Αρχείο | Φεβρουάριος 2018

Θεόδωρος Σαντάς-ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ

ec92eab4c26a8e4a80672475acfc0366--woman-art-d-art

Σκέφτομαι το ταξίδι
κι εσένα που θα σε στερηθώ.
Σκέφτομαι πόσο φτωχαίνουν οι ώρες
και ξεθωριάζουν τα χρώματα
όταν απουσιάζεις εσύ.
Μου λείπεις,μου λείπεις πολύ
μου λείπουν οι νύχτες που σε ντύνουν
με φεγγάρια ολόγιομα
και αφήνουν στα περάσματά σου
τα επιφωνήματα οι θνητοί
όταν όλα σου στάζουν μελισσοβότανο!
Ομορφιά μου πώς αλλιώς να σε πώ
πώς να σε περάσω στους Γαλαξίες
χωρίς να στάξω σταγόνα απ’το αίμα σου
στα πέλαγα των δακρύων
εκεί που ανταμώνουν οι κόσμοι
και δε μετριέται ο χρόνος
Με ποιο μέτρο να γράψω
ενα έμμετρο ποίημα
την ώρα που τις λέξεις σου
τις κάνω τραγούδι.
Μεσοτονικό θα σε πω
όπως είν’η «Αγάπη»
δαχτυλικό θα σε πω, όπως είναι ο Έρωτας
ανάπαιστο θα σε πω ,όπως είναι ο Ουρανός
να αρχίσω σαν Παλαμάς,σαν Σικελιανός
σαν Σεφέρης,σαν Ελύτης,σαν Ρίτσος
να σου γράφω ποιήματα
που θα μιλάν μόνο για σένα!
Μα τι λέω μες στη νύχτα
και τολμώ τα ανέφικτα
βαθύς ο καημός και παραδέρνει το στίχο μου
κι όλα καταλήγουν σε σένα
κι όλα για σένα μιλούν
κι όλα εσύ τα γέννησες, όλα σε σένα κουρνιάζουν
όλα το βήμα σου ακολουθούν
κι ακούω τα πεζοδρόμια που τρίζουν
τους γρύλους που χάνουν το φως τους
κι εγώ χάνω τον εύρυθμο χτύπο μου
σαν ξεκουρδισμένο ρολόι του τοίχου
ακούγονται οι χτύποι μου
και περιμένω ένα σου χάδι
να ξαναβρώ το ρυθμό μου!
Ω οπτασία του μύθου
των νυμφών των δασών και των κάστρων
Νηρηίδα της θάλασσας
ω λάμψη της ομορφιάς
που καις των ανθρώπων τους κάλυκες
κι ακούγεται ο συριγμός του παράπονου
κι ανθίζει ο άσαρκος έρωτας!
Κορίτσι ανεμόδαρτο της Μεσόγειου
που δεν αντέχεις εγκιβωτισμούς και αγκύλες
κορίτσι λιγνό σαν κυπαρίσσι που φύτρωσε μόνο του
και το προσκυνούν σκονισμένοι οι θάμνοι
όλα σου είναι ένας έρωτας
Όλα σου είναι μια θάλασσα του ωραίου
κι εγώ ένα κύμα που ξεψυχάει στα πόδια σου
που περιμένει να το πάρεις στα χέρια σου
να το φυσήξεις στα μάτια
να εξαχνιστεί στη δικη σου Παράδεισο !
Θεόδωρος Σαντάς

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ Η ΗΧΩ ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ

28472196_2079431225620535_5172805776868103304_n

Στον τόπο που γεννήθηκα
ο αγέρας ,μικρό παιδί λαχανιασμένο,
έκρυβε την ποιητική του πνοή ,
αμύγδαλο τ΄ Αυγούστου,
μέσ’ τις φτερούγες του.

Οι μούσες λεύτερες ,στην πρύμνη του
στοιβαγμένες, τον ακλουθούσαν,
τον έρωτα εξυμνώντας
στα κατώφλια των σπιτιών
και στα περβόλια των ανθισμένων ψυχών

Απ’ τις δίφυλλες πόρτες και τα
στολισμένα με όνειρα ,μπαλκόνια της Λέσβου,
σεργιανίζει ο Αίολος , χαϊδεύοντας
μέσ’ το μισόφωτο της ηλιοσοδειάς
τις πρασινογάλαζες πλεξούδες
και ο ερωτευμένος Πελασγός,
της αιωνιότητας το αρμυρό δάκρυ,
σε αντήχηση μεταμορφώνει
χτυπώντας τις παλάμες του.

Ο ουρανός αμίλητος ,με αναλαμπές λήθης,
τις κόρες του Μάκαρα στις ξαγρύπνιες νανουρίζει
και με την λύρα της Σαπφούς
στο ίσκιωμα της Πέσσας αντίκρυ απ’ τον
καταρράκτη ,τα αηδόνια μαθητεύει.

Από το λυκαυγές μέχρι το λιόγερμα
Δάφνις και Χλόη και οι συνδαιτυμόνες
κάτοικοι των Βασιλικών,
ψαράδες και βοσκοί,
κι άλλοι με πολυάσχολη ζωή
σιγοντάρουν στο απόγειο τραγούδι του καταρράκτη.

Δακρύζουν οι χλωρές κορφές ,
παρθένες νιες του Πυρραίου δάσους,
και απ’ τα βάθη της πηγής τις αμάραντες
ανασαιμιές της ποιήτριας στοχάζονται.

Με το βλέμμα τους ακολουθούν
στους βοσκότοπους,
μέσα απ’ τις ασπαρτιές και τις ελιές
τα βήματα του γάργαρου νερού,
μέχρι το αγκάλιασμα με τα ατάραχα νερά
του μισοφεγγαρένιου κόλπου.

Και ω του θαύματος ,
στο κρυστάλλινο φίλημα των νερών
απελευθερώνεται η μούσα
απ’ τον χώρο και τον χρόνο,
την λύρα της χαϊδεύει
και η ηχώ της μέσα απ’ τις ουράνιες αίθουσες
τιτιβίζει στις πυκνοβλαστημένες ερωτικές φωλιές.

Νανουρίζομαι στην διαύγεια του καταρράκτη
και στο στήθος του κοιμάμαι,
όπως τα άστρα στο νυφικό του ουρανού,
άφωνη έμεινε η ζωή μου δίχως όνειρα .

Στους στροβίλους του νερού αεροβάτης
και μέσα στα αιώνια λάγνα ρυάκια άυπνος
το μέλλον μου κατρακυλά στις γειτονιές του χωριού μου.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Εύα Λόλιου-Μετέωρα

28577161_2079436828953308_5579748737808044061_n

..Πήρα τα βουνά και τα σκιερά φαράγγια, σκαρφαλώνοντας με τα πουλιά στους πέτρινους γίγαντες της Θηβαϊδας των Σταγών. Το μποντριέ με κρατούσε ασφαλή στη ζωή μαζί με τα καρφιά, τα σχοινιά, τους κόμπους και τα καρυδάκια. Σαν να είχε σπλάχνα ο βράχος Βαρλαάμ, γεμάτος αγάπη μου χάριζε και αυτός φιλότιμα τις πέτρινες παλάμες του, να πιάνομαι και να συνεχίζω τον δρόμο προς την ολοκλήρωση του διακαή πόθου μου.
… Την διαδρομή επιζητούσα, το ταξίδι προς τον ουρανό, την απομόνωση απ’ την βάναυση καθημερινότητα που ούρλιαζέ σαν τσακάλι πάνω στις χιονισμένες στέγες της πόλης. Μέσα απ’ τα μάτια των πουλιών και την ψυχή τ’ ανέμου που διαπερνούσε την υφή των ποταμίσιων βοτσάλων και των απολιθωμένων οστράκων του βράχου, γευόμουν τη γαλήνη της αιωνιότητας σαν το γλυκύτερο πιοτό που ακούμπησε ποτέ τα χείλη μου. Ενάντια στους νόμους του Νεύτωνα και σύμμαχος με την δύναμη του Κυρίου, κάρφωσα μια προσευχή στην πέτρα. Ύστερα ακόμη μια και άλλη μια μέχρι να φτάσω στη σπηλιά τ’ ασπραετού.
… Ξάπλωσα στην αγκαλιά του βράχου με βαθιές ανάσες. Κλείσαν τα βλέφαρα μου στις γλυκές σκιές και ένα δάκρυ κύλισε καμωμένο συγκίνηση. Απ’ τα μικρά μου ονειρευόμουν να φτάσω στη φωλιά τούτου του ερημίτη αετού. Σαν έλαμπε το φεγγάρι μέσα στο πέτρινο δάσος κατέβαινε θεατής ο αετός, στέκονταν πάνω στο καμπαναριό και οι κρωγμοί του ηχούσαν σε όλη την πόλη. Μα είχα μήνες τώρα να τον δω απ’ την ημέρα που πέθανε ο πατέρας και ήρθε να κράξει στη στέγη του σπιτιού μας.
… Άρχισα ένα κρυφό διάλογο με την σπηλιά ψηλαφίζοντας τις κρυφές πτυχώσεις και τα ανάγλυφα σχήματα στα παγωμένα τοιχώματα. Δυο πλάσματα αγαπούσα πιότερο στη ζωή, τον αετό και τον πατέρα. Γιατί θεέ μου τα πήρες και τα δυο; Μ’ ακούς; Μήπως σε νάρκωσαν οι φλοίσβοι των αιώνων, μήπως τα μοναστήρια φτάσαν πολύ ψηλά και δεν ακούς τις φωνές της πόλης; Απαρηγόρητος ο πόνος μου, ούτε ένα φτερό δεν υπήρχε μέσα του να πετάξει μακρυά στον κάμπο , να χαθεί. Ώσπου έστριψα το κεφάλι προς το κενό και για πρώτη φορά ήρθα αντιμέτωπος με την ψεύτικη διάσταση του φόβου. Ναι μπορούσα να πετάξω, αρκεί να το αποφάσιζα. Κάποιος γέροντας ανέβαζε ξύλα . Πήδηξα με μιας για να πετάξω μα γαντζώθηκε η ζωή μου απ’ το δίχτυ και το μόχθο της ξύλινης ανέμης. Λίγα δευτερόλεπτα στον αέρα και πίστεψα πως θα άνοιγα φτερά. Με ανέβασε στο μοναστήρι. Άναψε μια φωτιά στο τσίγκινο βαρέλι προσφέροντας μου μια κούπα ζεστό σαλέπι.
…Κάθισε απέναντι μου, έβγαλε μια ξύλινη φλογέρα και ξεκίνησε το τραγούδι. Μέσα απ’ τα μαβιά σύννεφα του ουρανού ξεπρόβαλε ένας γύπας που στην πλάτη του κουβαλούσε ένα κούκο. Από πίσω ακολούθησε ένας αετός με μια χελώνα και μια κουκουβάγια με ένα φίδι. Ο καλός γέροντας είχε στα ράσα του σπόρους. Αφού τάισε τα πλάσματα με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε »Να φιλιώσεις την ζωή με τον θάνατο παιδί μου, όπως η χελώνα εμπιστεύεται τον αετό, όπως ο κούκος τον γύπα, σαν το φίδι την κουκουβάγια. Μόνο έτσι θα αγαπήσεις το είναι του θεού μέσα σου και θα μεταλάβεις την σοφία Του»
…Έσκυψα και πήρα ένα σπόρο καλαμποκιού. Τα πουλιά είχαν χορτάσει πια. Ο ήλιος έδινε την θέση του στον έναστρο ουρανό που στάθηκε πάνω απ’ την πόλη. Ήταν ώρα να κλείσουν οι θύρες του μοναστηριού. Τα πουλιά με τα ζώα στις ράχες πέταξαν στον ουρανό και εγώ κατέβηκα με το δίχτυ και τα ξύλα στη γη. Να τ’ ανάψω στο σπίτι, που με περίμενε η μάνα καρδιοχτυπώντας για την ζωή μου. Πάνω στο βράχο του Βαρλαάμ χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Θα ξημέρωνε η ζωή την επομένη, στις βουτιές των νεοσσών ελπίδων μέσα στο διάχυτο φως της Ανατολής..

Εύα Λόλιου

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 27, 2018, σε Πεζά. Σχολιάστε

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ

21034301_1993821630848162_7772019785898489458_n

Αναζητούμε το όνειρο
στην ποιητική του παράδεισου
το θαύμα στον Ποιητή
που καταλύει τον θάνατο
κι απελευθερώνει το φως.
Ποια ομορφιά μπορεί
να αντέξει τη νομοτέλεια
του χρόνου
ποιο χρώμα την άμπωτη των αιώνων;
Μόνο το αμόλυντο της ψυχής .
Κι αν στο δάκρυ σου βρεις
έναν λόγο καλό, κράτησέ τον
για στήριγμα ,πριν επιστρέψουν δριμύτεροι οι πραιτωριανοί !

Θεόδωρος Σαντάς

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 22, 2018, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Νατάσα Κοντολέτα Ποιος μισεί…τον ευεργέτη του;

15171114_1862635760633417_1565416610327669628_n

Ας συλλογιστούμε το εξής σύνηθες, για τον ανθρώπινο βίο, «σκηνικό». Ξαφνικά η ζωή μας ανατρέπεται εξαιτίας ενός είτε λιγότερο, είτε περισσότερο επώδυνου γεγονότος που μας πλήττει είτε οικογενειακά, είτε προσωπικά, είτε επαγγελματικά, είτε οικονομικά, είτε ηθικά είτε και συνδυαστικά ακόμα σε σχέση με ορισμένα από τα προαναφερόμενα πλαίσια…

Τι κάνουμε τότε;; Προσφεύγουμε σε κάποιο ή κάποια προσφιλή πρόσωπα τα οποία εμπιστευόμαστε απόλυτα και τα οποία έχουμε πολλές φορές συνδράμει ηθικά και υλικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κατά τον παρελθόντα χρόνο, χωρίς ουδέποτε να περάσει από το μυαλό μας ούτε η πιο τυπική σκέψη ανταποδοτικότητας στο ελάχιστο… και φυσικά ούτε η πιο μικρή υποψία προδοσίας της συναισθηματικής μας αφοσίωσης και της προσωπικής μας εμπιστοσύνης…

Και ιδού η απάντηση του προσώπου που πολλάκις ευεργετήθηκε από εμάς: όχι απλά στοιχειωδώς δεν μας συμμερίζεται ή προσπαθεί να δείξει την ελάχιστη κατανόηση, έστω και υποκρινόμενο, αλλά, προκειμένου να μας επιτείνει τον πόνο, μας κλείνει κάθε δίοδο οποιασδήποτε στοιχειώδους επικοινωνίας, πόσο μάλλον ελάχιστης ηθικής ή συναισθηματικής έστω στήριξης…, κοινώς «μας λακτίζει», ενώ εμείς μένουμε άναυδοι και συναισθηματικά ακόμα πιο φορτισμένοι, ερχόμενοι αναπόφευκτα αντιμέτωποι μ’ έναν έντονο ψυχικό πόνο που αδυνατεί να διαχειρισθεί ορθά η λογική μας σε συνδυασμό με την εμπειρία μας….

Μετά από λίγο ανακάμπτουμε συναισθηματικά, μέσω των μηχανισμών άμυνας την ύπαρξη και τον τρόπο ενεργοποίησης των οποίων συχνά οι ίδιοι αγνοούμε και τις περισσότερες φορές ζητούμε ή μάλλον προσφεύγουμε στη Θεία βοήθεια, υποσχόμενοι ότι θα γίνουμε έμπρακτα καλύτεροι άνθρωποι στο μέλλον… Και ιδού η άμεση ανταπόκριση και η επενέργεια της Θείας Πρόνοιας…

Εμφανίζεται ένα άτομο ή κάποια άτομα που ουδέποτε τα είχαμε ευεργετήσει, που ουδέποτε τους είχαμε δώσει «σημασία», που ουδέποτε είχαμε στοιχειωδώς επιδιώξει τον ελάχιστο κοινωνικό και διαπροσωπικό συσχετισμό μαζί τους και οι οποίοι, εντελώς αυθόρμητα και χωρίς δεύτερη σκέψη, μας συνδράμουν «λυτρωτικά»… Και όχι απλά μας συνδράμουν, αλλά μας στηρίζουν τόσο ανέλπιστα που αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι όλη αυτή η δοκιμασία ίσως, τελικά, να ήταν για το καλό μας…, αφού, όχι απλά απομακρυνθήκαμε από ψεύτικους ανθρώπους – με τυπικά προσωπεία εξασφάλισης μικρότερων ή μεγαλύτερων κάθε φορά συμφερόντων – , αλλά, επιπλέον και κυρίως, μας δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουμε αυθεντικούς ανθρώπους με ειλικρίνεια, δοτικότητα, μαχητικότητα και ήθος…

Τα πράγματα αποκαθίστανται σιγά-σιγά, εμείς έχουμε οικειοποιηθεί αναπόφευκτα με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μας ευεργέτησαν και όλα κυλούν ομαλά προς την πλήρη ανάταξη όλων των δεδομένων της εφησυχαστικής μας καθημερινότητας, τα οποία είχαν ανατραπεί…

Ωστόσο, προς απογοήτευσή μας και εντελώς απροσδόκητα, «κάτι» αρχίζει  να μας ενοχλεί… Το πρόσωπο που μας ευεργέτησε δεν ήταν τόσο τέλειο όσο νομίζαμε.. Μας ενοχλεί «πάνω του» το α΄ το β΄ το γ΄…. στοιχείο ή χαρακτηριστικό! Η εικόνα του μας δημιουργεί μια κλιμακούμενη αρνητικά δυσαρέσκεια, ενώ οι αφορμές για διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις και αψιμαχίες καθίστανται όλο και πιο συχνές μέσα στο πλαίσιο μιας διαγεγραμμένης πορείας απόλυτης σύγκρουσης και αντιπαράθεσης και μάλιστα με επιχειρήματα μη συγχωρούμενων λαθών του προσώπου ή των προσώπων των οποίων οι αρχές και το ηθικό τους υπόβαθρο μας έσωσαν σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής μας… Γιατί όμως;;; Τι συμβαίνει;;;

Δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε αγνώμονες, ούτε άδικοι, θεωρώντας ότι μέσω κάποιας ευγενούς χειρονομίας – έκφρασης φιλοφρόνησης…. «έχουμε βγάλει την υποχρέωση» όπως συνήθως λέγεται… Και για να εκφραστώ πιο απλά και ταυτόχρονα πιο ακραία… «Εσύ μου σώζεις τη ζωή ή με γλυτώνεις από διάφορους κινδύνους και ο ίδιος ή η ίδια προσωπικά με ένα υπέροχο τραπέζι (γεύμα ή δείπνο) που σου προσφέρω ή με ένα δώρο «συμψηφίζω» την υποχρέωση…». Πλέον, η μονόπλευρη σωτήρια προσφορά του ευεργέτη μας έχει γίνει μια αμοιβαία συναλλαγή που έχει χάσει και κάθε νόημα… για περαιτέρω συγχρωτισμό.

Άλλωστε έχουμε επιχειρήματα… Μου έκανες αυτό…, μου έκανες εκείνο… Εκείνη την ημέρα μου είπες αυτό και με πρόσβαλες ή μείωσες την αξιοπιστία της προσωπικότητάς μου και άλλα συναφή… Εκτός αυτού, δεν έπραξες το γ’, το δ’ κ.λ.π…. Τελειώσαμε… Η αγανάκτηση μας πνίγει….

Το εντελώς παράδοξο το οποίο ακολουθεί στο εν λόγω περιγραφόμενο «σκηνικό»» είναι ότι επιζητούμε μια «αυθόρμητη» ή και τυχαία συνάντηση ή επιδιώκουμε ασυναίσθητα ή και συνειδητά ακόμα να συγχρωτισθούμε με το πρόσωπο που κάποτε μας είχε τόσο βάναυσα απορρίψει, εάν και είχε ευεργετηθεί από εμάς και αρχίζουμε να του περιγράφουμε «τον πόνο μας», δηλαδή την απογοήτευση που βιώνουμε απ’ αυτόν που μας ευεργέτησε και μάλιστα αφηγούμενοι τα «μεταφραζόμενα» στο μυαλό μας ως ατυχή δεδομένα, αφού φυσικά έχει απέλθει πλέον η δύσκολη συγκυρία με την οποία βρεθήκαμε αντιμέτωποι….

Το πρόσωπο που μας είχε απορρίψει και μας είχε φερθεί απάνθρωπα και σκληρά, μας συμμερίζεται πλήρως τώρα, βρίσκει δίκαιο στα επιχειρήματά μας και κυρίως, λόγω της ουδετερότητάς του στην εν λόγω σχέση, μέσα από τις αφηγήσεις μας, επισημαίνει και άλλα τρωτά σημεία που είχαν διαφύγει της προσοχής μας και τα οποία θα πρέπει να μας «εξεγείρουν» περισσότερο έναντι του προσώπου που μας  ευεργέτησε… «Ευτυχώς που μας τα επεσήμανε…», σκεφτόμαστε… Ακολούθως και οι δυο μαζί στρεφόμαστε κατά αυτού που μας έσωσε….

Μπορεί να ακούγεται παράλογο, αλλά εμείς αισθανόμαστε ότι έχουμε δίκαιο. Μπορεί να μας έσωσε το συγκεκριμένο πρόσωπο τότε, τη δύσκολη συγκυρία όπου όλοι οι άλλοι μας εγκατέλειψαν, αλλά …, τώρα η συμπεριφορά του είναι «ενοχλητική» και τα επιχειρήματά μας βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία, του τύπου «με στραβοκοίταξε ο σκύλος του και μου νιαούρισε περίεργα η γάτα του» !!!

Ο πρώην ευεργέτης «απορρίπτεται» από τον διαπροσωπικό μας ορίζοντα, πολλές φορές σχολιάζεται και συκοφαντείται και εμείς αγκαλιάζουμε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είχαν ευεργετηθεί από εμάς, αλλά όταν, για μια και μόνο φορά, προσφύγαμε σε αυτά, μας φέρθηκαν με ασύλληπτη σκληρότητα…. «Δεν βαριέσαι», «ας τα ξεχάσουμε όλα» – τους συγχωρούμε –  «άνθρωποι είναι…». «Ίσως δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης μας, ίσως αντιμετώπιζαν κάποια δικά τους προβλήματα το δεδομένο χρονικό διάστημα…, ας δώσουμε μια ακόμα ευκαιρία στη σχέση ή στη φιλία μας ή στην κοινωνική μας συναναστροφή…, τώρα, άλλωστε, που όλα στην καθημερινότητά μας ανέκτησαν την προηγούμενη (φαινομενική) τους ισορροπία…».

Απίστευτο… και όμως τόσο συχνά διαπραττόμενο…

Γιατί συγχωρούμε αυτόν που εντελώς άπονα «μας εγκατέλειψε στην τύχη μας» και αδιαφόρησε πλήρως την ώρα της μέγιστης ανάγκης μας και στρεφόμαστε εναντίον αυτού που μας ευεργέτησε και αναπόφευκτα οικειοποιήθηκε μαζί μας μέσω μιας ουσιαστικής διαπροσωπικής σχέσης που δεν βασίζεται σε τυποποιημένες μορφές συμπεριφοράς συχνά υποκριτικής, αλλά στην αυθεντικότητα των συναισθημάτων και στην ανεπιτήδευτη γενναιοδωρία;;;

Γιατί αυτήν την οικειοποίηση τη μεταφράζουμε σε εχθρικότητα και μάλιστα μέσω ανόητων αφορμών;;;

Τι μας ενοχλεί τελικά; ο διαφορετικός τους χαρακτήρας;  η δύναμη και η πηγαία θέληση να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους, χωρίς προηγουμένως να έχουν υπολογίσει τα ενδεχόμενα οφέλη και τις αντίστοιχες απώλειες από μια τέτοια ενέργεια;;; Οι απόψεις πολλές και οι απαντήσεις διάφορες, μέσα από το πρίσμα διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων και επιχειρημάτων ηθικής, ψυχολογικής – ψυχιατρικής, κοινωνιολογικής και  θρησκευτικής ερμηνείας…

Μήπως, τελικά, αυτό το μεγαλείο που αποπνέουν οι δοτικοί συνάνθρωποί μας, όντας ευγενείς και γενναιόδωροι συναισθηματικά αγγίζει τις εσωτερικές μας ανασφάλειες;

Μήπως αισθανόμαστε αδύναμοι και ελλειμματικοί, θεωρώντας ότι στερούμαστε της εσωτερικής ικανότητας και της ψυχικής δύναμης να προσφέρουμε αντίστοιχα και εμείς…. κάτι τόσο όμορφο, τόσο τρυφερό, τόσο σωτήριο, τόσο άυλο και όμως τόσο λυτρωτικό, ευγενές και μοναδικό;;;

Μήπως δεν έχουμε δυστυχώς συνειδητοποιήσει ότι όλοι μας διαθέτουμε χαρίσματα και ικανότητες, οι οποίες δεν συνιστούν συγκρινόμενα – ανταγωνιστικά μεγέθη κοινωνικής προβολής – επιβολής, ενώ, ταυτόχρονα, σκιαγραφούν το μεγαλείο της μοναδικής μας προσωπικότητας, το οποίο οι ίδιοι «κατασπαράζουμε» υιοθετώντας ατυχώς τα προβαλλόμενα πρότυπα στάσης ζωής και υλικού ευδαιμονισμού, τα οποία αναιρούν κάθε θετική μας προαίρεση, «εκμηδενίζουν» κάθε αγνό μας συναίσθημα και κάθε πρόθεση δημιουργικότητας και αναζήτησης της ευχαρίστησης κάθε στιγμή της ζωής μας που δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω, εγκλωβίζοντάς μας στην περιδίνηση των παθών μας και μόνο;;;

Ερωτήματα που ο καθένας και η καθεμία από εμάς θα πρέπει να θέσει με πολύ αυστηρότητα προς τον εαυτό του/της, αντίστοιχα.

Την επόμενη φορά που θα νιώσουμε θυμό ή απογοήτευση ενθυμούμενοι κάποια γεγονότα ή «ελαττώματα» – ανόητες αφορμές σε σχέση με το πρόσωπο που μας ευεργέτησε, όταν όλοι οι άλλοι προέβαλαν λογικοφανή επιχειρήματα αποχής από κάθε στοιχειώδη έννοια ανθρώπινης συμπόνιας ή επικαλούνταν ευφάνταστες δικαιολογίες ή επέδειξαν παράλογη αναλγησία, ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ότι συχνά φαντάζει «άψογο»… οτιδήποτε στέκεται μακριά μας και είναι απρόσιτο στην ουσία του…  

Όποιος αυθόρμητα και ασυναίσθητα και χωρίς δεύτερη σκέψη μας παρέχει μαθήματα ηθικής ανωτερότητας θα πρέπει, τουλάχιστον, να του αποδίδουμε τον πρέποντα σεβασμό και την αντίστοιχη ευγνωμοσύνη, εάν δεν θέλουμε να απολέσουμε κάθε έννοια αυτοσεβασμού και να στερηθούμε συνειδητά κάθε ευκαιρία θετικού παραδειγματισμού και προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, που δεν στηρίζεται στην ωμότητα μιας εμπορικής συναλλαγής, καμουφλαρισμένης ως κοινωνικής ή φιλικής συναναστροφής, η οποία, αλλοίμονο, σπάνια φέρει το χαρακτήρα της αμφίδρομης πορείας (επί ίσοις όροις), αλλά στην ουσία της υποκρύπτει τη στυγνή εκμετάλλευση της μιας ανθρώπινης οντότητας από την άλλη… σε κάθε εποχή, σε κάθε κοινωνικό συσχετισμό, σε κάθε επαγγελματικό χώρο, σε κάθε ηλικιακό στάδιο…

Άλλωστε, μια απλή αναζήτηση της ετυμολογίας της λέξης «ευεργέτης» θα μας λύσει εύκολα όλες τις απορίες: ευ+ έργον= το καλό έργο!

 

Νατάσα Κοντολέτα


Είναι δικηγόρος, ποιήτρια-συγγραφέας. Κάτοχος τίτλων μεταπτυχιακής ειδίκευσης στην Ηγεσία, Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης, στην Εκπαίδευση Ενηλίκων, στην Δια Βίου και Εξ ‘ αποστάσεως εκπαίδευση, στην εξειδικευμένη Μετάφραση και νομική ορολογία, στη Διοίκηση Προσωπικού, στη Ναυτιλιακή Διοίκηση και Ασφάλεια, στην Κανονιστική Συμμόρφωση Οικονομικών Δραστηριοτήτων, στο Εργατικό Δίκαιο, στην Εγκληματολογική Ψυχολογία, στην Ορθόδοξη Θεολογία και Ζωή και στις βασικές αρχές Διαπροσωπικής Επικοινωνίας.
 

Πηγή: http://antikleidi.com

Σαν άνοιξη

28056516_2015616892012204_112036577343872315_n

Της γαλήνης τ’ατλάζι ενδύεται στους τόνους του μενεξεδί,
εκεί που της αυγής τ’ άλικο
ανταμώμει του γιαλού το γαλάζιο.
Στατική απολαμβάνει το σονέτο του κόσμου
και οι άνασες κοφτές στου ήλιου τ’ adagio.
Γοργόφτερα χελδόνια καλοσωρίζουν την άνοιξη
κι οι κόρες με ρόδα στολίζουν τα μαλλιά τους.
Γυρνά το ροδάνι στην αυλή της εκκλησιάς
και τα βασιλικά δροσίζει η κρήνη.
Στο vibrato της γέννησης ιερουργούν οι μέλισσες
στ’ απόκρυφα των γιασεμιών.
Άκρατο οίνο την κερνά το φιλί
και ζαλίζεται
κι αν κάποιοι στην καρδιά έχουν χειμώνα
εκείνη ανθίζει κάθε ξημέρωμα.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
15/2/17

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 21, 2018, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Φόρος τιμής

28277431_2076132179283773_8123721790480197857_n

Σημάδι υπάρχει στα βαθιά
να το προσέχεις,
ήσυχα έχει τα νερά, η θάλασσα στο τόπο,
σέβεται!
Οταν η ρότα σου, σε πάει εκεί
μη φοβηθείς άγκυρα ρίξε
στάσου στη γέφυρα ορθός,θυμήσου…
Του αφανούς ναύτη υγρός τάφος
η τσαμαδούρα’
Μνημείο νοητό, αιώνιο!
Δάκρυα πολλά και σιωπές εχει τριγύρω
φόρος τιμής, στους ναυτικούς που χάθηκαν
μα δε ξεχάστηκαν…
Θλιμένα μάτια των δικών τους πόνος βαθύς
πληγή ανοιχτή η προσμονή,
μαχαίρι!
Πονούν βαθιά…
κι έχουν στον ύπνο τους
σιγή ασυρμάτου
ενα σινιάλο περιμένουν, μια γραφή, ενα ραπόρτο
τι γίνηκαν, που χάθηκαν αν ζουν γυρεύουν
καρτερούν της θάλασσας μαντάτα.
Τα ονόματα τους υπέρ υγείας,
-ωστόσο μνημονεύουν-
μα και στους κοιμηθέντες
και το καντήλι απίκου, άγκυρα,
μπροστά στον Αη Νικόλα!

‘Ανδρεας Δαβουρλής
a-davourlis.blogspot.com

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 23-2-1949 ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΣΦΙΝΑ ΓΙΩΡΓΗΣ ΔΙΑΒΑΤΗΣ.. ΔΙΑΒΑΤΗΣ ΠΑΡΩΝ

27972791_2075004762729848_1143662477595108249_n

Διαβάτης παρών, Διαβάτης απών, Διαβάτης Παρών!
Οι φωνές ακόμη ακούγονται, 
οι οξείες ενισχυμένες και μακρόσυρτες
περνάνε σαν βλήματα χωρίς ανασαμό,
δεν υπήρξε σκόνη μα η σιγή της σήψης
κι ο κρότος θανάτωση λαών.
Ήταν στη Κέρκυρα την τέταρτη δεκαετία,
στη Χίο εκεί που ανέμιζαν τα τριανταφυλλένια χείλη
ή στα στήθια που ήσαν κυματοθραύστης στο ακάθαρτο μολύβι
και οι ιδέες τους
ξάφνιαζαν το έρεβος μέσα απ’ τα κιγκλιδώματα;
Όλα ήταν και ήταν σ’ ένα χρόνο που δεν υπήρχε χρόνος.
Ήταν ο Γιώργης, μέταλλο και ρόδι, χνούδι κι αστραπόβολο
που στο Σαντιάγκο πλημμύριζε και ΄΄κει μέσα΄΄ ζωγράφιζε
στόματα στις πέτρες.
Ήταν ο Γιώργης που κατέβαζε τον ουρανό,
που έκανε τις πληγές μέλι από τον ξένο καλπασμό,
έκανε τη σκληρή σιωπή αλαλαγμό
και πράσινο αίμα σε κόκκινη ζωή.
Διαβάτης Απών, Διαβάτης Παρών!
Κι όσο περνούσε ο καιρός η φωνή του προσκλητηρίου
δυνάμωνε στα εξασθενημένα οστά.
Δεν ήταν το ένα χρώμα, αλλά ιριδισμοί που έπλεαν αήττητοι
και ντυμένοι από οράματα στα μάτια σπαθιά.
Στα τριβεία των σχισμών οι εξειδικευμένες εντολές
μ’ ένα χαρτί άγαρμπο που δεν άντεχε ούτε το δέρμα τους
το περιέφεραν σαν σε παζάρι, μια Ζωή, μια υπογραφή.
Αλλά ήταν ο Γιώργης που είχε γίνει ένα με τον πηλόχρονο
και το μολύβι έπιανε μόνο για να σχηματίσει αγεωμέτρητες
ελπίδες και ανοιχτούς κύκλους στο λόγο,
βυθίζοντας το χάσμα
και διάσκελα παρασέρνε χωράφια με ηλιοτρόπια στο μέλλον.
Διαβάτης Παρών, Διαβάτης Απών.
Διαβαίνουν οι φωνές κι ακόμη ακούγονται,
όσοι κρότοι κι αν ηχούν.
Όσοι κρότοι κι αν παζαρεύουν ζωή με μία υπογραφή!
Διαβάτης Παρών.
ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Οκτώβρης 2013)

Αφιερωμένο στον Γιώργη Διαβάτη
που εκτελέστηκε στις 23-2-1949 στην Κέρκυρα.
Ο Γ. Διαβάτης γεννήθηκε στην Δεσφίνα Φωκίδας το 1917
μια ανάσα από το φως των Δελφών, ήταν πολύ μεγάλος
κι ανδρειωμένος αγωνιστής που δεν λογάριαζε ούτε τον θάνατο, πρώτα απ’ όλα έβαζε την ελευθερία του ανθρώπου από τους ζυγούς και την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς!!!

~Καθρέφτες ουρανού ~

28279630_2074961816067476_2885783717526563862_n

Δεν στάζουν δάκρυα πια…
τα σύννεφα…
απ’ τις κρυστάλλινες
πιατέλες τ’ ουρανού
τη διψασμένη χέρσα γη..
με δρόσο να ποτίσουν
Η ελπίδα πέταξε ψηλά…
και στωικά εκούρνιασε….
στη σφαίρα του απείρου …
διαπερνά των αστεριών το σώμα…
Μέσα σε πύλη θεϊκή
πετά μες τους αιθέρες…
ψυχή ελεύθερη
του παραδείσου εφραίνεται το νάμα..
μέσα στο λήθινο τοπίο
τα ματωμένα όνειρα…
σαν κοφτερό γυαλί…
κομματιάζουν τους ανάδρομους
καθρέφτες που ξεμείνανε
σ’ ένα κομμάτι γης
ίσα με μια παλάμη…
ίσα – ίσα που χώραγε
το δάκρυ μιας πληγής…
Δεν βρίσκεσαι σιμά
στα μάτια εμπρός
μα στη ψυχή μου μέσα…
σου ‘δωσα τον πιο μεγάλο
θρόνο, το στέμμα
το βασιλικό …
που ύφαινα στο πάντοτε
Και νίκησε το χρόνο…
εμπρός στα μάτια σου…εγώ !
και εσύ ψηλά πουλί
που στη ψυχή μου μεσ’ το χρόνο
αφυπνά το πιο γλυκόλαλο
μοναδικό τραγούδι….
Μαίρη Ηλιάδη.

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Φεβρουάριος 21, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΤΙΤΛΟ

27751939_2316625225231215_8774269230713007746_n

Φυγάδευσες τη σιωπή σου
αλειτούργητη σε ένα φεγγάρι
παραγκωνισμένο…
Σε ανάλγητες μέρες χάθηκε
ο ίσκιος σου,
σε σύννεφα αιμορραγούντα…
Στην αποβάθρα των ονείρων ο
νους
θάλασσα φουρτουνιασμένη,
ξεβράζει τσαλακωμένες λέξεις
και η καρδιά χαραμάδα κενού
της αυταπάτης…
Ένα δάκρυ κριτής,
πότισε με αρμύρα τα χείλη σου
και η ψυχή, σαν τρομαγμένος
ναυαγός καθηλωμένη,
στην αντάρα γερασμένων
αναμνήσεων
από περασμένα χάδια»…
.
(Marios Georgios Kamburakos)
.
«Σ’αγαπάω τόσο πολύ
πού το ξεχνώ,
όπως τό αίμα που κυλά
στις φλέβες
και είναι τόσο αθόρυβο
όσο και αναγκαίο μαζί»…
(Ο.Ελύτης)