Αρχείο | Δεκέμβριος 5, 2017

Δήμητρα Δελακούρα Ψίθυροι…

23659237_2029926257237699_5582020989095611178_n

Είμαι της άνοιξης, πρωινό.
Διψώ τη φύση και πεινώ,
είμαι μια λεύκα.
Είμ’ αστεριού βέλο – ριχτό,
κι όταν πια σβήσω, ξενυχτώ
κάτω απ’ τα πεύκα.

Είμαι το λίκνο της βροχής,
κι όταν δεν έχω, της ψυχής
κρατώ μια στάλα.
Είμαι κλωνί δίχως ανθό.
Κι όλα τα γύρω μου πενθώ
τα ξένα τ’ άλλα.

Ειμ’ ο καρπός απ’ την ελιά.
Ένα σπουργίτη στη φωλιά.
Βουνήσια ράχη.
Είμαι του κάμπου η λησμονιά.
Είμαι στη βαρυχειμωνιά,
πεσμένο στάχυ.

Είμ’ ένας ήχος μυστικός,
ναός αρχαίος – ελληνικός,
άνεμος είμαι.
Φορώ τ’ αγγέλου τα φτερά.
Βρίσκομαι στ’ άγρια τα νερά,
στις όχθες κείμαι.

Είμαι μια πέτρα σ’ ερημιά.
Μια ξεχασμένη, σ’ αμμουδιά
μικρή βαρκούλα,
κι όταν δεν έχει πια η ψυχή,
ψάχνει να βρει, όπου αντηχεί
λίγη βροχούλα.

©Δήμητρα Δελακούρα

Η Ποίηση

Ποίηση είναι
να αναρριχάσαι
στων λευκών σελίδων
τα όρη
με μόχθο ανάβασης,
και με τα σκέλη της σκέψης
ορθάνοιχτα
να προστρέχεις στο λίθινο
φαλλικό μονοπάτι της γνώσης.

Κρατώντας μελάνη οργασμική,
σπερματικής γύρης,
τ’ ακροδάχτυλα πρέπει
να χαίρουν βόγγο βουβό.

Στα όρη της ποίησης
μονοπάτια κακοτράχαλα,
μα εσύ θ’ αναρριχάσαι…
έως τ’ αποπλανημένο
μονοπάτι της σκέψης
να στάξει μέσα σου
φιλάλληλο νέκταρ.

©Δήμητρα Δελακούρα

ΠΗΓΗ  http://dimitradelakoura4.blogspot.gr/

Δήμητρα Δελακούρα

24312510_2036006336629691_377671237684216055_n

Πούθ’ έρχεσαι…;

Μωρό μου, εσύ που σκιάζεσαι
μες στο πολύ σκοτάδι,
που πάλλεται η καρδούλα σου
στο στοργικό μου χάδι,

δε θέλω να πικραίνεσαι
καθώς που θα κοιμάσαι,
θέλω σε κείνα τα όνειρα
ευτυχισμένη να ‘σαι

ψυχή· δικό κομμάτι μου
των σπλάχνων, ύπαρξή μου,
που από τα τώρα σου μιλώ
και δίνω την ευχή μου:

Να πιούνε τα ματάκια σου,
να δουν τον κόσμο, πλέρια,
και κείνα τα χεράκια σου
ας πιάσουνε τ’ αστέρια

ώστε, μέσα στον άγνωστο
τον κόσμο που θα βγούνε,
εκείνες οι αισθήσεις σου,
να μην πολύ πληγούνε

καθώς, δεν είναι κι εύκολο:
Σου πρέπει για να τρέξεις,
και στο παιχνίδι μες σ’ αυτό
δεν έχει για να παίξεις.

………………….

Πούθ’ έρχεσαι, αγγελούδι μου,
για πού τραβάς, πηγαίνεις…;
Δε νιώθεις, πριν να γεννηθείς;
Τι θέλεις κι επιμένεις…

©Δήμητρα Δελακούρα

Νανούρισμα

Παιδί, ζωσμένο από ευωδιές και μύρτους στολισμένο,
που ολόγυρά σου ασίγαστα σου κελαηδούν πουλιά,
που ξενυχτάς κοιτάζοντας τ’ αστέρια μαγεμένο,
γείρε το σώμα στης νυχτιάς την άκρατη αγκαλιά.

Γείρε το σώμα σου, παιδί, να κατεβούν οι Μούσες,
να σε κοιμίσουν με γλυκιά του ονείρου μουσική·
γείρε κι εγώ θα σου κρατώ τ’ αστέρια που μετρούσες,
να στ’ ασημώσω πιο λαμπρά να φέγγουν πέρα εκεί.

Γείρε, δεν πρέπει ακοίμητο για να σε βρουν οι Μοίρες,
γιατί σαν ίσκιοι θε να ‘ρθουν σε μένα τρεις φορές
να μου ιστορήσουν μυστικά τ’ ανέλπιστα που πήρες:
Όλα τ’ ανείπωτα θα βρεις μες σε καημούς, χαρές.

©Δήμητρα Δελακούρα

Πηγή http://dimitradelakoura4.blogspot.gr/

ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΗΧΩΝ

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Ποια ομορφιά σε ντύνει απόψε
και ξενυχτάς με ποιήματα ;
Ποιος στίχος σε παραπέμπει στο αύριο
να μπορείς να μιλάς απ’το μέλλον;
Αγάπη των λουλουδιών και των ήχων
αγάπη που με κρατάς ζωντανό
πιο μακριά κι απ’ τις ασύμπτωτες
της υπερβολής, πέρα από μας
υπάρχει ένας κόσμος που ταξιδεύει
μ ‘άλλες συνήθειες κι άλλα πιστεύω.
Όλους μας ενώνει η ανάγκη
για μια θέση στον ήλιο
η ποίηση ,το τραγούδι κι ο έρωτας
πάντα διαχρονικός κι αναλλοίωτος,
ένας Ρωμαίος και μια Ιουλιέτα
ένας Πάρης και μια Ελένη
κι ένας πόλεμος για τα θέλγητρα της Ελένης
μια Οδύσσεια να βρει ο καθένας
την πολυπόθητη Ιθάκη του !

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,29-11-2017

«Νικηφόρος Βυζαντινός». Φθινοπωρινό

16729010_1906752336221759_8046225459643372808_n

Διέβεις τον Ρουβίκωνα
πιά γυρισμό δεν έχει
φυλλομετράς κάθε στιγμή
κι ο νούς σου πάντα τρέχει.

Πίσω στις μέρες τις παλιές
μέρες ευτυχισμένες
που μοιάζουν τώρα πλέον πιά
για πάντα ξεχασμένες.

Κι αν της ζωή σου εσκέπασε
μιά φθινοπώρου αχτίδα
κι αν όλα μοιάζουν σκοτείνα
μην χάνεις την ελπίδα.

Γιατι η ζωή μας ξεγελά
κι εκεί που φέρνει θλίψη
πάλι ξανά χαμογελά
κεί που μας λιώνει η πλήξη.

Κι αν έφτασες μεσόστρατα
κι αν έσβησαν τα χνάρια πιά
της πρότερης σου νιότης
μένουν ακόμα να φανούν
όσο κι αν άργησαν να ρθούν
πολλά καρδιοχτυπήματα
ως μιάς αγάπης πρώτης !

Άραγε

Σαν ένα μήνυμα κλεισμένο σε μποτίλια
και πεταμένο μές στις θάλασσες του χρόνου
μοιάζει η γραφή μας, μοναχική καντρίλια
πλημμυρισμένη απο τα δάκρυα του πόνου.

Τι τάχα νιώσαμε κανείς δεν θα το μάθει
κι εμείς θα κρύψουμε την θλίψη στοργικά
μές στης ψυχής μας τα ολόμαυρα τα βάθη
πίσω απ τις λέξεις θα γελάμε ειρωνικά

Άραγε θάρθουν να μας βρούν και μας σ΄ένα συρτάρι
σε ένα ράφι με παλιά βιβλία στριμωγμένο
οτι απέμεινε απο εμάς φτωχό απομεινάρι
ένα βιβλίο, μιάς ζωής, απο καιρό λησμονημένο.

Και κάποιος, κάποτε μια μέρα θε ν΄ανοίξει
κείνο το γράμμα που σκαλίσαμε στην άμμο
και η αλήθεια μας ίσως με δάκρυα τον πνίξει
μα ήταν ψέμμα τα όσα ζήσαμε δω χάμω !

Τα «Κορίτσια»

Μιά ζωή καταραμένα
με τα στόματα ραμμένα
ζούν κρυφά απο τους άλλους
τους μικρούς και τους μεγάλους
σ΄ ένα σπίτι βρωμερό
πεταμένα στο σωρό.

Τα χαμένα όνειρα τους
έσβησαν δίχως ελπίδα
κι ούτε έναν να νοιαστεί
και τα θάψαν τα κορίτσια
πριν ο θάνατος προλάβει
κείνος να τα παραλάβει
και η φλόγα τους σβηστεί

Ε διαβάτη φύγε πέρα
είσαι κύριος καθώς πρέπει
κι απο δώ ποτέ δεν πρέπει
να περνάς μέσα στη μέρα
νύχτα έλα μη σε δούνε
και ποιός ξέρει τι θα πούνε

Τα καημένα τα κορίτσια
όσο κι αν τα αδικούνε
σιωπηλά και φανερά
έξω απο την κάμαρα τους
κρύβωντας τα πρόσωπα τους
περιμένουν στην σειρά !

Νικηφόρος Βυζαντινός.

Θοδωρής Αργυρόπουλος .

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

Κι αν γράφω ποιήματα
άλλη είναι η έγνοια μου

Να αποφλοιώνω λέξεις

Να τους βγάνω τα φανταχτερά ντυσίματα

Να τους αφαιρώ τα επικαθίματα
από την καθημερινή αγοραία χρήση

Φιλοδοξώντας να φτάνω
μέχρι το μεδούλι της ουσίας τους

Αποκαθιστώντας τα πρώτα τους νοήματα
να τις αποδίδω ξανά στους ποιητές
τους καταδικασμένους να δουλεύουν
τα παλιά υλικά σε νέα διάταξη

Και τούτη να ‘ναι η ποίησή μου
Να περνά από φωτιά και αμόνι τα λόγια
Να μην εμφιλοχωρεί πουθενά μέσα της το ψέμα