Αρχείο | Σεπτέμβριος 5, 2018

«Η δυσφήμηση της ποίησης» Του Σωτήρη Παστάκα

41174980_2222751741288482_1280019675773665280_n

 

“Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…’ λέει πρόσφατα σε κάποια συνέντευξή του ο Κώστας Δεσποινιάδης.
Πριν μερικά χρόνια, το 2013, στο Κάιρο, άκουσα τον αγαπητό Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο να εκφράζει την απαξίωσή του για τη σύγχρονη «λογοτεχνική» παραγωγή από τη στιγμή που ο καθείς πληρώνει την έκδοση του βιβλίου του. Δεν έχει κανένα νόημα, όλο αυτό το εμπορικό αλισβερίσι. Οι «παρεολογοτέχνες» όπως τους είχα βαπτίσει σε ένα από τα savoir, συνάδουν με τους «ποιητέμπορους» του Δεσποινιάδη και το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη δυσφήμηση της ποιητικής τέχνης. Ποιητές που είναι συνάμα και εκδότες επί πληρωμή. Απορώ πως ο υγιής κλάδος των εκδοτών δεν αντιστέκεται σε αυτή την δυσφήμηση του κλάδου τους. Αλλά ποιος να διαμαρτυρηθεί και ποιος να αντισταθεί, όταν η έκδοση πληρωμένων βιβλίων έγινε πλέον καθημερινή τακτική από όλους; Πως δέχονται οι «καθαροί» εκδότες να στεγάζονται στα διάφορα Κρατικά Παζάρια με αυτούς που διακινούν αποκλειστικά πληρωμένα βιβλία; Πως γίνεται να ονομάζουμε Διεθνή (sic!) Έκθεση (πληρωμένου) Βιβλίου το παζάρι των αυτό-εκδιδόμενων της Θεσσαλονίκης; Αρκετά παζάρια και πάγκους διοργανώνουν από μόνοι τους όλους τους θερινούς μήνες, τι Ζάπεια, τι Πεδία, τι θαλάσσια παράκτια και ζωοπανηγύρεις όπως το παζάρι της Λάρισας. Γιατί η Θεσσαλονίκη;
Η δυσφήμηση της ποίησης λοιπόν, είναι ακριβώς η πρακτική να προσδίδουμε κύρος με κρατικά «βραβεία» και «εκθέσεις», ακριβώς σε αυτό το οικονομικό αλισβερίσι. Δυσφήμηση είναι η ανταλλαγή αβρών χειρονομιών, χειροφιλημάτων και δημόσια έκθεση της αθώας ψυχής μας που αραδιάζει ότι υψηλότερο συναίσθημα μπορεί να συλλάβει ο άνθρωπος, για να παρουσιάσει το συνηθισμένο «αριστούργημα» της φιλενάδας ή του γκόμενου. Δυσφήμηση είναι να μιλάω επαινετικά δημοσίως για κάποιον ποιητή που θάβω στις προσωπικές μου συνομιλίες. Δυσφήμηση είναι να τυπώνουμε βιβλία που θεωρούμε σκουπίδια, να τα παρουσιάζουμε και να τα βραβεύουμε. Δυσφήμηση είναι να ανταλλάσσουμε φιλοφρονήσεις με ανθρώπους που τα παλιά χρόνια δεν θα τους λέγαμε ούτε καλημέρα. Δυσφήμηση δεν είναι αυτοί που γράφουν, ούτε οι σχολές «δημιουργικής» γραφής που βάλλονται πανταχόθεν. Απ’ τη στιγμή που όλοι θέλουν να γράψουν στις μέρες μας, δεν κατάλαβα γιατί δεν πρέπει να κάτσει κάποιος μαζί τους και να τους μάθει να γράφουν σωστά (απ’ τη στιγμή μάλιστα που οι επιμελητές είναι πολύ ακριβοί, και η πολυπόθητη έκδοση γίνεται στο πι και φι μόλις εισπραχθεί το ποσόν)!
«Ζητήσαμε από τους ίδιους τους ποιητές της νεώτερης γενιάς να μας στείλουν τα ποιήματά τους. Να ανθολογήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους κι να φανούν έστω μέσα από μια ποιητική ανθολογία, ελεύθερα και μακριά από κάθε υποκειμενικό κριτήριο, οι τάσεις που επικρατούν και διαγράφονται στον ποιητικό μας χώρο στις τελευταίες ταραγμένες δεκαετίες. Η ανταπόκριση υπήρξε συγκλονιστική. Υπερχίλιοι ποιητές, νέοι στην πλειοψηφία τους, έστειλαν δείγματα της πνευματικής τους δουλειάς.Μαθητές των Γυμνασίων, φοιτητές, άνθρωποι των γραφείων και της χειρονακτικής δουλειάς, νοικοκυρές, άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων κάθονται και σμιλεύουν με το στίχο τούς καημούς, τα όνειρα, τις πίκρες τους. Η ανθολογία αυτή είναι μια περίτρανη διαβεβαίωση ότι ο Έλληνας παραμένει πάντοτε ευαίσθητος, λυρικός και οραματιστής…»
Έγραφε ο εκδότης Δημήτρης Παπαδημητρίου της «Ποιητικής Ανθολογίας της Νέας Ελληνικής γενιάς Άγκυρας», το 1971. Η πρόσφατη ανθολογία «Ξένων Αιμάτων Τρύγος» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014), σώζει 611 ποιητές. Η γραφομανία δεν αποτελεί λοιπόν σημερινό φαινόμενο που πολλοί το αποδίδουν ατυχώς στα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν φταίει το facebook. Οι υπερχίλιοι ποιητές του 1971 έγραφαν με απλό στυλό διαρκείας ή με μολύβι (οι παλιότεροι) σε τετράδια που αγόραζαν από το παντοπωλείο. Δεν υπήρχαν οι κόλλες Α4. Ο Νικηφόρος Βρετάκος έγραφε στα πακέτα των τσιγάρων, στις κασετίνες που επιμένει να βγάζει πλέον μόνον ο Καρέλιας, και στα Σαντέ. Θυμάμαι που έγραφα την δεκαετία του 60 πίσω από τα ψηφοδέλτια που κρατούσε επιμελώς ο πατέρας μου από τις εκάστοτε βουλευτικές και δημαρχιακές εκλογές. Στο ελάχιστο περιθώριο των εκκλησιαστικών εντύπων «Η φωνή του Κυρίου». Στον κολοφώνα των σχολικών βιβλίων, στη λευκή επιφάνεια των χαρτόδετων εξωφύλλων. Στην Οδύσσεια του Πολυλά, εκεί που άφηναν λευκό πλαίσιο οι ξυλογραφίες.
Δεν υπάρχει μια ακριβής καταμέτρηση των ποιητών στην Ελλάδα, αλλά θα συμφωνήσουμε με τον εκδότη της Άγκυρας: υπερχίλιοι. Το θεάρεστο έργο του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, το αντίστοιχο που ετοιμάζει για τα εκδοθέντα βιβλία ο Αντώνης Σκιαθάς με το «Γραφείον Ποιήσεως» στην Πάτρα, για τις ποιητικέ συλλογές του 2014. Η δουλειά του Βουκελάτου παλιότερα με την καταγραφή της ποιητικής παραγωγής στο πάλαι ποτέ περιοδικό του «Ιχνευτής». Η δουλειά του «καταλόγου» που μας προσφέρουν είναι ανεκτίμητη. Πάνω εδώ θα πατήσουν οι μελλοντικοί αξιοκρατικοί ανθολόγοι. Παρόμοιες Ανθολογίες «υπερχιλίων» ποιητών βοηθούν αφάνταστα τον «αριστοκράτη» ανθολόγο και τον διευκολύνει αφάνταστα στο έργο του.
Στο απόσπασμα 138 ο Ουμπέρτο Σάμπα μας δίνει, πολύ παλιότερα, το 1950, (η γραφομανία, είπαμε, δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο) την εξής οξεία παρατήρηση που την έχω οδηγό και πιστεύω, σε όσους νομίζουν πως μπορούν να δυσφημήσουν την ποίηση:
«Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ. Εκπλήττει όποιον συναναστρέφεται κάπως στενά τους ποιητές, πως ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του, καλή την πίστη, ότι είναι ο πρώτος αν όχι όλων των εποχών και όλων των χωρών, τουλάχιστον της εποχής του και της χώρας του. Να αμφισβητήσεις αυτή την πεποίθησή τους είναι σαν να τους μαχαιρώνεις. Και δεν αναφέρομαι στους δύο τρεις που θα είχαν κάθε λόγο να εκφράσουν μια παρόμοια πεποίθηση. Γιατί παρατήρησα πως όλοι αδιακρίτως όσοι γράφουν στίχους, ακόμη και οι νούλες, ακόμα και οι ατάλαντοι, τρέφουν για τον εαυτό τους την ίδια εκτίμηση. Σκέφτεται κανείς πως η πεποίθησή τους είναι – για άλλη μια φορά – ένα πιστεύω απριόρι, το οποίο παράγεται από κάποιο ( λίγο ως πολύ άγνωστο) μηχανισμό αναπλήρωσης , και πως κάθε ποιητής πρέπει να έχει – εξαρχής – ο πρώτος ποιητής της Ιταλίας. Και πως χωρίς αυτήν την εσωτερική και απαραίτητη γι’ αυτούς πεποίθηση ίσως να μην είχε γραφεί ποτέ στον κόσμο ούτε ένας στίχος καλός ή κακός. Το οποίον – αφού οι άσχημοι στίχοι περνούν και οι καλοί μένουν, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα – σημαίνει πως θα στερούμασταν ( σ’ αντάλλαγμα μιας εξίσου προβληματικής ιάσεως) κάτι από την ομορφιά του κόσμου.» (θα το βρείτε στην Ανθολογία Ιταλικής Ποίησης, εκδόσεις Οδός Πανός, 2011, σε μετάφραση του Γιάννη Παππά και δική μου)

Αναδημοσίευση από http://www.poiein.gr

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 5, 2018, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Giuseppe Ungaretti, “La Pietà”, (μεταφρ.-επίμετρο: ΕυαγγελίαΠολύμου)

Untitled-design2701-1

I.
Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.
Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.
Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.
Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;
Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.
Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;
Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.
Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…
Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.
Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;
Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.
Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;
Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.
Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;
Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;
Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.
Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.
Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.
Γυρεύουμε μια σιγουριά.
Ούτε που γελάς πια με μας;
Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.
Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.
Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.
Ο νόμος σου ποιος είναι;
Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.
Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.
`
II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
`
III.
Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.
Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;
Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.
`
IV.
Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.
(1928)
`
*************************************************************
Testi in italiano
“La Pietà’
`
I.
Sono un uomo ferito.
E me ne vorrei andare
E finalmente giungere,
Pietà, dove si ascolta
L’uomo che è solo con sé.
Non ho che superbia e bontà.
E mi sento esiliato in mezzo agli uomini.
Ma per essi sto in pena.
Non sarei degno di tornare in me?
Ho popolato di nomi il silenzio.
Ho fatto a pezzi cuore e mente
Per cadere in servitù di parole?
Regno sopra fantasmi.
O foglie secche,
anima portata qua e là…
No, odio il vento e la sua voce
Di bestia immemorabile.
Dio, coloro che t’implorano
Non ti conoscono più che di nome?
M’hai discacciato dalla vita.
Mi discaccerai dalla morte?
Forse l’uomo è anche indegno di sperare.
Anche la fonte del rimorso è secca?
Il peccato che importa,
se alla purezza non conduce più.
La carne si ricorda appena
Che una volta fu forte.
È folle e usata, l’anima.
Dio guarda la nostra debolezza.
Vorremmo una certezza.
Di noi nemmeno più ridi?
E compiangici dunque, crudeltà.
Non ne posso più di stare murato
Nel desiderio senza amore.
Una traccia mostraci di giustizia.
La tua legge qual è?
Fulmina le mie povere emozioni,
liberami dall’inquietudine.
Sono stanco di urlare senza voce.
`
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
`
III.
La luce che ci punge
È un filo sempre più sottile.
Più non abbagli tu, se non uccidi?
Dammiquestagioiasuprema.
`
IV.
L’uomo, monotono universo,
crede allargarsi i beni
e dalle sue mani febbrili
non escono senza fine che limiti.
Attaccato sul vuoto
Al suo filo di ragno,
non teme e non seduce
se non il proprio grido.
Ripara il logorio alzando tombe,
e per pensarti, Eterno,
non ha che le bestemmie.
`
*********************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Ανανεωτής των ποιητικών σχημάτων, με την ιδιόμορφη, μικρή, ποιητική γραφή του να χαρακτηρίζεται από επιγραμματικά, πυκνά κείμενα,απογυμνωμένα από στίξη και ρίμα, με ύφος λιτό, με λέξεις που «τέμνουν τη σιωπή», ήταν εμπνευστής, μαζί με τον Εουτζένιο Μοντάλε και τον Ουμπέρτο Σάμπα, της Σχολής του Ερμητισμού στην Ιταλία. Ο Ungaretti πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό μέτωπο του Κάρσο, εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του και τον έκανε να βιώσει την αντιποιητική πραγματικότητα, συνδεδεμένη με τη φρίκη του πολέμου, τον σπαραγμό, την απουσία, και την αγωνία του θανάτου. Η θεματογραφία της ποίησής του συναρτάται με αυτόν ακριβώς τον κύκλο της ζωής του και αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος έδινε στα βιβλία του, από την «Ευθυμία» και το «Αίσθημα του χρόνου»μέχρι το «Σημειωματάριο του γέρου». Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1958 στα Ανοιχτά χαρτιά έγραφε: «Το ένα ποίημα, που αποτελούν όλα μαζί τα ποιήματα του Ungaretti, απλοποιεί τις γραμμές της ζωής και τις συγκεντρώνει σ’ ένα σχέδιο, που το καθαρό του περίγραμμα, όπως η θάλασσα γύρω από ένα νησί, μας αφήνει να δούμε καλύτερα ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο κόσμος όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, όταν του αφαιρέσει κανείς τα βάρη της ματαιοδοξίας μας». Το συγγραφικ ότου έργο έχει συγκεντρωθεί σ’ έναν τόμο με τον γενικό τίτλο «Η ζωή ενός ανθρώπου», (Giuseppe Ungaretti,Vita diunuomo – Tuttelepoesie, Mondadori, 2005, IMeridianiCollezione).

Αναδημοσίευση από http://www.poiein.gr.

Άγγελος Σ. Παρθένης, «Αποτυπώματα»

41177721_2222688164628173_7136057809770119168_n

Ο ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ
«Σήμερον εμού αύριον ετέρου», έγραφε.
Κι ήρθαν πόλεμοι
και ξεριζωμοί και προσφυγές και
Και σήμερα
το αίθριο, τις καμάρες της αυλής
–πελεκητές, στο χρώμα της αυγής–
τις σιδεριές τις ζωγραφιές
και τα ταβάνια, με περηφάνια
έδειχνε ο νέος ιδιοκτήτης.
Και δεν πρόσεχε τις λέξεις
στο ανώφλι του σπιτιού:
«ουδέποτε τινός».
`
*
ΜΕΝΙΠΠΟΣ ΛΥΚΙΟΣ
Η γυναίκα όμορφη·
μαλλιά πόδια κορμί
η κίνησή της χορός·
απ’ το χέρι τον έπιασε
στα δώματα τον κάλεσε
ζεστή υγρή φωνή
κι ο νέος άντρας έμεινε·
έμεινε για τα καλά.
Κι ο σοφός
όταν έπρεπε μίλησε:
η γυναίκα, όλα της
ψευδαίσθηση·
– κι όλα χάθηκαν ξαφνικά·
κι ο Λύκιος
απ’ τ’ όνειρο βγήκε.
Έτσι έγραφε η παλιά γραφή.
Δεν έγραφε όμως
αν ο Λύκιος έπαψε ποτέ
να γυρεύει τ’ όνειρο.
`
*
O ΔΡΟΜΟΣ
Ο δρόμος στην πλάτη του θεάτρου·
πίσω απ’ τον τοίχο των κερκίδων·
παράμερος μάλλον και τότε
– καμμιά πηγή δεν τον αναφέρει.
Όμως, κάτι «Μυρτάλην {μα}χλάδα»
στις πέτρες χαραγμένα, κάτι
«Τίτας καταπύγον Αρκεσίμου ψω{λήν}…»
κι άλλα ίχνη, σχέδια
λαϊκά, άτεχνα, φαλλικά
μαρτυρούν το αλισβερίσι, που εδώ
που η ξαναμμένη σάρκα
το πέρασμά της εδώ·
που ο έρωτας
– περίσσευε πάντα στην Ιστορία.
`
*
ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Ψίθυροι γέλια μουρμουρητά
«όσα τ’ αστέρια στο νερό
τόσα… ψυχή μου»
και στεναγμοί αγκομαχητά
– νύχτα με χιλιάδες αυτιά·
στις πικροδάφνες στο πέτρινο πηγάδι
στη γεμάτη αχιβάδα δίπλα
όπου η λύρα, ο αφηγητής
– ζεστές ανάσες.
Κι απόψε
νυχτοπούλια στα ερείπια·
στο αρχαίο πηγάδι
η νύχτα, καινούργια πάντα
τ’ άστρα της ακουμπώντας
το σκηνικό της στήνοντας πάλι.
`
*
ΕΡΗΜΗΝ
Πράσινο φυσητό γυαλί
το βάζο, για αιθέρια έλαια·
το χτένι από ελεφαντόδοντο·
χρυσή περόνη – σκαλιστή
κεφαλή λιονταριού:
στον κοιτώνα τα βρήκαν
στο μέγαρο με τα ψηφιδωτά.
Ασήμαντα πράγματα
μακρινής ζωής
υπάρχοντας
πέρα
απ’ το δικό μας θάνατο
απ’ τη λήθη μας
ερήμην μας.
`
*
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΚΣΚΑΦΗΣ
Ο τάφος ανατολικά, συλημένος.
Θραύσματα κεραμικού δοχείου
φιάλη από πράσινο γυαλί
κι ανάμεσα στα κάτω οστά
κομμάτι περγαμηνής.
Με πρόχειρα γράμματα
της τελευταίας στιγμής
με κόκκινο μελάνι
σε ντόπια ελληνικά
δυο λέξεις
– ανέγγιχτες
«μου λείπεις».

Ο Άγγελος Σ. Παρθένης γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε αρχιτεκτονική και άσκησε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στην Αθήνα. Μεταξύ 2004-2015 συμμετείχε ως ποιητής και ως μεταφραστής στο Ελληνοαμερικανικό Συμπόσιο Μετάφρασης Ποίησης, στην Πάρο, στους Δελφούς και στην Αθήνα / Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: “Ο πας χρόνος’ (εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1988), “Ες ατρύγετον καιρόν’ (εκδ. Γαβριηλίδης, 1997), “Ως εν κατόπτρω’ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2004), “Από το βιβλίο της άμμου’ (εκδ. Τυπωθήτω, 2005), “Άτις ή Οι Λαβδακίδες’ (εκδ. Τυπωθήτω, 2010), “Αποτυπώματα’ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2017). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά.

Αναδημοσίευση από http://www.poiein.gr