Αρχείο | Φεβρουάριος 27, 2018

Θεόδωρος Σαντάς-ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

ec92eab4c26a8e4a80672475acfc0366--woman-art-d-art

Σκέφτομαι το ταξίδι
κι εσένα που θα σε στερηθώ.
Σκέφτομαι πόσο φτωχαίνουν οι ώρες
και ξεθωριάζουν τα χρώματα
όταν απουσιάζεις εσύ.
Μου λείπεις,μου λείπεις πολύ
μου λείπουν οι νύχτες που σε ντύνουν
με φεγγάρια ολόγιομα
και αφήνουν στα περάσματά σου
τα επιφωνήματα οι θνητοί
όταν όλα σου στάζουν μελισσοβότανο!
Ομορφιά μου πώς αλλιώς να σε πώ
πώς να σε περάσω στους Γαλαξίες
χωρίς να στάξω σταγόνα απ’το αίμα σου
στα πέλαγα των δακρύων
εκεί που ανταμώνουν οι κόσμοι
και δε μετριέται ο χρόνος
Με ποιο μέτρο να γράψω
ενα έμμετρο ποίημα
την ώρα που τις λέξεις σου
τις κάνω τραγούδι.
Μεσοτονικό θα σε πω
όπως είν’η «Αγάπη»
δαχτυλικό θα σε πω, όπως είναι ο Έρωτας
ανάπαιστο θα σε πω ,όπως είναι ο Ουρανός
να αρχίσω σαν Παλαμάς,σαν Σικελιανός
σαν Σεφέρης,σαν Ελύτης,σαν Ρίτσος
να σου γράφω ποιήματα
που θα μιλάν μόνο για σένα!
Μα τι λέω μες στη νύχτα
και τολμώ τα ανέφικτα
βαθύς ο καημός και παραδέρνει το στίχο μου
κι όλα καταλήγουν σε σένα
κι όλα για σένα μιλούν
κι όλα εσύ τα γέννησες, όλα σε σένα κουρνιάζουν
όλα το βήμα σου ακολουθούν
κι ακούω τα πεζοδρόμια που τρίζουν
τους γρύλους που χάνουν το φως τους
κι εγώ χάνω τον εύρυθμο χτύπο μου
σαν ξεκουρδισμένο ρολόι του τοίχου
ακούγονται οι χτύποι μου
και περιμένω ένα σου χάδι
να ξαναβρώ το ρυθμό μου!
Ω οπτασία του μύθου
των νυμφών των δασών και των κάστρων
Νηρηίδα της θάλασσας
ω λάμψη της ομορφιάς
που καις των ανθρώπων τους κάλυκες
κι ακούγεται ο συριγμός του παράπονου
κι ανθίζει ο άσαρκος έρωτας!
Κορίτσι ανεμόδαρτο της Μεσόγειου
που δεν αντέχεις εγκιβωτισμούς και αγκύλες
κορίτσι λιγνό σαν κυπαρίσσι που φύτρωσε μόνο του
και το προσκυνούν σκονισμένοι οι θάμνοι
όλα σου είναι ένας έρωτας
Όλα σου είναι μια θάλασσα του ωραίου
κι εγώ ένα κύμα που ξεψυχάει στα πόδια σου
που περιμένει να το πάρεις στα χέρια σου
να το φυσήξεις στα μάτια
να εξαχνιστεί στη δικη σου Παράδεισο !
Θεόδωρος Σαντάς

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ Η ΗΧΩ ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ

28472196_2079431225620535_5172805776868103304_n

Στον τόπο που γεννήθηκα
ο αγέρας ,μικρό παιδί λαχανιασμένο,
έκρυβε την ποιητική του πνοή ,
αμύγδαλο τ΄ Αυγούστου,
μέσ’ τις φτερούγες του.

Οι μούσες λεύτερες ,στην πρύμνη του
στοιβαγμένες, τον ακλουθούσαν,
τον έρωτα εξυμνώντας
στα κατώφλια των σπιτιών
και στα περβόλια των ανθισμένων ψυχών

Απ’ τις δίφυλλες πόρτες και τα
στολισμένα με όνειρα ,μπαλκόνια της Λέσβου,
σεργιανίζει ο Αίολος , χαϊδεύοντας
μέσ’ το μισόφωτο της ηλιοσοδειάς
τις πρασινογάλαζες πλεξούδες
και ο ερωτευμένος Πελασγός,
της αιωνιότητας το αρμυρό δάκρυ,
σε αντήχηση μεταμορφώνει
χτυπώντας τις παλάμες του.

Ο ουρανός αμίλητος ,με αναλαμπές λήθης,
τις κόρες του Μάκαρα στις ξαγρύπνιες νανουρίζει
και με την λύρα της Σαπφούς
στο ίσκιωμα της Πέσσας αντίκρυ απ’ τον
καταρράκτη ,τα αηδόνια μαθητεύει.

Από το λυκαυγές μέχρι το λιόγερμα
Δάφνις και Χλόη και οι συνδαιτυμόνες
κάτοικοι των Βασιλικών,
ψαράδες και βοσκοί,
κι άλλοι με πολυάσχολη ζωή
σιγοντάρουν στο απόγειο τραγούδι του καταρράκτη.

Δακρύζουν οι χλωρές κορφές ,
παρθένες νιες του Πυρραίου δάσους,
και απ’ τα βάθη της πηγής τις αμάραντες
ανασαιμιές της ποιήτριας στοχάζονται.

Με το βλέμμα τους ακολουθούν
στους βοσκότοπους,
μέσα απ’ τις ασπαρτιές και τις ελιές
τα βήματα του γάργαρου νερού,
μέχρι το αγκάλιασμα με τα ατάραχα νερά
του μισοφεγγαρένιου κόλπου.

Και ω του θαύματος ,
στο κρυστάλλινο φίλημα των νερών
απελευθερώνεται η μούσα
απ’ τον χώρο και τον χρόνο,
την λύρα της χαϊδεύει
και η ηχώ της μέσα απ’ τις ουράνιες αίθουσες
τιτιβίζει στις πυκνοβλαστημένες ερωτικές φωλιές.

Νανουρίζομαι στην διαύγεια του καταρράκτη
και στο στήθος του κοιμάμαι,
όπως τα άστρα στο νυφικό του ουρανού,
άφωνη έμεινε η ζωή μου δίχως όνειρα .

Στους στροβίλους του νερού αεροβάτης
και μέσα στα αιώνια λάγνα ρυάκια άυπνος
το μέλλον μου κατρακυλά στις γειτονιές του χωριού μου.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Εύα Λόλιου-Μετέωρα

28577161_2079436828953308_5579748737808044061_n

..Πήρα τα βουνά και τα σκιερά φαράγγια, σκαρφαλώνοντας με τα πουλιά στους πέτρινους γίγαντες της Θηβαϊδας των Σταγών. Το μποντριέ με κρατούσε ασφαλή στη ζωή μαζί με τα καρφιά, τα σχοινιά, τους κόμπους και τα καρυδάκια. Σαν να είχε σπλάχνα ο βράχος Βαρλαάμ, γεμάτος αγάπη μου χάριζε και αυτός φιλότιμα τις πέτρινες παλάμες του, να πιάνομαι και να συνεχίζω τον δρόμο προς την ολοκλήρωση του διακαή πόθου μου.
… Την διαδρομή επιζητούσα, το ταξίδι προς τον ουρανό, την απομόνωση απ’ την βάναυση καθημερινότητα που ούρλιαζέ σαν τσακάλι πάνω στις χιονισμένες στέγες της πόλης. Μέσα απ’ τα μάτια των πουλιών και την ψυχή τ’ ανέμου που διαπερνούσε την υφή των ποταμίσιων βοτσάλων και των απολιθωμένων οστράκων του βράχου, γευόμουν τη γαλήνη της αιωνιότητας σαν το γλυκύτερο πιοτό που ακούμπησε ποτέ τα χείλη μου. Ενάντια στους νόμους του Νεύτωνα και σύμμαχος με την δύναμη του Κυρίου, κάρφωσα μια προσευχή στην πέτρα. Ύστερα ακόμη μια και άλλη μια μέχρι να φτάσω στη σπηλιά τ’ ασπραετού.
… Ξάπλωσα στην αγκαλιά του βράχου με βαθιές ανάσες. Κλείσαν τα βλέφαρα μου στις γλυκές σκιές και ένα δάκρυ κύλισε καμωμένο συγκίνηση. Απ’ τα μικρά μου ονειρευόμουν να φτάσω στη φωλιά τούτου του ερημίτη αετού. Σαν έλαμπε το φεγγάρι μέσα στο πέτρινο δάσος κατέβαινε θεατής ο αετός, στέκονταν πάνω στο καμπαναριό και οι κρωγμοί του ηχούσαν σε όλη την πόλη. Μα είχα μήνες τώρα να τον δω απ’ την ημέρα που πέθανε ο πατέρας και ήρθε να κράξει στη στέγη του σπιτιού μας.
… Άρχισα ένα κρυφό διάλογο με την σπηλιά ψηλαφίζοντας τις κρυφές πτυχώσεις και τα ανάγλυφα σχήματα στα παγωμένα τοιχώματα. Δυο πλάσματα αγαπούσα πιότερο στη ζωή, τον αετό και τον πατέρα. Γιατί θεέ μου τα πήρες και τα δυο; Μ’ ακούς; Μήπως σε νάρκωσαν οι φλοίσβοι των αιώνων, μήπως τα μοναστήρια φτάσαν πολύ ψηλά και δεν ακούς τις φωνές της πόλης; Απαρηγόρητος ο πόνος μου, ούτε ένα φτερό δεν υπήρχε μέσα του να πετάξει μακρυά στον κάμπο , να χαθεί. Ώσπου έστριψα το κεφάλι προς το κενό και για πρώτη φορά ήρθα αντιμέτωπος με την ψεύτικη διάσταση του φόβου. Ναι μπορούσα να πετάξω, αρκεί να το αποφάσιζα. Κάποιος γέροντας ανέβαζε ξύλα . Πήδηξα με μιας για να πετάξω μα γαντζώθηκε η ζωή μου απ’ το δίχτυ και το μόχθο της ξύλινης ανέμης. Λίγα δευτερόλεπτα στον αέρα και πίστεψα πως θα άνοιγα φτερά. Με ανέβασε στο μοναστήρι. Άναψε μια φωτιά στο τσίγκινο βαρέλι προσφέροντας μου μια κούπα ζεστό σαλέπι.
…Κάθισε απέναντι μου, έβγαλε μια ξύλινη φλογέρα και ξεκίνησε το τραγούδι. Μέσα απ’ τα μαβιά σύννεφα του ουρανού ξεπρόβαλε ένας γύπας που στην πλάτη του κουβαλούσε ένα κούκο. Από πίσω ακολούθησε ένας αετός με μια χελώνα και μια κουκουβάγια με ένα φίδι. Ο καλός γέροντας είχε στα ράσα του σπόρους. Αφού τάισε τα πλάσματα με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε »Να φιλιώσεις την ζωή με τον θάνατο παιδί μου, όπως η χελώνα εμπιστεύεται τον αετό, όπως ο κούκος τον γύπα, σαν το φίδι την κουκουβάγια. Μόνο έτσι θα αγαπήσεις το είναι του θεού μέσα σου και θα μεταλάβεις την σοφία Του»
…Έσκυψα και πήρα ένα σπόρο καλαμποκιού. Τα πουλιά είχαν χορτάσει πια. Ο ήλιος έδινε την θέση του στον έναστρο ουρανό που στάθηκε πάνω απ’ την πόλη. Ήταν ώρα να κλείσουν οι θύρες του μοναστηριού. Τα πουλιά με τα ζώα στις ράχες πέταξαν στον ουρανό και εγώ κατέβηκα με το δίχτυ και τα ξύλα στη γη. Να τ’ ανάψω στο σπίτι, που με περίμενε η μάνα καρδιοχτυπώντας για την ζωή μου. Πάνω στο βράχο του Βαρλαάμ χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Θα ξημέρωνε η ζωή την επομένη, στις βουτιές των νεοσσών ελπίδων μέσα στο διάχυτο φως της Ανατολής..

Εύα Λόλιου

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Πεζά. Σχολιάστε