Αρχείο | Ιανουάριος 20, 2018

Η ΩΡΥΓΗ ΤΩΝ ΑΛΚΥΟΝΙΔΩΝ

13177142_1769799023250425_2332677201414819516_n

Ποια ομορφιά ,ομορφιά μου
είναι πάνω από σένα
και ποιο όνειρο των ανθρώπων
μπορεί να παραβιάσει το άβατο
να ιερουργήσει μαζί σου
στα ιερά των αδύτων;
Γίνονται οι ώρες βουβές
και δε μιλάν απόψε
για των ανθρώπων τον μόχθο
μόνο για ένα ποτάμι βαθύ
που με σέρνει μαζί σου
και τυφλά σ’ ακολουθώ
και λέω αντέχω κι αν χρειασθεί
να περάσω την κοιλάδα που
εξανεμίζονται οι άνθρωποι.
Αφήνεις ένα ω κι η ηχώ
απλώνει το νούφαρο
κι αποκαλύπτονται οι χρησμοί
και τα τραγούδια μιλάν
για τα φεγγάρια που ξόδεψες
να μιλήσεις με ποίηση
κι εγώ που αφήνομαι
στων ματιών σου το φως
κι εγώ που σε ψάχνω
σε νύχτες λευκές να βρω
την ωρυγή των Αλκυονίδων
που υποφέρεις ακόμα
χίλια ρήματα ακούω
και στο αίσιο μένω
να σε ψάλλω σαν την Κυθέρεια τη θεά
που αναταράζει το κύμα
κι υποκλίνεται ο έρωτας!

Θεόδωρος Σαντάς

ΑΛΛΟΝΗΣΟΣ

13239446_1770588846504776_8045021504984472561_n

Δείξε μου ένα ποίημα δικό σου
κι εγώ θα σε ψάλλω
με το όνειρο της Αλόννησου
όταν το κύμα μιλάει
για σένα και το χαλικάκι στενάζει στα πόδια σου…
Δείξε ένα ρήμα
που ν’ αντέχει στον χρόνο
να το κάνω εικόνισμα
να μιλάω τα βράδια μαζί του
κι αν εκείνο κουραστεί
ν’απαντάει, εγώ
θα το μάθω να ακούει
πως γεννιέται ο έρωτας
δίχως ο ποιητής
να πει σ ‘αγαπώ…!…

Θεόδωρος Σαντάς

Nikolaki Xrisa “Γράφω γιατί δεν μπορώ να μην γράφω”… Γράφω γιατί ακουμπώ στο χαρτί την ψυχή μου… Γιατί η γραφή είναι η δεύτερη πνοή μου

20525934_1983897481840577_8001204920087157432_n


Γιατί ότι κι αν μου στερήσεις και το χέρι να μου κόψεις πάλι θα βρω διέξοδο να …γράφω..
Κι αν με ρωτήσεις γιατί;
Αξίζει τον κόπο;
Αξίζει τον χρόνο;
Σου απαντώ ευθέως και ανεξαιρέτως όποιος κι αν είσαι εσύ που με ρωτάς…

Τα παιδιά σου τ αγαπάς?
Έτσι κι εγώ …Η ποίηση είναι το τρίτο παιδί μου …το στερνοπούλι μου…
Αυτό που με φωνάζει τις νύχτες σαν την συνείδηση μου…
αυτό που με κάνει και χαμογελώ…
αυτό που με ωθεί να ξεσπάσω στην όποια οργή και θύμηση μου…. με το μολύβι και το χαρτί μου…
Μην με ρωτάς λοιπόν γιατί γράφω…
Να με ρωτήσεις μόνο αν σταματήσω να γράφω…
Τότε και μόνο τότε να ανησυχήσεις πραγματικά!

Χρύσα Νικολάκη
19.10.2017

«Κόκκινη κλωστή»

Πορφυρένιο αστέρι της νύχτας μου
Χάλκινη αυγή της ημέρας μου
Πεταλούδα του αγριου κάμπου μου
Ποταμέ της σκοτεινής ψυχής μου
Πόσο σ’ αγαπώ…

Φτερουγίσματα του ανέμου τα φιλιά σου σε θάλασσες λαμπρές.
Χάδια μάνας η αγκαλιά σου σε κατάλευκες σπηλιές.
Κάστρα αγγέλικά τα χέρια σου σε απάτητες ακτές.

Ερημητήριο η άδεια μου αγκαλιά χωρίς τις δικές σου τις πνοές.
Καταγώγιο σκοτεινό τα όνειρα μου χωρίς τις δικές σου τις ματιές.
Φυλακή η μοναξιά μου χωρίς τις δικές σου αγκαλιές…..

Ολη η πλάση έρμη χωρίς την δικιά σου την
μορφή.
Συνωμοτούν τα όνειρα μου να μην βγω εγω ζωντανή.
Απελπισμένη η θωριά μου χωρις την δική σου την αφή…
Είναι άδικη η φυγή όταν η αγάπη κρέμεται απο μια κόκκινη κλωστή….

Χρύσα Νικολάκη
18.10.2017

«Νύχτες ασέληνες»

Κι είναι κάτι νύχτες σαν αυτή ασέληνες
που η καρδιά μου έχει σμίξει με του φεγγαριού τ’ αστέρια.
Τα έχει προσκαλέσει να γιορτάσουν μαζί
και να τραγουδήσουν του έρωτα τις μαγικές συγχορδίες.
Το φεγγάρι προσκεκλημένο σιγοτραγουδά
μένοντας στην σκιά του.
Βγες φεγγάρι μου έξω δεν ακούς την καρδιά μου πως χτυπά;
Δεν βλέπεις που αστραποβολώ από χαρά;
Έλα να μοιραστούμε την χαρά μου,
ίσως τ’ ανούσια, ανεκπλήρωτα όνειρα μου.
Έχω ένα μυστικό αλλά πώς να σου το πω;
Δεν θα ναι μυστικό πια…
Μυστήριο θα μείνει,
στο σύμπαν θα το κρύψω..
Θα πω στ’ αστέρια να του γλυκομιλούν τα βράδια να θεριεύει.
Θα πω στα σύννεφα να το προστατεύουν από την βροχή, να μην μουσκέψει τ’ όνειρο και βραχεί…
Θα πω στην Αφροδίτη να το λούζει με την ομορφιά της να μην ασχημύνει.
Θα διώξω τον Άρη και τον Πλούτωνα μακριά
να φύγει η φοβέρα.
Θα το φιλέψω λίγο ήλιο μεσημεριανό να ζεσταθεί….
Να αποκοιμηθεί και το βράδυ θα ξανάρθω να το δω …μην τυχόν και κανείς το δει και το απογυμνώσει ..και χαθεί η μαγεία του.
Εσύ φεγγάρι μου θα το ανακαλύψεις όταν γίνεις ολόγιομο, θα φωτίσεις τ’ όνειρο …και τότε αυτό θα σβήσει σαν πεφταστέρι στην λίμνη των ευχών.

Χρύσα Νικολάκη
24.10.2017.

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Ιανουάριος 20, 2018, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΑΚΟΣ

15825750_1880347412195585_4273369816104694831_n

Μια χώρα έχω στην ψυχή, βαθιά ’ναι μέσα μου κι ας είν’ ψηλά στον ουρανό. Σαν όνειρο της θάλασσας σαν προσευχή του ονείρου. Μια προσμονή. Πλατιά χαμόγελα γεννά μιας προσδοκίας. Νέες σελίδες γάργαρων γέλιων και ευφρόσυνων στεναγμών στις μέρες τις μελλούμενες που σημαδεύουν τον ήλιο με την ψυχή τους σταγόνα-σταγόνα να τον πιουν στ’ ακροθαλάσσι της Ιθάκης με τη φρεγάδα του όνειρου. Ταξιδιάρικα πουλιά φτεροκοπούν τις αχτίδες πού ’φεραν από τα πέρατα του στερεώματος εναιωρήματα της χαμένης παλιάς ομορφιάς που στο διηνεκές υπάρχει ντυμένα με τη χλαμύδα της αποκάλυψης. Τιτιβίζουν τις νέες κοιλάδες σελίδες που τις διαρρέουν ποταμοί μελιού καθώς κυλούν αντικρίζοντας τις νύμφες της συγνώμης να βυζαίνουν το γάλα της ζωής απ’ τους μαστούς του ήλιου. Οι λιόκαρποι ονοματίζουν θάλασσα, χώμα, ουρανό με το άλας της ζωής κι οι μαργαρίτες πίνουν απ’ τις φλέβες του Θεού τους ρύακες του φωτός και σκορπούν φύλλο-φύλλο τους καταρράκτες της αγάπης Του σε όποιον τη ζητά στις θάλασσες των ουρανών. Κι εγώ, ταξιδευτής του ονείρου γίνομαι στο ασύνορο τραγούδι της ψυχής, μια ρίμα άνοιξη, μια νότα σε νοιάζομαι, ένα πεντάγραμμο σ’ αγαπώ! Ανοίγω πανιά στης αύρας την πνοή για το ταξίδι μου στο μετερίζι της ψυχής. Στα γυρίσματα των καιρών και στου καλοκαιριού το ρίγος, με τον ήλιο δοξάρι στο χέρι απιθώνω τον εαυτό μου στη θάλασσα των ονείρων, μελωδία αγάπης στην πλάση. Θάλασσα οι πόθοι μου· κυματίζουν στο στήθος· του φωτός του αιώνιου καρποί, του χρησμού που ανθεί στην ψυχή μου. Ανήκω στη θάλασσα της πανσελήνου πιστότητας και στη μαρμαρυγή του ήλιου. Στης ανεσπέρου αλήθειας το φωτοβόλημα, εκεί στον ουρανό που την καρδιά μου υψώνουν όνειρα βγαλμένα απ’ της ψυχής το αρχέγονο σφρίγος. Λούζομαι στων αγιασμών την προσέγγιση και στην εκσπερμάτιση της αγάπης όπου των αναστεναγμών η έκθλιψη αποζητά της συγγνώμης τους αρμούς, εκεί που των δέντρων τα απλωμένα χέρια γεύονται τους χυμούς του ελέους. Ανεγείρω την άνοιξη στα χωρικά πελάγη της καρδιάς μου καθώς τα όνειρά μου περιβρέχουν τα όρια της ζωής μου και τα έλκουν προς το φως το εσώτατο, έκεί όπου ασύνορο προσμένει το Νάμα της δημιουργίας. Κι όταν ξυπνώ, μ’ ένα γλυκό χαμόγελο ποτίζω τις μέρες μου κι ας είναι αυτές πικρές και με κερνάνε πόνο – ψάχνω να βρω να δώσω για να ζήσω. Αφουγκράζομαι την αλήθεια του χαμομηλιού, το άδειο καροτσάκι της λαϊκής το χαλίκι που αγκομαχά στο δρόμο κάτω απ’ το βάρος της ασέλγειας των ανθρώπων. Μες στην καρδιά μου η ελπίδα τρέφεται μόνο με το μάννα της αγάπης καθώς η θεία μελωδία της με υψεί στο πεντάγραμμο της συμπαντικής αρμονίας. Άπλωσα τα χέρια εκεί, στη συναυλία του στερεώματος και σύναξα στην κιθάρα μου τη γεύση του γλυκού θρου των αστεριών Τώρα με την ψυχή μου ακούω τα χρώματα του σύμπαντος, τα ψηλαφώ και τα ρουφάω. Τώρα χαϊδεύω το φως, μυρίζω το φως, το γεύομαι, γίνομαι φως. Τώρα, τις λεγεώνες του βοριά, τι κι αν με πλήττουν, δεν τις φοβάμαι· μ’ ένα χρυσό φιλί του ήλιου της ψυχής μου, θα μερώσουν.
(31/1/17) Ιωάννης Παναγάκος
ΠΗΓΗ https:ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΟΝΕΙΡΑ//www.facebook.com

Βάγια Μπαλή ΖΩΗ

15338811_1870648389832154_6703091094658680884_n

Χτυπάει το πόδι επίμονα. Ταυτίζεται πια με το τικ τακ
του ρολογιού, αυτό το δίχως τέλος χτύπημα.
Ο ιδρώτας στο μέτωπό κυλά
και πέφτει χάμω σε χοντρές σταγόνες…
Φυσά και ξεφυσά…
Τον κοιτάς και μονομιάς
σου μεταδίδει την αγωνία του, δίχως να ξέρεις το λόγο.
Η τσίχλα που έχει κολλήσει κάτω από το παπούτσι του,
δε δείχνει να τον ενοχλεί.
«Ποιός νοιάζεται για μια παλιότσιχλα μία τέτοια μέρα», σκέφτεσαι, ενώ τον παρατηρείς. «Εμένα… Εμένα ενοχλεί»,κάνεις
τη σκέψη καθώς τη βλέπεις μία
να μεγαλώνει και μία να μικραίνει, στο πάνω κάτω του ποδιού του. «Ποιός είσαι και τι σου συμβαίνει;» θες να τον ρωτήσεις μα το στόμα παραμένει σφραγισμένο.
«Εμένα με λένε Ζωή
και σε παρατηρώ τόση ώρα.
Έχω τόσες πολλές ερωτήσεις να σου κάνω μα κρατιέμαι γιατί φοβάμαι τις απαντήσεις.
Δεν ξέρω αν είμαι προετοιμασμένη».
Στο διάδρομο εμφανίστηκε μια μορφή ντυμένη στα κόκκινα. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι
σχεδόν τρεμάμενος,
όταν εκείνη με μία φωνή μελωδική τον ενημέρωνε :
«Κύριε Έρωτα το βέλος σας τελικά βρήκε την Αγάπη στην καρδιά.
Δε μπορούσαμε να κάνουμε κάτι άλλο για να τη σώσουμε.
Είναι φανερό πως πια σας ανήκει.» Πριν προλάβει ν’ απαντήσει, η μορφή συνέχισε να μιλά: » Ζωή γίνε ταξίδι επάνω σου να ταξιδέψουν οι δυο τους… Εσύ ξέρεις…»
Μα εσυ δεν ήξερες, δεν ήσουν προετοιμασμένη…
Δεν ήξερες πως να οδηγείς
τους δύο εραστές σε κοιλάδες παραδεισένιες και σε θάλασσες ευτυχίας κι έτσι τους έριξες σε ξέρες και σε βράχια. Τους μάτωσες, τους πίκρανες,
μα τους έδωσες κι όμορφες στιγμές.
Προσπάθησες για το καλύτερο…
Όλοι το γνωρίζουν πια… Όλοι….

Copyright © Βάγια Μπαλή 17/01/2018

Xρήστος Αθανασίου Μακεδονικές αρετές των νικητών

26239538_197146491025204_7095864032015499598_n

Σ’ αυτά τα ιερά χώματα της λευτεριάς του Μοριά και της Ρούμελης, ξέρω Μακεδονομάχε παππού μου, τους επίδοξους κυρίαρχους της γης. Όλα εδώ με στενεύουν στη σφαίρα της ελληνικής ιστορίας και όχι πως δεν σε αγαπώ, το ξέρεις αυτό.

Όμως, να… θέλω όρθιος να εκτιναχθώ στο εσωτερικό του στρώματος της οθωμανικής αριστοκρατίας. Έτοιμος ν’ ακοντίσω το όνειρο μακριά και να φύγω στο βορειοανατολικό τμήμα της χερσονήσου του Αίμου. Να πάω στη Μακεδονία για ν’ αγωνιστώ και να παλέψω, στην ώρα της μεγάλης δόξας.

Και αυτή η ηδονή δεν μετριέται και δεν συγκρίνεται με τίποτα ! Είναι μια δοκιμασία που πρέπει να υποστώ, μια παρατεταμένη πορεία που πρέπει να κάνω διά μέσου των ιστορικών φαινομένων. Και το ξέρω καλά παππού σ’ αυτό που έχω βάλει στόχο. Στις ποτισμένες στιγμές των αρχαίων ελληνικών φύλλων της Μακεδονίας.

Αυτή η πορεία θα είναι γεμάτη εμπόδια στα καλάμια της ρεματιάς. Γεμάτη απογοητεύσεις και ελάχιστες χαρές ανά τα πέρατα της δίκαιης οργής. Όμως δεν θα παρατήσω τη μάχη από τις σφενδόνες και τις ασκήσεις σκοποβολής. Σ’ αυτή την ιερή μάχη δεν θα γίνω λιποτάκτης απ’ τους αιώνιους ζυγούς των βούλγαρων κομιτατζήδων και των τούρκων σωβινιστών.

Η Μακεδονία του Αλεξάνδρου η χώρα, που μοιάζει με το κόκκινο γλυκό κρασί, σε κάνει να πετάς με σπουδαίες αξίες, βαθιές πίκρες και ιδανικά. Νιώθεις ευτυχισμένος και σου δίνει φτερά να προχωράς μπροστά στον Θεό, στον άνθρωπο και την Ελλάδα.

Όμως το νιώθω σαν βλέπω τη γαλανόλευκη να κυματίζει ψηλά, με ατσάλινη θέληση και αδάμαστο σθένος… Να, εδώ μέσα το νιώθω, καθώς χάνομαι με απίθανη αταραξία, πίσω απ’ τους χαμηλούς λοφίσκους των ληστρικών σωμάτων.

Στο μυαλό μου υπάρχει, σαν τη σπίθα στη στάχτη μια ιδέα, που μου δημιουργεί μια τεντωμένη χορδή πάθους για ζωή και για νίκη. Μια αδιάκοπη βουή που μου σφυρίζει πέρα από τους ήρωες της Πίνδου, το βροντερό παρών μου, αμέριμνα στους μυστικούς βάλτους.

Όλοι οι Μακεδονομάχοι περιμένουν να γίνει μια αλλαγή που μπορεί να έρθει χωρίς αιματηρή επανάσταση, αλλά από μια μεταμόρφωση του ανθρώπου, διά μέσου της διδασκαλίας σε μια κοινωνική πραγματικότητα καινούργια.

Και έρχονται ώρες που πρέπει με λεβεντιά καμαρωτή, να σπεύσουμε να βοηθήσουμε την Μακεδονία σε βουνά και δάση. Να γίνει η Μακεδονία της κοιλάδας του Δουνάβεως μέσα από τους κόλπους των υπόλοιπων κατατρεγμένων Ελλήνων, μεγάλη και τρανή ως ανεξάρτητο κράτος προς την κορυφή.

Το μόνο που αποδεχόμαστε, είναι να γίνει η Μακεδονία του Αλιάκμονος στο Νότο και του Αξιού στο Βορρά, συνδετικός κρίκος μιας μάνας που να ‘ χει στην αγκαλιά της, όλα τα παιδιά της αντίστασης. Τα γεμάτα όνειρα και φιλοδοξίες δικά της παιδιά, που δεν απελπίζονται και ονειρεύονται τις τεθλασμένες γραμμές σε πορφυρένιο χρώμα.

Xρήστος Αθανασίου

Ευάγγελος Φυλακτός

26733950_533336287046113_2565909364738712929_n

Αυτές οι ΗΡΩΙΔΕΣ ΔΑΣΚΑΛΕΣ που θυσιάστηκαν ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ μας καλούν να παλέψουμε και να κρατήσουμε ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΝ.