Αρχείο | Δεκέμβριος 17, 2017

ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΑΝΝΑ ΧΟΛΉ

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Δε μετανιώνω που ψηλαφίζω
το ακόνι της πέτρας
και ματώνουν τα χέρια μου..
Δε μετανιώσω που ξόδεψα
τόσο φως της ψυχής
τόσον σελασφόρο ήλιο
να ανεβούν στην κορυφή
οι αναξιόπιστοι κι οι ευεργετημένοι .
Πόσο άφεση θεέ μου
μπορώ να μοιράζω ακόμα
πόσο ίλεως στην προδοσία
πόση οικτιρμοσύνη στων
ασπόνδυλων την αχαριστία
πόσο ανοχή στον πυράκανθο
να μου καρφώνει την καλοσύνη
και την ευγένεια πάνω στο σίδερο
που σκουριάζει ο φθόνος..
Στάθηκα στη σιωπή, στην ακύμαντη ώρα
να σπουδάσω και πάλι τον άνθρωπο
μα ο Φρόυντ δεν είμαι ούτε ο Γιούγκ
να»βρω έναν τρόπο ν’απαλλαγώ μια κι έξω
απ’ τις παλινωδίες των ερπετών.
κι έφτιαξα τη δική μου τη σκήτη
μόνος,ενώπος ενπίω..
Ο καθρέφτης μου ποτέ δε με πρόδωσε
κι ας έχει ραγίσει από καιρό
κι έχει χάσει το πρώτο του φέγγος !

Θεόδωρος Σαντάς,17-12–117

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Δεκέμβριος 17, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ

25398752_2041638826066442_4978018980551625361_n

Ποιος ήχος της Αμφιτρίτης*
ξυπνάει τον πόθο της θάλασσας
και το άνθος των νυχτολούλουδων 
με το ατλάζι του έρωτα;
Από ποιες υπόγειες διαδρομές
αντλούνται τα νερά τα διάφανα
και κελαρύζουν στις πέτρες
των ποταμιών και μοσχοβολούν
στις όχθες τους δάφνες
και καθρεφτίζουν την ομορφιά
των νερατζοκόριτσων …
Ω φως, απροσμέτρητο φως,
ατελείωτο φως που απαστράφτεις
το μάρμαρο, μέσα
απ’τις φυλλωσιές των αιώνων
κι αναδύονται μουσικές των
αγγέλων!
Ποιο μειράκιο και ποιος Διόνυσος
φυσάει το μαγικό τον αυλό
και τα αθώα πουλιά ερωτεύονται
και ξυπνούν τον παράδεισο
μ’ έναν ύμνο της γης
γινωμένο απ’τα μυστικά της βροχής
και των Αγίων τα συναξάρια!

*Γυναίκα του Ποσειδώνα

Θεόδωρος Σαντάς,17-12-2017

Φωτογραφία : Ποσειδώνας και Αμφιτρίτη.
Πηγή: Rijksmuseum

Σαπφώ-η δέκατη Μούσα

25398852_2041644476065877_1514774027576169416_n

Θεωρείται η σημαντικότερη λυρική ποιήτρια της αρχαιότητας. Ο Πλάτωνας την ονομάζει «σοφή» και «δέκατη Μούσα», ο Ανακρέων «ηδυμελή», ο Λουκιανός «μελιχρόν αύχημα Λεσβίων» και ο Ιουλιανός και Αντίπατρος «θηλυκό Όμηρο» και «τιμή Λεσβίων γυναικών», ενώ ο Στράβων «θαυμαστόν τέρας».
Ο Οράτιος στη δεύτερη ωδή του μας λέει ότι ακόμα και οι νεκροί στον κάτω κόσμο ακούν τα τραγούδια της με θαυμασμό, σε ιερή σιγή.
Για τη ζωή της λίγα πράγματα είναι γνωστά. Είναι πιθανό ότι γεννήθηκε στην Ερεσό της Λέσβου (630-570 π.χ.). Ο φιλόσοφος Μάξιμος ο Τύριος την περιγράφει ως μικρόσωμη και μελαχροινή («μικρά και μέλαινα»). Πιθανότατα παντρεύτηκε έναν πλούσιο άνδρα από την Άνδρο, τον Κερκύλα, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, που ονομάστηκε Κλείδα. Λόγω πολιτικών ταραχών στην Λέσβο, η Σαπφώ κατέφυγε προσωρινά στη Σικελία. Αργότερα μετά την κατάλυση της τυραννίας, γύρισε στη Μυτιλήνη, συγκέντρωσε γύρω της νεαρές, όμορφες φίλες της από την αριστοκρατία του νησιού και των μικρασιατικών πόλεων, για να τους διδάξει τις τέχνες της μουσικής και της ποίησης.
Ένας μύθος λέει, ότι η Σαπφώ λόγω του ανεκπλήρωτου έρωτά της για τον όμορφο νέο Φάωνα, που την απέρριψε και την εγκατέλειψε έπεσε από τα βράχια της Λευκάδας στη θάλασσα.
Φτιάξε στεφάνια, Δίκα, εσύ
τα τρυφερά βλαστάρια
και κρέμασέ τα στα μαλλιά
με τ’ απαλά σου χέρια
*****
Στις Χάρες τις αθάνατες
αρέσουν τα λουλούδια
Κι όσους στεφάνι δε φορούν
διόλου δεν αγαπάνε
Μετά το θάνατό της, στην πατρίδα της την Λέσβο, έκοψαν νόμισμα με τη μορφή της. Στις Συρακούσες και στην Πέργαμο στήθηκαν αγάλματά της, ενώ στις Συρακούσες κατασκευάστηκε κι ένα κενοτάφιο, σε ανάμνησή της. Σε μεταγενέστερη όμως εποχή, οι Αττικοί κωμωδιογράφοι την δυσφήμησαν για ομοφυλοφιλικές τάσεις. Αφορμή πιθανόν υπήρξε ότι η Σαπφώ εκδήλωνε έντονο συναισθηματισμό προς τις μαθήτριές της. Σύγχρονοί μας μελετητές εκφράζουν αμφιβολία για τα αν πραγματικά είχε ομοφυλοφιλικές τάσεις.

Η Σαπφώ έγραψε ερωτικά ποιήματα, ύμνους στους θεούς και επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου). Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό και έντονα αισθήματα. Αρκετοί από τους στίχους της μαρτυρούν έντονο ερωτισμό και λυρισμό. Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι Ύμνοι και τα Επιθαλάμια. Ίσως κανένας άλλος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Σαπφώ στην ομορφιά της σκέψης, στον μελωδικό της στίχο και στην ένταση των αισθημάτων της. Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας Ύμνος στην Αφροδίτη («Ποικιλόθρον’ αθάνατ’ Αφροδίτα»), η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005. Αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Γρήγορα η ώρα πέρασε, μεσάνυχτα κοντεύουν,
πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια
βασιλέψανε-και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη
κι έρημη ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει
ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει
μου άρπαξε την ψυχή μου και την
τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά
χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.
Καθώς τον έβδομο αιώνα μ.Χ. τα ποιήματα της Σαπφούς εξακολουθούσαν ακόμη να διαβάζονται στην Αίγυπτο και αργότερα στην εποχή των Κομνηνών η Πατριαρχική Σχολή περιελάμβανε στην ύλη της ποιητές όπως η Σαπφώ και ο Πίνδαρος, μάλλον δεν υπήρξε κάποια επίσημη επιβολή λογοκρισίας από την Χριστιανική Εκκλησία. Είναι όμως πιθανό, πολλά από τα έργα της να χάθηκαν λόγω της μη αντιγραφής τους, εξαιτίας της χαμηλής ζήτησης που ίσως είχαν μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού και στα πλαίσια μιας πιο αυστηρής άποψης για την ηθική. Ο επίσης Μυτιληνιός σύγχρονος ποιητής Οδυσσέας Ελύτης την περιέγραψε σαν μια «μακρινή εξαδέλφη» του με την οποία μεγάλωσαν παίζοντας «στους ίδιους κήπους, γύρω από τις ίδιες ροδιές, πάνω απ’ τις ίδιες στέρνες» και της αφιέρωσε ένα από τα μικρά του έψιλον. Το 1986 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα ο δίσκος «Σαπφώ» σε μουσική του Σπύρου Βλασσόπουλου και παραγωγή του Διονύση Σαββόπουλου, με μελοποιήσεις 12 ποιημάτων της Σαπφούς σε μετάφραση του Σωτήρη Κακίση, και ερμηνεία της Αλέκας Κανελλίδου.
Ο αστεροειδής 80 Σαπφώ, που ανακαλύφθηκε το 1864, πήρε το όνομά του από τη λυρική αυτή ποιήτρια.

Σαν άνεμος μου τίναξε ο έρωτας τη σκέψη,
σαν άνεμος που σε βουνό βελανιδιές λυγάει.
Ήρθες, καλά που έκανες, που τόσο σε ζητούσα,
δρόσισες την ψυχούλα μου, που έκαιγε ο πόθος.
*****
Κι από το γάλα πιο λευκή,
απ’ το νερό πιο δροσερή,
κι από το πέπλο το λεπτό πιο απαλή.
Από το ρόδο πιο αγνή,
απ’ το χρυσάφι πιο ακριβή,
κι από τη λύρα πιο γλυκειά, πιο μουσική.
*****
Πάει καιρός που κάποτε σ’ αγάπησα, Ατθίδα,
μα τότε μου ‘μοιαζες μικρό κι αθώο κοριτσάκι.
Συ που μαγεύεις τους θνητούς, παιδί της Αφροδίτης,
απ’ όλα το καλύτερο εσύ ‘σαι το αστέρι.
*****
«Τέτοιο πλάσμα ευαίσθητο και θαρρετό συνάμα δεν μας παρουσιάζει συχνά η ζωή. Ένα μικροκαμωμένο, βαθυμελάχρινο κορίτσι, ένα «μαυροτσούκαλο», όπως θα λέγαμε σήμερα, που, ωστόσο, έδειξε ότι είναι σε θέση να υποτάξει ένα τριαντάφυλλο, να ερμηνεύσει ένα κύμα ή ένα αηδόνι και να πει «σ’ αγαπώ» για να συγκινηθεί η υφήλιος»

Πηγή : http://anapolisi.blogspot.gr