Αρχείο | Μάιος 2018

Kostas Kapelouzos ΜΑΝΝΑ!

15622429_1875124946051165_6757613955485228381_n (1)

Μάνα! στης αγκαλιάς σου μ’ έκλεισες τ’ απάνεμο λιμάνι,
με πότισες από του κόρφου σου τη θεία πηγή, το γάλα-μάνα,
και κει φτερώθηκα και γίνηκα μίαν αυγή πουλί που ψάχνει
να βρει το δρόμο της ζωής, κι έφτασα ως τα ουράνια.

Ω, το φιλί σου μάνα μου, ιερή ανατριχίλα και παθιασμένη αγάπη,
ως την ψυχή μου έφθανε, πλημμύριζε σαν το νερό με πάθος,
κι ωσάν το γέλιο τ’ ορθρινό -να γλυκανθίσει μάνα μου η αγάπη-
να βρω το δρόμο το σωστό, να μη χαθώ σε δρόμο λάθος.

Στο φως των άστρων μ’ έλουζες, με τ’ άφραστά σου λόγια
πύργωνες μέσα, τους σκοπούς, σαν τον λυράρη, και ως πέρα…
με ταξιδεύανε και με μαγεύανε όπως τα ωραία κοπελούδια
κι ομόρφαινε η πλάση γύρω μου θεά μου, μάννα και μητέρα.

Μάνα, ένας θεός Απόλλωνας, σε προίκισε μ’ άφθαστη μελωδία,
κι έγινες η ψυχή κι η ζωγραφιά εσύ, των άφθαρτων Ελλήνων.
Της ομορφιάς τον άνεμο φύσηξες μέσα στην ψυχή μου.
Φεγγοβολή κι αστέρι, αηδόνι της χαράς, σαν τη ψυχή των Σαλαμίνων.

Μάνα, αητέ με τα πλατιά φτερά, το φως σου, φωτολάμπει.
Σαν τα ψηλά βουνά να ζεις, ν’ ανθίζεις πάντα, ω μάννα
και τ’ ανθοκλάδια σου,εμείς, μαλάματα, χαμόγελα και θάμπη,
να είμαστε μανούλα μας, να πλέκουμε για σένα τον παιάνα.

Που θα υμνεί ηρώισσα όλα τα κατορθώματά σου στους αιώνες,
και την αγάπη σου, στα πέρατα του κόσμου να τη λεν οι λαλητάδες,
τραγούδια να την κάνουνε κι όπως των αρχαίων ναών οι κολώνες
να στέκουνε αγέρωχες στο χρόνο, για να σε τραγουδούν οι ποιητάδες

Μάννα, σαν του ροδιού το χρώμα ήτανε το φιλί σου!
Θαυματουργά τα λόγια σου, σαν θείες ανατριχίλες
καθώς ξυπνούν τις μνήμες μας, κι η ευχή σου,
σαν τις μοσχοβολιές της άνοιξης,που ξεπερνούν τις χίλιες.

Της Ψάπφας τη γλυκόλαλη λες και ακώ κιθάρα
σαν τότε, που μας έλεγες, το ωραίο το παραμύθι,
κι όλο ξυπνούσε μέσα μας η παιδική λαχτάρα
σαν τον ωραίο Ήρωα οπού ξεσήκωνε τα πλήθη.
Kostas Kapelouzos

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ Αφιερωμένο στη Μητέρα μου !! το ποίημά μου- Ε.ί.δ.ε.ς ; και στους φίλους-ες του fasebook– με τα φτερά τους –ανοιχτά και Αρμυρο-Θαλασσο-Βρεγμένα !!!!!!

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Είδες πώς αδειάζει το φως της η νύχτα ;
-πώς λιχνίζει κι΄αργοκυλούν τ΄αστέρια
θαμπά και μεσούρανα πάνω στα μάτια σου ;

Σ΄ένα φρύδι-πέργουλας με κανάκεψες
Σ΄ένα φρύδι-σύνορο με ταξίδεψες
σ΄ένα φρύδι-πέλαγο με ξεπλάνεψες,

Στις γή΄ι΄νες αναρριχήσεις των ματιών σου
μ΄ένα φρύδι φως, πότε μπολιάστηκες ;

Κώστας Καρούσος
Από το βιβλίο μου ΄΄Ρωτήματα Ψυχής ΄

ΜΗΤΕΡΑ ποίηση : Ilias Papakonstantinou

20431609_1982317838665208_503244111901809964_n

Πέτρινα σκαλοπάτια αιώνων τρώει το στόμα της μάνας,
με τα γιγάντια χέρια της σηκώνει το σπίτι συθέμελα, γυρίζει το,
πάντα αέρα να βρίσκουν τα παραθύρια.
Χαμογελούν τ’ αγριόχορτα στο σκύψιμο
κι η άμπελος ανθίζει στο πάτημα της,
τη σκέψη που φθείρει κυλά, μη σπιτώσει σ’ άλλο κήπο.
Χιλιάδες οι γεννήσεις σταρένια η ματιά ,
χωνεύει φωνές παιδιών κι άλλων παιδιών, ραπίσματα και σκέψεις.
Σύγκορμη αγναντεύει την αυγή ν’ αρπάξει ηλιαχτίδες,
να τις χαρίσει απλόχερα σε μας και σε αυτούς που λείπουν.
Σύρμα στα δάχτυλα κυλά, σφιχτοδένει λίθους,
άκρατο οίνο, μέλι και κερί, προζύμι αιώνων
γνέθοντας επιδέξια για να σκεπάσει κόσμους.
Χρώματα γεννά ο αργαλειός της, το στημόνι σαν γυρνά
μετράει τις θάλασσες που πλέκει στην ψυχή μας.
Στ’ ανοίκιαστα βλέφαρά της πώς χωράνε όλοι;
Πίσω απ’ τις κόρες των ματιών σωπαίνει το ουρλιαχτό της,
υγραίνουν και στερεύουν με μιας τα πέλαγά της
να ΄ναι ορατά μόνο απ’ αυτήν, τρίχα μη μας στενέψει.
Μέσα τους, μόνο μέσα τους αντικατοπτρίζει
το μαρμάρινο πρόσωπο της τον ήλιο,
τους ήλιους, που τρυπώνει στα δωμάτια
κι έναν μεγάλο στην αυλόπορτα ν’ αστράφτει.
Τούτη η αφή απλήρωτη θα μένει όσο ανασαίνει.
ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΜΑΝΑ Ο,ΤΙ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕΣ…

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Μάνα ,ό,τι μου έλεγες
το έζησα στα χρόνια
με στίχο και με προσευχή
και της ζωής τ’ αηδόνια.

Ποτέ μου δε μετάνιωσα
αν μες στην αντηλιά μου
διάλεξα λόγο ταπεινό
ν’αφήνω τη λαλιά μου.

Κι όταν περίσσευε η φωτιά
και η βουή τ’ανέμου
μάνα σε αναζήτησα
σαν κιότεψα Θεέ μου!

Κι όταν στης νύχτας τη σκιά
και στο πυκνό σκοτάδι
ο τρόμος έφερνε τριγμούς
εσύ ήσουνα το χάδι!

Ω, μάνα αγάπης και δική
και «Μάνα όλου του Κόσμου»
όλη η δύναμή μου εσείς
κι όλο το φως εντός μου!

Θεόδωρος Σαντάς,11-5-2018

ΦΟΒΑΜΑΙ (Ένα ποίημα που το έγραψα το 2013 και το θεωρώ επίκαιρο) Φοβάμαι!

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Σε λίγο οι λέξεις 
δε θα μυρίζουν Ελλάδα
φλισκούνι και δίκταμο.
Το πεύκο δεν θα θροΐζει
τα Καλοκαίρια μας
και τα περβόλια της Παναγιάς
μια θλίψη θ’αφήνουν στον ύμνο τους.
Το κροτάλισμα των ερωδιών
θα έχει βαθύνει
και τα χελιδόνια θα έχουν εγκαταλείψει
τη στέγη τους.
Ως πότε η πνιχτή κραυγή
της απελπισίας θα πνίγεται στη σιωπή
και οι γόοι των αγαλμάτων
θ’ αναθεματίζουν τους αίτιους;
Ως πότε θα ζούμε
την άπνοια του πνεύματος;
Πατρίδα μου , σε λίγο δεν θα υπάρχουν
Έλληνες να σε κατοικήσουν
των ανέμων οι θύελλες
θα έχουν απαγάγει και το τελευταίο
κανίσκι των Καρυάτιδων.
Ποιος θα υπάρχει να ψάλλει
την ομορφιά του Αλκαμένη
ή του Καλλίμαχου!
Πατρίδα μου
σε λίγο θα σε έχουν απογυμνώσει
παραποιώντας την ιστορία σου
και ασελγώντας στην ορθόδοξη πίστη σου!
Κι η μυρσίνη του ποιητή
μια ανάμνηση θα’ναι
στον παραγκωνισμένο του στίχο.
Δυστυχώς κι εκείνος σε λίγο
δε θα βρίσκει έναν τραγουδιστή
να τον τραγουδήσει!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη 21-11-2013

ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α-Ω ΣΤΟ ΟΡΑΜΑ

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

Ψάχνοντας το χειμώνα για σταφύλια παλιάς μαύρης ποικιλίας,
ώστε να ισορροπήσω στα κίτρινα φαινόμενα,συνάντησα
τα αργόσυρτα σωματίδια στις Ομηρικές εκβολές
που είχαν όλο το μούστο ατόφιο
και πανσέληνες περισπωμένες.
Ήταν φτιαγμένα από ένα ν, από ένα ω,
από αταλάντευτα διαλυτικά, από ένα π
και διάφανους δίσκους που χωρούσαν το σύμπαν
στην καθημερινή αναστάσιμη πλέξη τους.
Δε με κυνηγούσαν να μάθω να ξεκλειδώνω το νου,
έτσι αήττητα πάντα ερχόντουσαν και μάγευαν
χωρίς βουή, χωρίς εγώ,χωρίς τα περίσσια,
αλλά με όραμα συνέχεια καρφίτσωναν
αστέρια σε ωχρούς βράχους.
Δίχως να μετράνε κλώνους
αλλά οι κλώνοι να γίνονται
από μόνοι τους ρ, φ, δ
και κέρας στη λαβή της μελανί διάστασης του κύματος.
Έβγαινε ο ήλιος απ’ τον κρατήρα γεωμετρώντας τη γη
και η νύχτα μάζευε και αποκρυστάλλωνε τη λάμψη της αστραπής
πλέκοντας μέσα της το Ε,το Λ,το Σ, σ’ έναν άσκεπο λαβύρινθο
που οι ρυτίδες του πνεύματος αναζητούσαν το Α της λύσης
το Α της περιπλοκής,εκεί που τα δέντρα δέχονταν
μόνο εξώφυλλα να γίνουν και σελίδες τσαμπιά.

ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΤΣΙΤΣΙΟΥ-ΣΑΒΒΑ (2007)

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

1)Από πότε είσθε στο χώρο της Λογοτεχνίας
Στο χώρο της Λογοτεχνίας εμφανίστηκα το 1997,με την ποιητική συλλογή «Το ταξίδι του Άστρου»,που είναι θρηνητική αφιέρωση στην ανιψιά μου, Νικολίτσα Πολύζου.
Σε ηλικία 17 ετών άρχισα να γράφω τα πρώτα ποιήματα ,στη συνέχεια όμως περνώντας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο μαθηματικό τμήμα, απορροφήθηκα απ’την επιστήμη μου και σταμάτησα να γράφω Ώριμος το 1997 και κατασταλαγμένος, αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω ποιητικά .
2)Ποιος ήταν ο λόγος που σας προκάλεσε να ασχοληθείτε με τη Λογοτεχνία
Ο λόγος που με προκάλεσε να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία, ήταν η πλημμύρα των σκέψεων και των αισθημάτων που συνωστίζονταν μέσα μου και ζητούσαν διέξοδο .Αισθήματα κυρίως αγάπης και έρωτα, για ό,τι είναι όμορφο και αληθινό.
Γι’ αυτό και η ποίησή μου είναι κυρίως ερωτική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε με άγγιξαν και άλλα προβλήματα
3)Ποια είναι τα ερεθίσματα που σας κάνουν και γράφετε.
Τι είδη γράφετε. Γιατί το αναγνωστικό κοινό θα πρέπει να προτιμήσει το έργο σας σε σχέση με τους άλλους
Τα ερεθίσματα που με κάνουν και γράφω είναι ποικίλα. Απ’το θαύμα της φύσης, ως την ομορφιά της γυναίκας. Απ’την αθωότητα του παιδιού, ως τη συνωμοσία της νύχτας. Απ’το τραγούδι της λίμνης, ως τις Σειρήνες του πέλαγου.
Με συνεπαίρνει και η πραγματικότητα και το όνειρο, το πολυσήμαντο με το οποίο μιλάει η ποίηση. Να γράφω για μένα και να νομίζεις ότι γράφω για σένα.
Θα έλεγα, ότι η ποίησή μου ευαγγελίζεται έναν κόσμο καλύτερο, φτιαγμένο απαρχής με δικαιοσύνη και ευαισθησία. Έχω γράψει και λίγα διηγήματα.
Μέλημά μου η ποίησή μου να κυλάει αβίαστα, με όπλα την ομορφιά και τη αθωότητα και
να είμαι ο εαυτός μου.
Δε συμπαθώ τα ποιήματα τα οποία είναι συρραφές στίχων ,σαν από άλλους γαλαξίες , που δεν αποτελούν αδιάρρηκτο σύνολο. Πρέπει να στοχεύει τελικά η ποίηση σε κάτι ,να υπάρχει ελπίδα, φως,αισιοδοξία.
Η αλλοπρόσαλλη ποίηση-ας μου επιτραπεί ο όρος- έκανε πολλούς να τη μισήσουν Δέχομαι ότι φορές επιβάλλεται να είναι σκοτεινή και δυσνόητη, να εσωκλείει το μυστήριο, όμως κάπου θα πρέπει να οδηγεί
Αλλιώς το όνειρο γίνεται εφιάλτης.
Σας παραθέτω και κάποιες σκέψεις του Γ.Θέμελη
«Το κοινό έχει αναπτύξει τη διάνοια και την ευαισθησία του στα πλαίσια των λογικών γενικεύσεων. Ό,τι ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτά και διασπά τα λογικά εύληπτα ,δεν το καταλαβαίνει, του φαίνεται δυσνόητο ή παράλογο.
Ο καθένας λέει. Ή εγώ δεν καταλαβαίνω ή ο ποιητής δεν ξέρει τι λέει. Και φυσικά συμβαίνει το δεύτερο. Και φυσικά ο ποιητής δεν ξέρει τι λέει ,θεωρούμενος από τη σκοπιά των στρογγυλών εννοιών
Και δεν είναι περίεργο που μερικοί κριτικοί νοσταλγούν ακόμη την ποίηση του Παλαμά,του Πολέμη και του Δροσίνη»
Θεωρώ ,ότι «εν αρχή ην η ποίηση»,γιατί είναι μια πράξη μεταμορφωτική. Εξάλλου ποιητής δεν είν’ο Θεός;
Γιατί η Ποίηση ,όπως μας λέει ο Ελύτης, «αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται»
Απαντώ και στο τελευταίο ερώτημά σας .
Θα έλεγα ότι το αναγνωστικό κοινό πρέπει να ψάχνει και να ρωτάει τους ανθρώπους της τέχνης του λόγου για την ποιότητα των καινούριων βιβλίων.
Όσο κι αν περισσεύει των ανθρώπων ο φθόνος, για κάτι που αξίζει οι περισσότεροι θα μιλήσουν θετικά. Αν θα προτιμήσουν να διαβάσουν μαζί με άλλους και εμένα θα το δείξει ο χρόνος.
Αυτός καταξιώνει ή απορρίπτει .Αν αντέξει το έργο μας και δεν το εκφυλίσει ο χρόνος ,τότε μπορούμε να αποκαλούμαστε ποιητές. Αλλιώς είμαστε, φυσαλίδες του ανέμου.
Άρχισα να ξαναγράφω στα σαράντα τρία μου χρόνια, ως εξής.
Μία συνάδελφός μου φιλόλογος, η Ζωή Βαζούρα, θα έφευγε από το Λύκειό μας για την Κύπρο για αρκετά χρόνια, λόγω μετάθεσης του συζύγου της που ήταν στρατιωτικός.
Συγκινημένος από το γεγονός αυτό, μου ήρθαν αυθόρμητα κάτι τρυφεροί στίχοι. Τους έγραψα και τους χάρισα στη Ζωή. Εκείνη τότε, μου είπε επί λέξει :
Θόδωρε ,αφού μπορείς και γράφεις έτσι αστραπιαία, έχεις το χάρισμα, μπορείς να γίνεις καλός ποιητής Με τα φτερά εκείνων των λόγων, των καταλυτικών για μένα λόγων της Ζωής,έπραξα αυτό που λέει ο ποιητής. Διάβασα και προσπάθησα και πολέμησα.
Ξόδεψα νύχτες και νύχτες να σμιλέψω το στίχο μου, να βρω τον πηλό να συνθέσω ποιήματα. Και άρχισα να γράφω, να γράφω….και να έχω εκδώσει τέσσερα βιβλία .Το πρώτο μου το 1997 και το τελευταίο μου, το 2007
Θέλω επίσης από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω το συνάδελφο ,το Νίκο τον Τιάκα γιατί ήταν αυτός που επέμενε και με πίεζε να εκδώσω το πρώτο μου βιβλίο το 1997 ,γιατί φοβόμουν να
δημοσιεύσω τα πρώτα μου ποιήματα.
Αν δεν ήταν αυτός ,ίσως να μην είχα κάνει το πρώτο βήμα, την ποίησή μου να τη θέσω στη θέα του κόσμου.
Συν θεώ ,ελπίζω κάποτε να ταξιδέψουν τα βιβλία μου και εκτός Ελλάδος.
Οδηγός μου κάθε φορά η ανανέωση, να περνάω αντίκρυ.
Οτιδήποτε θα’ναι προτιμότερο παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν ,όπως τονίζει ο εκδότης και φίλος μου ,ο Ηλίας ο Φυτιλής, προλογίζοντας το βιβλίο μου και χρησιμοποιώντας κάποιες σκέψεις του Ελύτη.
Ο ποιητής πρέπει να βλέπει τον κόσμο μ’ άλλα μάτια, με το ένα πόδι να πατάει στη γη και με το άλλο στο άπειρο.
Και μια προτροπή για όσους αγαπούν την ποίηση και γενικότερα τη δημιουργία.
Πάντα οι δυνατοί βρίσκουν τον τρόπο να διασχίσουν την έρημο, να ραβδίσουν την Ερυθρά και να φτάσουν στη «Γη της Επαγγελίας»

Θεσσαλονίκη,20-2-2007