Αρχείο | Σεπτέμβριος 2018

«Η δυσφήμηση της ποίησης» Του Σωτήρη Παστάκα

41174980_2222751741288482_1280019675773665280_n

 

“Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…’ λέει πρόσφατα σε κάποια συνέντευξή του ο Κώστας Δεσποινιάδης.
Πριν μερικά χρόνια, το 2013, στο Κάιρο, άκουσα τον αγαπητό Χρίστο Γ. Παπαδόπουλο να εκφράζει την απαξίωσή του για τη σύγχρονη «λογοτεχνική» παραγωγή από τη στιγμή που ο καθείς πληρώνει την έκδοση του βιβλίου του. Δεν έχει κανένα νόημα, όλο αυτό το εμπορικό αλισβερίσι. Οι «παρεολογοτέχνες» όπως τους είχα βαπτίσει σε ένα από τα savoir, συνάδουν με τους «ποιητέμπορους» του Δεσποινιάδη και το αποτέλεσμα είναι η απόλυτη δυσφήμηση της ποιητικής τέχνης. Ποιητές που είναι συνάμα και εκδότες επί πληρωμή. Απορώ πως ο υγιής κλάδος των εκδοτών δεν αντιστέκεται σε αυτή την δυσφήμηση του κλάδου τους. Αλλά ποιος να διαμαρτυρηθεί και ποιος να αντισταθεί, όταν η έκδοση πληρωμένων βιβλίων έγινε πλέον καθημερινή τακτική από όλους; Πως δέχονται οι «καθαροί» εκδότες να στεγάζονται στα διάφορα Κρατικά Παζάρια με αυτούς που διακινούν αποκλειστικά πληρωμένα βιβλία; Πως γίνεται να ονομάζουμε Διεθνή (sic!) Έκθεση (πληρωμένου) Βιβλίου το παζάρι των αυτό-εκδιδόμενων της Θεσσαλονίκης; Αρκετά παζάρια και πάγκους διοργανώνουν από μόνοι τους όλους τους θερινούς μήνες, τι Ζάπεια, τι Πεδία, τι θαλάσσια παράκτια και ζωοπανηγύρεις όπως το παζάρι της Λάρισας. Γιατί η Θεσσαλονίκη;
Η δυσφήμηση της ποίησης λοιπόν, είναι ακριβώς η πρακτική να προσδίδουμε κύρος με κρατικά «βραβεία» και «εκθέσεις», ακριβώς σε αυτό το οικονομικό αλισβερίσι. Δυσφήμηση είναι η ανταλλαγή αβρών χειρονομιών, χειροφιλημάτων και δημόσια έκθεση της αθώας ψυχής μας που αραδιάζει ότι υψηλότερο συναίσθημα μπορεί να συλλάβει ο άνθρωπος, για να παρουσιάσει το συνηθισμένο «αριστούργημα» της φιλενάδας ή του γκόμενου. Δυσφήμηση είναι να μιλάω επαινετικά δημοσίως για κάποιον ποιητή που θάβω στις προσωπικές μου συνομιλίες. Δυσφήμηση είναι να τυπώνουμε βιβλία που θεωρούμε σκουπίδια, να τα παρουσιάζουμε και να τα βραβεύουμε. Δυσφήμηση είναι να ανταλλάσσουμε φιλοφρονήσεις με ανθρώπους που τα παλιά χρόνια δεν θα τους λέγαμε ούτε καλημέρα. Δυσφήμηση δεν είναι αυτοί που γράφουν, ούτε οι σχολές «δημιουργικής» γραφής που βάλλονται πανταχόθεν. Απ’ τη στιγμή που όλοι θέλουν να γράψουν στις μέρες μας, δεν κατάλαβα γιατί δεν πρέπει να κάτσει κάποιος μαζί τους και να τους μάθει να γράφουν σωστά (απ’ τη στιγμή μάλιστα που οι επιμελητές είναι πολύ ακριβοί, και η πολυπόθητη έκδοση γίνεται στο πι και φι μόλις εισπραχθεί το ποσόν)!
«Ζητήσαμε από τους ίδιους τους ποιητές της νεώτερης γενιάς να μας στείλουν τα ποιήματά τους. Να ανθολογήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους κι να φανούν έστω μέσα από μια ποιητική ανθολογία, ελεύθερα και μακριά από κάθε υποκειμενικό κριτήριο, οι τάσεις που επικρατούν και διαγράφονται στον ποιητικό μας χώρο στις τελευταίες ταραγμένες δεκαετίες. Η ανταπόκριση υπήρξε συγκλονιστική. Υπερχίλιοι ποιητές, νέοι στην πλειοψηφία τους, έστειλαν δείγματα της πνευματικής τους δουλειάς.Μαθητές των Γυμνασίων, φοιτητές, άνθρωποι των γραφείων και της χειρονακτικής δουλειάς, νοικοκυρές, άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων κάθονται και σμιλεύουν με το στίχο τούς καημούς, τα όνειρα, τις πίκρες τους. Η ανθολογία αυτή είναι μια περίτρανη διαβεβαίωση ότι ο Έλληνας παραμένει πάντοτε ευαίσθητος, λυρικός και οραματιστής…»
Έγραφε ο εκδότης Δημήτρης Παπαδημητρίου της «Ποιητικής Ανθολογίας της Νέας Ελληνικής γενιάς Άγκυρας», το 1971. Η πρόσφατη ανθολογία «Ξένων Αιμάτων Τρύγος» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014), σώζει 611 ποιητές. Η γραφομανία δεν αποτελεί λοιπόν σημερινό φαινόμενο που πολλοί το αποδίδουν ατυχώς στα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν φταίει το facebook. Οι υπερχίλιοι ποιητές του 1971 έγραφαν με απλό στυλό διαρκείας ή με μολύβι (οι παλιότεροι) σε τετράδια που αγόραζαν από το παντοπωλείο. Δεν υπήρχαν οι κόλλες Α4. Ο Νικηφόρος Βρετάκος έγραφε στα πακέτα των τσιγάρων, στις κασετίνες που επιμένει να βγάζει πλέον μόνον ο Καρέλιας, και στα Σαντέ. Θυμάμαι που έγραφα την δεκαετία του 60 πίσω από τα ψηφοδέλτια που κρατούσε επιμελώς ο πατέρας μου από τις εκάστοτε βουλευτικές και δημαρχιακές εκλογές. Στο ελάχιστο περιθώριο των εκκλησιαστικών εντύπων «Η φωνή του Κυρίου». Στον κολοφώνα των σχολικών βιβλίων, στη λευκή επιφάνεια των χαρτόδετων εξωφύλλων. Στην Οδύσσεια του Πολυλά, εκεί που άφηναν λευκό πλαίσιο οι ξυλογραφίες.
Δεν υπάρχει μια ακριβής καταμέτρηση των ποιητών στην Ελλάδα, αλλά θα συμφωνήσουμε με τον εκδότη της Άγκυρας: υπερχίλιοι. Το θεάρεστο έργο του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, το αντίστοιχο που ετοιμάζει για τα εκδοθέντα βιβλία ο Αντώνης Σκιαθάς με το «Γραφείον Ποιήσεως» στην Πάτρα, για τις ποιητικέ συλλογές του 2014. Η δουλειά του Βουκελάτου παλιότερα με την καταγραφή της ποιητικής παραγωγής στο πάλαι ποτέ περιοδικό του «Ιχνευτής». Η δουλειά του «καταλόγου» που μας προσφέρουν είναι ανεκτίμητη. Πάνω εδώ θα πατήσουν οι μελλοντικοί αξιοκρατικοί ανθολόγοι. Παρόμοιες Ανθολογίες «υπερχιλίων» ποιητών βοηθούν αφάνταστα τον «αριστοκράτη» ανθολόγο και τον διευκολύνει αφάνταστα στο έργο του.
Στο απόσπασμα 138 ο Ουμπέρτο Σάμπα μας δίνει, πολύ παλιότερα, το 1950, (η γραφομανία, είπαμε, δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο) την εξής οξεία παρατήρηση που την έχω οδηγό και πιστεύω, σε όσους νομίζουν πως μπορούν να δυσφημήσουν την ποίηση:
«Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ. Εκπλήττει όποιον συναναστρέφεται κάπως στενά τους ποιητές, πως ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του, καλή την πίστη, ότι είναι ο πρώτος αν όχι όλων των εποχών και όλων των χωρών, τουλάχιστον της εποχής του και της χώρας του. Να αμφισβητήσεις αυτή την πεποίθησή τους είναι σαν να τους μαχαιρώνεις. Και δεν αναφέρομαι στους δύο τρεις που θα είχαν κάθε λόγο να εκφράσουν μια παρόμοια πεποίθηση. Γιατί παρατήρησα πως όλοι αδιακρίτως όσοι γράφουν στίχους, ακόμη και οι νούλες, ακόμα και οι ατάλαντοι, τρέφουν για τον εαυτό τους την ίδια εκτίμηση. Σκέφτεται κανείς πως η πεποίθησή τους είναι – για άλλη μια φορά – ένα πιστεύω απριόρι, το οποίο παράγεται από κάποιο ( λίγο ως πολύ άγνωστο) μηχανισμό αναπλήρωσης , και πως κάθε ποιητής πρέπει να έχει – εξαρχής – ο πρώτος ποιητής της Ιταλίας. Και πως χωρίς αυτήν την εσωτερική και απαραίτητη γι’ αυτούς πεποίθηση ίσως να μην είχε γραφεί ποτέ στον κόσμο ούτε ένας στίχος καλός ή κακός. Το οποίον – αφού οι άσχημοι στίχοι περνούν και οι καλοί μένουν, τουλάχιστον για ένα μικρό χρονικό διάστημα – σημαίνει πως θα στερούμασταν ( σ’ αντάλλαγμα μιας εξίσου προβληματικής ιάσεως) κάτι από την ομορφιά του κόσμου.» (θα το βρείτε στην Ανθολογία Ιταλικής Ποίησης, εκδόσεις Οδός Πανός, 2011, σε μετάφραση του Γιάννη Παππά και δική μου)

Αναδημοσίευση από http://www.poiein.gr

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 5, 2018, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Giuseppe Ungaretti, “La Pietà”, (μεταφρ.-επίμετρο: ΕυαγγελίαΠολύμου)

Untitled-design2701-1

I.
Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.
Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.
Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.
Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;
Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.
Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;
Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.
Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…
Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.
Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;
Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.
Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;
Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.
Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;
Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;
Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.
Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.
Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.
Γυρεύουμε μια σιγουριά.
Ούτε που γελάς πια με μας;
Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.
Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.
Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.
Ο νόμος σου ποιος είναι;
Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.
Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.
`
II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
`
III.
Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.
Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;
Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.
`
IV.
Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.
(1928)
`
*************************************************************
Testi in italiano
“La Pietà’
`
I.
Sono un uomo ferito.
E me ne vorrei andare
E finalmente giungere,
Pietà, dove si ascolta
L’uomo che è solo con sé.
Non ho che superbia e bontà.
E mi sento esiliato in mezzo agli uomini.
Ma per essi sto in pena.
Non sarei degno di tornare in me?
Ho popolato di nomi il silenzio.
Ho fatto a pezzi cuore e mente
Per cadere in servitù di parole?
Regno sopra fantasmi.
O foglie secche,
anima portata qua e là…
No, odio il vento e la sua voce
Di bestia immemorabile.
Dio, coloro che t’implorano
Non ti conoscono più che di nome?
M’hai discacciato dalla vita.
Mi discaccerai dalla morte?
Forse l’uomo è anche indegno di sperare.
Anche la fonte del rimorso è secca?
Il peccato che importa,
se alla purezza non conduce più.
La carne si ricorda appena
Che una volta fu forte.
È folle e usata, l’anima.
Dio guarda la nostra debolezza.
Vorremmo una certezza.
Di noi nemmeno più ridi?
E compiangici dunque, crudeltà.
Non ne posso più di stare murato
Nel desiderio senza amore.
Una traccia mostraci di giustizia.
La tua legge qual è?
Fulmina le mie povere emozioni,
liberami dall’inquietudine.
Sono stanco di urlare senza voce.
`
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
`
III.
La luce che ci punge
È un filo sempre più sottile.
Più non abbagli tu, se non uccidi?
Dammiquestagioiasuprema.
`
IV.
L’uomo, monotono universo,
crede allargarsi i beni
e dalle sue mani febbrili
non escono senza fine che limiti.
Attaccato sul vuoto
Al suo filo di ragno,
non teme e non seduce
se non il proprio grido.
Ripara il logorio alzando tombe,
e per pensarti, Eterno,
non ha che le bestemmie.
`
*********************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Ανανεωτής των ποιητικών σχημάτων, με την ιδιόμορφη, μικρή, ποιητική γραφή του να χαρακτηρίζεται από επιγραμματικά, πυκνά κείμενα,απογυμνωμένα από στίξη και ρίμα, με ύφος λιτό, με λέξεις που «τέμνουν τη σιωπή», ήταν εμπνευστής, μαζί με τον Εουτζένιο Μοντάλε και τον Ουμπέρτο Σάμπα, της Σχολής του Ερμητισμού στην Ιταλία. Ο Ungaretti πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό μέτωπο του Κάρσο, εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του και τον έκανε να βιώσει την αντιποιητική πραγματικότητα, συνδεδεμένη με τη φρίκη του πολέμου, τον σπαραγμό, την απουσία, και την αγωνία του θανάτου. Η θεματογραφία της ποίησής του συναρτάται με αυτόν ακριβώς τον κύκλο της ζωής του και αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος έδινε στα βιβλία του, από την «Ευθυμία» και το «Αίσθημα του χρόνου»μέχρι το «Σημειωματάριο του γέρου». Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1958 στα Ανοιχτά χαρτιά έγραφε: «Το ένα ποίημα, που αποτελούν όλα μαζί τα ποιήματα του Ungaretti, απλοποιεί τις γραμμές της ζωής και τις συγκεντρώνει σ’ ένα σχέδιο, που το καθαρό του περίγραμμα, όπως η θάλασσα γύρω από ένα νησί, μας αφήνει να δούμε καλύτερα ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο κόσμος όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, όταν του αφαιρέσει κανείς τα βάρη της ματαιοδοξίας μας». Το συγγραφικ ότου έργο έχει συγκεντρωθεί σ’ έναν τόμο με τον γενικό τίτλο «Η ζωή ενός ανθρώπου», (Giuseppe Ungaretti,Vita diunuomo – Tuttelepoesie, Mondadori, 2005, IMeridianiCollezione).

Αναδημοσίευση από http://www.poiein.gr.

Άγγελος Σ. Παρθένης, «Αποτυπώματα»

41177721_2222688164628173_7136057809770119168_n

Ο ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ
«Σήμερον εμού αύριον ετέρου», έγραφε.
Κι ήρθαν πόλεμοι
και ξεριζωμοί και προσφυγές και
Και σήμερα
το αίθριο, τις καμάρες της αυλής
–πελεκητές, στο χρώμα της αυγής–
τις σιδεριές τις ζωγραφιές
και τα ταβάνια, με περηφάνια
έδειχνε ο νέος ιδιοκτήτης.
Και δεν πρόσεχε τις λέξεις
στο ανώφλι του σπιτιού:
«ουδέποτε τινός».
`
*
ΜΕΝΙΠΠΟΣ ΛΥΚΙΟΣ
Η γυναίκα όμορφη·
μαλλιά πόδια κορμί
η κίνησή της χορός·
απ’ το χέρι τον έπιασε
στα δώματα τον κάλεσε
ζεστή υγρή φωνή
κι ο νέος άντρας έμεινε·
έμεινε για τα καλά.
Κι ο σοφός
όταν έπρεπε μίλησε:
η γυναίκα, όλα της
ψευδαίσθηση·
– κι όλα χάθηκαν ξαφνικά·
κι ο Λύκιος
απ’ τ’ όνειρο βγήκε.
Έτσι έγραφε η παλιά γραφή.
Δεν έγραφε όμως
αν ο Λύκιος έπαψε ποτέ
να γυρεύει τ’ όνειρο.
`
*
O ΔΡΟΜΟΣ
Ο δρόμος στην πλάτη του θεάτρου·
πίσω απ’ τον τοίχο των κερκίδων·
παράμερος μάλλον και τότε
– καμμιά πηγή δεν τον αναφέρει.
Όμως, κάτι «Μυρτάλην {μα}χλάδα»
στις πέτρες χαραγμένα, κάτι
«Τίτας καταπύγον Αρκεσίμου ψω{λήν}…»
κι άλλα ίχνη, σχέδια
λαϊκά, άτεχνα, φαλλικά
μαρτυρούν το αλισβερίσι, που εδώ
που η ξαναμμένη σάρκα
το πέρασμά της εδώ·
που ο έρωτας
– περίσσευε πάντα στην Ιστορία.
`
*
ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Ψίθυροι γέλια μουρμουρητά
«όσα τ’ αστέρια στο νερό
τόσα… ψυχή μου»
και στεναγμοί αγκομαχητά
– νύχτα με χιλιάδες αυτιά·
στις πικροδάφνες στο πέτρινο πηγάδι
στη γεμάτη αχιβάδα δίπλα
όπου η λύρα, ο αφηγητής
– ζεστές ανάσες.
Κι απόψε
νυχτοπούλια στα ερείπια·
στο αρχαίο πηγάδι
η νύχτα, καινούργια πάντα
τ’ άστρα της ακουμπώντας
το σκηνικό της στήνοντας πάλι.
`
*
ΕΡΗΜΗΝ
Πράσινο φυσητό γυαλί
το βάζο, για αιθέρια έλαια·
το χτένι από ελεφαντόδοντο·
χρυσή περόνη – σκαλιστή
κεφαλή λιονταριού:
στον κοιτώνα τα βρήκαν
στο μέγαρο με τα ψηφιδωτά.
Ασήμαντα πράγματα
μακρινής ζωής
υπάρχοντας
πέρα
απ’ το δικό μας θάνατο
απ’ τη λήθη μας
ερήμην μας.
`
*
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΚΣΚΑΦΗΣ
Ο τάφος ανατολικά, συλημένος.
Θραύσματα κεραμικού δοχείου
φιάλη από πράσινο γυαλί
κι ανάμεσα στα κάτω οστά
κομμάτι περγαμηνής.
Με πρόχειρα γράμματα
της τελευταίας στιγμής
με κόκκινο μελάνι
σε ντόπια ελληνικά
δυο λέξεις
– ανέγγιχτες
«μου λείπεις».

Ο Άγγελος Σ. Παρθένης γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε αρχιτεκτονική και άσκησε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στην Αθήνα. Μεταξύ 2004-2015 συμμετείχε ως ποιητής και ως μεταφραστής στο Ελληνοαμερικανικό Συμπόσιο Μετάφρασης Ποίησης, στην Πάρο, στους Δελφούς και στην Αθήνα / Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: “Ο πας χρόνος’ (εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1988), “Ες ατρύγετον καιρόν’ (εκδ. Γαβριηλίδης, 1997), “Ως εν κατόπτρω’ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2004), “Από το βιβλίο της άμμου’ (εκδ. Τυπωθήτω, 2005), “Άτις ή Οι Λαβδακίδες’ (εκδ. Τυπωθήτω, 2010), “Αποτυπώματα’ (εκδ. Γαβριηλίδης, 2017). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά.

Αναδημοσίευση από http://www.poiein.gr

ΤΟ ΘΕΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

40764734_2222179264679063_5829798022711607296_n

Μια ιδέα θεϊκή σαν πεταλούδα ωραία
Λες τον Ερμή πως έστειλε ο Δίας στο ‘Δυσσέα
Στον κήπο που μυρόβλυζε τ’ ‘’αιόλια’’ που φυσούσαν 
Σκιρτούσαν τα ανθοχρώματα που ‘’πεταλανεμούσαν’’

Οι πεταλούδες όμορφες
Π’ αχνοπαρατηρούσε
Αφού Ιθάκη το μυαλό
Γυρνούσε τριγυρνούσε
Όπως εκείνες γύρω του
Στης Καλυψώς τον κήπο
Και μια του αποκάλυψε
Τα σχέδιο το θείο

Μια πεταλούδα πλάι του στο άνθος π’ ακουμπούσε
Δίνει στο σχέδιο φτερά σαν το κατανοούσε
Λάμπει σαν ήλιος ο Βασιλιάς ο νοσταλγός Ιθάκης
Κι ανασηκώνει το κορμί που είχε γείρει πλάι

Μες στου μυαλού τον αργαλειό
Σαν την αράχνη’ υφαίνει
Με σάλιο την ιδέα του
Κι αντί για πόδια σκέψεις
Έναν ιστό στην Καλυψώ
Που αν πιαστεί εκείνη
Θα τον αφήσει σίγουρα
Απ’ το νησί να φύγει

Την πεταλούδα αν πει Ερμή – του Δία απεσταλμένη
Μιλώντας εγγαστρίμυθα κι ό,τι ποθεί της θέλει…
Κι όταν μια μέρα χάθηκε εκείνη να τον ψάχνει
Ο Οδυσσέας ‘’κρύφτηκε’’ στον κήπο με τα άνθη

Οι πεταλούδες χόρευαν
Ρουφούσανε τη γύρη
Κι απ’ του ‘Δυσσέα το κορμί
Την ηδονή εκείνη
Όπως κι ο ίδιος στη σπηλιά
Απ’ την κερήθρα μέλι
Ρουφούσε μέχρι το κερί
Εκείνη λες πεθαίνει…

Πάντα τρελαίνεται θαρρείς στη σκέψη μην της φύγει
Όταν τον έψαξε παντού και το ‘Δυσσέα βρίσκει
Στον κήπο τον πανέμορφο κοιμόταν ‘’μακαρίως’’
Κάτω απ’ τα άνθη στη σκιά κι οι πεταλούδες γύρω..

Ενώ πλησίασε κοντά
Αρχίζει να σιμώνει
Το κορμικό το μύρο της
Το πόσο ενημερώνει
Σαν τον θωρεί μοιάζει θεός
Πριν σα θεός μιλήσει
Μια κι ήρθε η ώρα η στιγμή
Το μέλλον που θα κρίνει

Την αύρα της σαν ένοιωσε κοντά του ο ‘Δυσσέας
Αμέσως βάζει εφαρμογή το σχέδιο το μέγα
Εκείνο που εκπόνησε και πρόβες το ‘χει κάνει
Και την εγγαστριμύθια που άπταιστα μιλάει

Με μια φωνή απόκοσμη
Από της γης τα σπλάχνα
Της λέει πως είναι ο Ερμής
Που φέρνει τα μαντάτα
Ενώ κείται ακίνητος
Και κάνει πως κοιμάται
Δίχως τα χείλη να κινά
Ενδόμυα συσπάται

Η πεταλούδα η πιο όμορφη του κήπου η ωραία
Που κόλλησε τα πόδια της με τέχνη ο ‘Δυσσέας
Εκεί κοντά στον ώμο του που ακούμπαε τα άνθη
Άνοιξε αμέσως τα φτερά ματαίως να πετάξει..

Σαν ο πανούργος άρχισε
Να απλώνει τον ιστό του
Ενώ τα σάλια πλημμυρούν
Στο στόμα το δικό του

Άκου θεά πανέμορφη κι απ’ όλες πιο ωραία
Σαν πεταλούδα κοίτα ‘με στον ώμο του ‘Δυσσέα
Οπού ανοίγει τα φτερά ποθώντας να πετάξει
Κι η Καλυψώ το στόμα της που κλείνει μη φωνάξει
Ότι αρέσει στον Ερμή να αλλάζει τη μορφή του
Να παίρνει όποια επιθυμεί στην κάθε επαφή του

Όλοι γνωρίζουν το θεό
Τον αγγελιοφόρο
Κι ο Δίας που τον έστειλε
Θα έχει κάποιο λόγο
Θαρρείς πως συλλογίστηκε
Ποθομανεί να μάθει
Ενώ η ματιά της κόλλησε
Στον ώμο που σκιρτάει

Σαν τον κινάει ενδόμυα πανούργα ο ‘Δυσσέας
Που κάνει την παράσταση ακόμη πιο σπουδαία
Καθώς η περιέργεια την Καλυψώ την καίει
Εκείνος πάλι σαν Ερμής τα …δέοντα της λέει

Σου φέρνω νέα Καλυψώ
Απ το μεγάλο Δία
Κι είναι το ξέρεις διαταγή
Του Ζεύ η επιθυμία
Απ τον πατέρα των θεών
Και την κορυφή του Ολύμπου
Μ’ έστειλε εδώ για να σου πω
Ποιά είναι η θέλησή του

Ο Ζευς ..τα ζεύγη που ποιεί σα Δίας δια-λύει
Τα πρέποντα και δίκαια που καθενός πως δίνει
Του Ζεύ είναι το θέλημα Διοεπιθυμία
Εκείνον που εκπόρθησε τη θρυλική την Τροία

Τον άντρα τον πολύπαθο
Σαν έφυγε από κείνη
Τα όσα εκείνος πέρασε
Απ’ των θεών τη μήνι
Θαρρώ τα ξέρεις Καλυψώ
Θα στα ‘χει πει ο ίδιος
Ίσως να έκλαψες κι εσύ
Σαν δάκρυζε εκείνος

Είπε ο ‘’Ερμής’’’ και η θεά στις θύμησες δακρύζει
Θαρρείς κι η θεϊκή ψυχή σαν των θνητών λυγίζει
Την ώρα που φαντάζεται κι η πικρονοσταλγάδα
Αλλάζει γεύση στην ψυχή ..απίστευτη γλυκάδα

Να τον αφήνει η Καλυψώ
Απ’ το νησί να φεύγει
Να χαιρετά απ’ τη θάλασσα
Μια ακόμη αγαπημένη
Να αγναντεύει η θεά
Η φημισμένη νύμφη
Και να κουνάει απ’ την ακτή
Το χέρι της εκείνη…

Μόλις του αγγίζει τα μαλλιά και πάει να τα χαϊδέψει
Πριν ναυαγήσουν στη στεριά εκείνος επιστρέφει
Στον κήπο τον ολάνθιστο το χάδι της σα νοιώθει
Φέρεται πάλι σαν Ερμής το μήνυμα πριν δώσει

Για δες τον που ονείρεται
Από τον ώμο λέει
Ενώ κινά τα βλέφαρα
Σαν όνειρο να βλέπει
Παράπονο εσύ θεά
Θαρρώ δεν πρέπει να ‘χεις
Μια και μαζί του έζησες
Όσο καμία άλλη

Ούτε με τη γυναίκα του δεν έζησε τα χρόνια
Τον παθοπόθο έρωτα που και τα σεντόνια
Το θεϊκό σου το κορμί προσκύνησε πολλάκις
Κι εσύ το ίδιο έκανες στο σκήπτρο της Ιθάκης

Απ’ την αρχή σ αγάπησε
Και με τη θέλησή του
Ο Οδυσσέας έμεινε
Μες στη σπηλιά μαζί σου
Ήταν δική του επιλογή
Μα τώρα έχει αλλάξει
Έκλεισε ο κύκλος των επτά
Τα χρόνια έχουν περάσει

‘’ΠΕΣ ΜΟΥ ΘΕΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ ΘΕΟΣΥΛΟΣ ΜΗ ΓΙΝΩ…’’

Απ’ το νησί της Καλυψώς να φύγει πεθυμούσε
Καθώς αρμένιζε η ματιά τα πέλαα θωρούσε
Δίχως ελπίδα στους θεούς στα χέρια του τη μοίρα
Την πήρε ο ίδιος και έγινε θεός Ερμής και Δίας

Όταν στο νου του άστραψε
Μια θεϊκή ιδέα
Την πεταλούδα κόλλησε
Στον ώμο ο Οδυσσέας
Τα όσα είπε στη θεά
Σαν δέοντα του Δία
Ότι ποθούσε κι ήθελε
Να βρει ελευθερία

Την νύμφη πειθανάγκασε να τον ελευθερώσει
Όταν στο βάθος της σπηλιάς τον πήρε να τον νοιώσει
Μόλις μαζί της δείπνησε νεκτάρι κι αμβροσία
Και στο κρεβάτι γεύτηκε την ηδονή τη θεία

Εκείνη τα ευχάριστα
Με θλιψολύπη είπε
Είναι του Δία θέλημα
Κι αναγκασμένη είναι
Να τον αφήσει ελεύθερο
Στο ταίρι του να πάει
Ενώ η θεά συγκρίθηκε
Σα μια θνητή με άλλη

Θαρρώ ότι χειρότερη δεν είμαι από ‘κείνη
Στ’ ανάστημα και στο κορμί στο κάλλος αν μας κρίνεις
Με θεϊκό παράπονο στον Οδυσσέα είπε
Που απαντά σαν έτοιμος από καιρό να είναι

Θεά μου εσύ πανέμορφη
Η Πηνελόπη ξέρω
Μπροστά σου πόσο άσχημη
Είναι εκείνη, βλέπω
Σου ορκίζομ’ άλλη νοσταλγώ
Ιθάκη το όνομα της
Είναι η πατρίδα που αγαπώ
Που είμαι μακριά της

Είπε ο μουρντάρης που σα-φως από γυναίκες ξέρει
Κι όσα στην Κίρκη αράδιασε στην Καλυψώ τα λέει
Πες μου θεά πανέμορφη θεόσυλος μη γίνω
Εσένα την ασύγκριτη με ποιά να σε συγκρίνω

Ακόμη κι πιο η όμορφη
Που λένε η Ελένη
Μπροστά σου είναι άσχημη
Της λέει και την τρελαίνει
Ξέρει ο μουρντάρης βασιλιάς
Τα θηλυκά παθαίνουν
Πεθαίνουν στα παινέματα
Τα αρσενικά το ξέρουν

Ότι χαϊδεύοντας τα αυτιά κοιμίζεις μια γυναίκα
Λες το μυαλό το θηλυκό ναρκώνεται από τέτοια
Ας ξέρει είναι ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
Ετούτα θρέφουν το εγώ σαν τα παιδιά το γάλα

Ακόμη και το θεϊκό
Σαν το εγώ της νύμφης
Που ο Οδυσσέας τάισε
Κι ακόμη συνεχίζει
Θεά εσύ αγέραστη
Πανέμορφη ωραία
Από θεές κι από θνητές
Εσύ η πιο σπουδαία

Της λέει και στάζει η γλώσσα του σιρόπι που λιγώνει
Η πιο γλυκιά η ηδονή κι η Καλυψώ που λιώνει
Όρκο βαρύ κι υπόσχεση ό,τι μπορεί θα κάνει
Να επιστρέψει γρήγορα στη λατρεμένη Ιθάκη…

‘’ ΟΙ ΕΡΙΝΥΕΣ ΤΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΣΑΝ ΑΛΛΟΙ ΠΟΣΕΙΔΟΝΕΣ »

Ο Δίας σου τον έφερε από τον Υπερίων
Σε μια καρίνα ναυαγό απ’ το στερνό του πλοίο
Που το κατακεραύνωσε γιατί οι σύντροφοί του
Ενώ τους απαγόρευσε τα βόδια του ηλίου

Τα ιερά τα κόκκινα
Τη σκύλα τους την πείνα
Να την χορτάσουν έσφαξαν
Κι έφαγαν από κείνα
Τον μόνο που διέσωσε
Ήταν ο Οδυσσέας
Που όπως τώρα έλειπε
Στη χώρα του Μορφέα..

Ο Δίας είναι δίκαιος και τιμωρός το ξέρεις
Ενώ το ίδιο επιθυμεί κι ένα από ‘σένα θέλει
Τον Οδυσσέα ελεύθερο σε εντέλει να αφήσεις
Τα χρέη του προς τους θεούς τα έχει εξοφλήσει

Αφού όσα διαπράττουνε
Θεοί και κάθε πλάσμα
Τα πεπραγμένα πάντοτε
Στην ώρα τους τα πάντα
Τα παρελθόντα στον παρόν
Τα τωρινά στο μέλλον
Όλα πληρώνονται εδώ
Το ξέρεις και το ξέρω

Πως πέρασε τα πάνδεινα ως τώρα ο ‘Δυσσέας
Μια και τα λάθη του πολλά και όχι αμελητέα
Κι απ’ τα πολλά παθήματα θυμήθηκε τα πάντα
Κι ένα απ’ όσα έκανε να φτάσει ως τον Κάλχα

Η ‘’νόθα’’ Ιφιγένεια
Η κόρη της ωραίας
Καρπός κρυφού της έρωτα
Με το γνωστό Θησέα
Αφού εκείνος λόγιασε
Το ψέμα το μεγάλο
Τον Αχιλλέα για γαμπρό
Μα στο βωμό επάνω

Ότι δε θα ‘κανε ποτέ αν ήτανε παιδί του
Κι όσες φορές το σκέφτηκε τρελάθηκε μαζί του
Ένα απ’ τα λάθη τα πολλά που έκανε ο ‘Δυσσέας
Κι όλα τα πλήρωσε ακριβά όπως και του Κανένα

Όλα τα ξέρεις Καλυψώ
Μες στη σπηλιά στα είπε
Όταν τα πάθη σίγαζαν
Και ψάχνατε να πείτε
Όλα τα ανδραγαθήματα
Πώς άλωσε την Τροία
Και πώς το γιο του Έκτορα
Τον έριξε απ’ τα τοιχία

‘Οι Ερινύες τύψεις του σαν άλλοι Ποσειδόνες
Μες της ψυχής τις θάλασσες τον κυνηγούσαν όλες
Μέχρι που αντιλήφθηκε την έννοια της μετάνοιας
Τα λάθη να κατανοείς μακριά απ’ την περηφάνια

Είπε ο ‘Δυσσέας σαν Ερμής
Από τον ώμο απάνω
Ξομολογώντας στη θεά
Τα ανομήματα του
Αφού τα παραδέχθηκε
Κι ένοιωσε μέγα βάρος
Να πέφτει από πάνω του
Μέσα στης γης τον πάτο

‘’ ΕΞΟΜΟΛΌΓΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΈΑ »

Όπως δεν ένοιωσε ποτέ εκείνος την ψυχή του
Σαν πεταλούδα ανάλαφρη απάνω στο κορμί του
Να σεβαστείς θεά εσύ το θέλημα του Δία
Και του ‘Δυσσέα όμοια την όποια επιθυμία
Αφού η ποινή του έληξε
Τα πλήρωσε τα χρέη
Να αποφασίσει ό,τι ποθεί
Κι ό,τι η καρδιά του θέλει
Να μη βρεθείς υπόλογη
Ποτέ της αδικίας
Μόλις ξυπνήσει να του πεις
Το θέλημα του Δία

Είπε εκείνος σαν Ερμής πριν φύγει και πετάξει
Κι όταν τα μάτια άνοιξε η πεταλούδα εχάθη
Μόλις το χέρι άπλωσε το βλέμμα του στον ώμο
Αφού την ελευθέρωσε κι αέρα, πήρε δρόμο

Στη νύμφη χαμογέλασε
Ο θεϊκός ‘Δυσσέας
Κι αφού τον πήρε αγκαλιά
Τα όμορφα τα νέα
Όταν τον πήρε στη σπηλιά
Η Καλυψώ του είπε
Όσα εκείνος έλεγε
Και τον Ερμή που είδε

Σαν πεταλούδα όμορφο στον ώμο του ΄Δυσσέα
Που έκανε δεν πίστευε ως τη στερνή τη μέρα
Που τη σχεδία έφτιαχνε απ’ το νησί να φύγει
Ενώ τα βράδια στη σπηλιά τον έρωτα της νύμφης

Εκείνος απολάμβανε
Του Οδυσσέα εκείνη
Που ό,τι ποθούσε του έδινε
Κοντά της για να μείνει
Τον μαγικό της έρωτα
Μέχρι αθανασία
Όμως τα πάντα ασήμαντα
Μπρος στην ελευθερία

Η νοσταλγάδα των θνητών για μια πατρίδα Ιθάκη
Είναι σα-φως πολύ μικρό ό,τι κανείς και να ‘χει
Του μύθου τα νοήματα αλήθειες των αιώνων
Μέσα από την οδύσσεια απ’ τη ζωή ανθρώπων

‘’Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΤΟΥΣ ΨΥΧΗ ΖΗΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ’’

Η Καλυψώ η καλλίκομη πολλά αποκαλύπτει
Όσα κι η Κίρκη μάγισσα δε μπόρεσε να κρύψει
Ότι ακόμη κι οι θεές χρειάζονται τον άντρα
Σαν τον Οδυσσέα έξυπνο και τολμηρό συνάμα

Τα πάντα είναι πρόθυμες
Να κάνουνε για ‘κείνον
Για να γευτούν τα χάδια του
Που τα δικά τους δίνουν
Το άνδρα που ερωτεύονται
Σαν κι οι θεές τον θέλουν
Σ ένα νησί στο χώρο τους
Δικό τους να τον έχουν

Εκτός αυτού λέει πολλά τούτη η μυθιστορία
Όπως τη φύση των ανδρών η οδύσσεια πορεία
Τις αγκαλιές τις θεϊκές ακόμη κι αν κουρσέψουν
Η Πηνελόπη τους ψυχή ζητά να επιστρέψουν

Ιθάκη είναι το σπίτι τους
Κάθε ανδρός πατρίδα
Εκεί που τρέχει η σκέψη τους
Με πικρονοσταλγία
Σαν του Οδυσσέα η ματιά
Στα απέραντα πελάγη
Που σ’ όλη την Οδύσσεια
Ονείρεται Ιθάκη

Το ίδιο όταν έπιασε του Νέστορα το κόλπο
Όταν του είπε η Αθηνά πως είναι κείνος μόνος
Ότι οι θεοί διχάστηκαν και ο μεγάλος Δίας
Διάλεξε θέση ουδέτερη στη θεοσυνοδεία

Θα πρέπει κάτι να σκεφτεί
Του είπε η Παλλάδα
Που ύστερα προκάλεσε
Το εγώ του η γλαυκομάτα
Πως δε μπορεί αδύνατο
Ο πορθητής της Τροίας
Μια λύση τρόπο για να βγει
Από την Ωγυγία
Απ’ το νησί της Καλυψώς……

‘’ΟΤΑΝ ΑΦΗΣΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΨΩ’’

Ενώ κάνει την ύστατη
Προσπάθεια η νύμφη
Να τον κρατήσει στο νησί
Να τον αποθαρρύνει
Του λέει πως αν ήξερε
Της μοίρας τα γραμμένα
Τι πίκρες σε προσμένουνε
Μεγάλε Οδυσσέα

Ποτέ σου δε θα έφευγες, αθάνατος μαζί μου
Εδώ εσύ θα έμενες μαζί με τους καημούς σου
Του είπε η νύμφη Καλυψώ μην τον κιοτέψει εκείνον
Μα όταν της απάντησε της έσβησε τον ήλιο

Αν θέλουν οι αθάνατοι
Να με παιδέψουν πάλι
Μες στα κρασάτα πέλαα
Να με τσακίσουν κάποιοι
Θα το αντέξω, στα πολλά
Θα είναι ακόμη ένα
Της είπε κι αφού θαύμασε
Τον θεϊκό Οδυσσέα

Η νύμφη τον αγκάλιασε στον κόρφο του φωλιάζει
Σαν το πουλί μες τη φωλιά πριν πάνε στο κρεβάτι
Να τον χορτάσει όσο μπορεί το είναι της να νοιώσει
Το είναι που αγάπησε προτού χαθεί και μόνη

Όταν ξημέρωσε η αυγή
Κι ο ήλιος πριν να κάψει
Στο χέρι τού ‘βαλε μπαλτά
Σαν κοφτερό δρεπάνι
Στο ακρονήσι οδηγεί
Που ‘ναι ψηλά τα δέντρα
Οι λεύκες και τα έλατα
Ουρανοκαρφωμένα

Καλά για καραβόξυλα που άρχισε να κόβει
Κι όταν τα είκοσι έφτασε αρχίζει να σκαρώνει
Με βοηθό την Καλυψώ που του ’δινε εργαλεία
Σκεπάρνι που σκεπάρνιζε και μπλάνιαρε τα ξύλα

Τρυπάνι που τα τρύπαε
Καρφιά να τα καρφώνει
Τα ίσα τα στραβόξυλα
Που τέλεια ενώνει
Με τέχνη αξιοζήλευτη
Που κι η θεά θαυμάζει
Στη θέα της σχεδίας του
Που φέρνει σε καράβι

Σαν το κατάρτι άρμωσε κι ύστερα το τιμόνι
Να κυβερνάει το σκάφος του στο θαλασσί σεντόνι
Όταν απ’ όλα τέλειωσε σκότες και ξάρτια βάζει
Ένα πανέμορφο πανί διαλέγει κι ετοιμάζει

Η Καλυψώ σαν το έραψε
Του το ‘δωσε στα χέρια
Ήταν του κύκλου
Η έβδομη η μέρα η τελευταία
Τον σκάφος ήταν έτοιμο
Κι έδειξε πλέει πρίμα
Σαν με λοστάρια έριξε
Στ’ αφροντυμένο κύμα

Ενώ η θεά προμήθειες ετοίμασε μαζί του
Φαγιά προσφάγια θεϊκά να τρέφουν το κορμί του
Κι από το μαύρο το κρασί την πίκρα του να σβήνει
Για όλα η νύμφη νοιάστηκε και συμβουλές του δίνει

Ποιά αστράλια να παρατηρεί
Στου ουρανού το χάρτη
Η Καλυψώ του έδειξε
Με περισσή αγάπη
Όταν ξημέρωσε η αυγή
Και σώπασαν τα αηδόνια
Μία χλαμύδα του ‘δωσε
Πανέμορφο χιτώνα

Η νύμφη ένα μακρόσυρτο κατάλευκο φουστάνι
Στη μέση ζώνη όμορφη και μπόλια στο κεφάλι
Η νύμφη που αγάπησε πιο πάνω από την Κίρκη
Και η ψυχή του δάκρυσε σαν χαιρετά εκείνη
Όταν τον κατευόδωσε θυμάται ο Οδυσσέας
Το δάκρυ άλλης μιας θεάς της νύμφης της ωραίας

Απ’ την ακτή σαν έφυγε
Και πελαγοδρομίζει
Γλυστρά σαν ψάρι στα νερά
Που η σχεδία γλύφει
Όπως στα χείλη τα ξηρά
Η γλώσσα την αλμύρα
Πριν ναυαγήσει άδοξα
Στη νήσο Φαιακία…

ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ © 1/9/2018

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 4, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Για μια στιγμή…

40790379_10214978107080113_1323134490226196480_n

Μυριάδες φωνές με κατέκλυσαν
απ’ της αβύσσου τα πελάγη
ζωσμένες σαν ικέτιδες ξεπρόβαλλαν
έτοιμες να με σφιχταγκαλιάσουν
«το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον»

Ανόθευτες σιωπές
αιωρήθηκαν
σαν σταλαχτίτες της βροχής
κυρίευσαν το είναι μου..
στου απείρου το γεφύρι.

Για μια στιγμή
στάθηκα
στου αγέρι τα λημέρια
σαν ανεμόμυλος δίχως φτερούγες
γέρνοντας σε ένα αμυδρό φως.

Βαθύ ποτάμι ο λογισμός
και η δύστυχη γνώση
της ατέλειωτης ιδιοτέλειας
σκόρπισε φόβους
στα έλη του παραλόγου.

Μα τι ωφελεί;
όταν η ψυχή αιμορραγεί
φιλάσθενη και ανήμπορη
να υψώσει φωνή,
υπερασπιζόμενη
και τον ελάχιστο αέρα
που της έχει δοθεί ως χάρη;

Άνθρωποι μικροί,
πηγαινοερχόντουσαν
έρποντας την ευτέλεια
σαν σε κινούμενη άμμο.
Ερήμην της φωνής.
Ερήμην της συνείδησης .

Για μια στιγμή
έδιωξα κάθε σύννεφο
που σκίαζε την πρωινή ομίχλη
στον αναλλοίωτο χρόνο
του Παντός.

Ο δείκτης του εκκρεμούς
πάγωσε ένα ολόκληρο λεπτό.
όσο διαρκεί φευγαλέα
το ταξίδι μιας ψυχής.

© By Mina Boulekou

Θεόδωρος Σαντάς Το φιλί της ζωής Στον φίλο ποιητή, Κώστα Μεϊμάρογλου που κάποτε βίωσε στιγμές πολύ δύσκολες

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Έμεινε ένα παιδί των Καλοκαιριών
που έπιανε το Ακόνι της Πέτρας
κι έσταζε αρμύρα ο έρωτας
κι έτρεμαν οι σκιές
στην εικονοπλασία.
Έσμιγαν οι ψυχές
και γλιστρούσαν τα χέρια
κι οι λέξεις γεννούσαν ποιήματα
με ταξίδια και γέφυρες
με βάρκες και πυροφάνια.
Κι ήταν το αργοσάλεμα της στιγμής
που ένιωθε να τον πηγαίνει
σ’ένα κόσμο του απέραντου
με τις γραφές των παλίμψηστων*
και τη γλώσσα των ποιητών
Πώς μπορείς σε μια στιγμή
να ανθίσεις το όνειρο
η πληγή να ισομοιραστεί
με τη λάμψη του ήλιου ;
Έμεινε ένα παιδί στις αλάνες
του Εύοσμου,να θροΐζει την Άνοιξη
κρατώντας ένα φαρδύ κίτρινο φύλλο
που είχε εκλάμψεις κι οδύνες
όταν όλα είχαν αθροίσει
τον πανικό του ανέφικτου
κι η ελπίδα, το φιλί της ζωής.

Θεόδωρος Σαντάς,4-9-2018
*Με τον όρο παλίμψηστο περιγράφονται αρχαία κείμενα σε πάπυρους και περγαμηνές ή ζωγραφικοί πίνακες που επικαλύφθηκαν με άλλο κείμενο ή εικόνα σε μεταγενέστερη εποχή για να χρησιμοποιηθούν ξανά ως βάση για τη δημιουργία νεότερων έργων. Η σύγχρονη τεχνολογία μας δίνει πλέον τη δυνατότητα, μέσω των ακτίνων Χ και της φωτογράφησης σε διάφορα μήκη κύματος φωτός, να διαβάζουμε το αρχικό κείμενο που υπήρχε στον πάπυρο.