Αρχείο | Ιούνιος 2018

ΑΛΙΣΑΧΝΗ.

13166065_1767801310116863_6183296905910533238_n

Πάντα η ζωή σου
μια απέραντη θάλασσα
με τα χρώματα που φοράς
μια Άνοιξη που ανθίζει στο βήμα σου
με τα όνειρα που θροΐζουν στο βλέμμα σου
κι η Αργώ που σε περιμένει.
Πάντα μια αλισάχνη *οι στίχοι σου
όλο για σένα μιλάνε …
και αχνίζουν τα Καλοκαίρια σου
μα πάνω στη δίνη τους
τον παραλήπτη τον ξέχασαν
κι επιστρέφουν στο κιόσκι σου .
Μια Ελούντα,δεν σου αρκεί
μια Σαντορίνη, δεν σου ταιριάζει
κι οι Δελφοί σε περιμένουν ακόμα
με ένα ποίημα αιχμηρό
σαν τους βράχους των Φαιδριάδων
σαν τη κόψη της νιότης
σε σεντόνια λευκά.
Η ζωή σου ηφαίστειο
τρέλα νεανική σε τροχούς
«στίλβοντος ποδηλάτου»
μια συλλογιστική της ανατροπής
μ’αιωρούμενους νόμους!

Θεόδ.Σαντάς, Θεσσαλονίκη 31-08-2014 (τροποποιήθηκε 23-11-2016 και 26-6-2018)

*Η «Αλισάχνη» -μία αγαπημένη λέξη του Οδυσσέα Ελύτη- ή αλλιώς «αλοφάχνη», είναι ο ψεκασμός από τα μικρά σταγονίδια που προκύπτουν από το ταραγμένο νερό της θάλασσας, όταν ένα δυνατό κύμα χτυπήσει σε κάποιον βράχο. Είναι η ποσότητα των υδρατμών (εξαερωμένου αφρού) που προκύπτει στον αέρα για το χρονικό διάστημα ενός, δύο ή τριών δευτερολέπτων, για να εξανεμιστεί αμέσως μετά. Είναι δηλαδή ουσιαστικά ένα σύντομο νέφος από υδρατμούς, που προκύπτει για λίγο στον αέρα από τον δυνατό χτύπο ενός κύματος σε κάποιο δυνατό βράχο .

Αλκμήνη Κογγίδου Ποιήτρια-δοκιμιογράφος Ο ΑΛΗΘΗΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

36331854_2151000998463557_4220122208057425920_n

Για να διατηρήσει ο άνθρωπος ζωντανή την ύπαρξή του, μέσα στη σχετικότητα του χωροχρόνου, θα πρέπει να μείνει ανήσυχος ως προς την αλήθεια. Για το λόγο ότι «η αλήθεια δεν υπάρχει ούτε εντός μας ούτε εκτός μας παρά στην επικοινωνία των υποστάσεων» (Γιάσπερς), είναι απαραίτητο να συνδιαλέγεται.
Το ενδιαφέρον (εν-Δἰα-φέρων) θα πρέπει να είναι συνεχές για τη διαλεκτική.
Η ελευθερία απέναντι στο ατομικό «εγώ» αποδεικνύεται με την απόσταση, την αυτοπαρατήρηση και την απόσπαση από τα στενά του όρια.
Ασφαλώς, θα ήταν αφέλεια να πιστεύει κανείς πως ό,τι γνωρίζει για τον εαυτό του, αφορά τον Εαυτό του, αντιθέτως ό,τι γνωρίζει μπορεί να αφορά το «εγώ» και να είναι ελλιπές, ανεπαρκές καθώς υπόκειται στη σχετικότητα.
Ο Κρόνος είναι ο χρόνος που τρώει τα παιδιά του. Αν ενδιαφέρεται κανείς για την αλήθεια και την αξία της υπάρξεώς του, θα πρέπει να είναι ανήσυχος ως προς το άχρονο. Καθώς η ύπαρξή του ανήκει στο άχρονο και υπάρχει μόνον στο συνυπάρχειν, όταν εκφράζεται και λειτουργεί αναφορικά προς τον άλλον και το όλον.
Ο άλλος γίνεται απαρχή μετάβασης στο όλον (συνειδητότητα του όλου) υπό την προϋπόθεση της υπέρβασης του «εγώ».
To «εγώ» θα πρέπει να το χρησιμοποιούμε και όχι να μας χρησιμοποιεί! Αποτελεί μια αφετηρία για τη γνώση, ωστόσο κάποτε γίνεται εμπόδιο, που, αν δεν το υπερβούμε, μας περιορίζει και μας επιβαρύνει. Την απεξάρτηση, βέβαια, από το εγώ του, ο άνθρωπος καλείται να την αποδείξει έμπρακτα κι αυτό συμβαίνει μόνον εν σχέση με τον άλλον.
Ο λόγος του Θεού είναι σαφής:
Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν; Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν. (κατ. Ματθ. 5, 43-48)
Xωρίς τη δέσμευση από το “εγώ» μπορούμε μόνον να υπάρχουμε σε σχέση με τον άλλον και το όλον, να συνυπάρχουμε αρμονικά . Το ατομικό εγώ, όχι μόνον, γίνεται εκφραστής του υποσυνειδήτου, περιορίζοντας τον άνθρωπο μέσα στο σώμα, στις ανάγκες του αλλά και λειτουργεί εξουσιαστικά.. Συνεπώς, μεταβάλλεται σε μια δέσμευση που παγιδεύει στα όριά του τον άνθρωπο και κατά συνέπεια δημιουργεί τις προϋποθέσεις των ενοχών.

Η γνώση του Eαυτού είναι το σημαντικότερο ζητούμενο και για τη γνώση αυτή μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το «εγώ» ως μέσον. Όμως η γνώση αυτή δεν είναι άπαξ κερδισμένη κι αν ακόμα αποκτηθεί, κινδυνεύει ο άνθρωπος μέσα στη σχετικότητα να την απωλέσει, γιατί χάνει την αλήθη και επέρχεται η λήθη.
Η αλήθη τον εντάσσει στη ζωή που είναι σχέση. Γι΄αυτό μεσολαβεί ο λόγος του Θεού. Μέσα, λοιπόν, από την ελευθερία, η σχέση μεταφράζεται σε αγάπη, μια λέξη με θεϊκή αξία, που κάνει τον άνθρωπο να εξέρχεται από τα όριά του και να μυείται στη σοφία του Θεού. Τότε μπορεί να ερμηνεύσει το πιο δύσκολο πρόβλημα, μπορεί να κατανοήσει το πιο δυσάρεστο συναίσθημα καθώς προχωρώντας από τη στενότητα και τη σχετικότητα οδεύει στην ελευθερία κι οδηγείται στο άχρονο συνεχές.
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ Στον καθηγητή της φιλοσοφίας,Σωκράτη Δεληβογιατζή

36299611_2149729355257388_2752564391621689344_n

Μιλούσαμε για Σωκράτη κι Αριστοτέλη
για της ψυχής την αθανασία
κι ήταν στεντόρεια η ανταπαίτηση
στην ίαση της επιδημίας της χώρας
απ’ την πανσπερμία του ανήθικου
ν ’ανατρέξουμε στη σοφία του Έλληνα
μέσα απ’την αποκαλυπτική των αιώνων.
Μιλούσαμε με της φιλοσοφίας τον μύστη
και τα μάτια του έλαμπαν
και σκιρτούσαν τα μέσα μας όλα
κι ήταν η ώρα εκείνη μυσταγωγία
κατήχηση και λειτουργική
για όλους εμάς τους αμύητους
τους παροικούντες εν Ιερουσαλήμ
να ορθοτομήσουμε «το φιλείν του σοφού.»
Κι ήταν αρχή και πιστεύω του
πως τούτος ο τόπος έχει ανάγκη
την ηθική της φιλοσοφίας του Έλληνα
να ξανάβρει το βήμα του
στον αρχέγονο λόγο του
με το άλμα στα μέτρα του!
Βουλιάζουμε άνοα αδιαλείπτως
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα
με τη συλλογιστική της απολογητικής
και του αμύνεσθαι
κι ο Οδυσσέας εγκλωβισμένος
στη σαγήνη της Κίρκης, πλημμυρισμένος
με τα ηδονικά της αρώματα
δεν προθυμοποιείται να οδηγήσει
τους συντρόφους του στην Ιθάκη.
Ως πότε θα μένουμε στη αδράνεια
ως πότε θα μας παρασέρνει το ψέμα
με τον ίλιγγο του επιθυμητού
να αναγορεύουμε Καίσαρες
τους ημιμαθείς και τους άεργους ;
Ως πότε θα μας κρατά εγκλωβισμένους
το λειψίφως των αδαών και των ανιστόρητων ;
Ως πότε της αρχαιογνωσίας φιλόσοφε , ως πότε;

Θεόδωρος Σαντάς

Μάτση Χατζηλαζάρου, «Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης» στον Ανδρέα

36223503_2149683215262002_2811393662481596416_n

~ * ~

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.

~ * ~

Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.

~ * ~

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.

~ * ~

Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.

~ * ~

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φκυαριού πάνω στον άγονο βράχο.

~ * ~

Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

~ * ~

Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω − μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά − αχ!
μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι
η τρυφερότης σου.
Ποιος να ’ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης
Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου − με το φως,
με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί
μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

Από τη συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», (α’ έκδοση, εκδ. Ίκαρος, 1944).
Πηγή: η συγκεντρωτική έκδοση «Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα, 1944-1985», εκδ. Ίκαρος, 1989.

http://ppirinas.blogspot.com

 

Διάλογος δένδρου και οδοιπόρου

30710694_2103377226559268_3418707514219298816_n

Ποιος είδε δέντρο αμοναχό να μην αναστενάζει
να πέφτουνε τα φύλλα ν του να χάνεται ο σκιανός του,
να’ ρχεται κάψα δυνατή να συσηλίζει η μέρα
κι ο στρατολάτης να περνά να το θωρεί ξεράδι
λίγο δροσό να λαχταρά κι απόσκιο να μη βρίσκει.
Κι απ’ την πολλή τη δίψα ν του το δέντρο καταριέται;
– Γιάιντα δεντρί, ψηλό δεντρί μεσοστρατίς βγορίζεις
κι είναι το μπόι σου μακρύ κι οι ρίζες σου μεγάλες
κι έσυρες κλώνους και κλαδιά τον ουρανό ν’ αγγίξεις
και φύλλα δεν εκράτηξες και χάθηκε ο σκιανιός σου
κι είναι στη γης χαμόστρωμα, χλωμά, κιτρινισμένα,
κι ήρθα κι εγώ να δροσιστώ κι εκέντησέ με η κάψα.
Κι απ’ την κουβέντα την πολλή κι από την κατηγόρια
το δέντρο δεν εβάσταξε με κλάιμα απηλογάται:
-Είχα κι εγώ έναν καιρό κλώνους που πρασινίζα
Και φύλλα που τα ζήλευα λογιώ λογιώ πουλάκια
κι ένα αηδόνι πλουμιστό ήρχουντο το βραδάκι
και με το ηλιοβούτημα μου ταίριαζε τραγούδια.
Γεις κυνηγός επέρασε γροικά κι αναστενάζει.
Και κάθ’ αργά στη ρίζα μου ήκουε τ’ αηδονάκι.
Μπλιο του λαγούς δε γύρεψε πέρδικες δε λαβώνει
το ντουφεκάκι ν του’ σπασε τα λάφια δε ζυγώνει.
Κι ότι τραγούδια πήρανε στ’ αχείλιν τως αγγέλλοι
κι ότι σκοπούς εδέσανε στη γης οι χαροκόποι
τέτοια τα κελαηδίσματα πούλεγε τ’ αηδονάκι
κι εχαίρουνταν οι κλώνοι μου και δώστου εβλαστοσύρναν
και σπολατίζαν μου κι εμέ του κόσμου οι στρατολάτες
απούχα φύλλα πράσινα κι ο ασκιανός περίσσος.
Μ’ ανάθεμα στο ριζικό στα φύλασσεν οπίσω
ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι κι ο κυνηγός ποθαίνει.
Και τ’ αηδονάκι σώπασε και μπλιο του δεν ξανάρθε.
Κι ίντα τα θέλω τα κλαδιά και τα παχιά τα φύλλα;
Ο στρατολάτης το γροικά και δάκρυ το ποτίζει.
Και πρασινίσαν τα κλαδιά …

Μίνως Σωμαράκης

Γλωσσάρι

κάψα = ζέστη
συσηλίζει η μέρα = έρχεται η κορύφωση του ήλιου
στρατολάτης = διαβάτης, οδοιπόρος
θωρώ = βλέπω, παρατηρώ
δροσό = δροσιά
απόσκιο = μέρος σκιερό
βγορίζω = προβάλλω
κεντώ = καίω και καίγομαι
απηλογούμαι = απαντώ, απολογούμαι
βλαστοσύρνω = βγάζω βλαστούς
σπολατίζω = εύχομαι (εις πολλά έτη)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης » Γραβάτα δημοσίας αιδούς «

36242152_2149674385262885_1254339409180884992_n

Υψικάμινος

Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας

Το αβέβαιο
Της θέλησής μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας

Κάθε πρωί
Που θρηνούμε όνειρα
Κάθε βράδυ
Που κερνάμε υποσχέσεις

Λευκή μαρμαρυγή

Δεν ήταν η σάτιρα
Του δωδέκατου λεπτού
Που βούτηξε
Τη λογική μου
Σε μειδίαμα
Λευκής μαρμαρυγής

Μα η νηφαλιότητα
Των αθώων
Που με οδήγησε
Σ’ ένοχα μυστικά
Διττά κελεύσματα σιωπής
Επίορκων δωρητών ψυχής

Ενός λεπτού σιγή

Κρυμμένο το λεπτό
Της σιγής
Γυρίζει νυχτωμένο
Κι οι λέξεις του
Σαλπάρουν
Σε αμύθητες ωδές

Στρώσε φύλλα
Χωρίς θυμό
Φύτεψε άνθη
Με θυσία

Κι αν το νερό
Ποτίσει ζωές
Το χώμα
Αν θάψει αιώνες

Σβήσε το λάθος
Μα μην κοιμηθείς
Γράψε τη μοίρα
Μα μην ξυπνήσεις

Η δύση της ίριδας

Η δύση της ίριδας
Φωτεινών οραμάτων
Θολώνει συναλλαγές ζωής
Βάφοντας γκρι τον ουρανό

Χωρίς βροντές κι αστραπές
Με τα σύννεφα
Να περισσεύουν

Πραμάτεια ελπίδας
Σε παζάρια ψυχών
Που ακυρώνουν
Κάθε διαθήκη του χθες

Χαμένοι στην άλγεβρα
Σε αδιέξοδα
Που μόνο η ποίηση
Μπορεί ν’ ανατρέψει

Το άγνωστο ποίημα

Ξένος αθέατος αναγνώστης
Άγνωστου ποιήματός μου
Που ακόμη
Δεν εμπνεύστηκα
Το βλέμμα σου

Με ποτίζει λέξεις
Και σκαλίζει μέσα μου
Κήπους ανθέων και δακρύων
Καίγοντας τις άκρες
Των δακτύλων μου

Αρνούμενος να δεχτώ
Να γράψω τους στίχους
Που ήδη ξέρεις

Από τη συλλογή «Γραβάτα δημοσίας αιδούς», εκδ. Κέδρος,
2018.

http://ppirinas.blogspot.com

Μαρία Βούλγαρη Ήχοι

36291389_2149607001936290_8771907335514750976_n

Ήχοι.
Ήχοι παντού.
Σιωπηλοί και θορυβώδεις.
Ήχοι.
Με διέσεις και υφέσεις.
Με παρεστιγμένα και ολόκληρα.
Ήχοι.
Κι εγώ ξοδεύομαι στον απόηχο.
Στον απόηχο της ψευδαίσθησης ή της παραίσθησης που αναπνέω.
Στο κοίταγμα της ανάγκης που προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω.
Στο κάλεσμα της πανσελήνου που με περιστοιχίζει.
Ταλαντεύομαι στο εδώ και στο εκεί.
Πορεύομαι.
Γεύομαι.
Με πανοπλία την ελπίδα δίνομαι.
Αφήνομαι.
Κι ύστερα αμύνομαι.
Σιωπή.
Θαρρώ ακούει το όνομά της και κρύβεται.
Κι είναι δυνατή μοναξιά η σιωπή όταν δεν ακούγεται.

Μαρία Βούλγαρη

Θεόδωρος Σαντάς Σήμερα είναι Τρίτη,26 Ιουνίου του 2018…

36189149_2149612395269084_2860859634053283840_n

Μια μέρα μουντή κι ας περάσαμε πριν λίγες μέρες στο Καλοκαίρι…Κι όμως ο ήλιος,μπορεί να υπάρχει μέσα μας στο καθένα ,φωτεινός και αόρατος,ο ήλιος ο Πρώτος,ο φωτοδότης και ο ο αιώνιος,ο Ων Και ο Ην.Μια χαρούμενη καλημέρα σε όλους που το βλέμμα τους θα δει αυτές τις γραμμές,γραμμένες εν ώρα γαλήνης και περισυλλογής…ως πού μπορεί να φθάσουν της ποίησης τα φτερά με τον κελαηδισμό των χελιδονιών και το πέταγμα των ερωδιών.

Θεόδωρος Σαντάς

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ(De profundis)

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Ποια νεροσυρμή των αιώνων
σε ξαναφέρνει στο φως
και μας μιλάς σαν νιογέννητο κλάμα;
Ποια μαρμαρυγή της καρδιάς
σε αναδύει στου στίχου το σκίρτημα
και λες θα νικήσω το έρεβος
θα εκπληρωθούν οι χρησμοί
δε θα χρειαστεί να θυσιαστεί
και πάλι η Ιφιγένεια !
Ποιητή, στων αιώνων την πάλη
ποιο ηφαίστειο θα εξαπολύσει
τώρα τους μύδρους του
να κατακαύσει το βιος που απόμεινε;
Σε ποια κιτάπια θαμπά να ανατρέξω
σε ποιες ξεθωριασμένες ανταύγειες
τη σκόνη να πιω
στη λιθοτριψία της γης
να οιωνοσκοπήσω το αύριο;
Δεν παίζεις με τη φωτιά
όταν σε χλωμιάζει η πενία
όταν τα αιμοπετάλια δε φτάνουν
να απλωθείς με πορφύρα
στο ταξίδι των οριζόντων
όταν οι εχθροί είναι εντός
και εκτός των τειχών
όταν οι ομόθρησκοι σ’αγνούν
εμμένουν στο αλάθητο και σ’ εγκαταλείπουν
στο έλεος του αλλόθρησκου.
Σε μας η περηφάνια των αδαών
των ολίγιστων και των ανιστόρητων.
Οι Γενίτσαροι εκθρέψαν Γενίτσαρους
πού να βρεθεί ένας Ελληνας
να πάρει το κεφάλι του Αυτοκράτορα
πριν το μιάνουν οι βάρβαροι.
Δυο χελιδόνια δε φέρνουν την Άνοιξη
ένα σεφέρι δεν αρκεί
να θροΐσει η ελευθερία
ένας Ρήγας να δώσει το αίμα του
ένας Πατροκοσμάς να αυξηθούν τα σχολεία.
Χρειάζεται σύνεση
ολονυχτίες αρίθμητες να αγρεύσουμε
το μεγαλείο της γλώσσας μας
να μη διαιωνίζουμε τα ολέθρια λάθη μας!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,20-6-2018

άνθρωπος

27066852_2059106460986345_5083603231886383215_n

Και έρχεται ο άνθρωπος…
Και κοιτάζει κατάματα την αντάρα της καρδιάς σου, την ώρα που πάλλονται, ο φόβος με την κατακρεουργημένη σου μοναξιά….
Και σκύβει στο αυτί σου, να σου υψώσει πυλώνες ύπνωσης…
Και πάλι ο άνθρωπος έρχεται….
Και στύβει ανθούς γιασεμιού, να αρωματίσει την παγωνιά, του λευκού δωματίου…
Και βηματίζει στον άμβωνα ενός αποκηρυγμένου κηρύγματος…
Και στοχάζεται με απλανές βλέμμα… σαν να μηρυκάζει ζωές σε πεδία μαχών…
Και ανατέλλει έναν ήλιο, στο ύφος της απαντοχής…
Και ασπάζεται το προαίσθημα, σαν λάβαρο πόθου,
Σαν αποσπόρι δακρυσμένου σαββατόβραδου.

Και ανάβει η λυχνία της διασποράς…
Και τεντώνεις χέρια ικεσίας…
Η συσκότιση, γνώριμη παραπληροφόρηση…
Και ο άνθρωπος….. άφαντος…
Β.Μεμου