Αρχείο | Νοέμβριος 2018

Κώστας Καρούσος Ομιλία μου στην Ετ.Ε.Λ. 20/10/2018-΄΄Ηλείασις -Σύζευξη ποιητικής εσοδείας΄΄– Καλλιόπης Ι. Δημητροπούλου – Φωτεινής Αζαμοπούλου – Τάκη Κούρβα, εκδ. ΄΄Βεργίνα΄΄ Αθήνα 2018

45376329_2257749847788671_2071447449662128128_n

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, φίλες και φίλοι, σας ευχαριστώ για την παρουσία σας. Όταν ο ήλιος σε χτυπάει, αβάσταχτες ώρες μες στο καταμεσήμερο, παθαίνεις ηλίαση, όταν διαβάζεις και μελετάς και ανασαλεύουν τα στάχυα της ποίησης μέσα σου, τότε μια «Σύζευξη ποιητικής εσοδείας» σε κατακυριεύει και οι αχτίνες του δημιουργούν μια δεύτερη «Ηλείασις», αυτή που απορρέει από το φυσικό και το ιστορικό κάλλος του νομού Ηλείας,που προσυπογράφουν και υμνούν, ολυμπιοδρομώντας στις μέρες μας ποιητικά, τρεις ομοούσιοι φίλοι λογοτέχνες, η Καλλιόπη Δημητροπούλου, η Φωτεινή Αζαμοπούλου και ο Τάκης Κούρβας. Διαβάζω στη σελ. 81 – του Τάκη Κούρβα: «Ξελογιάζεται η σγουρόμαλλη φτέρη // με το πορφυρό ανταύγειασμα, τις ομπρελωτές στροφυλιές // διαδέχοντας τα λυγερόκορμα πεύκα… Με σφαλιστά τα μάτια αφουγκράζεσαι // στης ρίζας τ’ αναπαυτικό κάθισμα… και η σκέψη αποδήμησε // στη διαδρομή της Αλκυόνης». Διαβάζω στη σελ. 42 – της Φωτεινής Αζαμοπούλου:«Η αίγλη της ξεθώριασε // στα ξεθαμένα χνάρια της φωλιάζει ο μαρασμός. Αρχαία Σαμία // Ηλιόφωτη ώρα ευτύχησες, ικέτης ταπεινός // γόνιμη μνεία, ανάτασης περιήγηση // ολκής φωτογραφία με μια στοχαστική στο μέτωπο βαθιά ζαρωματιά». Διαβάζω στη σελ. 26 –της Καλλιόπης Δημητροπούλου:«αδάμαστη αρχόντισσα // Μήτρα θεών κι ανθρώπων συ Ανδρίτσαινα, με τ’ απέραντο αγνάντι // με τους θαμώνες σου αιώνες // τα πλατανόφυλλα τους ίσκιους σου // μαζώνεις του ήλιου το φως // στου πετρολίθαρου το μπόι. Αποκοιμήθηκε στο δρόμο σου η Ιστορία». Ποιος είναι πρώτος, ποιος δεύτερος, ποιος τρίτος; Μ’ ένα ισόχρονο συναίσθημα και οι τρεις, μ’ έναν ισοϋψή πόθο για τη γενέτειρα, μ’ ένα ισοβαρές συναίσθημα για το επέκεινα, το τάλαντο στην αποτύπωση των συναισθημάτων, έχει –φυσικώ τω λόγω– διαφοροποιήσεις, διακυμάνσεις και διακτινώσεις. Όμως η τρίκλωνη ψυχή και των τριών είναι ριζωμένη στα ίδια χώματα, στις ίδιες παραδόσεις, στην ίδια πατρίδα–γενέτειρα θρύλων, θεών και ιστορικών παραδόσεων. Γράφει η Καλλιόπη Δημητροπούλου (σελ.14-15):«Αγγίζω τους κίονες // σφυρηλατούμαι στο φως τους // της ηλιόπετρας το θάμα φορώ // το διαχέει ο χρόνος και ψηλώνει της οικουμένης η πλεύση. // …Στο αρχέτυπο ίαμα κλίνω το γόνυ». Γράφει (σελ. 18-19):«Σε ποιον κάμπο της Ήλιδας // να φυτέψω τη γλώσσα του Ομήρου… Πού να σε ταξιδέψω Ζαχάρω // κόρη της ξωτικής ακτογραμμής με τις αμμοβολές σου στο στέρνο μου… Πού να σεργιανίσω της σποράς σου το άπειρο σόδεμα;» Ένας ευφρόσυνος ποιητικός παλμός αναδύεται, όπου η ελληνική ψυχή σπαρταράει στη μέθη, στην ιστορικότητα και στη διαχρονική παρουσία του νομού και στην αθανασία του έπους (οικουμενικής διάχυσης μηνυμάτων και ιδεόμορφου κάλλους) του ελληνικού τοπίου, που δεν μπορείς, παρά το δέος της χρυσελεφάντινης αυτής ιστορίας, να μην αφιερώσεις ευλαβικά τα μυρωδικά της ποίησής σου, γλυκό στεφάνι διακτινίζουσας περηφάνιας. Η φύση σε εμπνέει και τα μυστικά του σύμπαντος κόσμου λες κι αναδεύουν τα πέτρινα μνημεία της Ηλείας, όσο το ανθρώπινο βλέμμα ακουμπάει σ’ αυτά. Η Καλλιόπη Δημητροπούλου άφησε ένα σπουδαίο αχνάρι συνέχειας, ποιότητας και ψυχικής ρώμης, παντρεύοντας το ολύμπιο φως με το λάξεμα της ποίησής της, φτιάχνοντας το δικό της ελλανόδικο τέμπλο ποίησης «στο αρχέτυπο ίαμα κλείνοντας το γόνυ». Ο συναισθηματικός παλμός διαχέεται στο ποιητικό κείμενο, αλιεύει τις ιδέες του στην πανσπερματική ιδεοφιλία του λόγου και η ποίηση ανδρειώνεται –διάχυτη και ευγνωμονούσα– τις υπαρκτικές χιλιετίες της Ηλείας, μέσα από το πιο περιεκτικό ανταύγειασμα του λόγου, και ως ύμνος και ως περιούσιο στεφάνι μνήμης και ολυμπισμού, στον πανδαμάτορα χρόνο, και ως θρεπτική ουσία καλλιέργειας και συνέχειας αυτού του λόγου, και ως ποιητική διαύγεια φωτός που εγκλείει πλέρια αισθητικότητα, πλέρια λυρικότητα, πλέρια κραυγή και πόνο στο καλωσόρισμα της αυριανής μέρας, πλέρια ψυχική ωριμότητα –και των τριών δημιουργών εδώ– και φυσικά πλέρια συγκινητική πνοή, συνταξιδιώτισσα στο χρόνο και στην έκφραση αυτής της αγαπητικής σχέσης και των τριών, με τη γενέτειρα γη της Ηλείας, που απηχούν τα παραπάνω ακριβοδίκαια και σεμνά, λάμνοντας και «φορώντας το μαγνάδι του ήλιου – με τη λύρα (τους) – κυοφορώντας μνήμες και στοχασμούς» (σελ. 34).● Μέσα στο αιθέριο κλίμα της «Ολύμπιας άνοιξης» ακουμπάει και ο δεύτερος στύλος της τριλογίας, η ποιήτρια Φωτεινή Αζαμοπούλου. Η περίτεχνη ωραιότητα της φύσης αντανακλάται στο καθημερινό γίγνεσθαι, και πώς αυτό προσμετράται σήμερα, στη σύγχρονη πραγματικότητα. Χτυπάει η ποιήτρια το ρόπτρο του κινδύνου, «η αίγλη ξεθώριασε» γράφει, αποδυναμώνεται η νοσταλγία στους «δύσθυμους καιρούς μας», πονάει, ανησυχεί, στοχάζεται και μάχεται για την επικαιροποίηση αυτής της λαμπροφόρας ωραιότητας και της πολιτιστικής μας αναστύλωσης και αναβάθμισης. Βυθίζει τη λυρική της πένα στις χορογραφίες της φύσης, στην ανεπανάληπτη ιερότητα των μνημείων, στον έρωτα του Λούσιου, στον πλουτοδότη Αλφειό, στη φθορά της ανθρώπινης μορφής, στα όλβια αγαθά των ιαματικών, στο στράτο του μόχθου, στο θέριεμα της ιστορίας κ.λπ. Γράφει (σελ. 44):«Άπελπις η Αρέθουσα, ανέραστη // στη διαδρομή του πόνου, αιώνες τώρα σβήνει τη νοσταλγία στα ύδατα // τη νιότη της, χαράσσει ανάστροφη γραμμή στη διαδρομή του χρόνου». Και στις σελ. 56-57:«Διψασμένος ο τόπος // τη βλάστησε σα μήτρα (την Ιστορία) συμμέτοχος κι ο ουρανός τη δρόσισε // γοργά πρασίνισε η πλάση… έλαμψε το στέρνο στον ιδρώτα // …η μάνα ασπρομάντηλη ξεδιάλεξε τον καρπό – ακατάβλητη κι αφέντρα … χόρεψε η κρισάρα στα δυο της χέρια κεχριμπαρένιο τ’ άστραμμα του σπυριού // …την Ιστορία θρέψαμε, θρέψαμε τη ζωή…» Η Φωτεινή Αζαμοπούλου παίρνει τ’ ολύμπιο φως της Ιστορίας και του πολιτισμού μας και μας το αφήνει στα πόδια μας, σαν συγκρίσιμο μέγεθος πανανθρώπινων ιδεών και διαχρονικών σκιρτημάτων για τον Πανέλληνα –όπου γης– κάνοντάς τον συμμέτοχο σ’ αυτό το στραφταλισμένο φεγγοβόλημα της Ιστορίας, μ’ ένα ευλαβικό ξεψυχισμό, στις ανόργωτες καταστάσεις της σημερινής πραγματικότητας. Είναι η δεύτερη διάσταση αυτής της τριλογίας «Ηλείασις – σύζευξη ποιητικής εσοδείας». Φέρνει η ποιήτρια στην επιφάνεια το αρχέγονο στοιχείο δημιουργίας του τόπου μας και πόσο η φύση μεγαλύνει και συμπράττει στο δημιούργημα, στην τέχνη και στο αντικείμενό της, στον Λόγο, ως την επική του ή την τραγωδιακή του διάσταση. Η ποιήτρια αρμέγει την Ιστορία, σαν επανάκαμψη και στόχο ζωής, αφυπνίζοντας –μέσω αυτής– δείχνοντας ή καταδείχνοντας την αμείλικτη πραγματικότητα και την απόσταση του σύγχρονου ανθρώπου από τη γενέτειρά του και την ιστορία του.●
Ο Τάκης Κούρβας, ο τρίτος στύλος του τριγώνου «Ηλείασις», μ’ ένα πλέριο και συγκινητικό αποτέλεσμα συναισθηματικής κορύφωσης, αγγίζοντας πτυχές της φύσης, που αρμονίζουν την ψυχή σε σφαίρες ψυχικής ανάτασης, όπου ξεχειλίζει η άνοιξη, ξυπνάει η φύση κι η ψυχή και τα μάτια λαμποκοπούν. Γράφει στις σελ.78-79:«Ευωδιάζει ανθίζοντας η σκέψη // …από το παραλήρημα της Ίριδας… στο λιόγερμα λυγούν οι πικροδάφνες //…στης αρμονίας το πανώριο χαμόγελο //…λημέριασε ο νεραϊδόκοσμος… στ’ αναπετάρισμα της πεταλούδας // ο κόσμος αρμοδένεται στα πόδια σου». Ο
ποιητής αναδιατάσσει την ψυχική του διάθεση σε γόνιμη άνθιση πνευματικής και συναισθηματικής γονιμότητας, έτσι που το ολύμπιο πνεύμα να περιφέρεται και να προσαρμόζεται με της καρδιάς το σκίρτημα. Πίσω από την ιστορικότητα των μνημείων και την κάλλιστη ωραιότητα του τοπίου, οσφραίνεται κι αφουγκράζεται τη φύση, ως μοχλό αέναης δημιουργίας στο σήμερα, που η διαμόρφωση και το κάλλος της φύσης εμπνέουν και διεγείρουν τη δημιουργία, τον ιστορικό μας ρόλο, εμπνέουν και τροφοδοτούν κάθε πηγή ανθρώπινης δημιουργίας. Πίσω από το θαμπό παραβάν της Ιστορίας, ο στίχος αρμοσυντονίζεται, λυρικός, αισιόδοξος, παντεπόπτης και λαγαρός, όμοιο προανάκρουσμα της φύσης, μ’ όλες τις αποχρώσεις του συναισθήματος, που γεννάει ο γενέθλιος τόπος. Διαβλέπει το κάλλος και την ομορφιά της συνέχειας στην ολύμπια χάρη της ύλης, του στοχασμού και της βαθύτερης αγάπης προς τη φύση. Γράφει (σελ. 80):«…και ανθορρόησε η άνοιξη // Ο ολύμπιος δρόμος με τα στοιχισμένα λιόδενδρα // οδηγεί στην απέριττη αισθητική αρμονία τους λάτρεις της σωματικής αρετής // Ιπποκράτειο νάμα, επουλωτικό του διαμαντιού σου η πράσινη στάλα // και των βλαστών σου τα νεύματα προανάκρουσμα ευτυχίας». Ο ποιητής βλέπει τη «σύζευξη –αυτής της– ποιητικής εσοδείας», ως το σπέρμα της επιστροφής στη φύση, «στης ρίζας τ’ αναπαυτικό κάθισμα», που ξεκουράζεται το πνεύμα, αιχμαλωτίζει και ενεργοποιεί το συναίσθημα και συμφιλιώνει τον άνθρωπο με την αντίρροπη πραγματικότητα. Ο ποιητής εμπνεόμενος από την «Αρχαία Ήλιδα», τα Ιερά της Ολυμπίας, τη γη του Σταφιδάμπελου, τον κάμπο των ελαιών, το Δρυόδασος της Φολόης, τον δρόμο της εκεχειρίας, με άλκιμο ανθρώπινο ήθος, τον δελφικό χρησμό… στην ολύμπια συμπολιτεία των ανθρώπων… τα θέτει όλα αυτά σαν «άγρυπνη φλόγα» κι ασπίδα ζωής για τον άνθρωπο. Οικουμενικοποιεί –ουσιαστικά– το αρχαίο πνεύμα, ώστε να υπερέχει η άμιλλα, σαν αγίασμα σκέψης και πράξης «όπου σφυρηλατείται της Ιστορίας το φρόνημα», όπως γράφει, «και στεριώνουν την Ακρόπολη της ψυχής μου».
Εκλεκτοί φίλοι, το βάλσαμο του τόπου και το φτέρωμα της ελπίδας κινούν τα νήματα αυτής της ποίησης (και των τριών), εγκόλπιο και καταφύγιο (γραφής, παρουσίας και ανάγνωσης). Είναι η προοπτική και το αγίασμα της νέας μέρας που ’ρχεται, ιερή παρακαταθήκη στους ερχόμενους. Μέσα από το τοπικό στοιχείο, είδανε το οικουμενικό, μέσα από το ιστορικό στοιχείο, το ακατάλυτο και το διαχρονικό, μέσα από το φυσικό κάλλος, την ανθρώπινη αναγέννηση και συνέχεια. Όλη η συλλογή διαπνέεται από πλέρια και ουσιαστική ομοιογένεια ύφους και ήθους, γλώσσας, ιδεών και οράματος, λυρικής έξαρσης και αισιοδοξίας, ιστορικής και στοχαστικής προσέγγισης,
άπλετης φυσιολατρίας και πατριδοφιλίας, ιστορικής και γόνιμης αναδρομής και μνήμης, αισθητικής παρουσίας και σύζευξης ιδεών, προτάσεων και διεξόδου. Εδώ ενυπάρχει, εκλεκτοί φίλοι, εν δυνάμει, μια πλήρης αλληλοσυμπληρούμενη (για τον καθένα τους) ποιητική ουσία- ψυχικής, λυρικής και συναισθηματικής δόμησης και δύναμης που αναγάγει το βιβλίο
–συνολικά– σε ποιητικό επίτευγμα «σύζευξης και ποιητικής εσοδείας» του καιρού μας. Στο πνεύμα της «Ηλείασις» και στην ηλιόδρομη πορεία του «πολλά ειδύλλια μπλέχτηκαν απάνω στης αγάπης τον πρασινόχρυσο καμβά»
(σελ. 57). Ένα βιβλίο σπονδή στην Ιστορία, στη φύση, στην αγάπη, στην παράδοση και στην ποίηση.
Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας.
Κώστας Καρούσος Ετ.Ελλ.Λογ.20/10/2018.

Kostas Kapelouzos ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ ΑΡΚΑΔΙΑ (Κυπαρισία)

45224960_2257802097783446_7400440328471183360_n

Απόψε η νύχτα γέμισε με τ’ ουρανού τ’ αστέρια
Κι ένα δοξάρι κέντησε με ξόμπλια τη νυχτιά
Καθώς χαϊδεύοντας απαλά με τα λεπτά του χέρια
ο βιολιστής, μας έστελνε τις νότες απαλά

 

Νεράιδες κατεβαίνανε απ’ το παλιό το κάστρο
Τ’ όμορφο, τ’ αψηλόπορτο, το μυριοπλουμιστό
Κι Αρκαδιά ξεφάντωνε και έλαμπε σαν άστρο
Σα χρύσωνε τις ρούγες της, το φως το απαλό.

 

Απόψε λούζεται στο φως, μοσχοβολούν οι φράχτες,
Μυρίζει το αγιόκλημα, μεθάει… το γιασεμί,
Με το αγέρι που ’ρχεται απ’ του Καστριού τις ντάπιες,
Νεκρανασταίνει τις καρδιές, πυρώνει το φιλί.

 

Γλυκοκουβέντες αρχινάν πιασμένοι από το χέρι
Τα ζευγαράκια που τραβούν στην ακροθαλασσιά,
Χτυπάνε οι καρδούλες τους, κι ο Έρωτας που ξέρει…
Τρυπάει με τα βέλη του τη δόλια τους καρδιά.

 

Στα παραθύρια τ’ ουρανού και στον οντά των άστρων
Να ταξιδέψουμε θαρρώ η νύχτα μας καλεί,
Η Αρκαδιά μας μέθυσε και σ’ όνειρο απιάστων
Στιγμών που δε φαντάστηκε κανείς μας οδηγεί.

Kostas Kapelouzos

https://youtu.be/t5O0IS221Ww

Φωτογραφία : Κρήνη στο τείχος του εξωτερικού περιβόλου του Κάστρου Κυπαρισσίας

Πηγή : http://archaiatrifylia.blogspot.com