδαρμένο σώμα,
Κι εκεί που η μαύρη καταγής ακίνητη απομένει,
Στη χλόη θαρρεί του τόπου της πως είναι πλαγιασμένη.
Αν στο ροδάτο μάγουλο σιγά-σιγά τ’ αέρι
Μιαν άκρη από τα ξέπλεκα σγουρά μαλλιά της φέρει
τ’ αγαπημένου το φιλί πώς αγρικάει παντέχει,
Και νέα σε κάθε φλέβα της γλυκάδα ουράνια τρέχει.

https://m.kefaloniatoday.com

https://latistor.blogspot.co

Η καζαντζακική φιλοσοφία στην «Ασκητική»

68978170_2466040970292890_1402244308895006720_n

Το πασίγνωστο «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος» δεν διαμορφώθηκε από τον Καζαντζάκη ως φιλοσοφικό συμπύκνωμα προς το τέλος της ζωής του, απλώς για να γραφτεί στον τάφο του. Στην Ασκητική του, η πρώτη μορφή της οποίας δημοσιεύτηκε το 1927 στο περιοδικό Αναγέννηση που διευθυνόταν από τον Δημήτρη Γληνό (τχ. 11-12, 599-631), διαβάζουμε στο τέλος του δευτέρου κεφαλαίου. Η προετοιμασία):

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μού φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.

Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ’ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γης υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρη κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!».

Ξέρω τώρα· δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δε θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.

Καζαντζάκης 2014, 43-44
Το σώμα-καράβι, η ανάταση της ψυχής, το θαλασσινό ταξίδι ως υπαρξιακή περιπέτεια, το ναυάγιο και η άβυσσος ως σκοποί της ζωής προαναγγέλλουν τη θεματική και την εικονοποιία της Οδύσσειας . Η τελευταία παράγραφος του αποσπάσματος δεν περιέχει απλώς λεκτικά το «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λέφτερος», αλλά προεκτείνεται επεξηγηματικά στον νου ως γεννήτορα της ελπίδας και στην καρδιά ως δημιουργό του φόβου. Επιπρόσθετα, νιώθουμε στο κείμενο τη γλωσσική παρουσία του ηρωικού δημοτικισμού («δίνουμαι, αγωνίζουμαι, ξακλούθα» κ.ά.), αλλά οι νεόπλαστες (π.χ. «βαθιογάλαζα») και οι εξεζητημένου τόνου (π.χ. «ολομεμιάς») λέξεις δεν είναι τόσο πολλές, ώστε να αναδύεται από το κείμενο η αίσθηση μιας υψηλόβαθμης γλωσσικής τεχνητότητας, όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια. Όταν το 1927 η Ασκητική εκδόθηκε και ως ανάτυπο του περιοδικού Αναγέννηση, δημοσιεύτηκε, μεταξύ άλλων, και ένα κριτικό σημείωμα του Κλέωνα Παράσχου στη Νέα Εστία. Εκεί διαβάζουμε ότι

Το Salvatores Dei [= Ασκητική] είναι ένα μακρόπνοο φιλοσοφικό ποίημα, γραμμένο σε τόνο κηρύγματος, ωσάν τον Ζαρατούστρα του Νίτσε, και όπου θίγονται (και λύονται κατά κάποιον τρόπο) τα μεγαλείτερα ανθρώπινα προβλήματα, ηθικά και μεταφυσικά.

Παράσχος 1927, 890
Ένα έργο που προτείνει ή προσπαθεί να προτείνει λύσεις σε «προβλήματα, ηθικά και μεταφυσικά» ανήκει, αναντίρρητα, και στην περιοχή της φιλοσοφικής συγγραφής, ενώ η αναφορά στο συγκεκριμένο κεφαλαιώδες έργο της παγκόσμιας φιλοσοφικής γραμματείας, αφενός ενδέχεται να υποδηλώνει τη διαπίστωση της επιρροής που άσκησε και ο Νίτσε στον στοχασμό του Καζαντζάκη (βλ., λ.χ., Κουμάκης 1996), αφετέρου ίσως να υποδεικνύει ότι και στο καζαντζακικό κείμενο (όπως, ως γνωστόν, και στο νιτσεϊκό) διαπλέκονται δημιουργικά η φιλοσοφική αναζήτηση με τη λογοτεχνική δυναμική.

Η Ασκητική δεν είναι έργο αφηγηματικής μυθοπλασίας και γενικά κατατασσόταν και κατατάσσεται στον χώρο της «στοχαστικής πεζογραφίας» (Beaton 2011, 709), δηλαδή του φιλοσοφικού-λογοτεχνικού δοκιμίου. Είναι σωστή η άποψη για τον κηρυγματικό τόνο του έργου, αλλά γιατί η Ασκητική να χαρακτηρίζεται ως «ποίημα»; Παρότι στην καζαντζακική βιβλιογραφία δεν έχει ιδιαίτερα υπογραμμιστεί (φαίνεται, ωστόσο, ότι δεν διέλαθε της προσοχής της κριτικής που ασκήθηκε με όρους εκδοτικής επικαιρότητας), με την πρώτη απλή ανάγνωση διαπιστώνεται πως η Ασκητική έχει γραφτεί σε στίχο-εδάφιο (verset ), δηλαδή στον ιδιότυπο εκείνο στίχο, που δεν εξαντλείται σε μία σειρά, αλλά εκτείνεται σε μία (όχι ιδιαίτερα μεγάλη) παράγραφο. Όταν απομονωθεί ένας τέτοιος στίχος, δεν αναδίνει σε μεγάλο βαθμό αίσθηση ρυθμικότητας. Εάν, ωστόσο, ακολουθήσουμε μια ροή στην ανάγνωση (το παραπάνω απόσπασμα συγκροτεί μικρό δείγμα μιας τέτοιας ροής), επειδή ακριβώς κάθε εδάφιο περικλείει λεκτικό υλικό που ως ποσότητα δεν διαφέρει αισθητά από το προηγούμενο και το επόμενο, και επειδή η αλλαγή εδαφίου προϋποθέτει μια μικρή και επαναλαμβανόμενη συνεχώς αναγνωστική παύση, οικοδομείται η αίσθηση μιας ρυθμικής επαναληπτικότητας. Ο στίχος-εδάφιο έχει αξιοποιηθεί σε πολύ σημαντικά κείμενα και της παγκόσμιας (π.χ. Αποκάλυψη του Ιωάννη) και της νεοελληνικής γραμματείας (π.χ. Η Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού), ιδίως σε έργα οραματικά και αποκαλυπτικά, στη χορεία των οποίων δεν θα ήταν λάθος να εντάξουμε και την Ασκητική

Πηγή : selidodeiktes.greek-language.gr

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 25 Αυγούστου, 2019, σε Πεζά. 1 σχόλιο

Guillaume Apollinaire, «Στον έρωτα και στον πόλεμο»

69483388_2466030206960633_4494099816841740288_n

Βρέχει

Βρέχει φωνές γυναικών σα να ήταν πεθαμένες ακόμα
και μες στην ανάμνηση
κι εσάς είναι που βρέχει εξαίσιες συναντήσεις της
ζωής μου ω σταγονίτσες
κι αυτά τα αφηνιασμένα σύννεφα χλιμιντρίζουν ένα
σύμπαν αυτηκόων πολιτειών
άκου αν βρέχει καθώς η λύπη και η περιφρόνηση
κλαίνε μια αρχαία μουσική
άκου που στάζουν οι δεσμοί που σε κρατούν ψηλά
και χαμηλά

Τομεάρχης

Το στόμα μου θα έχει τις φλόγες της γέεννας
Το στόμα μου θα είναι για σένα μια κόλαση γλύκας
και ομορφιάς
Οι άγγελοι του στόματός μου θα κάνουν θρόνο μέσα
στην καρδιά σου
Οι στρατιώτες του στόματός μου θα σε καταλάβουν
με έφοδο
Οι παπάδες του στόματός μου θα λιβανίσουνε την
ομορφιά σου
Η ψυχή σου θα τρέμει όπως μια χώρα την ώρα του
σεισμού
Τότε τα μάτια σου θα φορτωθούν όλο τον έρωτα που
χρόνια ολόκληρα μαζεύτηκε μέσα στα βλέμματα
της ανθρωπότητας
Το στόμα μου θα είναι μια στρατιά εναντίον σου μια
στρατιά όλη με παράταιρους γεμάτη
Έχει ποικιλία όπως ένας μάγος που ξέρει και αλλάζει
τις μεταμορφώσεις του
Η ορχήστρα και οι χορωδίες του στόματός μου θα σου
πουν τον έρωτά μου
Από μακριά στον μουρμουρίζει
Καθώς με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι περιμένω τη
στιγμή που έχει καθοριστεί για την έφοδο

Κι εσύ καρδιά μου γιατί χτυπάς

Σαν ένας λυπημένος παρατηρητής
Κοιτάζω τη νύχτα και το θάνατο

Στη λίμνη των ματιών σου τη βαθιά
Η φτωχή μου καρδιά πνίγεται
Διαλύεται και λειώνει
Μελαγχολική ανάμνηση
Μες στα νερά της τρέλας και του έρωτα

Έρωτα βασιλιά
Θέλω να μου πεις
Το τόσο όμορφο
Περιστέρι
Το άπιστο
Που το φωνάζουν
Μικρή Λου
Πες μου πού
Πήγε και
Σε ποιόν;
-Μα στον Γκιγιώμ

Λου τριαντάφυλλό μου

Λου είσαι το τριαντάφυλλό μου
Τα οπίσθια σου τα υπέροχα δεν είναι το πιο
όμορφο τριαντάφυλλο ;
Τα στήθη σου τα στήθη σου τα αγαπημένα δεν
είναι κι αυτά τριαντάφυλλα ;
Και τα τριαντάφυλλα δεν είναι κι αυτά ωραίες
μικρές Λου
Που τις μαστιγώνουμε όπως το αεράκι
Χτυπά των τριανταφύλλων τα οπίσθια
Παραμελημένη
Λου τριαντάφυλλο μου
Μου έστειλες τα φύλλα σου
Ω μικρή θεά
Δημιουργείς τα τριαντάφυλλα
Φτιάχνεις τα φύλλα
Τριαντάφυλλα
Μικρές γυμνές γυναίκες που χορεύουν
Με ευγένεια
Πάνω σε κούνιες λικνίζονται
Με γυαλιστερά φουστάνια
Tραγουδούν το πιο όμορφο άρωμα το πιο δυνατό
το πιο γλυκό
Λου τριαντάφυλλό μου ω τελειότητά μου σʼ αγαπώ
Kαι είναι με χαρά που κινδυνεύω να τσιμπηθώ
Για χάρη της ομορφιάς
Σʼ αγαπώ σε λατρεύω δαγκώνω σιγανά τα φύλλα σου
Τριαντάφυλλο που βασιλεύεις στα λουλούδια Λου
βασίλισσα των γυναικών
Σε φέρνω στην άκρη των δακτύλων ω Λου ω
τριαντάφυλλο
Στην άκρη των δαχτύλων και σε κρατώ σφιχτά
Μέχρι που λιποθυμάς
Όπως λιποθυμά το άρωμα
Από τα τριαντάφυλλα
Σʼ αγκαλιάζω Λου και σε λατρεύω

Eκεί είναι

Εκεί είναι μικρά γεφύρια σαστισμένα
Εκεί είναι η καρδιά μου που χτυπά για σένα
Εκεί είναι μια γυναίκα μελαγχολική πάνω στο δρόμο
Εκεί είναι μια όμορφη μικρή αγροικία μέσα σε ένα κήπο
Εκεί είναι έξη στρατιώτες που διασκεδάζουν σαν τρελοί
Εκεί είναι τα ματιά μου που ψάχνουν την εικόνα σου
Εκεί είναι ένα μικρό γοητευτικό δάσος πάνω στο λόφο
Και ένας ντόπιος γέρος κατουρά την ώρα που περνάμε
Εκεί είναι ένας ποιητής που ονειρεύεται τη μικρούλα Λου
Εκεί είναι η μικρούλα Λου εκλεκτή μέσα στο μεγάλο
Παρίσι
Εκεί είναι μια πυροβολαρχία μέσα στο δάσος
Εκεί είναι μια βοσκοπούλα που βόσκει τα πρόβατά της
Εκεί είναι η ζωή μου που σου ανήκει
Εκεί είναι ο εφεδρικός μου κονδυλοφόρος που όλο στάζει Εκεί είναι μια κουρτίνα από λεύκες απαλή απαλή
Εκεί είναι όλη μου η ζωή η περασμένη που πέρασε καλά
Εκεί είναι οι δρόμοι οι σκοτεινοί της Menton που είχαμε
αγαπηθεί
Εκεί είναι μια μικρή κοπέλα από το Sospel που μαστιγώνει
τους συντρόφους της
Εκεί είναι το μαστίγιο μου του αμαξά μέσα στο σάκο μου
που έχω για τη βρώμη
Εκεί είναι τα βέλγικα βαγόνια πάνω στις γραμμές
Εκεί είναι ο έρωτάς μου
Εκεί είναι όλη η ζωή
Σε λατρεύω

Γράμμα-ποίημα

Τα φτωχά μου μάτια γέμισαν μαζί σου
Σαν ένα έλος απʼ το φως του φεγγαριού
Και σε παρακαλώ γονατισμένος
Ω ωραία ξανθιά που για μελαχρινή σε νόμιζα.

Σκληραίνεις γέρικη καρδιά όταν ακούς
τις διαπεραστικές κραυγές
Που βγάζουν μακριά οι τραυματίες με αγωνία
Ψείρες της γης οι άνθρωποι ανθεκτικά σκουλήκια

 

Φίλη μου εσένα σκέφτομαι
Το χρώμα του ήλιου που έχεις και τη χάρη σου
Το σπίτι είναι αδειανό απʼ τη στιγμή που έφυγε
Η ηλιαχτίδα μου και πήγε να βουτήξει μέσα στη
θάλασσα
Αν δεις τα υποβρύχια
Πες τους ότι σʼ αγαπώ
Αν μαζευτούν τα σύννεφα
Πες τους ότι σε λατρεύω
Αν η θύελλα λυσσασμένη ξεσπάσει πάνω στους βράχους
της ακτής
Πες της ότι είσαι ο πολύτιμός μου λίθος
Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει μες στις χιλιάδες
κόκκους άμμου που έχει η ακρογιαλιά
Πες του ότι είσαι το ακριβό πετράδι που αγαπώ
Όταν θα δεις τον ταχυδρόμο
Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά
σου
Σου στέλνω χίλια φιλιά και χίλια χάδια
Που θα σε ανταμώσουν όπως οι λέξεις συναντούν την
κεραία του ασύρματου
Αν δεις πληγωμένους
Πες τους πως η μόνη μου πληγή είναι αυτή που εσύ
έκανες στην καρδιά μου
Αν καμιά φορά με θυμηθείς συλλογίσου ότι η σκέψη μου
είναι πάντα μαζί σου
Και ότι σε λατρεύω

 

Εμπρός ανθρώπινη καρδιά μου η λάμπα σε λίγο θα σβήσει
Χύσε εκεί το αίμα σου
Εμπρός ζωή μου θρέψε αυτή τη λάμπα με έρωτα
Εμπρός κανόνια ανοίξτε το δρόμο
Κι ας έρθει επιτέλους ο καιρός της νίκης ο πολύτιμος
καιρός της επιστροφής

 

Το τραγούδι του έρωτα

Ιδού από τι είναι φτιαγμένο το συμφωνικό τραγούδι του
Έρωτα
Υπάρχει το τραγούδι του έρωτα το παλιό
Ο θόρυβος των ταραγμένων φιλιών διασήμων εραστών
Οι κραυγές του έρωτα των θνητών γυναικών βιασμένες από
τους θεούς
Ο ανδρισμός των μυθικών ηρώων σε ανάταση όπως τα
όπλα ενάντια στʼ αεροπλάνα
Το πολύτιμο ουρλιαχτό του Ιάσωνα
Το θανατηφόρο τραγούδι του κύκνου
Και ο ύμνος ο νικηφόρος που οι πρώτες ακτίνες του ήλιου
τραγουδούν στον ακίνητο Μέμνονα
Υπάρχει η κραυγή των Σαβίνων τη στιγμή της αρπαγής
Υπάρχει επίσης η ερωτική κραυγή του αίλουρου μέσα
στη ζούγκλα
Ο υπόκωφος θόρυβος των χυμών που ανεβαίνουν μέσα
στα τροπικά φυτά
Οι βροντές του πυροβολικού που αποτελειώνουν τον
τρομερό έρωτα των λαών
Τα κύματα της θάλασσας όπου γεννιέται η ζωή και η
oμορφιά

Υπάρχει εκεί το τραγούδι όλου του έρωτα του κόσμου

 

Στην Ιταλία

Ιταλιά των περασμένων χρόνων
Σʼαγαπώ
Όσο αγαπούμε την ομορφιά όλων των χρόνων
Μα σʼ αγαπώ ακόμα περισσότερο
Ιταλία γιατί κάνεις τον πόλεμο
Μοντέρνα Ιταλία
Ω ηλεκτρισμέ
Ω ορεσίβια
Εσύ που γλιστράς με τα σκι πάνω στις άσπρες πλαγιές
Ιταλία
Που οι νέοι σου άνθρωποι μεγαλώνουν μέσα στην
ασκητική
Που οι γέροντές σου πηγαίνουν με μεγαλοπρέπεια
Υπερίπτασαι
Σπινθηροβολείς
Μεγαλουργείς
Ω θεία
Ω γαλλίδα

Πριν απ΄ το σινεμά

Κι αργότερα αυτό το βράδυ θα πάμε
Στο σινεμα

Οι Καλλιτέχνες που είναι λοιπόν εκεί
Δεν είναι αυτοί που καλλιεργούν τις Καλές – Τέχνες
Δεν είναι αυτοί που όλο ασχολούνται με την Τέχνη
Την Τέχνη της ποίησης ή της μουσικής
Είναι ηθοποιοί και θεατρίνες

Αν είμασταν Καλλιτέχνες
Δε θα λέγαμε ποτέ στο σινεμά
Θα λέγαμε στο σινέ

Αλλά αν είμασταν παλιοί καθηγητές της επαρχίας
Δε θα λέγαμε ούτε σινεμά ούτε σινέ
Θα λέγαμε στον κινηματογράφο

Έτσι πρέπει Θεέ μου να έχουμε και γούστο

Ο γάτος

Εύχομαι ναʼ χω μέσα στο τσαρδί
μια γυναίκα γεμάτη λογική
πάνω στα βιβλία μου ο γάτος να περνά
και οι φίλοι ναʼ ρχονται όλο τον καιρό
Χωρίς αυτούς να ζήσω δεν μπο

Α

Λίντα…….Αντνίλ
Ίλντα …….Ντανίλ
Νίλντα……Ναντίλ
Ίλντα……..Ναλίντ……..Αλνίντ
Ιντάλ……..Ντιλάν……..Αλντίν
Λνίντα……Λανίντ……..Ιλντάν
Λντία……..Λαντί
Λντάι……..Ναλντί
Λίντνα……Νταλνί
Λιντάν

Επιγραφή για τον τάφο
του ζωγράφου Ηenri Rousseau
του τελωνοφύλακα

Ευγενικέ Rousseau που μας ακούς
Εμείς σε χαιρετάμε
Ο Delaunay η γυναίκα του ο κύριος Queval κι εγώ
Άφησε να περάσουν λαθραία τα μπαγκάζια μας από
την πόρτα του ουρανού
Σου φέρνουμε καμβάδες χρώματα και πινέλα
Για να μπορέσεις στον ιερό ελεύθερό σου χρόνο
μέσα στο αληθινό φως
Γεμάτος αφοσίωση να ζωγραφίσεις το πορτραίτο μου
Με πρόσωπο πάνω στʼαστέρια

 

Ταξίδι

Πού…πάει… λο.ι.πό ν…..το….τραί.ν.ο…….που……πεθαίνει
Mες….στις….κοιλαδες….και…μες.στα……ωραία….δάση ;;;

 

Η καρδιά μου μοιάζει
με μια φλόγα αναποδογυρισμένη

Βαρόνη άκου το θάνατο
πώς μερακλώνει

 

Σημείωμα

Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ , ο ποιητής και εμψυχωτής της μοντέρνας ζωγραφικής στο Παρίσι , έγραφε τα ποιήματά του μέσα στις φλόγες του πολέμου και το

υ έρωτα…
Γεννημένος το 1880 στη Ρώμη ήταν νόθος γιός μιας Πολωνέζας κι ενός Ιταλού αξιωματικού. Πολέμησε για τη Γαλλία και δόξασε τη γλώσσα μιας πατρίδας που άργησε πολύ να τον δεχτεί . Τύπωσε μόνο 2 ποιητικά βιβλία : τα Alcools < Οινοπνεύματα> – το 1913 πριν τον πόλεμο- και λίγο πριν το θάνατό του τα Calligrammes< Καλλιγραφήματα>- συλλογή που δημοσιεύτηκε το 1918 μετά τον τραυματισμό του στις μάχες από θραύσμα οβίδας στο κεφάλι…Πολλά αδημοσίευτα ποιήματά του είναι γραμμένα για την κορυφαία μούσα του τον καιρό του πολέμου την Louise de Coligny-Chatillon , την Lou , όταν αυτή τον εγκατέλειψε μετά από μια βδομάδα πάθους… Ο τραυματισμένος στα χαρακώματα ποιητής πήρε την υπηκοότητα την άνοιξη του 1916 αλλά σε λίγο πέθανε από την ισπανική γρίπη .

http://www.poiein.gr

μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ριτσώνης

Καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Λίνος Κόκοτος , ένας χαρισματικός δημιουργός ! Κάπου στο 1960, ένα δεκαπεντάχρονο παιδί βλέπει να φέρνουν στο σπίτι του, φορτωμένο σε ένα τρίκυκλο, το πρώτο του πιάνο. Η χαρά του είναι απερίγραπτη. Στα μεταχειρισμένα πλήκτρα του μαθαίνει να βγάζει τις πρώτες μελωδίες, ενώ στο ίδιο πιάνο θα γράψει πολύ αργότερα τις επιτυχίες που θα τον καθιερώσουν ως έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες της ελληνικής μουσικής

69242068_2465153017048352_6615871033238880256_n

 

Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το Φεβρουάριο του 1945 και τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο Αιγάλεω. Μέλος της χορωδίας του σχολείου του από πολύ μικρός, πραγματοποίησε αργότερα σπουδές στο Ωδείο Αθηνών (1961). Ο πρώτος καλλιτέχνης που πίστεψε στο ταλέντο του και τον ενθάρρυνε έμπρακτα στο ξεκίνημά του την ίδια χρονιά, ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης. Πέντε χρόνια αργότερα (1966) παρουσίασε τη δουλειά του στις μπουάτ της Πλάκας μαζί με άλλους συνθέτες του “Νέου Κύματος”. Ο πρώτος του δίσκος που κυκλοφόρησε ήταν οι «Ώρες» (1969) από την εταιρεία «LYRA» του Αλέκου Πατσιφά.

Εν συνεχεία γνωρίσθηκε ή συνεργάσθηκε με μια πλειάδα ερμηνευτών και στιχουργών, μεταξύ των οποίων οι Αργύρης Βεργόπουλος, Άκος Δασκαλόπουλος, Τάσος Μωραΐτης, Γιώργος Ζωγράφος, Νίκος Καλλίτσης, Νότης Μαυρουδής, Γιάννης Σπανός, Μάνος Λοΐζος, Νίκος Ξυλούρης, Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Μιχάλης Βιολάρης, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Σωτηρία Μπέλλου, Δήμητρα Γαλάνη, Μανώλης Μητσιάς, Ρένα Κουμιώτη, Γιάννης Πουλόπουλος, Μαρία Δουράκη, ενώ δούλεψε μαζί με τους Λευτέρη Παπαδόπουλο, Γιώργο Αρμένη, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και μελοποίησε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη (1973, “Θαλασσινό Τριφύλλι”). Το 2015 επέστρεψε στο προσκήνιο με νέες δημιουργίες[2]

Τα έργα του κινούνται από το χώρο της δισκογραφίας έως του θεάτρου, στο οποίο επίσης συνεισέφερε, γράφοντας τη μουσική πολλών παραστάσεων.

69273492_2465153047048349_9071150961296146432_n

Ο Λίνος Κόκοτος παίζει ακόμη στο ίδιο πιάνο. Όπως τότε που ήταν μικρό παιδί…

Ο σπουδαίος συνθέτης αφηγείται τη ζωή του στην Popaganda με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του δουλειάς.

Γεννήθηκα στο Αγρίνιο. Όταν ήμουν πέντε, ήρθαμε στο Αιγάλεω όπου μεγάλωσα στις γειτονιές και στις αλάνες του. Ήμασταν γείτονες με τον Ζαμπέτα που τον θυμάμαι κάθε Κυριακή να παίζει τάβλι με τον Στράτο Παγιουμτζή, στην πλατεία Δαβάκη, ανάμεσα σε άλλους σπουδαίους, όπως οι Πολυκανδριώτης και Καλδάρας.

Ο πατέρας μου, ένας χαρισματικός πλανόδιος μικροπωλητής, είδε την κλίση μου στις τέχνες και συχνά με πήγαινε σε μουσικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής και θέατρα. Πάντα όμως, φρόντιζε να πάμε κάπου που δεν θα λειτουργούσε απωθητικά για ένα παιδί.

Στη γειτονιά υπήρχαν δύο αδέρφια που έπαιζαν ακορντεόν και κόλλησα μαζί τους. Από την άλλη, ο γιος ενός πελάτη του πατέρα μου, ο Γιώργος Βασσάλος, έπαιζε επίσης ακορντεόν. Πηγαίνοντας στο μαγαζί τους, βρίσκει ένα μεταχειρισμένο ακορντεόν και το βάζει στην αγκαλιά μου. Ο πατέρας μου έδωσε 3.000 δραχμές κι εγώ γέμισα με μια απερίγραπτη χαρά. Ο Βασσάλος θα μου έκανε μαθήματα. Ξεκινήσαμε με τα Κύματα του Δούναβη, αλλά μόλις έπαιξα τις πρώτες νότες, παρασύρθηκα και άρχισα να ξεφεύγω από το μάθημα αυτοσχεδιάζοντας.

Το πιάνο ήρθε με τρίκυκλο

Δυο χρόνια αργότερα, ο πατέρας μου είδε ότι η αγάπη μου για μουσική χρειαζόταν κάτι μεγαλύτερο από ένα ακορντεόν. Έτσι, το 1960, κοντά στο Μπαρουτάδικο όπου μέναμε, είδα να έρχεται το πρώτο μου πιάνο φορτωμένο σε ένα τρίκυκλο. Είναι αυτό που έχω ακόμα στον χώρο μου και ό,τι έχω γράψει, είναι επάνω στα πλήκτρα του.

Έπεσα με ορμή στα μαθήματα. Έπαιζα θέλοντας να βγάλω συναισθήματα ακαθόριστης μελωδικής γραμμής. Φυσικά, ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα γινόμουν συνθέτης. Εξάλλου, αυτό δεν προδιαγράφεται. Απλά, άρχισα να αυτοσχεδιάζω γράφοντας μελωδίες. Μάλιστα, μελοποίησα δύο ποιήματα του Δροσίνη που υπήρχαν στο αναγνωστικό του σχολείου μας, το «Τρεχούμενο νερό» και τα «Άσπρα σπιτάκια» (Το χωριό μας).

Ο θείος μου είχε ραφείο δίπλα από την στοά όπου βρισκόταν το πρώτο κατάστημα του Νάκα και τύπωνε ο Θεοδωράκης τις παρτιτούρες του. Μια μέρα, συναντήθηκαν και του λέει ο θείος: «Μίκη, έχω έναν ανιψιό που μουτζουρώνει το πεντάγραμμο». «Πες του να περάσει από το σπίτι. Κωνσταντινουπόλεως 39, στη Νέα Σμύρνη».

Μέχρι τότε, ακούγοντας να μιλούν όλοι για τις παραστάσεις του, νόμιζα ότι ο Μίκης ήταν μεγάλος σε ηλικία και ξαφνιάστηκα που τον είδα τόσο νέο. Πήρε τις παρτιτούρες από την μελοποίηση του Δροσίνη και άρχισε να τραγουδά. «Διακρίνω συνθετικό ταλέντο» είπε και με προέτρεψε να πάω στο Ωδείο Αθηνών για να αναβαθμίσω την θεωρητική μου γνώση. Επειδή όμως είχε ολοκληρωθεί η διδακτική χρονιά, μου λέει «Θα σε στείλω σε έναν νέο συνθέτη. Λέγεται Γιάννης Μαρκόπουλος». Θα έκανα μαζί του το πρώτο σολφέζ, το καλοκαίρι, και από Σεπτέμβρη θα προχωρούσα πιο γρήγορα στο Ωδείο.

Από τα μαθήματα με τον Μαρκόπουλο θυμάμαι ότι ήταν πάντα ανήσυχος από τις μελωδίες που στριφογύριζαν στο μυαλό του. Μετά τα μαθήματα διατηρήσαμε φιλική σχέση. Μάλιστα, το «Μικρό παιδί σαν ήμουνα» το πρωτόπαιξα στο σπίτι του Μαρκόπουλου, στην οδό Κερκύρας, στην Κυψέλη. Τους στίχους έγραψε ο Βεργόπουλος. Ο πατέρας του ήταν φίλος με τον δικό μου. Μια μέρα συζητούσαν για τις ασχολίες των γιων τους. Ο δικός μου είπε ότι έγραφα τραγούδια και ο δικός του ότι έγραφε στίχους. Έτσι γνωριστήκαμε με τον Αργύρη και γράψαμε δυο-τρία κομμάτια.

Η γνωριμία με τις μπουάτ και ο Πατσιφάς

Τριγυρνώντας στα στενά της Πλάκας, έφτασα στις Εσπερίδες όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μέχρι τότε, είχα συνηθίσει μεγάλες ορχήστρες όπως της Λυρικής ή μεγάλων μαγαζιών. Στη μπουάτ ήταν τελείως διαφορετικά. Ένας μικρός χώρος, ένα πιάνο ή κιθάρα και ο τραγουδιστής. Ήμουν διστακτικός, αλλά ακούγοντας τα τραγούδια, μαζί με ένα όμορφο αστείο που «πέταξε» ο Γιάννης Αργύρης, άλλαξε η διάθεσή αμέσως.

Ένας συνομήλικός μας έπαιξε τρία τραγούδια στο πιάνο. Ήταν ο Γιάννης Γλέζος. Αυτό ήταν αφορμή να με παροτρύνουν να παίξω κι εγώ. Κάποιος φώναξε στον Ζωγράφο «Γιώργο, κι ο φίλος εδώ παίζει πιάνο». Ανάμεσα στα κομμάτια μου ήταν και το «Μικρό παιδί». Τότε με φώναξε ο Αργύρης λέγοντας «Αυτό που έπαιξες, είναι μεγάλο τραγούδι». Ο Ζωγράφος πρότεινε να το πάμε στη Λύρα. Ο Πατσιφάς έβγαζε μια δεκτικότητα και ηχογραφήσαμε αμέσως. Στην κιθάρα ήταν ο Μαυρουδής. Μπουζούκι έπαιζε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με βαλβίδα στο φάρυγγα. Δεν ήξερα τι πενιά θα έβγαζε. Μετά έμαθα ότι ήταν ο Χάρης Λεμονόπουλος και σκεφτόμουν «Να μην το ξέρω νωρίτερα, να του φιλήσω τα χέρια». Μάλιστα, μια κατέντζα από μπουζούκι που ακούγεται στο τέλος του κομματιού, είναι δικός του αυτοσχεδιασμός. Στην άλλη πλευρά του δίσκου υπήρχε το «Απόβραδο» με δικούς μου στίχους. Είναι οι μοναδικοί που έγραψα. Δεν έκανα εγώ για στιχουργός.

Ο δίσκος έκανε επιτυχία, αλλά δεν είχα δώσει σημασία. Όταν όμως ακούσαμε το δισκάκι με τον Γιώργο σε ένα δισκοπωλείο, δεν μας άρεσε ο ήχος. Φαινόταν σαν «ψόφιο» γιατί εμείς είχαμε στο αυτί μας τον ήχο του στούντιο που έκανε μεγάλη διαφορά.

Έκτοτε άρχισαν και οι παραγγελίες από τον Πατσιφά. «Λίνο, θα κάνεις δυο τραγούδια για τον Πουλόπουλο» είπε μια μέρα. Στο μεταξύ, στο σπίτι του Μαρκόπουλου, είχα ήδη γνωρίσει τον Άκο Δασκαλόπουλο και επικοινωνούσαμε με τον Πουλόπουλο. Μάλιστα, είχαμε φτιάξει μόνοι μας το «Ένα μαχαίρι» που το παίξαμε στον Πατσιφά, μόνο με ένα πιάνο και μας έστειλε κατευθείαν για ηχογράφηση. Στην άλλη πλευρά ήταν το «Χάθηκαν οι ώρες».

Αφού κάναμε και δυο κομμάτια για τον Βιολάρη που γινόταν ίνδαλμα, κάποια στιγμή, ο Πατσιφάς είπε ότι ήταν ώρα να κάνουμε ένα LP. Ήταν «Οι ώρες» με Πουλόπουλο, Βιολάρη και Ζωγράφο, ενώ υπήρχαν δύο τραγούδια που χρειάζονταν γυναικεία φωνή, Στην Λύρα όμως δεν έβρισκα την κατάλληλη. Ώσπου μια μέρα, έφερε ο Πατσιφάς μια νέα τραγουδίστρια. Ανεβήκαμε σε ένα καμαράκι όπου κάναμε τις ακροάσεις. Παίζω τα κομμάτια ακούγοντάς την και λέω «Αυτό είναι. Βρήκα την καρφωτή φωνή που ήθελα». Δεν είναι τυχαίο που πολλοί την αποκαλούσαν «Ο θηλυκός Μπιθικώτσης». Ήταν η Ρένα Κουμιώτη. Όταν βγήκε ο δίσκος, μαζευτήκαμε σπίτι του Δασκαλόπουλου, όλη η παρέα -Λοΐζος, Καρούζος, Κοντογιώργος, Άκος κι εγώ- και κάναμε τις κριτικές μας.

Από ‘κείνες τις εποχές, μόνο ωραία πράγματα έχω να θυμηθώ. Υπήρχαν βραδιές που έλεγες «Να μην ξημερώσει». Δεν ήταν όμως «κούφια» ξενύχτια. Γράφαμε, δημιουργούσαμε. Βέβαια, υπάρχει και μια διαφορά. Από τα τέλη 70 και μετά, ο κόσμος άκουγε τα νέα τραγούδια σε δισκοπωλεία. Παλιότερα, οι περισσότεροι έπρεπε να έρθουν στην μπουάτ για να ακούσουν νέα κομμάτια.

Το Θαλασσινό Τριφύλλι του ανώνυμου ποιητή

Το «Θαλασσινό τριφύλλι» ήταν εξετάσεις για μένα. Μια μέρα, με παίρνει τηλέφωνο ο Πατσιφάς ζητώντας να περάσω από την εταιρεία. Μπαίνω στο γραφείο και μου δίνει δύο ποιήματα, τα Τζιτζίκια και το Ερημονήσι. Όσο διάβαζα τόσο κάτι έτρεχε μέσα μου, δεν έβλεπα υπογραφή του ποιητή. Ο Πατσιφάς δεν ήθελε να μου πει το όνομά του. Τον «σταύρωσα», αλλά δεν έλεγε λέξη. Ζήτησε μόνο να ετοιμάσω τα κομμάτια χωρίς βιασύνη και μόλις νιώσω ότι είναι έτοιμα να πάω να τα ακούσει. Βγαίνοντας από το γραφείο του, να σου και ο Άκος. Περάσαμε όλη την ημέρα μαζί, ψάχνοντας τίνος μπορεί να ήταν τα κομμάτια. Φάγαμε το μεσημέρι σε μια ταβέρνα στο Κολωνάκι, μετά πήγαμε σπίτι του και πάλι έξω. Σκεφτήκαμε τον Γκάτσο, αλλά γιατί να διατηρεί ανωνυμία; Έκανε όμως άγια ο Πατσιφάς και δεν το αποκάλυψε. Αν γνώριζα ότι ήταν του Ελύτη, θα μου προκαλούσε άγχος, παρόλο που είχα ήδη παρευρεθεί παλιότερα σε πρόβες του «Άξιον Εστί» που το είχε ανεβάσει στο θέατρο Κεντρικόν, ο Θεοδωράκης, δυο μέρες πριν το πραξικόπημα. Λίγες μέρες νωρίτερα, βρεθήκαμε στον Πειραιά με τον Γιάννη Γλέζο όπου έκανε πρόβα η χορωδία το «Άξιον Εστί». Μέχρι τότε, είχα διαβάσει όλα τα ποιήματα του Ελύτη.

Ακούγοντας τα κομμάτια ο Πατσιφάς, λέει: «Μπράβο! Τώρα θα σου πω και ποιου είναι». Μόλις είπε «του Ελύτη», μου κόπηκαν τα γόνατα. Άσε που αμέσως μετά θα τον συναντούσαμε και είχα άγχος για το πώς θα του φαίνονταν. Είχα εμπιστοσύνη όμως στον Πατσιφά.

Συναντιόμαστε και ξεκινάω να παίζω τα Τζιτζίκια. Τελειώνει το πρώτο ρεφρέν, παίζω δεύτερη εισαγωγή και ξανά ρεφρέν. Ένα χέρι ακουμπάει στον ώμο μου και ακούω τον Ελύτη: «Σταμάτα παιδί μου, έβγαλες αυτό που ήθελα. Ολόκληρη τη ζωγραφιά». Δεν το πίστευα.

Μετά, για κάθε καινούργιο τραγούδι πήγαινα σπίτι του, στο Κολωνάκι. Ήμουν συνεσταλμένος τότε και δεν μπορούσα ούτε στα μάτια να τον δω. Εκείνος ήταν μετρημένος. Δεν φλυαρούσε. Απλά, ανέφερε ότι έβρισκε ωραία τα κομμάτια. Μια μέρα πρόσεξε ότι δεν ήμουν χαλαρός και είπε: «Άκου να σου πω νεαρέ. Αυτή την περίοδο είμαστε συνεργάτες». Μου έδωσε τη δυνατότητα να «ξεδιπλωθώ» και, πάντα με σεβασμό, να μπορούμε να επικοινωνήσουμε πιο άμεσα, λόγω συνεργασίας. Έτσι υλοποιήθηκε το Θαλασσινό Τριφύλλι με Μιχάλη Βιολάρη και Ρένα Κουμιώτη. Ο Ελύτης μού είχε πει: «Αυτά τα κομμάτια θέλω να γίνουν σαν τα παραδοσιακά. Ας μην ξέρουν ποιος τα έγραψε. Απλά, να τα τραγουδάνε μικροί-μεγάλοι».

Στην ηχογράφηση έρχονταν διάφοροι στο στούντιο, όπως οι Γκάτσος και Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ήταν η εποχή του ενδιαφέροντος και πολλοί ήθελαν να δουν τις δουλειές των άλλων. Χειροκροτούσαμε ο ένας τον άλλον. Σήμερα σκλήρυναν οι άνθρωποι και αγρίεψαν τα συναισθήματά. Η τεχνολογία έπαιξε ρόλο στην απομάκρυνση των ανθρώπων.

Κατά τη γνώμη μου, μια από τις σημαντικότερες δουλειές μου είναι τα «Αντιπολεμικά» που ερμήνευσε ο Ξυλούρης και μάλιστα ήταν η τελευταία ηχογράφησή του. Με τον Νίκο γνωριζόμασταν γιατί ήταν βασικός συνεργάτης του Μαρκόπουλου. Όταν πήγα σπίτι του για να ακούσει τα τραγούδια, τα αγκάλιασε σαν ψυχούλα. Φυσικά, στο σπίτι του απολάμβανες κρητική φιλοξενία.

Στις 13 του μήνα είχαμε παρουσίαση του νέου cd. Μπορώ να πω ότι έχω μεγαλύτερη αγωνία από ότι είχα για τις Ώρες. Ίσως επειδή είχα καιρό να βγάλω δική μου ολόκληρη δουλειά. Ο τίτλος είναι «Ανεμογιαλός» και περιέχει τραγούδια με ποιητική διάσταση. Οι στίχοι είναι του Κώστα Λάζαρη και ερμηνεύουν οι Νίκος Ανδρουλάκης, Νένα Βενετσάνου και Θέλμα Καραγιάννη.

69585547_2465153063715014_979500766827905024_n

 

 

https://el.m.wikipedia.org/wiki/Λίνος_Κόκοτος

https://m.popaganda.gr/people/linos-kokotos-interview/

 

 

 

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour” Πατρίδα mon amour

69322876_2464855983744722_1389701917763960832_n

Ψάχνω μια λέξη για να αρχίσω να μιλώ.

Βοήθεια, μια ομπρέλα σας παρακαλώ

Ήρθε βροχή απ’ τα βουνά

Ήρθε και μέλλον στο χωριό μας:

Σεπτή Ορθοδοξία και τα λοιπά

Μέσα σε δυο καθοδικές ακτίνες από φως

Προς μεσημέρι, προς τα εδώ και προς τα κει

Οι δέκα εντολές και οι πληγές τού νέου Φαραώ

Ή και το τίποτα

Και το επόμενο, το μεγαλύτερο κενό –

Πατρίδα mon amour, σκυθρωπή κι ουδέτερη

Και απ’ την τελευταία φάση μακριά:

Ντροπή σας σίγουροι, ντροπή σας παντογνώστες

Οι μελλοθάνατοι σας χαιρετούν

Όντας περήφανοι, όντας αμετακίνητοι

Όντας ανάλαφροι φορείς καινούριων σπόρων:

Ήρθε η ώρα να μετατραπούν λάθη τού χθες

Σε ταπεινές αλλά κι αστείρευτες

Πηγές δημιουργίας.

Στάση πρώτη: Καλωσόρισμα

Και τελευταία ο αποχαιρετισμός.

Που λένε: “Στο καλό” – ευγενικά.

Γιατί, πατρίδα μας είναι και τα συντρίμμια μας

Οι πέτρες μας, τα δάκρυα και τα σχισμένα ρούχα μας

Ηλίθιε παρακοιμώμενε τού πουθενά

Είναι οι έρωτές μας που επαγρυπνούν

Κι αυτοί πατρίδα μας

Το κτήμα τού παππού, ο αργαλειός τής θείας –

Απ’ το πρωί ξεχορταριάζουμε και διώχνουμε τη σκόνη.

Μα θα περάσουν από δω και άλλες Ύβρεις

Τούτος ο τόπος είναι νόστιμος, ευγενικός, αχνίζει

Και όσοι ζήσαμε πολλά απλώς ακούμε, περιμένουμε

Κι αργότερα κουνάμε τα μαντήλια μας

Κάθε που ο προπονητής αλλάζει –

Η Ρωμανία θα γυρίσει ως δασκάλα όμορφη

Πατρίδα μου, πατρίδα μας, δασκάλα μας

Ευγενική δασκάλα μας, κόκκινη παπαρούνα.

Απόστολος Βεργής

Πηγή : Palmografos.com: Palmografos.com

Ποίηση: Απόστολου Βεργή, “Πατρίδα mon amour”

Κώστας Καρούσος Ο….. Ν… Ε… Ι… Λ… Ο.. .Σ—–!!!! Στη φιλία των δύο λαών Ελλάδας-Αιγύπτου!! 28 Ιουλίου 2016.

67716884_2454794531417534_6574003679152570368_n

Πού να βασίλεψες αυγή στ΄απόσκια των φοινίκων ??
Ο κάμπος αδερφώνεται με το θαλάσσιο φύκι
Εκεί λημέριασε η ψυχή, στου ποταμιού το μάκρος
Εκεί του πάπυρου η γραφή, τ΄ανθρώπου προσκεφάλι,
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Χαλκότριχο το σώμα του στ΄απόσπερο της μέρας
Και γω, μεσούρανα ποθώ σαν άστρο τα νερά του
Να βουτηχτώ και να λουστώ, σα νάμουν φτεροπούλι
Στην οργωμένην απλωσιά και στο σταρένιο θάμπος
Έτσι με τρύγησε θαρρώ κι ο ταυροκτόνος χρόνος
Στου Νείλου την απανεμιά και στη δροσάτην αύρα
Σαν όστρακο κεραμικό, σαν πυραμίδα σκέψη !!

Διαβάστηκε στην Αιγυπτιακή Πρεσβεία στο 3ο φεστιβάλ Τέχνης
στις 13/2/2014- που έγινε σε συνεργασία με την ΠΕΛΤ.
[ Πανελλήνια Εταιρία-Ζωγραφικής-Αγιογραφίας-Γλυπτικής-Κεραμικών-
Παξών 30-15162-Κυψέλη-Αθήνα -210.6460225 ]
Δημοσιεύτηκε στο περ.΄΄Εύλογον΄΄ τ.2, 2014.
Κώστας Καρούσος..Αθήνα–28 / 7 / 2016

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις 8 Αυγούστου, 2019, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΡΟΔΩΝ

13512030_1790923017804692_5308209264580271151_n

Πάντα εσύ το όνειρο κι η ομορφιά
που αναδύει την ποίηση
και των κατιφέδων τα χρώματα 
εσύ οι ψίθυροι της αστερόεσσας νύχτας
κι η Πανσέληνος του Αυγούστου
εσύ η ευωδιά των κόκκινων ρόδων
και το κοχύλι που βρίσκω
γυμνωμένο στην αμμουδιά
και προσεύχομαι να μη χάσει
τη λάμψη του.
Και ό,τι μου στέλνεις και ό,τι μου λες
και το χαϊδεύεις και το φιλάς
εκεί στο λατρεμένο σου ακρωτήρι
που άνθισε ο καημός
ζωγραφιές μου τις κάνω
διαδρομές του μικρού μας παράδεισου
που με πας και με φέρνεις
με το τρεχαντήρι της θάλασσας
και χαίρομαι σαν παιδί
την καλότυχη μοίρα μου.
Κι αν σήμερα οι θεοί με τη δόξα τους όλη
εμφανίζονται στους τρεις μαθητές *
εγώ στο θρόισμά σου θα μείνω
και στο δικό σου το θαύμα
τις δικές σου μεταμορφώσεις
να ψάλλω και πάλι
μ’έναν στίχο αγίασμα
με τρεις βασιλικούς Αγιορείτικους
που έσταξαν για σένα
όλα μου τα δάκρυα κι όλα μου τ’αγαπώ .

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,6-8-2019

*Πέτρος,Ιάκωβος,Ιωάννης

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ Αφιερωμένο κι ετούτο γραφήγημα στους αγαπημένους μου Φίλους Συνταξιδευτάδες.- Η Μνημοσύνη πιο γνώστη σαν μάνα κάθε Μούσας Θύμισε και στου ποιητή που ήτανε παρούσα Όταν εκείνος έγραφε τα της θεογονίας Το φοβερό κατακλυσμό στης γης την ιστορία…”

67366251_2873527896055717_3297161116563537920_n

‘’ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΌΜΗΡΟ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ… ‘’

Θαρρώ η γνώση ωφελεί τουλάχιστον δε βλάπτει
Όπως η άγνοια πολλούς κρατάει στο σκοτάδι
Απ’ τους αρχαίους τους καιρούς τι λέει η Ιστορία
Πως έχουν τα καθέκαστα τα της Μακεδονίας

Τι λέμε για να ξέρουμε
Κι οι άλλοι τι μας λένε
Ας έρθουνε κι οι γείτονες
Αν την αλήθεια ‘θένε
Σε ένα ταξίδι όμορφο
Με ξεναγό τη Μούσα
Κι αρχίζει απ’ τον Όμηρο
Που αναφέρει τούτα

«Οία τε φύλλα Μακεδνής Αιγείροιο…» μας λέει
Στο Η’ της Οδύσσειας για όποιον δεν το ξέρει
Στη γλώσσα που μιλούσανε οι αρχαίοι Μακεδόνες
Που ήταν η Ελληνική και θα ‘ναι στους αιώνες!

Μετά από τον Όμηρο
Των ποιητών σπουδαίος
Ως φέρεται ο Ησίοδος
Κι απ’ το δικό του έργο
Κατάλογος των γυναικών
Των Μακεδνών τη ρίζα
Γενάρχης γράφει ο Μακεδνός
Καρπός Διός Θυίας

Μας λέει του Δευκαλίωνα πως ήταν κόρη εκείνη
Κι ως αδερφή του Έλληνα ο ανιψιός προκύπτει
Όπως επίσης κι ο Γραικός παιδί της αδερφής του
Απ την Πανδώρα κι εγγονοί της Πύρρας Δευκαλίων

Οι μόνοι που επέζησαν
Απ’ όλους τους ανθρώπους
Όταν χιλιάδες χρόνια πριν
Κατέστρεψε τον κόσμο…

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΩΕ ‘’

Ο Δίας όπως ο Θεός την εποχή του Νώε
Με φοβερό κατακλυσμό κατέπνιξε την τότε
Την έκφυλη ανθρωπότητα και με τον ίδιο τρόπο
Φρόντισε εκείνος να σωθεί ένα ζευγάρι μόνο

Η Πύρρα ο Δευκαλίωνας
Που έφτιαξε ένα πλοίο
Στη λήξη του κατακλυσμού
Προσάραξε εκείνο
Σε μια πλάγια του Παρνασσού
Κοντά στην κορυφή του
Όπως του Νώε η κιβωτός
Στο Αραράτ το ίδιο

Ενώ σα-φως και προφανώς η βιβλική ιστορία
Μοιάζει απίστευτα πολύ με τη θεογονία
Με όσα ο Ησίοδος κατέγραψε σα μύστης
Σε έκσταση πνευματική λες κι η θεά η Μνήμη

Η Μνημοσύνη πιο γνώστη
Σα μάνα κάθε Μούσας
Θύμισε και στου ποιητή
Που ήτανε παρούσα
Όταν εκείνος έγραφε
Τα της θεογονίας
Το φοβερό κατακλυσμό
Στης γης την ιστορία

Μια τραγωδία επική που φαίνετε’ αληθεύει
Στη μνήμη τη συλλογική αιώνες χαραγμένη
Οι παραδόσεις των λαών το επιβεβαιώνουν
Με ιστορίες σχετικές σ’ ολόκληρο τον κόσμο

Ετούτα η μούσα ιστορεί
Απ’ τα παλιά βιβλία
Και επιστέφει γρήγορα
Στα της Μακεδονίας

‘’ Η ΓΕΝΕΟΛΟΓΙΑ ΚΙ Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΝΟΥ ‘’

Πρώτη γενιά κατακλυσμού το ζεύγος Δευκαλίων
Δεύτερη όλα τα παιδιά που απέκτησε εκείνο
Έλληνας κι Αμφικτύονας Πανδώρα και Θυία
Το πέμπτο η Πρωτογένεια κι όσα παιδιά αποκτήσαν

Τρίτη γενιά κατακλυσμού
Κι όπως οι άλλες δυο
Ίδια γραμμή το αίμα τους
Από του Δευκαλίων
Κι ο Μακεδνός σαν εγγονός
Κι ο Μάγνητας επίσης
Που αδέρφια ο Ησίοδος
Ομολογία δίνει

Ο χάρτης είναι μάρτυρας στη γη της Μαγνησίας
Της ύπαρξης του Μάγνητα και στη Μακεδονία
Του Μακεδνού και των παιδιών που απέκτησε εκείνος
Του Πίερου και Άμαθου που πάλι αποδεικνύουν

Του πρώτου τα Πιέρια
Που φέρουν το όνομά του
Τα όρη και τα πεδινά
Που άπλωσε η γενιά του
Το ίδιο και του Ήμαθου
Η Άμαθού μας δείχνει
Την ύπαρξη το όνομα
Που μαρτύρια δίνει

Ο τόπος ο πανέμορφος που λένε Ημαθία
Πιο πάνω απ του Πίερου στη γη Μακεδονία
Σε εκείνη όπως φαίνεται με μια ματιά στο χάρτη
Με τα παιδιά του έζησε ο Μακεδνογενάρχης…

Ετούτα η μούσα εξ-ιστορεί
Ενώ πριν συνεχίσει
Θυμάται σε αναλαμπή
Τι λέει η αρχαία ρήση
Η επίσκεψη του ονόματος
Είναι αρχή σοφίας
Κι αν πάει κανείς στων Μακεδνών
Λογιάζει σκέψη θεία

Να επισκεφτεί το όνομα να δει το πώς προκύπτει
Το έτυμο κι αληθινό του λόγου αποκαλύπτει
Ο θεϊκός μηχανισμός της ετυμολογίας
Η επίσκεψη του ονόματος μια συλλαβή η ριζά

Το Μακεδνός από το ‘’ μακ ‘’
Εκφράζει διαστάσεις
Γνωστό το μάκος δωρικά
Σε μήκος που αλλάζει
Ιξού το μάκρος και μακρύς
Ενώ το μακ και έδνος
Που εδάφους φέρει έννοια
Και Μακεδνοσυνθέτουν

‘’ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ‘’

Χρόνια αιώνες κύλησαν σαν το νερό στ’ αυλάκι
Σε μύλο πέτρινο παλιό η μούσα μας λογιάζει
Πως βρέθηκαν οι Μακεδνοί στη χώρα των Αργείων
Ποιός λόγος τους ανάγκασε να αφήσουν τη δίκη τους

Εκεί που ξαναγύρισαν
Τον έβδομο αιώνα
Όταν το Άργος άφησαν
Στη γη την πατρογόνα
Το γένος τους οδήγησαν
Οι τρεις βασιλοπαίδες
Του οίκου των Τημενιδών
Ηρακλειδών το γένος

Γαυάνης και Αέροπος μαζί με τον Περδίκκα
Που όταν ξεκινήσανε για τη Μακεδονία
Θαρρείς την Ιστορία τους πως γνώριζαν εκείνοι
Έκτος και αν το ένστικτό τους επαναπατρίζει

Σαν η πυξίδα το βορρά
Τους γυρισμού το δρόμο
Εάν σ’ εκείνους έδειχνε
Ποιός ξέρει αλήθεια όμως
Όλοι οι αρχαίοι ιστορικοί
Την ίδια ιστορία
Το πως εκείνοι γύρισαν
Στη γη Μακεδονία

Την ίδια ο Ηρόδοτος μα και ο Θουκιδηδης
Όπως και άλλοι ιστορικοί το μακρινό ταξίδι
Από το Άργος φεύγοντας με τρεις βασιλοπαίδες
Του οίκου των Τημενιδών που ανέλαβαν ηγέτες

Αν και κάνεις δεν εξηγεί
Ποιός ήτανε ο λόγος
Που εκείνους εξανάγκασε
Να φύγουν σ’ άλλο τόπο
Λιμός η πείνα η εχθρός
Μια λογική αιτία
Για προγραμμένο ραντεβού
Με δόξα κι Ιστορία

Αναρωτιέται η μούσα μας από τα γεγραμμένα
Καθώς εκείνη αναχωρεί σε καραβάνι μέσα
Παρέα με τους Μακεδνούς από την Αργολίδα
Τα καραβάνια στη σειρά για τη Μακεδονία

Από το νότο προς βορρά
Τη χώρα των Ελλήνων
Να διασχίζουν κάθετα
Στη γη τους να γυρίζουν
Πέρασαν απ την Κόρινθο
Και ύστερα απ τη Φθία
Στη Βοιωτία πέρασαν
Κι από τη Θεσσαλία

Αν και περάσανε πολλά λαγκάδια και ποτάμια
Χωρίς να συναντήσουνε κάποιο κακό στο διάβα
Παρενοχλήσεις η εχθρούς κατά τα γεγραμμένα
Ετούτα η μούσα ιστορεί πηγαίνοντας παρέα

Τα καραβάνια στη σειρά
Στου γυρισμού το δρόμο
Έρημα μέρη πεδινά
Παραδεισένιους τόπους
Αν και συνάντησαν πολλούς
Δε σταμάτησαν κάπου
Ένα ποθούσε η καρδία
Που όλο πλησιάζουν

Πιο πάνω απ τον Όλυμπο στη Βόρεια Ελλάδα
Στη γη τη πατρογονική σαν το παιδί τη μάνα
Μόλις εκείνη αντίκρισαν φτερούγησε η ψυχή τους
Ακόμη κι αν δεν ήξεραν πως ήτανε η δίκη τους

Το ένοιωσαν στο βήμα τους
Το μύρισαν στο χώμα
Οι απόγονοί του Μακεδνού
Τον έβδομο αιώνα

Όταν ξαναγυρίσανε στη μητρική κοιτίδα
Τα καραβάνια σκόρπισαν στη γη Μακεδονία
Οπού εγκαταστάθηκαν και ρίζωσαν για πάντα
Εκεί που είναι σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα…

‘’ Το πρώτο μακεδονικό βασίλειο ( 7ος – 8ος αιώνας π.Χ. ) ‘’

Ετούτα η μούσα ιστορεί στα της Μακεδονίας
Αφού περπάτησε καιρό στα αρχαία τα βιβλία
Τα όσα αντιλήφθηκε με στίχους γραφηγείται
Τα γεγονότα σε ροή το επόμενο που είδε…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ © 2-8-2019

Έπεται συνέχεια, απόσπασμα απ το τελευταίο ‘’χτένισμα’’ του βιβλίου…

‘’ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ…’’

Υ Γ : Μια ιστορία που όποιος τη γνωρίζει ή τη διαβάσει θα γνωρίσει κατά πολύ και των Ελλήνων.-