Αρχείο | Οκτώβριος 7, 2017

Όνειρο Συγγραφέας: Αργύρης Εφταλιώτης Από τη συλλογή «Παλιοί σκοποί»

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Εἶδα πῶς γύρισα ἀπ’ τὰ ξένα
Καὶ στ’ ὥριο βρέθηκα σπιτάκι
Ποῦ μιὰ φορὰ μικρὸ παιδάκι
Περνοῦσα χρόνια βλογημένα.

Ἄχ, ζοῦσε τὸ σπιτάκι ἀκόμα!
Τὰ γιασουμιά του γύρω ἀνθοῦσαν,
Μὰ ἀδέρφια μέσα πιὰ δὲν ζοῦσαν,
Τἀδέρφια τἆχε φάει τὸ χῶμα!

Κ’ εἶδα πῶς τἆχαν ἀσπρισμένα
Ὀγδόντα χρόνια τὰ μαλλιά μου,
Κ’ εἶταν ἀδύνατη ἡ λαλιά μου,
Κ’ εἶταν τὰ μάτια μου σβυσμένα.

Κ’ εἶδα πῶς πλάγιασα στὸ μέρος
Ποῦ μιὰ φορὰ μικρὸς κοιμούμουν,
Κι ἄν εἶναι ἀλήθεια συλλογιούμουν
Πῶς τυραννιέμαι τώρα γέρος.

Κ’ εἶδα πῶς ἔρριχτε μιὰ ἀχτίδα
Κι’ ὁ ἥλιος πρὸς τὸ παραθύρι,
Σὰ νὰ ζητοῦσε πρὶ νὰ γύρῃ,
Στὸ θάνατο νὰ δώσῃ ἐλπίδα.

Καὶ σιγανὰ ψυχομαχοῦσα
Σὲ πρῶτο καὶ στερνὸ κρεββάτι,
Κι ἀπὸ τὸ φύσημα τοῦ μπάτη
Νὰ πάρω ἀναπνοὴ ζητοῦσα.

Καὶ λόγιαζα μὲ θλίψη γύρω,
Καὶ κοίταζα τὴ στέγη ἀπάνω,
Κ’ εἶπα, καιρός μου νὰ πεθάνω,
Καιρὸς στ’ ἀδέρφια μου νὰ σύρω.

Κ’ εἶδα πῶς πέθανα μὲ εἰρήνη,
Καὶ πῶς μὲ πῆγαν δίχως θρῆνο
Στὸ ρημοκκλήσι, ποῦ κ’ ἐκεῖνο
Πιὸ ἔρμο ὡς τώρα εἶχε γίνει.

Στ’ ἀδέρφια μ’ ἔφεραν κ’ ἐμένα,
Νὰ μὲ χαροῦν τὰ κόκκαλά τους,
Ποῦ τοὺς ξεχνοῦσα στὰ καλά τους,
Καὶ γύριζα στὰ μαῦρα ξένα.
Πηγή : Βιβιθήκη

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Οκτώβριος 7, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Οδύσσεια Συγγραφέας: Όμηρος Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης Ραψωδία α Ραψωδία β→

21462448_1999576980272627_7367817307591993227_n

Τὸν ἄντρα τὸν πολύπραγο τραγούδησέ μου, ὦ Μοῦσα,
ποὺ περισσὰ πλανήθηκε, σὰν κούρσεψε τῆς Τροίας
τὸ ἱερὸ κάστρο, καὶ πολλῶν ἀνθρώπων εἶδε χῶρες
κι ἔμαθε γνῶμες, καὶ πολλὰ στὰ πέλαα βρῆκε πάθια,
γιὰ μιὰ ζωὴ παλεύοντας καὶ γυρισμὸ συντρόφων.
Μὰ πάλε δὲν τοὺς γλύτωσε, κι ἂν τὸ ποθοῦσε, ἐκείνους,
τὶ ἀπὸ δική τους χάθηκαν οἱ κούφιοι ἀμυαλωσύνη,
τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα σὰν ἔφαγαν τὰ βόδια,
κι αὐτὸς τοὺς πῆρε τὴ γλυκειὰ τοῦ γυρισμοῦ τους μέρα.
Ἀπ’ ὅπου ἂν τά ‘χης, πές μας τα, ὦ θεά, τοῦ Δία κόρη. 10
Ὅλοι ποὺ τότες τὸν πολὺ τὸ χαλασμὸ ξεφύγαν
γυρίσανε, ἀπὸ πόλεμο καὶ θάλασσα σωσμένοι,
καὶ μόνο ἐκειόνε, σπιτικὸ καὶ ταίρι στερημένο,
ἡ Καλυψὼ ἡ τρισέμορφη θεὰ τόνε κρατοῦσε,
γιατὶ ἄντρα της τὸν ἤθελε στὶς βαθουλὲς σπηλιές της.
Μὰ ὁ γῦρος σὰν τελέστηκε τῶν χρόνων, κι ἦρθε ἡ ὥρα,
ποὺ τό ‘χανε οἱ θεοὶ γραφτὸ στὸ Θιάκι νὰ ξανάρθη
στὸ σπιτικό του, μήτ’ ἐκεῖ δὲν τοῦ ‘λειψαν οἱ ἀγῶνες,
καὶ σὲ δικοὺς κοντά. Κι οἱ θεοὶ τὸν συμπονοῦσαν ὅλοι,
ἐξὸν τόν Ποσειδώνα· αὐτὸς βαριὰ ἦταν χολωμένος 20
μὲ τὸ Δυσσέα τὸ θεϊκό, στὸν τόπο του πρὶν φτάση.
Βρισκόταν στοὺς Αἰθίοπες ὁ Ποσειδώνας τότες,
ποὺ ζοῦνε μοιραστοὶ μακριὰ στοῦ κόσμου τὶς ἀκροῦλες,
στοῦ Ἡλιοῦ τὸ βούλημα οἱ μισοί, στ’ ἀνάβλεμμά του οἱ ἄλλοι,
γιὰ νὰ δεχτῆ ἑκατοβοδιὰ ἀπὸ ταύρους καὶ κριάρια.
Ἐκεῖ γλυκοξεφάντωνε· οἱ θεοὶ ὡς τόσο οἱ ἄλλοι
στοὺς πύργους μαζωχτήκανε τοῦ Δία τοῦ Ὀλυμπήσου,
κι ὀμπρός τους, ὅλων τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας
ἄνοιξε λόγο, τὶ στὸ νοῦ ξανάρθε του ὁ μεγάλος ὁ Αἴγιστος,
ποὺ ὁ ξακουστὸς τὸν ἔκοψε ὁ Ὁρέστης,τοῦ Ἀγαμέμνου ὁ γιός. Ἐκειὸν ὁ Δίας ἀνιστορώντας, 30
στοὺς ἄλλους τοὺς ἀθάνατους αὐτὰ τὰ λόγια κρένει·
“Ἀλλοί, καὶ πῶς γυρεύουνε παντοτινὰ οἱ ἀνθρῶποι
νὰ ρίχτουνε τὸ φταίξιμο σ’ ἐμᾶς γιὰ τὰ δεινά τους,
καὶ λένε ἐμεῖς τὰ φέρνουμε· μὰ ἀπὸ δική τους τύφλα
παθαίνουν πέρα ἀπ’ τὸ γραφτό· νά, ὁ Αἴγιστος, ποὺ πῆρε
τὸ ταίρι τοῦ Ἀγαμέμνονα, καὶ ποὺ στὸ γυρισμό του
χαλνάει κι ἐκείνονε· ἀπὸ πρὶν τὸ γνώριζε τί μέγα
κακὸ θὰ τοῦ’ρθη, γιατὶ ἐμεῖς μηνύσαμέ του τότες
μὲ τὸν ἀγρυπνομάτη Ἑρμῆ, μηδὲ νὰ τόνε κόψη,
μηδὲ τὸ ταίρι νὰ ζητάη· γιατὶ θὰ γδικιωθῆ του 40
σὰ μεγαλώση καὶ ποθῆ τὸν τόπο του ὁ Ὀρέστης.
Καλόγνωμα τοῦ τά ‘πε ὁ Ἑρμῆς, μὰ ὁ Αἴγιστος ν’ ἀκούση
δὲν ἤθελε, καὶ μαζωχτὰ τὰ πλέρωσε κατόπι.”
Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπολογιέται τότες·
“Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε,
βέβαια τοῦ ἄξιζε ἐκεινοῦ τέτοιος χαμὸς νὰ τοῦ ‘ρθη·
τὰ ἴδια ἂς πάθη ὅποιος κακὰ παρόμοια πράξη κι ἄλλος.
Ἐγώ ‘μως γιὰ τὸ γνωστικὸ Ὀδυσσέα χολοσκάνω,
τὸν ἄμοιρο, ποὺ ἀπὸ δικοὺς μακρόθε τυραννιέται
σὲ κυματόζωστο νησί, στῆς θάλασσας τ’ ἀφάλι, 50
νησὶ δεντράτο, ποὺ θεὰ τὴν κατοικιά της ἔχει,
ἡ κόρη τοῦ κακόγνωμου τοῦ Ἄτλαντα, ποὺ ξέρει
τῆς θάλασσας τὰ τρίσβαθα, καὶ μὲ μακριὲς κολῶνες
ἀπὸ τὴ γῆς τὸν οὐρανὸ φυλάει ξεχωρισμένο.
Ἐκείνου ἡ κόρη τὸν κρατάει τὸ δύστυχο στὰ δάκρυα,
καὶ μὲ γλυκειὲς μαγεύει τον κουβέντες, νὰ ξεχάση
τὸν τόπο του· μὰ πάλε αὐτός, καὶ τὸν καπνὸ μονάχα
νὰ θώρειε τῆς πατρίδας του σὰν ἀλαφροανεβαίνη,
κι ἂς πέθαινε· μὰ μήτ’ ἐσύ, Ὀλυμπήσε, δὲ σπλαχνιέσαι.
Τάχα δὲ σὲ τιμοῦσε αὐτὸς στὴ διάπλατη Τρωάδα, 60
σιμὰ στὰ πλοῖα τῶν Ἀργιτῶν μὲ περισσὲς θυσίες;
τί τόσο, ὦ Δία, τώρα ἐσὺ μὲ τὸ Δυσσέα κακιώνεις;”
Κι ὁ Δίας τῆς ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης·
“Τί λόγο ἀπὸ τ’ ἀχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου;
Ποιός τό ‘πε ἐγὼ πὼς λησμονῶ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα,
ποὺ πρῶτος εἶναι ἀπ’ τοὺς θνητοὺς στὸ νοῦ καὶ στὶς θυσίες
πρὸς τοὺς ἀθάνατους θεοὺς ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια;
Ὁ Ποσειδώνας εἶν’ ὁ θεός, τῆς γῆς ὁ περιζώστης,
ποὺ πάθος τοῦ ἔχει ἀνέσβεστο, τὶ χάλασε τὸ μάτι
τοῦ ἰσόθεου τοῦ Πολύφημου, τοῦ πρώτου τῶν Κυκλώπων 70
στὴ δύναμη· τῆς Θόωσας εἶναι παιδί, τῆς νύφης,
κόρης τοῦ Φόρκυνα, ἄρχοντα τοῦ ἀτρύγητου πελάγου,
ποὺ ὁ Ποσειδώνας σὲ βαθειὲς σπηλιὲς ἀγκάλιασέ την.
Ἀπὸ τὰ τότε ὁ σαλευτὴς τῆς γῆς ὁ Ποσειδώνας
κι ἂ δὲν τόνε θανάτωσε, μὰ τὸν πλανάει στὰ ξένα
τὸν Ὀδυσσέα. Ὅμως καιρὸς ἐμεῖς νὰ στοχαστοῦμε
πὼς νά ‘ρθη στὴν πατρίδα του· θὰ πάψη τὴν ὀργή του
ὁ Ποσειδώνας· δὲν μπορεῖ στὸ πεῖσμα μας, κι ἀγνάντια
τόσων ἀθάνατων αὐτὸς ν’ ἀντισταθῆ μονάχος.”
Κι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ τοῦ ἀπολογήθη τότες· 80
“Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε,
στοὺς τρισμακάριστους θεοὺς αὐτὸ ἂν ἀρέση τώρα,
νὰ ξαναρθῆ στὸ σπίτι του ὁ παράξιος Ὀδυσσέας
ὁ Ἀργοφονιὰς Ἑρμῆς ἂς πάη μηνύτορας δικός μας,
στῆς Ὠγυγίας τὸ νησί, γιὰ νὰ μηνύση ἀμέσως
τῆς ὡριοπλέξουδης θεᾶς τὴν ἄσφαλτη βουλή μας,
ὁ Ὀδυσσέας ὁ ἄτρομος στὴ γῆς του νὰ γυρίση.
Ἐγὼ στὸ Θιάκι πάω, καρδιὰ περσότερη νὰ δώσω
τοῦ γιοῦ του ἐκεῖ, κι ἀπόφαση νὰ βάλω στὴν ψυχή του,
νὰ πῆ τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς νὰ μαζωχτοῦνε, 90
καὶ τοὺς μνηστῆρες ὁλονοὺς ν’ ἀποκηρύξη ὀμπρός τους,
ποὺ σφάζουν κι ὅλο σφάζουνε τὰ βοδοπρόβατά του.
Κατόπι στὴν ἀμμουδερὴ τὴν Πύλο καὶ στὴ Σπάρτη
τὸν παίρνω, κι ἴσως τοῦ γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἐκεῖ μάθη,
κι ἔτσι μᾶς βγάλη κι ὄνομα λαμπρὸ μὲς στοὺς ἀνθρώπους.”
Εἶπε, καὶ σάνταλα ἔδεσε στὰ πόδια της πανώρια,
ἀχάλαστα κι ὁλόχρυσα, ποὺ πεταχτὰ τὴ φέρνουν
ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου·
πῆρε κοντάρι δυνατὸ μὲ μύτη ἀκονισμένη,
βαρύ, μεγάλο καὶ στεριό· μὲ δαῦτο ἡρώους ἄντρες 100
σωροὺς δαμάζει ἂν ὀργιστῆ τοῦ φριχτοῦ Δία ἡ κόρη.
Ἀπὸ του Ὀλὐμπου χύμιξε τὰ κορφοβούνια τότες
στὸ Θιάκι, κι ὀμπρὸς στάθηκε στὶς θύρες του Ὀδυσσέα,
πὰς στὸ κατώφλι τῆς αὐλῆς, κρατώντας στὴν παλάμη
τὸ χάλκινο κοντάρι της, καὶ μοιάζοντας μὲ ξένο,
τὸ Μέντορα τὸ βασιλιὰ τῆς Τάφος. Ἐκεῖ βρῆκε
καὶ τοὺς μνηστῆρες τοὺς τρανούς· γλεντίζανε μὲ σκάκι
ὀμπρὸς στὶς θύρες σὲ προβιὲς βοδιῶνε καθισμένοι,
ποὺ ἴδιοι τους τὰ σφάξανε· κι ὁλόγυρά τους πλῆθος παραστεκόνταν κήρυκες καὶ πρόθυμα κοπέλια,
ποὺ ἄλλοι μὲ τὸ κρασὶ νερὸ μὲς στὰ κροντήρια σμίγαν, 110
ἄλλοι τραπέζια πλένανε μὲ τρυπητὰ σφουγγάρια,
καὶ στρώνανέ τα· κι ἄλλοι τους τὰ κρέατα μοιράζαν.
Κι ὁ θεόμορφος Τηλέμαχος τὴν εἶδε πρῶτος πρῶτος.
Στὸ πλάγι τους καθότανε μὲ σπλάχνα ταραγμένα
καὶ μὲς στὸ νοῦ του λόγιαζε τὸν ξέλαμπρο γονιό του,
ἂν θά ‘ρχουνταν ποτὲ μαθὲς νὰ τοὺς σκορπίση ἐτούτους
ἀπὸ τοὺς πύργους, κι ἴδιος του νὰ βασιλεύη πάλε
μὲ τὰ δικά του τὰ καλὰ. Αὐτά ‘χοντας στὸ νοῦ του
σιμὰ στοὺς ἄλλους, μάτιασε τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ πῆγε ἴσια στὰ ξώθυρα, ἐπειδὴς ντρεπότανε ν’ ἀφήση
ξένο νὰ πολυστέκεται στὴ θύρα· ὀμπρός του ‘στάθη, 120
πιάνει τὸ χέρι τὸ δεξὶ, τοῦ παίρνει τὸ κοντάρι
τὸ χάλκινο, καὶ τοῦ λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια·
“Καλῶς τὸν ξένο· ἐσὺ ἀπ’ ἐμᾶς θὰ φιλευτῆς, καὶ κάλλιο
πρῶτα στὸ δεῖπνο, κι ὕστερα μᾶς κρένεις ὅ,τι ὁρίζεις.”
Εἶπε, καὶ πῆγε αὐτὸς ὀμπρός, κι ἡ Ἀθηνᾶ ἀκλουθοῦσε.
Καὶ μέσα στ’ ἁψηλόχτιστο παλάτι σάνε μπῆκαν,
παίρνει καὶ στήνει σὲ μακριὰ κολώνα τὸ κοντάρι,
σ’ ἀρματοθήκη σκαλιστὴ, ποὺ κι ἄλλα ἐκεῖ κοντάρια
πολλὰ τοῦ καρτερόψυχου τοῦ Ὀδυσσέα στεκόνταν.
Σ’ ἕνα θρονὶ τὴν κάθισε πὰς σ’ ἁπλωμένο τούλι, 130
θρονὶ πανώριο, πλουμιστό, κι ἀκουμποπόδι ὀμπρός της.
Πῆρε κι αὐτὸς σκαμνὶ λαμπρό, μακριὰ ἀπὸ τοὺς μνηστῆρες,
νὰ μὴν τόνε πειράζη ὁ ἀχὸς τὸν ξένο, καὶ δὲ νιώση
γλύκα φαγιοῦ καθίζοντας μὲ ἀγέρωχους ἀνθρώπους,
καὶ γιὰ νὰ μάθη ἂν ἤξερε μαντάτα τοῦ γονιοῦ του.
Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια,
ὤριο, χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη
γιὰ νὰ πλυθοῦν, καὶ στρώνει τους τὸ γυαλιστὸ τραπέζι.
Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει,
κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς ἔβαλε περίσσια· 140
μὲς στὰ πινάκια ὁ μοιραστὴς τὰ κρέατ’ ἀραδιάζει,
καὶ θέτει χρυσοπότηρα ὀμπροστά τους· κάθε λίγο
περνοῦσε ὁ κήρυκας κοντὰ καὶ τοὺς κρασοκερνοῦσε.
Μπήκανε μέσα κι οἱ τρανοὶ μνηστῆρες, καὶ καθίσαν
ἀράδα σ’ ἕδρες καὶ σκαμνιὰ, καὶ χύναν καὶ σ’ ἐτούτων
τὰ χέρια οἱ κήρυκες νερό, καὶ σὲ πανέρια μέσα
οἱ παρακόρες σώρευαν ψωμί, καὶ παλληκάρια
μὲ τὸ πιοτὸ στεφάνωναν τοῦ καθενὸς κροντήρι.
Κι αὐτοὶ ἅπλωναν τὰ χέρια τους στὰ φαγητὰ ὀμπροστά τους.
Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους, 150
ἄλλα στὸ νοῦ τους εἴχανε οἱ μνηστῆρες· τὰ τραγούδια
καὶ τὸ χορό, χαρίσματα τοῦ τραπεζιοῦ σὰν πού ‘ναι·
λαμπρὴ κιθάρα ὁ κήρυκας παράδωσε στὰ χέρια
τοῦ Φήμιου, ποὺ μὲ τὸ στανιὸ τραγούδαε στοὺς μνηστῆρες,
κι ὥριο σκοπὸ τοὺς ἄρχισε τὶς κόρδες της βαρώντας.
Λέει τότες ὁ Τηλέμαχος τῆς γαλανοματούσας
θεᾶς, κοντά της σκύβοντας, νὰ μὴν ἀκούσουν οἱ ἄλλοι·
“Τάχα θὰ κρίνης ἄπρεπο τὸ τί θὰ πῶ, καλέ μου;
Αὐτοὶ στὸ νοῦ τους ἔχουνε κιθάρες καὶ τραγούδια,
καὶ τί τοὺς μέλει; ξένο βιὸς ἀπλέρωτα μασᾶνε, 160
τοῦ ἀντροῦ ποὺ τ’ ἄσπρα κόκκαλα μὲς στὶς βροχὲς σαπίζουν
πὰς σὲ στεριὲς, ἢ στ’ ἁρμυρὸ κυλιοῦνται ἴσως τὸ κῦμα.
Μιὰς νὰ τὸν ἔβλεπαν ἐκειὸν νὰ μπαίνη μὲς στὸ Θιάκι,
καὶ θὰ παρακαλούσανε νά ‘ναι ἀλαφροὶ στὰ πόδια
κάλλιο, παρὰ στὶς φορεσὲς καὶ στὰ χρυσάφια πλούσιοι.
Μὰ τώρα ἀδικοχάθηκε, καὶ παργοριὰ δὲ φέρνει
ὅποιος μᾶς λέει πὼς ἔρχεται, τὶ γυρισμὸ δὲν ἔχει.
Ὡς τόσο, πές μου ἀληθινά, ποιός εἶσαι, κι ἀποποῦθε;

ποιοί ‘ν’ οἱ γονιοί σου, ὁ τόπος σου; μὲ τί καράβι ‘φάνης; 170
οἱ ναῦτες πῶς σὲ φέρανε στὸ Θιάκι; ποιοί παινιένται
πὼς εἶναι; τὶ θαρρῶ πεζὸς ἐδῶ δὲ μᾶς ὁρίζεις.
Πές μου καὶ τοῦτο ἀληθινὰ νὰ ξέρω· μᾶς πρωτόρθες,

ἢ νά ‘σαι φίλος πατρικός; τὶ κι ἄλλοι πολλοὶ ξένοι
μᾶς ἦρθαν, ὅπως γύριζε κι ἐκειὸς ἀνάμεσο τους.”
Τότες ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογιέται·
“Ὅσα ρωτᾶς θὰ σοῦ τὰ πῶ κι ἐγὼ μ’ ἀληθοσύνη.
Τοῦ ἄξιου τοῦ Ἀχίαλου παινιέμαι γιὸς πὼς εἶμαι, ὁ Μέντης, 180
τῶν θαλασσινῶν τῆς Τάφος βασιλέας·
μὲ πλοῖο μου στὰ μέρη αὐτὰ καὶ μὲ συντρόφους ἦρθα
τὰ πέλαγ’ ἀρμενίζοντας πρὸς τοὺς ξενογλωσσῖτες
τῆς Τέμεσης, μὲ σίδερο, χαλκὸ ἀπ’ αὐτοὺς νὰ πάρω.
Τὸ πλοῖο μένει σὲ ξοχή, παράοξω ἀπὸ τὴν πόλη,
κάτω ἀπ’ τὸ Νεῖο τὸ σύδεντρο, στοῦ Ρείθρου τὸ λιμάνι.
Ἐμεῖς δὰ φίλοι γονικοὶ λεγόμαστε ἀπαρχῆθες
ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου· πήγαινε καὶ ρώτηξε τὸ γέρο
ἥρωα Λαέρτη· λένε αὐτὸς πιὰ δὲν πατάει στὴν πόλη,
παρὰ μακριὰ στὴν ἐξοχὴ μονάχος τυραννιέται, 190
καὶ γέρικη σπιτοκυρὰ θροφὴ τοῦ παραθέτει,
ἡ κούραση τὰ σκέλια του σὰν πιάση, ποὺ μὲ κόπο
τὰ σέρνει στὸν ἀνήφορο τοῦ ἀμπελοχώραφού του.
Ἦρθα, ἐπειδὴς καὶ λέχθηκε πὼς στὴν πατρίδα του ἦταν
ὁ κύρης σου· ὅμως οἱ θεοὶ τοῦ κόβουνε τὸ δρόμο.
Τὶ δὲν ἀπέθανε στὴ γῆς ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας,
μόν’ κάπου ἀκόμα ζωντανὸς στὰ πέλαγα κρατιέται,
σὲ κυματόζωστο νησί, που ἄντρες κακοὶ τὸν ἔχουν,
ἄγριοι, καὶ μὲ τὸ ζόρι αὐτοὶ τόνε βαστᾶνε πίσω.
Ὅμως σοῦ προμαντεύω ἐγώ, καθὼς στὸ νοῦ μου μέσα 200
τὸ βάλαν οἱ ἀθάνατοι, κι ὅπως θὰ βγῆ πιστεύω,
ἂν κι οὔτε μάντης εἶμαι ἐγώ, κι οὔτες ἀπ’ ὄρνια νιώθω,
νά ‘ρθη πιὰ ἐκεῖνος στὴ γλυκειὰ πατρίδα δὲ θ’ ἀργήση,
μὰ καὶ μὲ σίδερα ἂ δεθῆ· τρόπο θὰ βρῆ νὰ φύγη,
γιατ’ εἶναι πολυσόφιστος. Μὰ πές μου τώρα, γειά σου,
καὶ ξήγησέ μου ξάστερα, παιδί του ἂν εἶσαι ἀλήθεια,
τοῦ Ὀδυσσέα, τοσοδὰ μεγάλο παλληκάρι.
Παράξενα στήν κεφαλὴ καὶ στὰ λαμπρὰ τὰ μάτια
τοῦ μοιάζεις· τὶ πολὺ συχνὰ σμιγόμασταν οἱ δυό μας,
πρὶν ἀνεβῆ στὴν Τροία ἐκειός, ποὺ κι ἄλλοι Ἀργῖτες τότες 210
ἀπὸ τοὺς πρώτους κίνησαν μὲ κουφωτὰ καράβια·
ἕνας τὸν ἄλλονα πιὰ ἐμεῖς δὲν εἴδαμε ἀπὸ τότες.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ξένε, θὰ σοῦ μιλήσω ἐγὼ μὲ περισσὴν ἀλήθεια.
Ἐκείνου τέκνο ἡ μάνα μου μὲ λέει· ἐγὼ τί ξέρω;
ποιὸς τὸ δικό του τὸ γονιὸ μπορεῖ νὰ πῆ πὼς ξέρει;
Μακάρι νά ‘μουνα παιδὶ καλότυχου πατέρα,
ποὺ τοῦ ‘ρχουνται τὰ γερατειὰ στὸ σπιτικό του μέσα.
Μὰ ἐμένα ὁ πιὸ κακότυχος στὸν κόσμο στάθη ἐκεῖνος
ποὺ λὲν πὼς εἶμαι τέκνο του, σὰν ποὺ ρωτοῦσες τώρα.” 220
Κι ἡ γαλανόματη θεὰ γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Δὲν ὅρισαν ἀγνώριστη νὰ μείνη ἡ γενεά σου
οἱ θεοί, ἀφοῦ σὲ γέννησε λεβέντη ἡ Πηνελόπη.
Μὰ πές μου τώρα ξάστερα, καὶ ξήγα μου κι ἐτοῦτο·
σὰν τί τραπέζια νά ‘ναι αὐτά; τί κόσμος; ποιά ἡ ἀνάγκη;
τάχατες γάμος ἢ γιορτὴ; Βέβαια αὐτὰ δὲν εἶναι
συντροφικά. Μὲ πόση δὲς ἀδιαντροπιὰ καὶ θάρρος
δῶ μέσα τρωγοπίνουνε. Θ’ ἀγαναχτοῦσε ἀνίσως
ἐρχόταν ἄντρας γνωστικὸς κι ἄπρεπα τέτοια θώρειε.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· 230
“Μιὰς καὶ ρωτᾶς μου, ὦ ξένε, αὐτἀ, καὶ θὲς νὰ τὰ κατέχης,
πλούσιο καὶ τιμημένο αὐτὸ τὸ σπίτι πρέπει νά ‘ταν,
ἐκεῖνος ὅσο μέσα ἐδῶ καθότανε· ὅμως τώρα,
ἀλλιώτικα οἱ κακόγνωμοι θεοὶ τὸ βουληθῆκαν,
ποὺ ἀνείδωτο τὸν ἔκαμαν ὅσο κανέναν ἄλλον·
καὶ μήτε κὰν τὸ τέλος του δὲ θὰ θρηνοῦσα, ἀνίσως
στὸ πλάγι τῶν συντρόφων του χανότανε στὴν Τροία,
γιά ἀπὸ τὸν πόλεμο ὕστερα, σὲ ἀγαπητὲς ἀγκάλες.
Καὶ τότες οἱ Παναχαιοὶ θὰ τοῦ ‘στηναν μνημούρι,
κι ὄνομα θά ‘βγαζε λαμπρὸ ν’ ἀφήση τοῦ παιδιοῦ του. 240
Μὰ τώρα οἱ Ἅρπυιες ἄδοξα τὸν ἔχουν ἁρπαγμένο·
ἀνάφαντος κι ἀνάκουστος μοῦ γίνη, καὶ μ’ ἀφῆκε
λύπες καὶ δάκρυα· μήτ’ αὐτὸ μονάχα δὲ μὲ δέρνει,
ἐπειδὴς κι ἄλλα μοῦ ‘φεραν οἱ Ὀλυμπῆσοι πάθια.
Γιατὶ ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι,
Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο μὲ τὰ δασιὰ τὰ δέντρα,
κι ὅσοι στὸ βραχορίζωτο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν,
ὅλοι ζητοῦν τὴ μάνα μου καὶ μοῦ χαλνᾶν τὸ βιός μου.
Κι ἐκείνη μήτε ἀρνιέται τους γάμο φριχτὸ, καὶ μήτε
τέλος νὰ δώση δύνεται· καὶ δός του αὐτοὶ τὸ σπίτι 250
μοῦ καταλοῦνε· γλήγορα καὶ μένα θὰ μὲ φᾶνε.”
Τότε ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ λέει χολοσκασμένα·
“Ἀλλοίς, καὶ πόσο χρειάζεσαι τὸν Ὀδυσσέα κοντά σου,
ἐτούτους τοὺς ξεδιάντροπους μνηστῆρες νὰ βαρέση.
Νὰ ἐρχόταν τώρα νὰ σταθῆ στοῦ παλατιοῦ τὶς πόρτες,
μὲ ἀσπίδα, μὲ περίκρανο καὶ μὲ τὰ δυὸ κοντάρια,
τέτοιος στήν ὄψη σὰν ποὺ ἐγὼ τὸν εἶδα πρῶτα πρῶτα
σὰν ἔπινε καὶ γλέντιζε στὸ σπιτικὸ μας μέσα,
ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ Μέρμερου γυρίζοντας, τὸν Ἴλο,
τῆς Φύρας, πού μὲ πλοῖο γοργὸ ξεκίνησε, βοτάνι 260
ζητώντας του θανατερό, ν’ ἀλείψη τὶς χαλκένιες
σαΐτες του· δὲν τοῦ ‘δωσε, τὴ μάνητα φοβώντας
ἐκεῖνος τῶν ἀθάνατων· ὁ γέρος μου ὅμως τότες
τοῦ τό ‘δωσε, ἀγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος νά ‘ρθη
καὶ ν’ ἀνταμώση ἐτουτουνοὺς ὁ Ὀδυσσέας, καὶ θά ‘ναι
ὅλων τὸ τέλος ξαφνικό, κι ὁ γάμος τους φαρμάκι.
Ὡς τόσο ἐτοῦτα ἂς μείνουνε στὰ χέρια τῶν θεῶνε,
κἂν θὰ γυρίση πάλε ἐδῶ νὰ γδικιωθῆ, κἂν ὄχι·
ἐσένα τώρα θέλω σε νὰ στοχαστῆς καὶ νά ‘βρης
τὸ πῶς ἀπὸ τὸν πύργο αὐτὸ θὰ διώξης τοὺς μνηστῆρες. 270
Ἄκου λοιπόν, καὶ πρόσεξε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω.
Συγκάλεσέ τους τὸ ταχὺ τοὺς Ἀχαιοὺς ἡρώους,
καὶ σ’ ὅλους πὲς τὴ γνώμη σου μὲ τοὺς θεοὺς μαρτύρους.
Πρόσταξε τότες σπίτια τους νὰ φύγουν οἱ μνηστῆρες,
κι ἂν ἡ καρδιὰ τῆς μάνας σου γάμο γυρεύη, ἂς σύρη
στ’ ἀρχοντικὸ τοῦ κύρη της, πού ‘ναι τρανὸς ἀφέντης,
καὶ γάμο αὐτοὶ θὰ κάμουνε, καὶ δῶρα θὰ τοιμάσουν
πολλὰ, καθὼς ταιριάζουνε σ’ ἀγαπημένη κόρη.
Κι ἐσένα γνώμη φρόνιμη σοῦ δίνω, ἂν θὲς ν’ ἀκούσης·
καράβι μὲ εἴκοσι κουπιά, καλό, σὰν πάρης, ἔβγα 280
νὰ μάθης γιὰ τὸν κύρη σου τὸν πολυπλανημένο·
ἢ κάποιος θὰ σοῦ πῆ θνητός, ἢ τὴ φωνὴ θ’ ἀκούσης
ποὺ στέλνει ὁ Δίας, καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες.
Πρῶτα στὴν Πύλο, καὶ ρωτᾶς τὸ Νέστορα τὸ μέγα·
σύρε κατόπι στὸν ξανθὸ τῆς Σπάρτης τὸ Μενέλα,
τὸν πιὸ στερνὸ χαλκοάρματο Ἀχαιὸ ποὺ γύρσε πίσω.
Κι ἂ μάθης πὼς ὁ κύρης σου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση,
ἀπάντεξε, ὅσο κι ἂν πονῆς, ὡς ἕνα χρόνο ἀκόμα·
ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς σοῦ χάθη ἀκούσης,
γυρίζεις πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας, 290
τοῦ στήνεις μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτεις δῶρα,
ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύεις καὶ τή μάνα.
Καὶ σὰν τὰ πράξης ὅλ’ αὐτὰ καὶ τὰ καλοτελειώσης,
μὲς στὸ μυαλό σου γύρισε καὶ μέσα στήν ψυχή σου,
τὸ πῶς σ’ αὐτοὺς τούς πύργους σου θὰ λυώσης τοὺς μνηστῆρες
εἴτε μὲ δόλο, ἢ φανερά· τὶ πιὰ δὲν σοῦ ταιριάζει
μωρὸ παιδὶ νὰ φαίνεσαι, μικρὸς ἀφοῦ δὲν εἶσαι.
Ἢ τάχα δὲν ἀκοῦς κι ἐσὺ πὼς ὁ λαμπρὸς ὁ Ὀρέστης
δοξάστηκε σ’ ὅλη τὴ γῆς σὰ σκότωσε τὸν πλάνο
τὸν Αἴγιστο, ποὺ χάλασε τὸν ξακουστὸ γονιό του; 300
Ἔτσι κι ἐσύ, πού βλέπω σε τόσο ὤριο καὶ μεγάλο,
γίνου ἄντρας, φίλε, νὰ σὲ ὑμνοῦν κατόπι οἱ ἀπογόνοι.
Καὶ τώρα ἐγὼ πρὸς τὸ γοργὸ καράβι κατεβαίνω,
τὶ στενοχώρια θά ‘πιασε μεγάλη τοὺς συντρόφους·
ἐσὺ μονάχος φρόντιζε καὶ νοιάσου τὰ ὅσα σοῦ εἶπα.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κρένει·
“Ξένε μου, ἀλήθεια, σύμπονα μοῦ συντυχαίνεις λόγια,
καθὼς γονιὸς σὲ τέκνο του, κι ἀξέχαστα θὰ τά ‘χω.
Μὰ κάλλιο μεῖνε τώρα ἐδῶ, κι ἂς εἶσαι γιὰ ταξίδι,
ἔλα καὶ λούσου νὰ φραθῆ ἡ καρδιά σου, καὶ κατόπι 310
κινᾶς πρὸς τὸ καράβι σου χαρούμενος, μὲ δῶρο
πλούσιο, λαμπρό, ἀπὲ λόγου μου νὰ τό ‘χης θυμητάρι
σὰν ὅσα φίλοι ἀγαπητοὶ χαρίζουνε σὲ φίλους.”
Κι ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογιέται τότες·
“Μὴ μὲ κρατᾶς πιὰ τώρα ἐδῶ, τὶ βιάζουμαι νὰ σύρω.
Κι ὅσο γιὰ δῶρο, ὅποιο ζητάει νὰ δώσης μου ἡ καρδιά σου,
στὸ γυρισμό μου δίνεις το, στὸ σπίτι νὰ τὸ πάρω,
πανώριο δῶρο, πού νὰ λὲς κι ἀνταμοιβή τοῦ ἀξίζει.”
Σὰν εἶπε αὐτὰ ξεκίνησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,
κι ἔγιν’ ἀϊτὸς καὶ πέταξε· μὲς στὴν καρδιά του ὡς τόσο 320
ἀφῆκε θαρρεσιὰ κι ἀντρειά, καὶ τοῦ γονιοῦ του ἡ μνήμη
πιὸ ζωντανὴ ξανάρχουνταν· ξιππάστηκε ἡ ψυχή του,
καὶ θάμασε, γιατὶ θεὸς κατάλαβε πὼς ἦταν.
Καὶ τότες μ’ ὄψη ἰσόθεη ζυγώνει τοὺς μνηστῆρες,
ποὺ τοὺς τραγούδαε ὁ ξακουστὸς τραγουδιστής, κι ἐκεῖνοι καθόντανε χωρὶς μιλιὰ
κι ἀκοῦγαν· τὸ τραγούδι τούς ἔλεγε τῶν Ἀχαιῶν τὸ γυρισμὸ τὸ μαῦρο
ποὺ ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς πρόσταξε στὴν Τροία.
Κι ἀπὸ τ’ ἀνώγια ἀκούγοντας τὸ θεῖο αὐτὸ τραγούδι
ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα,
κατέβηκε τὶς ἁψηλὲς τοῦ παλατιοῦ τὶς σκάλες, 330
μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες,
πλάγι τοῦ στύλου στάθηκε τῆς δουλευτῆς τῆς στέγης
σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι,
μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπο τὰ δυὸ πλευρά της,
καὶ κρένει τοῦ τραγουδιστῆ μὲ μάτια δακρυσμένα·
“Φήμιε, ποὺ κι ἄλλα γνώριζες μαγευτικὰ τραγούδια,
μ’ ὅσα θνητοὺς κι ἀθάνατους δοξάζετε ἐσεῖς πάντα,
ἕν’ ἀπ’ αὐτὰ τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,
κι αὐτοὶ ἂς σωποῦν κι ἂς πίνουνε· πάψ’ τὸ τραγούδι ἐτοῦτο, 340
τὸ θλιβερό, ποὺ τὴν καρδιὰ μοῦ σκίζει μὲς στὰ στήθια,
γιατὶ σὰν ἄλληνα καμιὰ βαρὺς καημὸς μὲ δέρνει,
κι ὁλημερὶς ἀνιστορῶ καὶ λαχταρῶ τὸν ἄντρα,
ποὺ στὴν Ἐλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ’ Ἄργος ὅλο ἁπλώθη.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει·
“Δὲν τὸν ἀφήνεις τὸ γλυκὸ τραγουδιστή, μανούλα,
νὰ φέρνη γλέντι καταπὼς τ’ ἀποθυμάει ὁ νοῦς του;
Δὲ φταίγει σου ὁ τραγουδιστής, ὁ Δίας εἶν’ ἡ αἰτία,
ποὺ κάθε σιταρόθρεφτου θνητοῦ ὅπως θέλει δίνει,
Δὲν ἔχει κρῖμα ἂν τραγουδάη αὐτὸς τὴ μαύρη μοῖρα 350
τῶ Δαναῶνε· πάντα θὲν οἱ ἀνθρῶποι τὸ τραγούδι
ποὺ πιὸ καινούργιο τοὺς σφαντάει σὰν κάθουνται κι ἀκοῦνε.
Κάνε καρδιὰ κι ἁπομονὴ ν’ ἀκοῦς, γιατὶ μονάχος
δὲν ἔχασε τοῦ γυρισμοῦ τὴ γλύκα ὁ Ὀδυσσέας,
μόν’ κι ἄλλα χάθηκαν πολλὰ στὴν Τροία παλληκάρια.
Ἔμπα, καὶ κοίτα σπίτι σου καὶ τὸ νοικοκυριό σου,
τὴν ἀληκάτη, τ’ ἀργαλειό, καὶ πρόσταζε τὶς δοῦλες
νὰ σοῦ δουλεύουν· κι ἄφηνε τὰ λόγια αὐτὰ στοὺς ἄντρες,
μάλιστα ἐμένα, πού ‘μαι δὰ καὶ τοῦ σπιτιοῦ ὁ ἀφέντης.”
Θάμασ’ αὐτή, καὶ γύρισε στὸ σπίτι, γιατὶ μπῆκαν 360
ὡς τὴν καρδιά της τοῦ παιδιοῦ τὰ γνωστικὰ τὰ λόγια.
Κι ἀνέβηκε στ’ ἀνώγια της, κι ἀντάμα μὲ τὶς βάγιες
τὸν ἀκριβό της Ὀδυσσέα θρηνοῦσε, ὡσότου ὕπνο
ἡ Ἀθηνᾶ τῆς στάλαξε γλυκὸ στὰ ματοκλάδια.
Ὡς τόσο στὰ βαθιόσκιωτα παλάτια μέσα οἱ ἄλλοι
ὀχλαλοὴ σηκώνανε, κι εὐκότανε ὁ καθένας
μὲς στὸ κρεβάτι ν’ ἀξιωθῆ σιμά της νὰ πλαγιάση. Σ’ αὐτοὺς ἀρχίζει ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος καὶ κρένει·
“Ἀκοῦστε, ὦ παραδιάντροποι τῆς μάνας μου μνηστῆρες·
τώρα ἐμεῖς γλέντι ἂς κάμουμε, κι ἂς λείψη τ’ ἀχολόγι,
τὶ ἀξίζει ἀλήθεια τέτοιονα τραγουδιστὴ ν’ ἀκοῦμε, 370
σὰν πού ‘ναι αὐτὸς ποὺ μὲ θεοῦ λὲς κι ἡ φωνή του μοιάζει·
μὰ τὴν αὐγὴ σὲ συντυχιὰ καθίζουμε ὅλοι ἀντάμα,
νὰ σᾶς κηρύξω φανερὰ ν’ ἀφῆστε μου τὸν πύργο,
ἄλλα τραπέζια νά ‘βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε,
ὁ ἕνας σπίτι τ’ ἀλλονοῦ. Κι ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε
πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια
ἑνὸς ἀνθρωπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες
καλῶ βοήθεια τοὺς θεοὺς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη
τὸ γδικιωμὸ ποὺ ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι
πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.” 380
Αὐτὰ τοὺς εἶπε, κι ὅλοι τους, δαγκάνοντας τὰ χείλη}
θαμάζαν τοῦ Τηλέμαχου τὰ θαρρετὰ τὰ λόγια.
Κι ὁ Ἀντίνος τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς τοῦ μίλησε καὶ τοῦ ‘πε·
“Ἐσένα θεοί, Τηλέμαχε, νὰ σὲ διδάχνουν πρέπει
μεγάλα λόγια νὰ μιλᾶς, καὶ θαρρετὰ νὰ κρένης·
μὴ σώση καὶ σὲ κάμη ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου βασιλέα
στὸ Θιαάκι τὸ γυρόλουστο, σὰν πού ‘ναι πατρικό σου.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει·
“Τάχα θὰ σοῦ φανῆ βαρὺ τὸ θὰ σου πῶ, ὦ Ἀντίνε;
Κι ἐτοῦτο θὰ τὸ δέχουμουν ἂν τό ‘δινέ μου ὁ Δίας. 390
Ἢ λὲς δὲ γίνεται κακὸ τρανότερο στὸ κόσμο;
Ὄχι, δὲν τό ‘χω γιὰ ἀχαμνὸ νά ‘ναι κανένας ρήγας·
πλούσιο τὸ σπίτι του ἄξαφνα, δοξάζεται κι ἀτός του.
Μὰ κι ἄλλοι βρίσκουνται Ἀχαιοὶ στὸ Θιάκι βασιλιάδες,
νέοι καὶ γέροι ἀρίθμητοι, κι ἕνας τους θά ‘χη ἐτούτη
τὴ δόξα, μιὰς κι ἀπέθανε ὁ θεῖος ὁ Ὀδυσσέας·
ὅμως ἐγὼ θὰ ὁρίζω αὐτὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς δούλους,
ποὺ γιὰ τὰ μένα ἀπόχτησε μὲ τ’ ἄρματά του ἐκεῖνος.”
Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος γυρνάει κι ἀπολογιέται·
“Αὐτά, Τηλέμαχε, στῶν θεῶν ἂς μείνουνε τὰ χέρια, 400
τὸ ποιὸς στὸ θαλασσόλουστο θὰ βασιλέψη Θιάκι·
μακάρι ἐσὺ νὰ κυβερνᾶς καὶ χτήματα καὶ σπίτι,
καὶ νὰ μήν ἔρθη ἐδῶ ψυχὴ καὶ θὲς δὲ θὲς σοῦ ἁρπάξη
τὰ χτήματα, ὅσο τὸ νησὶ τὸ κατοικοῦν ἀνθρῶποι.
Μὰ τώρα θέλω νὰ μοῦ πῆς, καλὲ μου, γιὰ τὸν ξένο,
ποποῦθε νά ‘ναι ἐλόγου του; ποιά χώρα λέει δική του;
ποιά νά ‘ναι ἡ φύτρα του μαθές, τὸ πατρικό του χῶμα;
μπὰς καὶ μαντάτα σοῦ ‘φερε πὼς ἔρχεται ὁ γονιός σου;
ἢ νά ‘ρθε ἐδῶ γυρεύοντας δικές του τάχα ἀνάγκες;
Φάνηκε μόλις, κι ἔφυγε δὲν ἔμεινε δὰ κιόλας 410
νὰ γνωριστῇ· καὶ πρόστυχος δὲν ἔμοιαζε στὴν ὄψη.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Ὁ κύρης μου πιὰ γυρισμό, ὦ Εὐρύμαχε, δὲν ἔχει·
μήτε μαντάτα ἀκούγω ἐγώ, σὰ φτάνουν ἀπὸ κάπου,
μήτε μαντεῖες πιὰ ψηφῶ σὰν προσκαλέση ἡ μάνα
μάντη στὸ σπίτι καὶ ρωτάη. Ὁ ξένος πού εἶδες εἶναι
φίλος δικός μου πατρικὸς ἀπὸ τήν Τάφο, ὁ Μέντης·
τοῦ φρόνιμου τοῦ Ἀχίαλου παινιέται γιὸς πὼς εἶναι,
καὶ βασιλιὰς τῶν Ταφιτῶν, πού τὸ κουπὶ ἀγαπᾶνε.”
Αύτὰ εἶπε, κι ὅμως τὴ θεὰ στὸ νοῦ τὴν εἶχε πάντα, 420
Ἐκεῖνοι ὡς τόσο στὸ χορὸ καὶ στὸ γλυκὸ τραγούδι
τὸ γύρισαν, καὶ γλέντιζαν ὡς ποὺ νὰ ρθῆ τὸ βράδυ.
Καὶ καθὼς γλέντιζαν, τ’ ἀχνὸ κατέβηκε τὸ βράδυ·
καθένας τότες σπίτι του τραβοῦσε νὰ πλαγιάση,
καὶ πῆγε κι ὁ Τηλέμαχος στὸν ἁψηλοχτισμένο
τὸ θάλαμο ποὺ σφάνταζε μὲς στὴν αὐλὴ τὴν ὥρια,
νὰ μπῆ στὴν κλίνη του, πολλὰ στὸ νοῦ του μελετώντας.
Ἡ Εὐρύκλεια τότες τοῦ ‘φερε τὰ φώσια τ’ ἀναμμένα,
τοῦ Ὤπα ἡ κόρη ἡ μπιστευτή, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη,
π’ ὁ Λαέρτης ἄλλοτες μικρὴ τὴν πῆρε κοπελούδα 430
μὲ εἴκοσι βόδια πλερωμή, καὶ μέσα στὸ παλάτι
τὸ ἴδιο μὲ τήν ἄξια του γυναίκα τὴν τιμοῦσε,
μὰ ἀντάμα της δὲν πλάγιαζε, νὰ μὴ χολιάση ἐκείνη·
αὐτὴ τὰ φώσια ἀνέβασε, ποὺ ἀπὸ τὶς ἄλλες δοῦλες
τὸν εἶχε ἀγάπη ξέχωρη, κι ἀπὸ μωρὸ τὸν κοίτα.
Ἄνοιξε αὐτὸς τὸ θάλαμο τὸν τεχνικὰ φτιασμένο,
στὴν κλίνη κάθισε, ἔβγαλε τὸ μαλακὸ χιτώνα,
τὸν ἔθεσε στῆς φρόνιμης γερόντισσας τὰ χέρια,
κι αὐτὴ σὰν τόνε δίπλωσε καλά, σὲ ξυλοκάρφι
τὸν κρέμασε, παράδιπλα στὸ τορνευτὸ κλινάρι, 440
κι ἢβγε, τῆς θύρας σέρνοντας τὴν ἀργυρὴ κρικέλα,
ἀπέξωθε μὲ τὸ λουρὶ τὸ σύρτη της τραβώντας.
Κι αὐτὸς μὲ ἀνθὸ τοῦ προβατιοῦ γιὰ σκέπασμα ὅλη νύχτα
τὸ δρόμο συλλογιότανε ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ ξήγα.

Πηγή Βικιθήκη

Πώς μπορούμε να ζήσουμε ποιητικά τη μικρή μας ζωή . Του Σωτήρη Παστάκα

22228653_2011261065770885_674781208328596115_n

«ΑΝ παρουσιαστεί ένας θεός ή ένας φρόνιμος δάσκαλος και μας πει να μη βάζουμε στο νου μας, ούτε να σκεφτόμαστε τίποτα που να μην μπορούμε να το εκφράσουμε αμέσως μεγαλόφωνα, αυτό ούτε μια μέρα δεν θα το βαστάξουμε», λέει τελικά, ο Μάρκος Αυρήλιος. Για χρόνια νόμιζα πως ήταν απόφθεγμα του Επίκτητου. Μου είχε καρφωθεί στο μυαλό από το 2002, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το γνωστό πλέον βιβλίο που αγαπήθηκε πολύ από το κοινό κι αναφέρομαι φυσικά στο «Εις εαυτόν» στην παράφραση (όπως την αποκαλεί ο ίδιος) του Στέφανου Δέλτα από τις εκδόσεις της Εστίας (που περιλαμβάνει και το Εγχειρίδιο του Επίκτητου, αλλά και τον ύμνο στον Δία του Κλεάνθους). Στα σαράντα οκτώ μου χρόνια τότε, με είχε οδηγήσει η πολυτάραχη ζωή μου στους στωικούς, κι όχι το αντίστροφο. Για να μην τα πολυλογώ, το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί από τότε καθημερινό σχεδόν ανάγνωσμα για μένα. Το έχω χαρίσει σε ανθρώπους που πέρασαν πολύ κοντά κάποια στιγμή από τη ζωή μου και το ξαναγόρασα άλλες τόσες.
Για τη νευρωνική πλαστικότητα του εγκεφάλου (neuroplasticity), αρχίσαμε να ακούμε μετά το 2005: όλοι εμείς που έτυχε να είμαστε στο απόγειο της καριέρας μας εκείνα τα χρόνια, δεχθήκαμε τη νέα θεωρεία σαν γροθιά στο στομάχι. Είχαμε μάθει στο Πανεπιστήμιο τη δεκαετία του εβδομήντα πως ο εγκέφαλος γεννιέται με έναν συγκεκριμένο αριθμό κυττάρων τα οποία αρχίζει και χάνει καθημερινά, χωρίς τη δυνατότητα αναπλήρωσής τους. Την δεκαετία του ογδόντα, τα χρόνια της ειδικότητας στο Δαφνί, είχαμε επανεξετάσει τους ασυλιακούς θεσμούς, ήμασταν οι πρώτοι που έβγαλαν εκτός Ψυχιατρείου τους χρόνιους ασθενείς με μισθωμένα τουριστικά πούλμαν (δεν θα ξεχάσω πως στην πρώτη μεγάλη έξοδο στο Μεγάλο Πεύκο το 1987, μια από τις αγαπημένες μου ασθενείς, όταν ήρθε η σειρά της να παραγγείλει, ζήτησε ένα «Ταμ-ταμ»).Πρωτοστατήσαμε με αγώνες να έχουμε το δικαίωμα στο «rotation» δηλαδή στο δικαίωμα των ειδικευομένων να ολοκληρώνουν την ειδικότητά τους κι εκτός Ψυχιατρείου σε άλλες δομές, αλλά και για τους επίδοξους Ψυχιάτρους των Δημόσιων Νοσοκομείων να περνούν από το Δαφνί και τα άλλα ιδρύματα τουλάχιστον για ένα εξάμηνο. Αμφισβητήσαμε τον ιδρυματισμό αλλά δεν αμφισβητήσαμε ποτέ πως τα νευρικά κύτταρα φθίνουν απλώς με την πάροδο του χρόνου και δεν αναπαράγονται. Λάθος.
Χάρη στη θεωρεία της νευροπλαστικότητας λοιπόν, ανακαλύψαμε πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει την ικανότητα να αυτό-μεταβάλλεται ακόμα και μετά την ενηλικίωση, αλλά και καθ’ όλη την εξέλιξη του ανθρώπου γιατί το δίκτυο των συνάψεων μεταξύ των νευρώνων δείχνει να προσαρμόζεται ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχεται από το περιβάλλον. Η αλλαγή μπορεί να είναι είτε μικρή, η σύναψη σύνδεσης ανάμεσα σε δύο νευρώνες, είτε τόσο μεγάλη όσο η μετατροπή της λειτουργίας μιας ολόκληρης περιοχής του εγκεφάλου. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα ανάρρωσης από μια εγκεφαλική κάκωση ή ένα εγκεφαλικό επεισόδιο. Αυτή η ικανότητα, η οποία εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους σε όλο το νευρικό σύστημα, βασίζεται στη λεγόμενη νευρωνική πλαστικότητα. Είδαμε λοιπόν πως η απεριόριστη έκθεση σε πορνογραφικό υλικό ή σε ποδοσφαιρικά ματς και πολιτικές συζητήσεις μετέβαλλε τον εγκέφαλο των ανδρών προς τη συγκεκριμένη ενασχόλησή τους, όπως είδαμε το βιολιστή που ασχολιόταν οκτώ ώρες καθημερινώς με το βιολί του, να αναπτύσσει νέα νευρικά κύτταρα. Η νευροπλαστικότητα θεωρείται, εν συντομία, ότι αποτελεί το νευρολογικό υπόβαθρο της μάθησης.
Τι συμβαίνει λοιπόν, αν ο υποτιθέμενος άνθρωπος του αυτοκράτορα και φιλοσόφου Μάρκου Αυρηλίου διαβάζει ποίηση και αναστοχάζεται στίχους, και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να τους εκφωνήσει δημόσια; Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να ήταν ο νεαρός Ελύτης: αγαπούσε τα σπορ και ειδικά τα θαλάσσια σπορ, άκουγε ποιήματα και ίσως τα διάβαζε, επειδή τύχαινε να έχει φίλους ποιητές, αλλά όπως μας λέει ο ίδιος στα «Ανοιχτά χαρτιά», «Χρειάστηκε ο Καβάφης για να αισθανθώ το τίναγμα – κάτι πολύ δυνατό, πω, πω, τί ήταν αυτό ; – παράξενο πράγμα», για να γίνει ποιητής. Η ποίηση είναι αυτό το τράνταγμα, αυτός ο αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός που τινάζει στον αέρα τις εγκεφαλικές μας συνάψεις. Το «πω, πω» που έκανε ποιητή τον Οδυσσέα Ελύτη.
«Η ποίηση είναι μια έκτακτη καρδιακή συστολή», μας λέει ο Attilio Bertolucci. Νάτο πάλι το τίναγμα, το τράνταγμα, το αναπόφευκτο, το αδιόρατο, το εκπληκτικό, το ανήκουστο, το τελεσίδικο, το οδυνηρό, το απρόσμενο, το αναπάντεχο, το καταστροφικό, το ανάποδο, το μη-αναμενόμενο, το αδόκητο, το αιφνιδιαστικό, το ακαριαίο, το απροειδοποίητο, το κεραυνοβόλο, το απότομο, το ανέλπιστο, το παράδοξο, το ανατρεπτικό, το απίθανο, το καινοφανές. Το απρόοπτο ώστε να «μεταβληθεί ἐντός μου/καὶ ὁ ρυθμὸς τοῦ κόσμου», που θα έγραφε κι ο Γεώργιος Βιζυηνός.
Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά; Ο κόσμος που διαβάζει ποίηση ναι. Αναπτύσσει νέες συνδέσεις στον εγκέφαλο, σύμφωνα με τις νέες ανακαλύψεις στο χώρο των νευροεπιστημών και τη θεωρία της νευροπλαστικότητας (neuroplasticity). Χάρη λοιπόν, στις νέες συνάψεις που δημιουργούνται στον εγκέφαλό του, αρχίζει να αντιλαμβάνεται και διαφορετικά όλα τα παράλογα του βίου του, να αναπτύσσει και διαφορετικά αντανακλαστικά που τον προστατεύουν από την πεζή ασχήμια του πλανήτη. Ο υπόλοιπος κόσμος είναι καταδικασμένος να ζει μονοδιάστατα την όποια, καλή ή κακή, ζωή του.
Διαβάζοντας ποίηση δεν λέω πως θα γίνετε καλύτεροι άνθρωποι. Θα έχετε όμως αποκτήσει το θάρρος της γνώμης σας, θα μπορείτε να λέτε φωναχτά αυτά που σκέφτεστε, ανά πάσα στιγμή, όπως μας υποβάλλει ο Μάρκος Αυρήλιος, και δεν θα μείνετε ποτέ αποσβολωμένοι μπροστά στην τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η βλακεία μπορεί να παραμένει ανίκητη, αλλά δεν θα την αφήσετε ποτέ χωρίς αντίλογο.
(Πρώτη καταγραφή της προφορικής ομιλίας μου με τον ίδιο τίτλο, στο Colloquium νεοελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, στη Λευκωσία, κατά το χειμερινό εξάμηνο του 2016, όπως δημοσιεύτηκε στο έντυπο ΦΡΕΑΡ #19)

Πηγή : Ποιείν

ΑΛΚΜΗΝΗ ΚΟΓΓΙΔΟΥ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΔΟΚΙΜΙΟΓΡΑΦΟΣ Η ΣΧΕΣΗ ΠΟΥ ΑΓΝΟΗΣΑΜΕ

22310225_2011258535771138_8083572162982576060_n

Στην αρχαία Ελλάδα η σχέση του επιμέρους με το όλον, του φυσικού με το μεταφυσικό ήταν αυτονόητη και η έρευνα της επιστήμης διεξάγονταν με δέος καθώς είχε υπ’ όψιν της τη θεία νομοτέλεια. Η ολιστική φιλοσοφία που υπήρχε στη βάση όλων των μεγάλων πολιτισμών της αρχαιότητας, έμεινε ξένη κι απόμακρη για την σύγχρονη επιστήμη, που ακολουθώντας με ταχύτητα το μονόδρομο της εξέλιξής της, άφησε πίσω της τη φιλοσοφική ανησυχία σ’ ότι αφορά τη σχέση με τη ζωή υπό την καθολική έννοια.
Θριαμβολογούμε για τις νέες εφαρμογές της τεχνολογίας, ενώ η μεταβολή του κλίματος, η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κι όχι μόνον, προοιωνίζουν ένα δυσοίωνο μέλλον. Διερευνούμε το διάστημα, δαπανώντας τεράστια ποσά, ενώ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γης πεθαίνει από την πείνα και τη λειψυδρία! Η αποκρυπτογράφηση του γενετικού κώδικα (DNA) παρέχει το καινούργιο εφαλτήριο για τις περαιτέρω ανακαλύψεις που θ’ ακολουθήσουν. Ο άνθρωπος κινδυνεύει να εκληφθεί σαν ένα προϊόν εργαστηρίου! Οπωσδήποτε όμως ο γενετικός κώδικας δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος απόλυτα για την ανθρώπινη προσωπικότητα. Όταν απουσιάζει η ηθική αξιολόγηση, συντρέχει ο κίνδυνος που αφορά την εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων για το σκοπό τον οποίον, τελικά, υπηρετούν. Φημολογείται ότι θα είναι δυνατή η επιμήκυνση του χρόνου ζωής, αλλά τι νόημα θα έχει η μακροημέρευση σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον, όπου οι συνθήκες ζωής διαμορφώνονται αβίωτες, τόσο από την άποψη του φυσικού περιβάλλοντος, όσο και των ανθρωπίνων σχέσεων;
Σε καμιά περίπτωση η επέμβαση σε κυτταρικό βιολογικό επίπεδο, δεν μπορεί να επιφέρει βελτίωση της ζωής ως φαινόμενο κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό, ψυχικό και πνευματικό. Αν, το κύτταρο, διερευνάται στα εργαστήρια, η Ψυχή δεν υπόκειται ούτε στη σύνθεση, ούτε στην αποσύνθεση, αφορά μια ιδιότητα μεταφυσική του ανθρώπου, πέρα από τη μεταβλητότητα της ύλης. (το αθάνατον και ανώλεθρον της ψυχής επιχειρηματολογεί και αποδεικνύει ο Σωκράτης στο διάλογο του Πλάτωνα ΦΑΙΔΩΝ βλ.106c, 106d).
Υπό την προϋπόθεση ότι η γνώση είναι σχετική, κάθε επιστημονική έρευνα έχει σχετικό αποτέλεσμα. Έτσι, είδαμε τον μεγάλο Αϊνστάιν να ζητά δημόσια συγνώμη για την έκβαση που είχε η πιο σημαντική του ανακάλυψη, που όπως γνωρίζουμε έδωσε σαν επακόλουθο, ένα από τα μελανότερα σημεία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι, λοιπόν, ο σύγχρονος επιστήμονας, ένας, ακόμα, μαθητευόμενος μάγος, που μπαίνοντας στο θαυμαστό εργαστήρι της δημιουργίας, υπό το κράτος της σχετικής γνώσεως επεμβαίνει, παρεμβαίνει, παραβιάζει, αγνοώντας τη νομοτέλεια!
Πόσο, ακόμη, μπορεί να προχωρήσει η ζωή στον πλανήτη μας με τους ρυθμούς που ανεξέλεγκτα και καταστροφικά κινούν τα νήματα; Πόσο, ακόμα, μπορεί ο άνθρωπος να βρίσκεται ως ένας θεατής στο δράμα του άλλου, απών από τη Συνείδησή του;
Η βελτίωση της ζωής σε επίπεδο προσωπικό και κοινωνικό είναι υπόθεση ευθύνης τους καθενός. Η ελευθερία του σκέπτεσθαι και πράττειν προσδίδει στον άνθρωπο μια ευθύνη, η οποία είναι σχετική με την μεταφυσική διάσταση. Καμία θετική εξέλιξη, που να προωθεί το ανθρώπινο είδος, δεν υφίσταται, χωρίς το ήθος. «Ήθος ανθρώπω δαίμων» Ηράκλειτος. Δεν είναι δυνατόν να προωθήσει ο άνθρωπος τον εαυτό του, εάν δεν αναλάβει την απόφαση της αυτοπραγμάτωσής του, της ηθικής του τελείωσης. Η ένθεη φύση πέρασε στη λήθη, μέσα από στάδια επιχωματώσεων εγκλημάτων, άγνοιας, θεσμικά πλαίσια και συμβατικούς κανόνες.
Είναι αδύνατον η ζωή στον πλανήτη να έχει μέλλον, εάν ο άνθρωπος δεν αναθεωρήσει, αν δεν αξιολογήσει διαφορετικά τη ζωή, εγκαταλείποντας το παρελθόν, από το οποίο θα μπορούσε μόνον να διδαχθεί, αλλά, όχι να το επαναλάβει! Υπό την προϋπόθεση ότι συνειδητοποιεί το πεπερασμένο της ύπαρξής του, μπορεί να προσδώσει ένα νόημα προσωπικό σ’ αυτή τη ζωή, η οποία, όπως μας βεβαιώνουν οι μεγάλοι Μύστες και ο Θεός Λόγος είναι ένα π έ ρ α σ μ α. Μόνον, όταν ανακαλύψει, ο κάθε άνθρωπος, τη μοναδικότητά του και εκφρασθεί δημιουργικά, θα συμβάλει θετικά στο σύνολο.
Οι πολιτικοί ηγέτες χρησιμοποιούν την έννοια «λαός». Όμως, η έννοια αυτή είναι αφηρημένη. Πίσω απ’ αυτήν τη συλλογική πραγματικότητα θα έπρεπε να υπάρχει ο άνθρωπος ως μονάδα ευθύνης ώστε να συσταθεί η κοινωνία ως κοινωνία δικαίου, με τη συνείδηση του συνυπάρχειν.
Τα πρότυπα του ευδαιμονισμού που δόθηκαν μέσα από την υλιστική αντίληψη, είναι βέβαιο ότι δεν εξέλιξαν την ανθρώπινη ύπαρξη, απόδειξη τα φαινόμενα εγκληματικότητας και κάθε είδους βίας, που μαστίζουν κοινωνίες με αυξημένο οικονομικό δείκτη.
Τα επιτεύγματα των αρχαίων πολιτισμών μέχρι σήμερα μας προκαλούν δέος και ιδιαίτερα για το υψηλό επίπεδο της τεχνογνωσίας που διέθεταν οι αρχαίοι Έλληνες. Ακόμα και οι σύγχρονοι ειδικοί επιστήμονες μένουν έκπληκτοι! Καθώς μένει ανεξήγητος ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν, μας δημιουργούν την αίσθηση ότι είμαστε ανεπαρκείς και μειονεκτούμε ενώπιών τους στο να τα κατανοήσουμε! Ένας βασικός λόγος αυτής της αδυναμίας είναι ότι έχουμε αποκοπεί από τη σχέση του φυσικού με το μεταφυσικό.
Οι άγνωστες δυνατότητες του ανθρώπινου όντος που βρίσκεται στο μεσοδιάστημα, αφορούν το ανερεύνητο μέρος της σχέσης του με το Θεό. Η αποκάλυψη αυτής της σχέσης, που είναι καθαρά προσωπική, δεν έρχεται δια μέσου της προηγμένης ανθρώπινης διάνοιας. Η σχέση του ανθρώπου με το μέτρο, η αυτογνωσία, η αρετή της ταπεινότητας αποκαλύπτουν τη σχέση με το σύμπαν που υπάρχει κατ’ αντιστοιχία με τη σχέση του μηδενός και του απείρου.
Είναι αναγκαίο στην εποχή μας, ενώπιον του αδιεξόδου, να προσεγγίσει ο σύγχρονος άνθρωπος τη Σχέση, γενικότερα, ως μια πραγματικότητα.

Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

 

ΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Ποιες λέξεις στιλπνές ν’αναζητήσω
στον ουρανό της ελληνικής
και ποια ομορφιά απ’τις Καρυάτιδες 
και την Αφροδίτη της Μήλου;
Με ποιον «Ηνίοχο»
και με ποιο τέθριππο άρμα
να ηνιοχήσω τα ρήματα και ποιας συζυγίας
να εναρμονίσω την αλυσίδα του στίχου;
Κι είναι η ποίηση ψηφιδωτό από ουσιαστικά
άρθρα , μετοχές, ρήματα και επίθετα
με αρμούς -προθέσεις, συνδέσμους , απαρέμφατα
κόμματα , επιφωνήματα και ενωτικά.-
Κι είναι η ποίηση ένα διαρκές εισιτήριο
ένα κοράλλι που αστράφτει στον ήλιο
ένα κρύσταλλος των δακρύων του ποιητή
κι ένα εμβατήριο της ειρήνης με ήδιστο *
και πολύσημο λόγο να εφευρίσκεις
τους δίαυλους, να συνομιλείς
με τις ψυχές των ανθρώπων.
Κι όλα ένας πόνος διαρκής και οξύς
για τον Αδάμ και την Εύα
για τους εκδιωχθέντες απ’τον Παράδεισο
να μιλούν με αλήθειες και προπαντός
για ιδέες που απαιτούν, θυσίες
πορείες προς Εμμαούς κι ανατροπές
να ψηλαφίσεις το αναστάσιμο φως
αν κι ως ισχυρίζονται κάποιοι φιλοσοφούντες
και κομίζοντες γλαύκαν εις Αθήνας
μελετητές της Μηχανικής του πηλού
-ωιμέ ,τι ακούω στα ώριμα χρόνια μου-
ο θεός είναι επινόηση των ανθρώπων !!!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,6-10-2017

*ήδιστος < υπερθετικός βαθμός του ηδύς
ήδιστος=πολύ ευχάριστος, πολύ γλυκός

Vicky Kostenas «Dichtung is die Schriftkultur, die Gefühle verführen kann». Herbstliche Stimmung (Φθινοπωρινή ατμόσφαιρα)

22221692_2011270812436577_7143649563589314908_n

Ατελεύτητες παύσεις και στήξεις
η ανεμοσυρμή του αγέρα.
Στην αθωότητα ξοδεύουν
τα αμπέλια την ανεμελιά.
Σταλάζουν νέκταρ
οι νυμφοντυμένες ακακίες,
να προσελκύσουν μυστικές ανεμοπνοές
στη συμπόρευση με την ερημιά.
Ένας διηνεκής εθισμός
η αναδίπλωση του στίχου
ορμά μες στα ημίμετρα
τον πόθο σε λυρισμό να χτίσει.

Σε ιδεώδη μορφή εξυψώνει η ιστορία
τα αφηγηματικά ρεπερτόρια,
έχοντας ως όπλο την πειστική ικανότητα,
να ανιχνεύει τον εφικτό του στίχου μηχανισμό.

ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἥ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε.

Η θάλασσα έχει κι αυτή ένα τίμημα.
Δεν σταματά να αφρίζει,
αν δεν ωθήσει θύσσανους
αφρών στην αμμουδιά,
απαλύνοντας τα ενδόψυχά της
με ένα γαλήνιο τραγούδι
στη μαεστρία του νερού.
Οι άνθρωποι σαν πουκάμισα παρέρχονται.
Μα η θάλασσα είναι εδώ να περιμένει
όσους δεν πρόφθασαν στο Θιάκι να γυρίσουν.

Poesia: Vicky Kostenas Lagdos
Musik: Immortal von Thomas Bergersen
Zürich, 27. September 2017

https://www.youtube.com/watch?v=jdF7jvAm52E&feature=youtu.be

Φωτογραφία : πηγή Αντικλείδι