Αρχείο | Οκτώβριος 9, 2017

ΟΙ ΑΝΤΟΧΕΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Κορίτσι του ιδανικού και του τέλειου
ποια διαδρομή έχει τη δύναμη να ορίσει
το τέλος της αυτονομίας ποίησης;
Στο «Δέλτα»της κοίτης του ωμέγα
ένα εναγώνιο άλφα στην αρχή του σε περιμένει
να σε οδηγήσει στην εξερεύνηση των Ωκεανών.
Ποιο νήμα και ποια Αριάδνη
μπορεί να σε σώσει απ’τους Λαβύρινθους
αν οι θεοί το αποφασίσουν αλλιώς;
Κι αν εσύ είσαι των υακίνθων η Άνοιξη
εγώ αναζητώ στις τοιχογραφίες του Μίνωα
«των Κρίνων τον Πρίγκιπα»
και στις τοιχογραφίες της Λεμεσού
των Αγγέλων τα χαίρε
και τα μύρα των Μυροφόρων.
Πες μου ,με ποια ρήματα να θάλλω την ποίηση
στις φοινικιές και στ’αρμυρίκια των Μεγαλόνησων
όταν τα Καλοκαίρια αγρεύουν τη λάμψη
και τις αντοχές των δακρύων σου;
Κι αν νομίζεις ότι είσαι ένα πλάσμα
εγκαταλελειμμένο στη δίνη της θύελλας
εγώ μ’ένα φανό θυέλλης θα’ ρθω
να σε περάσω στο αείζωο φως
και στο χάδι των ανεμώνων
δίχως τις μεταμορφώσεις του φθόνου
δίχως την ευκαμψία των δένδρων του Ιούδα
και την υστεροβουλία του Αδάμ και της Εύας
μ’ένα δεύτερο ψέμα να επιστέψουν
αλώβητοι στον παράδεισο!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,9-10-2017

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Οκτώβριος 9, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΠΛΗΜΜΥΡΙΔΑ Διαβάζοντας το Επίγραμμα του Λ. Πορφύρα ο ποιητικός του οίστρος παρέσυρε και μένα σε μια παράλληλη θα τολμήσω να πω, ποίηση!

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Εδώ στην έρημη πλαγιά
μόνος θα μείνω απόψε
κι έλα κι εσύ αν μ’αγαπάς
στο πλάι μου,έλα στρώσε.

Κι αν το φεγγάρι είναι χλωμό
κι αργεί να ξημερώσει
έλα να γίνουμε όνειρο
στης καλαμιάς τη στρώση!

Αγάπη του όνειρου ακριβή
με άστρα σ’ ανταμώνω
και μες στης νύχτας το καημό
μόνος σε στεφανώνω!

Αγάπη της απανεμιάς
με τ’ άσπρα σου τα κρίνα
σου δίνω ό,τι πιο ακριβό
και της καρδιάς το ρήμα!

Θεόδωρος Σαντάς,9-10-2017

Γιώργος Δουατζής “Ποιητές και ιδιωτική εσωστρέφεια”

22279564_2012132459017079_5880137505752226207_n

Η Ποίηση δεν είναι μια απλή καταγραφή όσων συναισθηματικά και μόνον συμβαίνουν “εντός’ του ποιητή. Η Ποίηση δεν έχει σκοπό την περίτεχνη χρησιμοποίηση λέξεων που χαρίζουν αισθητική απόλαυση χωρίς περιεχόμενο. Η Ποίηση δεν απέχει από τα τεκταινόμενα στην κοινωνία και τον κόσμο. Η Ποίηση αφουγκράζεται τις αγωνίες του διπλανού και προσφέρει βάλσαμο στην ψυχή του τα τραγούδια της. Η Ποίηση δεν μπορεί να συνεχίσει να κλείνεται στην ασφυκτική “ιδιωτική εσωστρέφεια*’ των τελευταίων δεκαετιών.
Η Ποίηση δεν υπάρχει, παρά ταυτισμένη με την αποδοχή της μοναχικότητας του δημιουργού, τη διεισδυτική σκέψη, τα πετάγματα του νου, την ανακάλυψη νέων αληθειών, τη συμπόρευση με τη φιλοσοφία. Η μοναχικότητα όμως δεν μπορεί να συνιστά στοιχείο, δικαιολογία, ουσιαστικής απομόνωσης. Η Ποίηση από τη φύση της σκύβει με αγάπη στον άνθρωπο, στον αδύναμο, στον διεκδικούντα και αντιστρατεύεται κάθε μορφή εξουσίας.
Ο ποιητής προσλαμβάνει, αναλύει, καταγράφει όσα γίνονται γύρω του και συχνά διαβλέπει τα επερχόμενα. Ο ποιητής αγαπάει με ανιδιοτέλεια τους ανθρώπους. Έχει πλήρη επίγνωση της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης. Τραγικότητας, όχι για την τελευταία πράξη ζωής, το θάνατο, αλλά για την ποιότητα της ίδιας της ζωής. Μιας ζωής, η οποία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αξίες και ιδανικά και με πάγια αιτούμενα την ελευθερία, το δικαίωμα στην εργασία, την υγεία, την Παιδεία, τη γνώση και σε ό,τι αποτελεί συστατικό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η σαφής αντιεξουσιαστική τάση, η υπεράσπιση των κάθε λογής αδυνάτων, η ανιδιοτέλεια, η αγάπη στον άνθρωπο, η στήριξη κάθε προσπάθειας για καλύτερη ζωή, ήταν πάντοτε και είναι συστατικά πολιτικής στάσης και στοιχεία που χαρακτηρίζουν κάθε γνήσιο δημιουργό, πόσο περισσότερο τους ποιητές.
Νομίζω ότι πρέπει έστω και τόσο αργά, τώρα, να δούμε την καταστροφική έως σήμερα εσωστρέφεια – αδιαφορία για τον διπλανό μας, που χαρακτήρισε τα τελευταία τριάντα χρόνια την ποιητική παραγωγή, να κάνουμε την αυτοκριτική μας ως μονάδες του κοινωνικού συνόλου, μακριά από επάρσεις και μικρόψυχες αλαζονείες και επιτέλους να στρέψουμε το ποιητικό μας έργο στον άνθρωπο και όχι στον …μέγα εαυτό μας.
Ευτυχώς για τον τόπο και για την Ποίηση, υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις στον κανόνα της “ιδιωτικής εσωστρέφειας’, η οποία οδήγησε στο τραγικό σημείο που έφτασε σήμερα η χώρα μας. Μπορούν και οφείλουν οι ποιητές μας να ξεφύγουν από την προσήλωση στο προσωπικό, ώστε να στραφούν δημιουργικά στο συλλογικό, διότι αυτή η στροφή αποτελεί μονόδρομο για κάθε γνήσιο δημιουργό και κυρίως την απαιτούν οι καιροί, ώστε να γίνουν παραγωγικές οι ευαισθησίες μας κι εμείς ακόμα πιο χρήσιμοι.
Γιώργος Δουατζής
www.douatzis.gr
* Στην αρχαιότητα ιδιώτης ήταν αυτός που ασχολείται μόνον με τα προσωπικά του και αγνοεί τα κοινά και γι αυτό χαρακτηρίζονταν – και ήταν υψίστη προσβολή – ιδιώτες, ήτοι κουτοί, διότι μόνον ένας βλάκας ήταν δυνατόν να “ιδιωτεύει’.

Σωτήρης Παστάκας: Η αναμέτρηση με τα άγραφα Μια προσέγγιση στο “Άλτσχάιμερ αρχόμενο” Γγράφει ο Γιώργος Χριστοδουλίδης

22365735_2012127582350900_1590731234024855915_n

Όσοι ξεχνούν πως η διαχρονικότητα στη λογοτεχνία είναι το αποτέλεσμα μιας αναμέτρησης όχι μόνο με όσα έχουν γραφτεί, αλλά και με όσα δεν έχουν γραφτεί ακόμη, το πληρώνουν. Kαι το καταλαβαίνουν αργά, όταν έρχεται ο λογαριασμός που γράφει ότι δεν χρωστάνε τίποτα παρά το ότι κατανάλωσαν χρόνο πολύ για να ευδοκιμήσουν.
Πώς όμως να αναμετρηθείς με κάτι που δεν είναι ορατό; Προφανώς γράφοντας πράγματα που μπορούν να ενεργοποιήσουν συνειδήσεις και αισθήσεις ανεξαρτήτως εποχών και αιώνων. Γράφοντας πράγματα που ανήκουν στη σφαίρα του “πάντα’, άρα και στη σφαίρα του “τώρα’ (αρκεί να μην είναι χαοτική η πρωτοποριακή ενόραση του λογοτέχνη). Λογικοφανής ορισμός, αλλά και πάλι, πώς γίνεται αυτό; Αν το ξανά-αναλύσεις, δεν βρίσκεις χειροπιαστή απάντηση, άσε που μπορεί να καταλήξεις στο μάλλον φαιδρό “έλα να σου εξηγήσω πώς γράφεται η ποίηση’.
Φαιδρό, γιατί κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πώς γράφεται η ποίηση. Μπορεί να “πετύχεις’ ποίηση κάποιες στιγμές, μπορεί να την αναγνωρίσεις, γνωσιολογικά, εμπειρικά, αισθαντικά, “γουστολογικά’, δεν μπορείς όμως να περιγράψεις με σιγουριά τη διαδικασία γέννησης και ολοκλήρωσής της, τον λόγο που η τάδε λέξη μπήκε εκεί και όχι αλλού, το “διότι’ της μη επιλογής μιας άλλης και κυρίως τον τρόπο που η συνολική συγκρότηση μιας ιδέας, μιας πρόθεσης, δημιουργεί ποίημα. Δεν υπάρχει, ευτυχώς, μία συνταγή.
Διαβάζοντας το Αλτσχάιμερ αρχόμενο του Σωτήρη Παστάκα, περιόρισα το εύρος των ερωτημάτων και νομίζω, τελικά, πως βρήκα τουλάχιστον μια αξιοπρεπή απάντηση στο πώς είναι δυνατό κανείς να γράψει 15 ποιητικές συλλογές χωρίς να έχει κουραστεί από την ποίηση. Γιατί δεν είναι εύκολη η ποίηση. “ Κούραση πιο τρομαχτική από την ποίηση υπάρχει;’, διερωτάται ο Χριστιανόπουλος στο περίφημο ποίημά του “ Εγκαταλείπω την ποίηση’.
Η ποίηση έχει νόημα να γράφεται και να συνεχίζει να γράφεται, όσο ο ποιητής, αισθάνεται την ανάγκη να εξερευνά και να διεισδύει σε αθέατες όψεις του εαυτού του και του κόσμου, να κρατά ψηλά τον δείκτη της αγωνιστικότητας για να τα βάζει με τα μυστήριά του και να προτείνει τη δική του, πιο τρομαχτική ακόμα από αυτά τα μυστήρια, εκδοχή. Τούτο κι αν προϋποθέτει κόπο και φθορά! Κι αν ο ποιητής “έχει έναν μόνο κόσμο’ και αυτόν επεξεργάζεται και εξελίσσει, όπως διατεινόταν ο Σαχτούρης, φύσει καχύποπτος στους ποιητικούς πειραματισμούς (οι οποίοι στον καιρό μας τείνουν να αποτελέσουν γερό άλλοθι για την ποιητική ένδεια που μας κατακλύζει), αυτόν τον κόσμο πρέπει να ανακαλύπτεις και να ξαναανακαλύπτεις όχι για να επινοήσεις κάτι πρωτογενώς καινούργιο, αφού περίπου όλα έχουν γραφτεί, αλλά για να τον επαναδιατυπώσεις με τρόπο πρωτότυπο και αυθεντικό, αφήνοντας το προσωπικό σου ίχνος.
Όταν, λοιπόν, ο Παστάκας γράφει στο Άλτσχάιμερ αρχόμενο “Οι κακοί γάμοι φτιάχνουν ωραίους κήπους’ δεν σου λέει κάτι που δεν ήξερες. Σου λέει κάτι το οποίο σε οδηγεί στο να εντοπίσεις το χορταριασμένο μονοπάτι προς την πιο περίλαμπρη κληρονομιά του δικού σου κοινωνικού υποσυνείδητου. Σου επιδοτεί το κόστος της μετάβασης, πληρώνει δηλαδή τα κόμιστρα, ώστε να θυμηθείς αυτό που αξίζει να κρατάς. Κι έτσι ο Παστάκας συνεχίζει να γράφει, έχει λόγο να συνεχίζει να γράφει.
Δεν ενδιαφέρει τον Παστάκα να μας περιγράψει κουρελιασμένες από την πολυχρησία εικόνες και συναισθήματα, αλλά να μας εξομολογηθεί εξαντλητικά, όχι όμως κουραστικά, με την ίδια φρεσκάδα, τη δική του οπτική των πεπερασμένων, των συντελεσθέντων, αλλά και την προσωπική του προφητεία για εκείνα που πρόκειται να συμβούν. Ή δεν πρόκειται να συμβούν. Γράφει, όχι για να ξορκίζει τους προσωπικούς του δαίμονες, αλλά επειδή έμαθε πια να παίζει μαζί τους, να τους αποδέχεται ως μέρος της ποιητικής και ανθρώπινης φύσης του.
Προκλητικός όσο χρειάζεται για να συμπαρασύρει τα αραχνοΰφαντα πέπλα σεμνοτυφίας “-τα ποτά είναι πόμπες. Οι πουτάνες δεν μασάν παρόλ γαλλικά. Με φωνάζουν Αλιόσα!’, καυστικός – όπως και όταν δημοσιολογεί – με τα παγιωμένα λογοτεχνικά και παραλογοτεχνικά κατεστημένα των Αθηνών “ Έπρεπε να αποδεχθείς την εξορία σου Σωκράτη. Θα είχα κι εγώ παρεΐτσα, θα σκάγαμε στα γέλια με τα καμώματα των Αθηναίων…’, αυτοσαρκαστικός “ Ένας άντρας είναι ο ακέραιος αριθμός που προκύπτει από τα λάθη που διέπραξε μείον τον συντελεστή της επιδιόρθωσής τους…’ και αθεράπευτα έντιμος και απομυθοποιητικός “…πετάξτε από πάνω μου αυτόν τον λευκό μανδύα του ποιητή. Σταματήστε επιτέλους να με φωτογραφίζετε και να ζητάτε συνεντεύξεις. Ένας κακός ευτυχισμένος άνθρωπος είμαι’, ο Παστάκας στη 15η ποιητική του συλλογή επιβεβαιώνει ότι μέσα από την απαλλαγμένη από περιττά λίπη επιμυθιακή βιωματικότητα της ποίησής του, αναμετράται επιτυχώς με τα όσα έχουν γραφτεί και περιμένει “καθισμένος στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού, πίνοντας μια ξανθιά μπύρα’ να δει την έκβαση της αναμέτρησής του με τα άγραφα.

Πηγή : http://www.poiein.gr/archives/37367/index.html

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Α. ΦΕΚΑΤΗΣ Στη μεση….

22279832_2012129089017416_4808596803344784021_n

Βηματιζω αργα αργα..
σε δυο γκριζες νυχτες
να νανουριζω τα κυματα
να σωπαινουν για τις στιγμές τους..

Πως να κοπω στα δυο
για της μεταμορφωσης τ ονειρο
Παω να μετρησω τις επιθυμιες
μα λειπουν….
μαλλον αφεθηκαν…
εκει στης εφηβειας την γνωση..
θα διασχιζουν ακομη τ αχρονα νερα
κατα πως φαινεται..

Πως να κοψω στα δυο τους πόθους
του ιερου της καρδιας
ποιον Παρθενωνα να κτισω
για να τους λατρεψω
να τους αφοσιωθω..

Ποιο μαραζι στις αυλες σας
να ταχυδρομησω
κι υστερα ως τον Αχεροντα
να ταξιδεψω
την ψυχη μου κατευοδιο να στειλω
στα υπογεια ρευματα.
Να μην πονα
στο ξεφωτο του διλήμματος
κι απο τον αυγερινο που τοσο αγαπησα
στις προσευχές σας καθε πρωι
να ριχνω φως για να μη με ξεχνατε

Δυο τριανταφυλλιές αγκαλιασμενες
να μην φυτεψετε
παρακαλω σας
Δύο αγκαθια ενα δάχτυλο δεν αντεχει..

Φευγω σιγα σιγα
τους ψιθύρους της μέρας να προλαβω
να τους ακούσω
κι εσενα καλυτερα να γνωρισω
πριν ο ηλιος το συθαμπο σου
στης θάλασσας…τη μεση…
να σκορπίσει..

Και τα χελιδονια μην ξεχασουν
την πορτα απο το καλοκαιρι να κλεισουν
τωρα που εμεινα μονος…

Αποστολος Α. Φεκατης
21/9/2017

Πηγή : https://www.facebook.com/logospsichis/posts/342950789485502

Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα / Μatsi Chatzilasaru, Gedichte (Μετφρ. Γιώργος Καρτάκης & Dirk Uwe Hansen) Mάης, Ιούνης και Νοέμβρης (Στον Ανδρέα)

22279801_2012122252351433_3999085816785301895_n

Ι.
Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
Σε περιέχω όπως τ΄αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.
Σ΄αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
κολλάει το αυτί του χάμω, για ν΄ακούσει
τον καλπασμό του αλόγου.
`
ΙΙ.
Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου , να δω τα μάτια σου
εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι
τ΄όνειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.
`
ΙΙΙ.
Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μού γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.
`
IV.
Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, πού΄ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.
`
V.
Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η ποίησή μας είναι η ζωή.
`
********
Im Mai, Juni und November
(Für Andreas)
I.
Ich umgebe dich mit geduldigem Warten.
Ich enthalte dich wie der arachovitische Krug das Öl.
Ich atme dich, wie der Heizer am Abend
die Meeresbrise in seine Lunge saugt.
Ich lausche dir so aufmerksam wie ein Indianer
sein Ohr auf die Erde presst,
um die schnellen Hufschläge der Pferde zu hören.
`
II.
Es war nicht nötig, dass du mich zur Königin machst von Peru.
Es war nötig, dass du dich über mich beugst, dass ich deine Augen sehe,
diese beiden kleinen Lichter. Kleine Lichter, die sagen,
dass ich deine ozeanische Trauminsel bin, exotisch, ursprünglich,
sonnenbeschienen, reines Blau ihre Wasser,
und der gesamte Meeresgrund mit Blumen bedeckt wie der fruchtbarste Boden.
`
III.
Nichts fühlt sich so lustvoll an wie die Traube am Morgen
wenn sie noch feucht ist und bedeckt mit diesem leichten
Flaum. Ich fasse die Haut an deinem Bauch mit meinen drei Fingern,
und wieder steigt in mir das Bild auf vom Tau im Weinberg.
`
IV.
Ich will keine roten Anemonen, keine dunkelblauen, keine weißen, ich will
meine Nase in deine Haare stecken, die sind
wie das Gras am Flussufer.
`
V.
Die Blüten der Bäume sind die Vögel.
Das leise Rauschen des Meeres ist das Fallen
des Regens auf die letzte träge Welle am Strand.
Aus der aufgeschnittenen Honigmelone strömt der Geruch der Sonne.
Unsere Dichtung ist das Leben.
`
**********
[Η νύχτα έπεσε]
Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος – για μένα πού είναι η μέρα;
Πού΄ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
πού΄ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού΄ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω με τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Maröina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και να πλέξουμε
με τό΄ να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.
`
**
[Die Nacht fiel]
Die Nacht fiel auf das Meer — wo ist der Tag für mich?
Wo sind die Sonnenstrahlen auf meinen Lidern?
Wo sind die Leiden meines Fleisches auf dem Sand,
wo ist die Eule, sind die Zikaden und meine fünf Stimmen?
Morgen werde ich mich paaren mit deinen beiden Beinen,
damit vielleicht ein trauriges kleines Kind geboren wird.
Jus werden sie es nennen, Manius, vielleicht auch Aqua Marina.
Lasst mich alle Kinder dieser Welt gebären, erlaubt mir,
alle Tode zu sterben.
Ein paar Striche auf der Saite reichen aus,
dass wir barfuß auf der Wiese des Nordens laufen,
dass wir alle Tropfen unseres Körpers zählen
und mit unserer einen Hand alle Schilfhalme unserer Trämereien flechten.
`
*********
[Ένα κανάρι]
Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι αμυγδαλιές
εράντισαν όλα τους τα λουλούδια.
Ίσως νά΄μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως
δεν είμαστε.
Κι όλα τ΄άρμπουρα να λύσω, κι όλες τις μέδουσες να σκοτώσω,
πάλι ο εαυτός μου θα΄ναι μια εξορία.
Α! α! α! ελάτε να πιούμε το τραγούδι που ποτέ δε σβήνει –
τον ψίθυρο της αγράμπελης όταν χαϊδεύεται με τις σκιές, το
σάλο της φάλαινας όταν ξωριχτεί και σωθούνε τα μικράτης,
τον ύμνο της ζωής μας όταν χάνεται, και βρούμε την καρδιά μας.
Τι να τους κάνω τους καημούς, τους οίστρους, τα μεράκια;
Ο ήλιος μία τροχιά ακολουθεί μονάχα.
Κάποτε θ΄ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να
δεχτώ τη βροχή.
Θ΄ανοίξω και τους δρόμους που μού΄φραξαν οι αντιστάσεις μου.
Ναι. Ό, τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.
`
**
[Ein Kanarienvogel]
Ein Kanarienvogel blieb in meinen Haaren hängen
und die Mandelbäume warfen alle ihre Blüten ab.
Wir sind vielleicht unschuldiger als ein Kanarienvogel,
aber rein sind wir dennoch nicht.
Wenn ich auch alle Masten löste und alle Quallen tötete,
ist mein Selbst doch wieder ein Exil!
Ach, ach, ach, lasst uns das Lied trinken, das niemals verlischt —
das Flüstern der Klematis, wenn sie die Schatten liebkost,
das Krachen des Wals, wenn er sich an den Strand wirft
und seine Jungen gerettet werden,
die Hymne unseres Lebens, wenn es verlorengeht,
und wir werden unser Herz finden.
Was soll ich anfangen mit dem Kummer, dem Eifer, der Passion?
Die Sonne folgt nur einer Bahn.
Einmal werde ich meine Augen öffnen und meine Beine,
um den Regen zu empfangen. Ich werde auch die Wege öffnen,
die meine Widerstände mir verschlossen haben.
Ja, was die Hand nicht erreicht, dem kommt unser Herz zuvor.
`
*********
[Στις οχτώ]
Στις οχτώ ο ήλιος φουσκώνει σα γάλος
καμαρώνει στην κορυφή του λόφου
μες στη θάλασσα είναι μεγάλο ματωμένο λαχούρι
εγώ ονειρεύουμαι ακόμα προσηλωμένη
στη μικρή σελήνη της ημέρας
αυτή η τόσο ωχρή η δίχως λάμψη
μετά το τελευταίο πληθωρικό ξέσπασμα του ήλιου ακούω
μια γνήσια ελληνική μουσική που να σκίζει την καρδιά
που κρατάει το αίσθημα επί τόπου
έτσι απόλυτα αιωρούμενο σαν κολιμπρί
τέλος κάτι που μοιάζει με έρωτα
ή το να προσπαθείς να γράψεις
`
**
[Um acht ]
Um acht plustert die Sonne sich auf wie ein Truthahn,
und stolziert auf dem Kamm des Hügels,
mitten im Meer, ein großes blutiges Muster.
Ich bin noch im Traum ganz und gar konzentriert
auf den kleinen Mond des Tages,
der so bleich ist, der ohne Glanz ist.
Nach dem letzten übermäßigen Ausbruch der Sonne
höre ich eine echt griechische Musik, die mir das Herz zerreißt,
die mein Gefühl festhält wie erstarrt
losgelöst schwebend wie einen Kolibri,
und schließlich etwas, das ähnelt dem Verliebtsein
oder dem Versuch zu schreiben.
`
*******
[Απόψε]
Απόψε πονάω σ΄όλες μου τις απογνώσεις
κάνει πολύ κρύο κάτω απ΄τη σκιά
της ζωής μου που γέρασε
βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
ας οργανωθεί πια η σφαγή
απ΄ό, τι αγαπάω ακόμα
`
**
[Heute Abend]
Heute Abend habe ich Schmerzen
in allen meinen Verzweiflungen, es ist kalt im Schatten
meines Lebens, das gealtert ist.
Die Melancholien, tiefe Schucke, sind bezahlte Mörder;
soll doch endlich das Schlachten organisiert werden
von dem, was ich noch liebe.
`
***
50 000 000 πεθαμένοι κάθε χρόνο
Είμαστε αλλόκοτες πόρτες λαδωμένες
καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και
θανάτου μεριάζουμε μπρος στο « σκιάς
όναρ» έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια
μετέωρου στοχασμού όμως θυμάσαι
κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να
διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε
να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο
`
**
50000000 Tote in jedem Jahr
Wir sind sonderbare Türen, gut geölt
mit Worten, Werkzeugen oder Taten.
Wir regen uns irgendwann einmal
in der Zeit zwischen Geburt und Tod,
weichen zurück vor dem „Traum eines Schattens’,
dann werden wir wieder zu Trümmern
eines schwebenden Gedankens,
aber dich überfällt die Erinnerung
an die Gestalt der Eriphyle,
wie sie sich abzeichnet am Strand, als sie sich bückte,
um eine Muschel aufzuheben oder einen Kiesel.
`
***
Αυτός που βλέπει αλήθειες
Άραγε
με σκέπτεσαι κάπου κάπου
θυμάμαι πώς κοίταζες εσύ γητευτή
τα μάτια σου τόσο ερευνητικά
που να μου σκίζουν την καρδιά
έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα
ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα τώρα είσαι ο παραχωμένος σπόρος
απ΄όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα
λόγια μιας κλεψύδρας
που αναποδογυρίζει κάπου κάπου
άραγε με σκέπτεσαι
`
**
Wer die Wahrheiten sieht
Denkst du vielleicht an mich ab und zu?
Ich erinnere mich, wie du mich ansahst, Zauberer,
so forschend deine Augen,
dass sie mir das Herz zerrissen.
Du zogst mir die Haut vom Leib,
während er ein Lächeln probierte.
Jetzt bist du der vergrabene Samen,
aus dem heraus diese Worte wachsen,
Worte einer Sanduhr,
die sich umdreht ab und zu
denkst du vielleicht an mich
`
*********
Φαύνος
Φτωχή γη όλο χαλίκι
εσύ μού΄μαθες τον ήλιο
και τις σκιές της σελήνης
και τους ρεμβασμούς της ηδονής
σε βλέπω ακόμα
τριχωτέ φαύνε με τα σκιστά μάτια
χοροπηδάς κατεβαίνοντας το βουνό
κλωτσάς τους θάμνους του Αυγούστου
νιώθω την τραγίλα σου
ανάκατη με τις οσμές του θυμαριού
α τι αλλόκοτες αισθητήριες
χαρές της μοίρας
`
**
Der Faun
Armseliges Land, nichts als Steine,
du hast mir die Sonne gezeigt
und die Schatten des Mondes
und die Träume der Lust.
Ich sehe dich immer noch, haariger Faun,
mit deinen schmalen Augen.
Du tobst den Hang herab,
trittst gegen die Augustbüsche,
ich spüre deinen Bocksgeruch,
vermischt mit dem Duft des Thymians,
ah, seltsame Sinneslust des Schicksals.
`
*******************************************************************
Η Μαρία (Μάτση) Λουκία Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914. Η Μάτση, αφού η οικογένεια της γνώρισε την οικονομική καταστροφή και τις συνέπειές της, και αφού για κάποια διαστήματα, έζησε στη Γαλλία και την Ιταλία, επανέρχεται στην αγαπημένη της Θεσσαλονίκη. Το 1934 χάνει και τους δύο γονείς της μέσα σε 6 μήνες. Δοκιμάζεται ψυχικά με τρεις αποτυχημένους γάμους εκ των οποίων ο τρίτος το 1939 με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Στην ποίηση εμφανίζεται το 1944 με το ψευδώνυμο «Μάτση Ανδρέου». Κατά την περίοδο 1948-1957 και ενώ βρίσκεται με υποτροφία στο Παρίσι, δημοσιεύει ποιήματά της και στα Γαλλικά και συζεί για δύο χρόνια με τον φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη. Το 1958 επέστρεψε στην Ελλάδα και πέθανε στις 16 Ιουνίου 1987.
*
Maria (Matsi) Lucia Chatzilasaru wurde 1914 in Thessaloniki geboren. Sie wuchs, nach dem finanziellen Ruin ihrer Familie un Frankreich und Italien auf, kehrte aber dann in ihr geliebtes Thessaloniki zurück. 1934 verlor sie ihre beiden Eltern innerhelb von 6 Monaten. Sie litt unter drei unglücklichen Ehen, die dritte, mit dem Dichter Andreas Epirikios, wurde 1939 geschlossen. Gedichte publizierte sie seit 1944, unter dem Pseudonym Matsi Andreou. Von 1948 bis 1957 verbrachte sie einige Zeit mit einem Stipendium in Paris, veröffentlichte ihre Gedichte auch auf Französisch und lebte für zwei Jahre mit den Philosophen Kornelios Katsoriadis zusammen. 1958 kehrte sie nach Griechenland zurück. Sie starb am 16. Juni 1987.
Πηγή : Ποιείν

Βαλάντης Γαούτσης Ποιήματα Ερωμένη Ποιητών

22366589_2012124372351221_3520365803420601626_n

Λίγα μου δάκρυα να σού΄σταζα στα μαύρα σου βλεφάρια
να παιχνίδιζαν πάνω τους ζυγιάζοντας το δικό μου πόνο,
κι έπειτα,να τρέχανε στα μάτια σου,ώστ΄ όταν θυμάσαι ανάρια,
να κοιτάζεις στα μάτια με συμπόνοια την ίδια τη ζωή μου μόνο.
Λίγο απ΄το αίμα μου να σού΄σταζα του δαχτύλου που ετρυπήθη
στην αιχμηρότερη των άκρων του φεγγαριού-την παρθένα,
΄κείνη που ακόμη δε μετρά παρμένες ζωές κι ωραία τόσο δείχνει,
όπου περήφανα θα κάρφωνα πάνω της κι ολόκληρον εμένα,
κι από ΄κεί θά ΄σταζ΄η ζωή μου πάνω σου σα μύρα αγιασμένα.
Με λίγο απ΄το πότο να σού΄πλενα τα μαλλιά, από ΄κείνο
που συμπλήρωσε ο Θεός στο ποτήρι μου πρωτού μεθύσω,
για να περπάταες μεθυσμένη σε στενά κάπου στο Λονδίνο.
Να σ΄ερωτεύονταν ο Keats κι ο Byron πριν απ΄εμέ,και να γεννήσω
έν΄ άσβεστο μίσος τους κοινό· εφιάλτης και ποίημα τους να γίνω,
όπου θα με καταριούνται το φτωχό, την αγάπη σου κι εγώ μη ζήσω.
Ως «στον προσφιλή μας μισητό» ειρωνικά θα το τιτλοφορήσουν,
κι όταν ο θάνατος εν τέλει θα με βρει,κρυφά κι εκείνοι θα δακρύσουν.

L΄ appel du vide

Στο μπαλκόνι μας ξεκουράζεται η υπομονή μας κάποια βράδια,
κι αγκαλιάζοντάς μας,την επικείμενη απουσία της μας φέρνει με το μαλακό.
Σαν έρωτας ξαπλώνεται στην πλάτη μας· στα τελευταία χάδια
σπαταλά τη ζωή της,κι εμείς τραυματίζουμε το δρόμο μ΄ένα δάκρυ στερνό.
Στο μπαλκόνι μας ξεκουράζεται η αλήθεια μας κάποια βράδια·
προσεύχεται αναστενάζοντας,και πλένει με θάλασσα το δικό της θυμικό.
Ακόμη παραμιλά, και νευρικά λερώνεται με ειδική μοράβια,
μήπως και γλυτώσει τα θανατηφόρα ενός βιαστή σημάδια στα ποδάρια,
κι εμείς τραυματίζουμε το δρόμο μ΄ένα δάκρυ στερνό.
Στο μπαλκόνι μας ξαποστάζ΄η σιλουέτα σου κάποια βράδια·
η ψεύτικη μούσα, που ηδονίζεται σαν μ΄έχει αντίκρυ της γυμνό
από θάρρητα και δικαιοσύνη. Κι ήταν τα μάτια μου-λες-σαν ήταν άδεια-
-μικρότερος ο κίνδυνος για με.Και δεν αναλογίστηκες τα χεράκια σου τα δυο
πώς θα τα ΄πλενες,να ΄ναι καθαρά όταν θα γδέρνεις το πρόσωπό σου ανάρια
αφού δε θα ΄χε από πού να τρέξ΄ η λύπη μου,ν΄αφήσει στο λαιμό μου χνάρια
υγρά, πρωτού πέσει στο φουστάνι σου και το λερώσει ως δάκρυ μου στερνό.
Στο μπαλκόνι μας ξαποστάζει κάποια βράδια λαβωμένη από φιλιά
και βροχή,σαν άστεγη,ξυπόλυτη, μες στο σκισμένο φόρεμά της λερωμένη,
μια παράξενα όμορφη,ξένη Αφροδίτη·σαν από έρωτα φαινόταν προδομένη,
κι έτρεμαν τ΄αβρά ροδόχρωμα γλυκά της χείλη,κι απά τους κρέμασα θηλιά.
Ω, να σ΄έπλενα κυρά, να σε μύρωνα με τ΄ουρανού το μονήρες αναφιλητό·
κι ας γλυκοπέθαινα κι εγώ, σαν έπεφτα στο δρόμο ως δάκρυ σου στερνό.

Σελίνα

Όταν στενάχωρη μ΄αποθυμείς, τροχάδην θε να πάγω
ν΄αρπάξω απ΄τα χέρια του Θεού μαχόμενος ένα δισκοποτήρι·
κρεμάμενη σαν κλαις μονάχη σου στης κάμαρης το παραθύρι,
λίγα δακρύγια σου φύλαξε,να πιω,κυρά· θα΄ρθώ να μεταλάβω.
Σαν από μακριά με ειδείς με δρασκελιές να πλησιάζω,
κραυγάζοντας να μου μηνείς πως θάνατος με πήρε στο κατόπι.
Αγέρωχα τη ζωή μου θά΄δινα να τηνε πιει σε τρελό του γλεντοκόπι:
με το αίμα μου ΄κείνος να μεθεί, κι εγώ να τον εγκωμιάζω
κι έπειτα,περί του έρωτός σου για με,στα μούτρα να του κομπάζω.
Σηκώνει έξαλλος ψηλά την κοφτερή του αξίνα
μεθυσμένος καθώς ήταν απ΄ την εύγευστη θλιβερή ζωή μου,
βλέπω κάτι ανθρώπινο στα μάτια του που μαυρίζει την ψυχή μου:
εδάκρυσε,θυμούμενος μια πόρνη που ερωτεύτηκε,τη λυγερή Σελίνα.
Ήταν μια βραδιά που στάλθηκε ν΄αφαιρέσει την πνοή της,
καθώς έμαθε πως κάποιο ερωτοκάμωμα την έκανε ν΄αυτοκτονήσει.
Ίσα που την πρόλαβε στις προσευχές πρωτού να ξεψυχήσει
κι εξάπλωσε το σώμα της απαλά, και χάιδεψε την κεφαλή της.
Εκείνη τον επαρακάλαγε να τελέσει το μόνο του καθήκον
καθώς γαλήνια έμοιαζε κι έτοιμη πια ν΄αποδημήσει.
Ο Χάρος εγητεύθηκε απ΄την ομορφιά,κι ήθελε τη ζωή να της χαρίσει,
μα τ΄αμάρτημά της επέμενε,ήταν βαρύ,και στο ποιόν της μη προσήκον.
Ξεκίνησε με λυγμούς το γεγονός να του εξιστορεί:
«Επήγα για δυο τάλαρα με τον πατέρα μου,χωρίς να τον γνωρίσω.
Είχε χρόνια πολλά που ο φόνος της μάνας τον έμπασε στη στενή
και σαν με πλήρωνε,ξεστόμισε τ΄όνομά του-μαύρη ώρα και στιγμή-
σιχάθηκα τότε τη ζωή μου,και θέλησα να τηνε πάρω,να τη θρηνήσω».
Ο Χάρος της έπλυνε με τα θερμά του δάκρυα την από μαχαιριά πληγή
κι έλουσε τα μαλλιά της στα πόδια του με της Άρνης το νερό.
Εκαθόμουν και τον άκουγα συντετριμμένος απ΄τα λόγια του κι εγώ
καθώς έκλειναν τα μάτια μου κι η αναπνοή μου ήταν πια λιγοστή.
Ορκίστηκε πως από δώ κι εμπρός, όσο υφίσταται η ύπαρξή του
δε θα επιτρέψει τίποτε και σε κανέναν πια να την ξαναπληγώσει,
ώσπου τού ΄γιν΄εμμονή. Φρόντιζε τον έρωτα για κανέναν να μη νιώσει.
Μια νύχτ΄αυτή τον έδιωξε,τον απαρνήθηκε,κι έμεινε στέρφα η θαλπωρή του.
Επληγώθη κι αναχώρησε,μα πίστευε μια μέρα πως ξανά,θα γενεί δική του.
Ετελείωσε την ιστορία του με την ξεστρατισμένη κόρη πια ζωντανή
κι ίσα που προλάβαινα να τον ρωτήσω προς τι ο φθόνος του για ΄μένα.
Πάνωθέ μου άκουγα την αγαπημένη μου να κλαίει,να με μοιρολοεί
κι ο Χάρος την εκοίταζε κι αυτός με μάτια κατακόκκινα, κλαμένα.
Του λέγω: «Θάνατε,αφού ποθαίνω,μην καθυστερείς,για το Θεό,αρχίνα.
Να μάθω,έστω,γιατί έτσι έξαφνα με παίρνεις μακριά απ΄την καλή μου».
Αρχίζει μυστικά ΄π΄το παρελθόν της αγαπημένης μου κυράς ν΄ ανιστορεί μου,
καταλήγοντας πως κάποτε, την καλλονή αυτή, τη φώναζαν Σελίνα.

Πηγή : Ποιείν