Αρχείο | Απρίλιος 13, 2018

Kostas Kapelouzos Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΙΚΑΡΟΥ

30710694_2103377226559268_3418707514219298816_n

Και να! Ψηλά τινάζοντας 
τη χαίτη του, σαν Πήγασος ,
σαν ανεπίβατο άτι, σα χελιδόνι
γρήγορο κι αστραφτερό,
του Ικάρου ο απόγονος,
των ουρανών ο στρατηλάτης
Ακράτητος, ακράτητος κι ορτός,
σχίζει τα πέπλα τ’ ουρανού
κι ανάπαλα τα οργώνει
σαν το ζευγά με το καματερό
κι ο οχτρός που τον γροικά
σαν το κεράκι λιώνει, σαν ήλιος
όπου χάνεται μέσα στην καταχνιά.
Κυλάει μες στις φλέβες του
ο αιώνιος ρυθμός
κι ακούγεται Κενταύρων καλπασμός
σαν εφορμάει,
γίνεται ατίθασος, ο Ίκαρος,
πυρρίχιο χορό αρχινάει
και μέσα από το στήθος του,
φωνάζει η νιότη: Ομπρός!
Ομπρός, Για της Πατρίδας την τιμή,
εσύ ’σαι ο άξιος τιμωρός.
Ολόαγνη η Δόξα τόνε στεφανώνει
κι απ’ τ’ άστρα των Ηρώων
παίρνει του λόγου τους τα μυστικά,
λιόχαρη αυγή τον ταξιδεύει,
όλβιος τώρα νιώθει,
μια μυστική παλίρροια τον υψώνει
ψηλά στα κάστρα τ’ ουρανού τα γαλανά.
Καβάλα στ’ ατσαλόφτερο πουλί
γίνεται φλάμπουρο της Λευτεριάς,
βιγλάτορας, τη δύναμή του
δείχνοντας σε φίλους και εχθρούς.
Βουνά και πέλαγα κι ουράνια,
είναι όλα φωτεινά και ο Τυρταίος,
τον Παιάνα για σένα
Ίκαρε μου αρχινά.
Αιώνια Δόξα, ορμή τ’ ανέμου,
ψηλά σηκώστε τον σε μυστικό ρυθμό.
Κι Εσύ Πενταθλητή, αρμένιζε στα ουράνια,
γίνε η ασπίδα η άτρωτη,
το δόρυ της Φυλής.
Γίνε του Δία του τρομερού
η φωνή κι ο κεραυνός.
Τούτη η Πατρίδα που σκορπίζει
αιώνια το φως σε καμαρώνει,
οι Μούσες σε υμνούν
και ο Απόλλων ο κιθαρωδός,
γιατί του νόμου και του δίκιου,
είσαι εσύ ο ακατάλυτος ρυθμός.
Κι όλοι εσείς, που πέσατε
για την γλυκιά Πατρίδα
στη μάχη της Ειρήνης, αητοί μου,
σας στήνει η Ελλάδα μας
του θριάμβου την Αψίδα
κι όλος ο κόσμος σας χειροκροτεί.
Kostas Kapelouzos

ΟΜΙΛΙΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΕΛ–ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΡΤΕΡ-ΣΤΙΣ 9-11-2011–Διαβάζοντας ποίηση του Γιώργου Κάρτερ – όπως και άλλων ποιητών – τέτοιου βεληνεκούς, πάμπολλες φορές διερωτήθηκα τι είναι ποίηση, τι σημαίνει, πώς την εκλαμβάνουμε;

30582359_2102388199991504_6217519984835297280_n

Ας πάρουμε μερικές ανταύγειες από το «πνευματικό του πιστεύω» γράφει: «…Μέλημα στις ποιητικές μου δοκιμασίες ήταν να επιτύχω αυτή τη λειτουργική επικοινωνία. Να μη χάσω την επαφή μου με κείνους που θα ’θελαν να δεχτούν το λόγο μου και τα δείγματα της αισθητικής μου έκφρασης. Αυτός ο προβληματισμός του ποιητή, δεν είναι καθόλου ανώδυνος, αφού τα εκφραστικά του μέσα πρέπει να προσαρμόζονται στο ύφος και στα επικαιρικά δεδομένα…΄΄ Ο ποιητής εστιάζεται – όπως φαίνεται – στην αισθητική της έκφρασης και στην ανανέωσή της, στον προβληματισμό, στην ωφελιμότητα της τέχνης, στο περιεχόμενο, στην αισθητική-λειτουργική επικοινωνία, στη μορφή του Ωραίου κ.λπ. Διαβάζοντας ξανά το παρακάτω κείμενο «Ο ποιητής και η πραγματικότητα» της Ιφιγένειας Χρυσοχόου (μητέρα της συζύγου του) περ. Νέα Εστία, Ιούνιος 1993, πιστεύω, ότι μέσω της ποίησης και με το άρθρο της, έδωσε ανάγλυφα και την προσωπογραφία του Γιώργου Κάρτερ, ας το ακούσουμε: «…Ο ποιητής ζει την πραγματικότητα στις πολλαπλές της εντάσεις. Ζυμωμένος με τη ζωή ή και αποτραβηγμένος απ’ αυτήν, θα δώσει το παρόν παντού και πάντα. Όλες οι αγωνίες οι κοινωνικές, οι οικουμενικές, συμπυκνωμένες μέσα του. Ζει τα υπαρξιακά προβλήματα όλων των εμβίων της γης.

Οι απόηχοι, των όποιων συμβάντων στον πλανήτη μας, του τραντάζουν το είναι. Κάνει βουτιές στα άδυτα. Εξιχνιάζει, ανακαλύπτει, αποκαλύπτει. Βλέπει το σημαντικό στο ασήμαντο. Το σπουδαίο στο επουσιώδες. Αιθεροβάμων αλλά και προσγειωμένος, ιδεαλιστής αλλά και ρεαλιστής. Ονειροπόλος και ορθολογιστής, μοναχικός και παγκόσμιος, ζει στο δικό του παγκόσμιο κόσμο. Βέβαια αυτές οι παράλληλες ή παράπλευρες εκφραστικές συνιστώσες στοιχειοθετούν – αλλού λίγο, αλλού περισσότερο – και την ποιητική πολλών λογοτεχνών. Θα μου επιτρέψετε όμως – ταπεινά – να προσθέσω, ότι ποίηση ακόμα είναι μια ιδιότυπη διεργασία (πάντα σε σχέση με την προσωπικότητα του ποιητή και τα ποικίλα ερεθίσματα που δέχεται) ηδονική – πνευματική – μαρτυρική και στοχαστική αυτοβύθιση και μια τραγικά ψυχοφθόρα διατύπωση και καταγραφή – όσων ο ποιητής εκλαμβάνει – και συνάμα, αποτεφρωτική διαδικασία για τον ίδιο, μέχρι να ολοκληρωθεί η εμπνευστική του απόσταξη, όταν βεβαίως ο ποιητικός χρόνος μας περιμαζεύει στοργικά κι άλλοτε –ο ίδιος– μας εκσφενδονίζει στο άπειρο. Αυτήν την καθ’ όλα συνολική ή καθολική – φωτογραφική αποκαθήλωση στη ζωή, του ποιήματος – σώματος, εκτιμώ ότι πρεσβεύει και ο Γεώργιος Κάρτερ. Τα στοιχεία της ποιητικής του, καταδεικνύουν την απαρασάλευτη συνέχεια και συνέπεια στη ζωή, ποίηση πολυσχιδής, υψιπετής, βαθιά ανθρώπινη, ουσιαστική στη διαχρονικότητά της, ένα τραγούδι αδιάκοπης διαδοχής συγκινησιακών αποκαλύψεων, π.χ. «Θέλω να υπερασπίσω τα ίχνη μου // απ’ τα νυχτόβια που επέρχονται αντίχρονα το πληθυντικό ήθος των αυθαιρέτων // τους σεσημασμένους σημειολόγους τα παρασιτογόνα νεογνά // τις εκκωφαντικές φωνές των ανέμων που μαίνονται τούτη την ένοχη εποχή. … Έχτισα τον ουρανό μου νοώντας τον αιώνιο νόμο («Βιολογία», σελ. 15). Ο φιλοσοφικός στοχασμός διατρέχει όλο το έργο του, απόρροια της κοινωνικής του προσφοράς, πάντα λεπτός και αλεξικέραυνα προστατευτικός για τους άλλους ως ποιητής. Όσο της κοινωνικότητάς του ο χώρος ανανεώνεται και πλαταίνουν οι εμπειρίες, τόσο πλαταίνει και η κατάκτηση της ποιητικής του υπόστασης. Γράφει: … «ποτέ δεν λιποτάχτησα από την πολιτεία μου» σελ. 18 …«Επισπεύδοντας την κατάδυση στη δική μου φωνή … είμαι ο ελάχιστος αμαρτωλός του μέλλοντος» σελ. 19 Δεν είναι η άρνηση της απομαχιμότητας που φέρνει ο χρόνος, αλλά η εμμονή του σε υπέρτατες αξίες, οραματικές επαναφορές, που έχουν την ειλικρινή ταύτιση ενός προσωπικού πένταθλου με την πανανθρώπινη φορά των πραγμάτων. Διεισδυτικός ποιητής και ανοξείδωτα πανοραμικός στο χρόνο. Ο Μπάμπης Κλάρας –στη «Βραδινή» 20-9-65– γράφει: «Η θεματική του ουσία είναι άμεσα συγχρονισμένη. Συγχρονισμένος στο νου και την καρδιά, μαζί και στη μορφή, τη συνταιριασμένη από ευαισθησία και έκφραση έντεχνη». Ο δε ποιητής Κούλης Αλέπης θα προσθέσει: «Όλα τους είναι χυμώδη και πολυσήμαντα στην επιγραμματική τους λιτότητα.

Σίγουρο και δωρικά απλό ύφος. Η τόσο αναπτυγμένη αίσθηση του περιττού κάνει ξεχωριστή εντύπωση». «Ποτέ ποτέ δεν είδατε // τις μέρες μου που σας ικέτευαν το δάχτυλό μου στην αφή της Καπέλα Σιστίνα στα τετράδιά μου τη δέηση της επικοινωνίας…» σελ. 21 Ο πολυαγαπητός και αείμνηστος Χρήστος Κουλούρης γράφει στο περ. «Νέα Σκέψη», Δεκ. 1974: «Ο ποιητής άνοιξε γι’ άλλη μια φορά τον πραγματικό δρόμο προς τον χώρο της ειλικρίνειας και της τόλμης. Η φωνή αυτή δικαιώνεται μέσα στο χρόνο και κατακτά οπωσδήποτε θέση περιωπής για όσα μας υπαγορεύει…». Ο ποιητής Γιώργος Κάρτερ συνεχίζει περήφανος ορειβάτης στις αρχέγονες αξίες της ελληνικότητας, σκληρά επεξεργασμένος στην έκφραση και στην ολότητα του νοήματος, ιστορικός ιχνηλάτης και οδηγητικός, αντιμετωπίζοντας με εσωτερική αγωνία το αύριο, γράφει: «Από το κέλυφος απαλλαγμένος // μέσ’ στην πηχτή νύχτα // έρχομαι ιχνηλάτης τα εαρινά μου όνειρα // κρεμάω στον ουρανό // σαν άρνηση και σαν πρόνοια… έτσι που στέγνωσε η γη // κάθε ρωγμή πληγή // είδα τα μάτια του Οιδίποδα… σελ. 25 …Προσέχτε τα προσεχή χρόνια // την αστραπή της ιστορίας…» σελ. 26 Αναπόφευκτα ο χρόνος δικαιώνει και επιδοκιμάζει κάθε πολύχρονη πνευματική θητεία στα κοινωνικο-πολιτιστικά δρώμενα. Στην περίπτωση του Γιώργου Κάρτερ η πολυφιλία της ποίησής του από τον τύπο έγινε αποδεκτή ως ένα καθολικό γεγονός ποιότητας και ωριμότητας, με απόλυτα δικαιολογημένη την παράμετρο της πολύ προσεγμένης εξελικτικής του πορείας, συνοδοιπόρος της γλυκύτητας, της αναμονής και της παραίνεσης. Γράφει ξανά ο Χρήστος Κουλούρης, περ. Νέα Σκέψη, Μάρτης 1983, «περιστατικά προσωπικής αντίληψης επεκτείνονται και αγγίζουν την παγκοσμιότητα σ’ έναν κώδικα ποιητικής φρασεολογίας». Προσωπικά εκτιμώ, ότι σε κάθε στίχο – σε κάθε ποίημα – υπάρχει ένας εσωτερικός απολογισμός και μια επίσπευση της ανάγκης να ολοκληρώσει τη δική του ακεραιότητα στο κοινωνικό γίγνεσθαι και ταυτόχρονα σε ωθεί – ο στίχος – σε μια αυτοσύγκριση με τα πράγματα και τις εξελίξεις, για τη δική σου (για τη δική μας) ολοκλήρωση και αποδοχή. Γράφει ο ποιητής: «…η πόλη όλο και θα ψηλώνει… είμαστε εμείς ο χρόνος // που δε γυρνάει ανάποδα…» σελ. 22 Κι όσο δεν παρεκκλίνει ο Γεώργιος Κάρτερ από τις αξίες του, τόσο και θα με- γαλώνει η απόστασή του από το ύφος και το ήθος των λογής αμμολοφίσκων της λογοτεχνίας και της λειψυδρίας τους. Ο ίδιος ο ποιητής σε άρθρο του με τίτλο «Αναλώσιμη λογοτεχνία», περ. Νέα Σκέψη, 12ος 2002, γράφει: «…Τα πράγματα φανερώνουν πως ο πολιτισμικός εκπεσμός, που έχει σημαδέψει την εποχή μας, δημιούργησε ένα είδος λογοτεχνίας, όχι οπωσδήποτε, για αισθητική απόλαυση, αλλά για να καλύψει, έτσι κι αλλιώς, ένα χαμένο χρόνο. Ο μύθος του ιστορήματος βλέπετε, μας απομακρύνει εύκολα από την όψη της πραγματικότητας».

Γι’ αυτό και ο Δημήτρης Γιάκος – πολύ πιο πριν – ακριβοδίκαια επισημαίνει σ’ «Το βιβλίο» (9ος 1983): «Η δικαιολογημένη του απαρέσκεια για ότι ζει κι αναδεύει και κυριαρχεί γύρω-τριγύρω, του γίνεται κάποτε σφοδρή απέχθεια. Μια απέχθεια που δεν θα την χαρακτήριζες αμυντική, γιατί είναι αγωνιστική, επιθετική, μαχητική, ακριβώς γιατί εκπηγάζει από μια θέρμη ψυχής κι από μια βαθύτατη συμπόνια στο ταλαιπωρημένο άτομο των καιρών μας και στο σπαραξικάρδιο δράμα του κοινωνικού συνόλου. Αλλά κι από πίστη – θα προσθέταμε – του συνειδητού πνευματικού μαχητή σε κάποιον καλύτερο κόσμο». Πόσο αλήθεια μας πονούν τα λόγια του Δημήτρη Γιάκου σήμερα! Αυτό το φως της ανθρώπινης λύτρωσης που γίνεται ταυτόχρονα διαπίστωση και επίκληση, συμπερασματική αναφορά και ψηλάφηση των αποδείξεων της ζωής, και μια ακαταμάχητη συμπόρευση και συνεύρεση αξιών – προσώπων και γεγονότων, επισημαίνουν και υπογραμμίζουν στην ποίηση του Γεωργίου Κάρτερ πολλοί παράγοντες του πνευματικού μας χώρου, ορισμένες ενδεικτικές φράσεις: • Αντώνης Σαμαράκης: ποίηση αληθινή με δύναμη κι ανθρωπιά. Και μ’ αυτό το τραγικό ρίγος του καιρού μας. • Ρίτα Μπούμη-Παππά: Ένας ποιητής με δική του έκφραση, με στίχους μαχαίρια, που βυθίζονται ως το κόκκαλο. • Ευάγγελος Μουτσόπουλος: Εντυπωσιάζει ο εσωτερικός ρυθμός, η αρμονία των εκφράσεων σας καταπλήσσει… τέμνετε οδούς αισθητικές κι επιβάλλετε μορφές νέες και γόνιμες. • Τάκης Βαρβιτσιώτης: Πρωτοτυπία, βραχυλογία, συμμετοχή στο ιστορικό παρόν, στιχουργική αρτιότητα. • Μενέλαος Παλλάντιος: Πλούτος και βάθος περιεχομένου… Η πολυμέρεια των θεμάτων, που με τόση διείσδυση και υπευθυνότητα χειρίζεσαι, δείχνει για μια ακόμη φορά τη γόνιμη και σφαιρική λειτουργία του πνεύματος σου. • Ηλίας Σιμόπουλος: Μας έδειξες πόσο μεγάλη είναι η εμβέλεια της ποίησης όταν ο ποιητής ευτυχήσει να βάλει το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων. • Θεοδόσης Πυλαρινός: Το αντιπολεμικό πνεύμα, η οικολογική ευαισθησία, η κοινωνική ευθύνη, η πνευματική ποιότητα της ζωής… συμπληρώνουν το όλο σκεπτικό του και δείχνουν το ξεστράτισμα του ανθρώπου των ημερών μας. Για το βιβλίο του «Κατά παντός υπευθύνου», εκδ. Γαβριηλίδη, έγραψα στο περ. Νέα Σκέψη, Μάιος-Αύγ. 2007: «Με εντυπωσιακή λυρική βραχυλογία συνεχίζει ο ποιητής Γεώργιος Κάρτερ την ποιητική του ανάβαση. Λόγος καθολικός, με διανθρώπινο προσανατολισμό, εκρηκτικός – στοχαστικός ανασασμός, βαθιά δοσμένος τόσο στα καθημερινά όσο και στα παγκόσμια, μ’ ένα στίχο διοπτρικό – αιχμηρό και ταυτόχρονα διάφανο, που καθορίζει αμετάκλητα την προσωπική του φορά στα πράγματα. Δημιουργεί εύλογα την εικόνα μιας ποιητικής – συμφωνικής πραγματικότητας. Η ενδοκριτική του άμεση και υποδειγματική στοχεύει στην Αλήθεια. Στο στοιχείο της Ύπαρξης και της Ιστορικής πολιτισμικής συνέχειας σταθμίζει την λογοτεχνική του συνέχεια. Εκεί ο στίχος καρπίζει, ανθοφορεί, γεμάτος μηνύματα, ευγένεια και παρατηρητικότητα.» Ποίηση (θα ’θελα να μου επιτρέψετε να συμπληρώσω ακόμη) είναι μια διαρκής αυτοανατομία σ’ ένα κοινωνικό υπογάστριο που αιμορραγεί, που μόνιμα θα διερωτάσαι – ως ποιητής – αν καταστάλαξες τον κεντροφόρο στόχο σου και τις εκφραστικές σου αναζητήσεις και ποτέ δεν θα μπορέσεις να πεις ότι ευτύχησες να γράψεις όλα όσα είδε ο νους και η ψυχή. Σ’ αυτή την ερπετογενή πορεία και την κρίση των αξιών, άφθορος και κρυσταλλώδης πορεύεται ο Γεώργιος Κάρτερ, μ’ ένα βεβαίως τρανταχτό συναίσθημα που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της απτής καθημερινότητας…
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε Κώστας Καρούσος Ε.Ε.Λ.

Άνοιξα το παράθυρο

30624452_2101861980044126_6438384864101138432_n

Άνοιξα το παράθυρο —να μπει το σύμπαν ανθισμένο— και
ήταν το σύμπαν αυτή· και με ρωτούσε:
— Να έρθω ως στρόβιλος ανέμου ή ως χελιδόνι πρόωρο;
Και είπα:
— Έλα ως στρόβιλος· να με σηκώσεις.
Και πλησίαζε η μέρα οπού το άλλο θαύμα. Κι αίφνης
ωρίμασαν οι άγουρες ελπίδες.
— Μπορώ ξανά;
— Μπορείς!

Πήρα τότε την πένα κι άρχισα να γράφω. Και τούτα τα
γραφόμενα δεν είχαν παρελθόν. Δεν είχαν μέλλον. Δεν είχαν
τίποτα. Έμοιαζε κάθε λέξη να προστίθεται στον στρόβιλο
και να χάνεται. Κι ένιωθα το ποίημα τη μια να με ρουφά,
την άλλη να με χορεύει.
— Άγγελε!
Έγραφα, έγραφα και όλο ανέβαινα· και ήταν το χέρι της
που με κρατούσε. Χέρι ζητούσα εγώ να με σηκώσει, να
στηθώ κι αυτό το χέρι ήτανε φτερό και με πετούσε.
— Αγαπημένη!
— Το ποίημα θα το γράψουμε μαζί.

Αυτά μου έλεγε και μου κατέβαζε αστέρια να διαλέξω.
Κι εγώ της στόλιζα τα μαλλιά· και ήταν αυτή το ποίημα.
Και με πήγαινε, με πήγαινε να με εμβαπτίσει στη δική της
ανάμνηση. Κι άρχισα τότε να θυμάμαι δίχως να πονώ. Κι
ένιωσα την αγωνία του μελλούμενου να χάνεται στον ουρα-
νό μου. Και ήθελα να ρωτήσω:
— Ποια μοίρα σκόρπισε τόσα επίμονα ερωτηματικά;
Όμως, ο χορός στροβίλιζε το κορμί και η ψυχή μου
άδειαζε την άχρηστη νύχτα.
— Μην είναι ετούτο όνειρο;
— Είναι!
Έτσι μου μίλησε κι άκουσα τη φωνή της ανακατεμένη
με γέλιο χαρούμενο:
— Ποτέ δε θα ξυπνήσεις!

Άνοιξα το παράθυρο και μπήκε αυτή ωσάν το χελιδόνι.
— Ήρθα να αναγγείλω την Άνοιξη! μου χαμογέλασε.
Και είδα το σύμπαν ν’ ανθίζει στα λόγια της· και γύρεψα
τα μηνύματα να τα πιω στην πηγή τους. Και βγήκε το φιλί
απ’ την καρδιά, κρεμάστηκε στα χείλη· εκεί τη γεύτηκα τη
χαρά μου.
— Και πού θα χτίσεις τη φωλιά; τη ρώτησα και χύθηκε
αυτή στην αγκαλιά μου.
Και γυρνούσαμε από το όνειρο του στροβιλισμού σε
μιαν επίγεια ευτυχία.
— Όλα θα γίνουν ως ανταμοιβή για ό,τι αντέξατε μες
στον μακρύ χειμώνα.
Αυτά ακούστηκαν από μακριά, λόγια Θεού. Και τότε
άφησα έναν στεναγμό ν’ ανέβει απ’ την ψυχή μου:
— Δεν κυβερνάνε πια παντού οι ανόητοι αυτόν τον κόσμο.

Και καθώς πήρα δύναμη από την απρόσμενη δικαίωση,
την κάλεσα να βαδίσουμε.
Και περάσαμε όλες τις γνώριμες λεωφόρους. Πιάσαμε,
ύστερα, τα σοκάκια τα παλιά. Κι αφού αφήσαμε παντού, όπου
πονέσαμε, ένα λουλούδι, πήραμε τον δρόμο για τους λόφους.
Και ήταν ηλιόλουστοι οι αγροί και η Άνοιξη στόλιζε παντού
με χρώματα τη σκηνή. Είχε φως τούτο το όνειρο και δεν μπο-
ρούσε κανείς να μας ξυπνήσει. Γιατί η επιθυμία είχε ξεπερά-
σει το πεπερασμένο και η ουτοπία χαμογελούσε δικαιωμένη.

Άνοιξα το παράθυρο —να μπει το σύμπαν ανθισμένο— και
μπήκε αυτή ως άνεμος, ωσάν πουλί και ποίημα.

Βαγγέλης Φίλος