Αρχείο | Σεπτέμβριος 13, 2017

Γιώργος Ιωάννου, Τα βήματά σου

15338811_1870648389832154_6703091094658680884_n

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα∙
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.

Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963)

Πηγή https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1560.0

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 13, 2017, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Χαρούμενη Καλημέρα σε όλους !!!!

14222184_1822100761353584_2346048958830345681_n

…. μόνο η αγάπη χωράει
στις αποσκευές μου,
αυτή που πήρα κι αυτή 
που έδωσα πιστέψτε με ….
Soula Maropaki

Κάποιος είπε πως η αγάπη σ’ ένα αστέρι κατοικεί ….

https://youtu.be/rg7lrZVjFYU

Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/β Συγγραφέας: Όμηρος Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης Ραψωδία β

21462448_1999576980272627_7367817307591993227_n

Ἔφεξ’ ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα,
καὶ τοῦ Ὀδυσσέα ὁ ἀκριβογιὸς σηκώθη ἀπὸ τὸ στρῶμα,
ντύθηκε, ζώνει τὸ σπαθὶ τὸ κοφτερὸ στὸν ὦμο,
ὥρια ποδένει σάνταλα στὰ πόδια τὰ λαμπρά του,
καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ θάλαμο μὲ ἀθάνατο παρόμοιος.
Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους ἀμέσως
τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς σὲ συντυχιὰ νὰ κράξουν.
Τοὺς κράξανε, καὶ γλήγορα συνάχτηκαν ἐκεῖνοι.
Καὶ σὰ συνάχτηκαν, καὶ μιὰ παρέα ὅλοι γενῆκαν,
κινάει ἐκεῖ μὲ χάλκινο κοντάρι στὴν παλάμη,    10
μονάχος ὄχι· δυὸ σκυλιὰ γοργόποδ’ ἀκλουθοῦσαν,
κι ἡ Ἀθηνᾶ μὲ θεόλαμπρη τὸν περεχοῦσε χάρη.
Τόνε θαμάζανε ὅλοι τους σὰν ἔρχουνταν. Καθίζει
στὸ πατρικό του τὸ θρονὶ, κι οἱ γέροι δίνουν τόπο.
Τότες ὁ Αἰγύπτιος ὁ ἥρωας ἀρχίνησε τὸ λόγο,
σκυφτὸς ἀπὸ τὰ γερατειά, καὶ μὲ πολλὰ στὸ νοῦ του.
Τὶ κι ἐκεινοῦ ὁ ἀκριβογιὸς μὲ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα
στὸ Ἴλιο τότες μίσεψε μὲ κουφωτὰ καράβια,
ὁ Ἄντιφος, κονταριστής, ποὺ ὁ Κύκλωπας ὁ ἄγριος
τὸν ἔκοψε, καὶ δεῖπνο του τὸν ἔκαμε στὸ σπήλιο.    20
Τοῦ ‘μειναν τρεῖς· ὁ Εὐρύνομος, μνηστήρας κι αὐτὸς ἕνας,
κι οἱ ἄλλοι δυὸ νοιαζόντουσαν τὰ γονικὰ χωράφια·
μὰ ἐκειὸν τὸν εἶχε ἀξέχαστο καὶ τὸν πικροθρηνοῦσε.
Καὶ δάκρυα τώρα χύνοντας ξαγόρεψέ τοὺς κι εἶπε·
“Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, Θιακήσοι. Συντυχιά μας
δὲν ἔγινε, ἢ συνέδριο μας κανένα ἀφότου ὁ μέγας
ὁ Ὀδυσσέας μίσεψε μὲ κουφωτὰ καράβια.
Ποιός τώρα ἐδῶ μᾶς κάλεσε; ποιός τόσην ἔχει ἀνάγκη;
ἀπὸ τοὺς νέους τάχα γιά ἀπ’ τοὺς παλιούς μας νά ‘ναι;
ν’ ἄκουσε τάχα στράτεμα πὼς πλάκωσε, καὶ θέλει    30
σὰν πρῶτος ποὺ τ’ ἀπείκασε νὰ μᾶς τὸ φανερώση;
ἢ γι ἄλλο τίποτις κοινὸ θὰ βγῆ νὰ μᾶς μιλήση ;
Καλὸς μοῦ φαίνεται ἄνθρωπος, καὶ βλογημένος νά ‘ναι.
Νὰ τοῦ χαρίζη ὁ Δίας καλά, ὅσα ζητάει ἡ ψυχή του.”
Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος τά ‘χε καλὸ σημάδι.
Καὶ πιὰ δὲν κάθουνταν, παρὰ ποθώντας νὰ μιλήση,
στάθη στὴ μέση· τοῦ ‘βαλε στὸ χέρι δεκανίκι
ὁ κήρυκας Πεισήνορας, μὲ νοῦ καὶ γνῶσες ἄντρας.
Καὶ τότες πρῶτα γύρισε κατὰ τὸ γέρο, κι εἶπε·
“Αὐτός, ὦ γέρο, ποὺ ρωτᾶς, θὰ δῆς, μακριὰ δὲν εἶναι·    40
ἐγὼ τὸν κόσμο κάλεσα, τὶ ἐμένα ἀγγίζει ὁ πόνος.
Καὶ μήτε στράτεμα ἄκουσα νὰ πλάκωσε, καὶ θέλω
σὰν πρῶτος ποὺ τ’ ἀπείκασα νὰ σᾶς τὸ φανερώσω,
μήτ’ ἄλλο τίποτις κοινὸ δὲ βγαίνω νὰ ξηγήσω,
Παρὰ δικό μου πάθημα, ποὺ μοῦ ‘πεσε στὸ σπίτι
διπλό· τὸν ἄξιο μου ἔχασα γονιὸ ποὺ κυβερνοῦσε
ἐσᾶς ἐδῶ ὅλους μιὰ φορὰ σὰν ἥμερος πατέρας,
κι ἄλλο, χειρότερο πολύ, ποὺ πάει νὰ ξολοθρέψη
τὸ σπιτικό μου, κι ὅλο μου τὸ βιὸς νὰ τ’ ἀφανίση.
Μνηστῆρες πλῆθος πέσανε τῆς ἄθελής μου μάνας,    50
γιοὶ τῶν ἀντρῶν ποὺ βρίσκουνται προυχόντοι μὲς στὸν τόπο,
καὶ νὰ φανοῦνε τρέμουνε στοῦ Ἰκάριου τοῦ γονιοῦ της,
ποὺ αὐτὸς τὴ θυγατέρα του θὰ προίκιζε, καὶ σ’ ὅποιον
πιὸ ταιριαστὸς τοῦ φαίνουνταν, τήν ἔδινε γυναίκα.
Μόνε σ’ ἐμᾶς ὁλοκαιρὶς χαζεύοντας ἐκεῖνοι
καὶ βόδια σφάζοντας κι ἀρνιά, καὶ τὰ παχιὰ τὰ γίδια,
τὸ χαίρουνται, καὶ πίνουνε τὸ φλογερὸ κρασί μου,
τοῦ κάκου, καὶ τὰ καταλοῦν γιατὶ ἄντρας πιὰ δὲ στέκει
σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας ἤτανε, τὸ σπίτι νὰ γλυτώση.
Κι ἐμεῖς γι’ αὐτοὺς δὲ σώνουμε· μὰ ἀλήθεια καὶ κατόπι    60
θά ‘μαστε ἐμπρός τους ἀχαμνοὶ κι ἀνήξεροι ἀπὸ μάχη.
Νά ‘χα μαζί μου δύναμη, κι ἐγὼ θ’ ἀντιστεκόμουν,
τὶ ἀβάσταχτά ‘ναι ἐτοῦτα πιά· μοῦ ἀφάνισαν τὸ σπίτι
καὶ πῆγε· νιῶστε την κι ἐσεῖς αὐτὴ τὴν ἀδικιά τους,
ντραπῆτε ἐκείνους τοὺς λαοὺς ποὺ γύρω γειτονεύουν,
καὶ φοβηθῆτε τοὺς θεούς, μὴν ὀργιστοῦν καὶ ρίξουν
μιὰ μέρα στὸ κεφάλι σας τὰ μαῦρα αὐτὰ τὰ ἔργα.
Προσπέφτω σας, γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμης,
ποὺ τῶν ἀντρῶν τὶς συντυχιὲς αὐτὴ σκορπάει ἢ φέρνει,
πάψτε, καλοί μου, ἀφῆστε με μὲς στὸν καημὸ νὰ λυώνω    70
μοωάχος, ἂν ὁ δοξαστὸς πατέρας μου Ὀδυσσέας
στὸυς Ἀχαιοὺς δὲν ἔκαμε κακὸ ἀπὸ ὄχτρητά του,
ποὺ τώρα μ’ ὄχτρητα κι ἐσεῖς τὸ ξεπλερώνετέ μου,
σ’ ἐτούτους θάρρος δίνοντας· πιὸ κέρδος γιὰ τὰ μένα
ἐσεῖς νὰ καταλούσατε τὸ βιὸς καὶ τὰ καλά μου.
Νά ‘σαστε ἐσεῖς, τὸ δίκιο μου θὰ τό ‘βρισκα μιὰ μέρα·
τὶ μὲς στὴ χώρα θά ‘βγαινα, καὶ γκαρδιακὰ μιλώντας
τὰ πλούτια μου θὰ γύρευα, ὡς ποὺ ὅλα νὰ δοθοῦνε.
Μὰ τώρα πόνο ἀγιάτρευτο μοῦ βάζετε στὰ σπλάχνα.”
Αὐτὰ τοὺς εἶπε μὲ χολή, κι εὐτὺς τὸ δεκανίκι    80
χάμου πετάει δακρύζοντας· κι ὅλους τοὺς πῆρε ἡ λύπη.
Σωποῦσαν, καὶ κανένας τους νὰ βγάλη δὲν κοτοῦσε
λόγο σκληρό, κι ἀπάντηση νὰ δώση· μόνο ὁ Ἀντίνος
σηκώθηκε ἀπ’ τοὺς Ἀχαιούς, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη.
“Μωρὲ λογά, ἀχαλίνωτε Τηλέμαχε, τί λές μας;
μᾶς βρίζεις, κι ἀβανιάσματα νὰ μᾶς κολλήσης θέλεις·
μὰ ξέρε το πὼς δὲ σοῦ φταῖν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ μνηστῆρες,
παρὰ ἡ μανούλα σου τὰ φταίει, ποὺ χίλια ξέρει ὁ νοῦς της.
Τρεῖς χρόνοι τώρα πέρασαν, καὶ τέταρτος κοντεύει,
ποὺ αὐτὴ γελάει τοὺς Ἀχαιούς. Ἐλπίδες δίνει σ’ ὅλους,    90
καὶ καθενοῦ ξεχωριστὰ ταξίματα τοῦ στέλνει,
αὐτὴ ὅμως ἄλλα μελετάει. Καὶ κοίταξε κι ἐτούτη
τὴν πονηριὰ ποὺ μπόρεσε νὰ σοφιστῆ καὶ νά ‘βρη.
Στήνει θεόμακρο πανὶ στὸν πύργο της νὰ φάνη,
ψιλόκλωστο κι ἀμέτρητο, καὶ λέει μας· “Παλληκάρια,
μνηστῆρες μου, τώρα ὁ λαμπρὸς που ἀπέθανε Ὀδυσσέας,
μὴ βιάζετε τὸ γάμο μου, γιὰ ν’ ἀποσώσω πρῶτα
τὸ πανικό, νὰ μὴ χαθοῦν τὰ νήματα τοῦ κάκου,
ποὺ τό ‘χω γιὰ τὸ σάβανο τοῦ ἥρωα τοῦ Λαέρτη,
σὰν ἔρθη ὁ κορμοτεντωτὴς ὁ χάρος καὶ τὸν πάρη,    100
μπὰς καὶ καμιὰ τῶν Ἀχαιῶν κερὰ μὲ ψεγαδιάση,
ἂν κοίτεται ἀσαβάνωτος, πού ‘ταν καὶ τόσο πλούσιος.”
Αὐτὰ εἶπε, κι οἱ λεβέντικες τὰ δέχτηκαν ψυχές μας.
Λοιπόν, τὶς μέρες ἔφαινε τὸ θεόμακρο πανί της,
τὴ νύχτα ὅμως τὸ ξέφαινε σὰν ἔφερναν τὰ φῶτα.
Τρεῖς χρόνους μᾶς κρυφόπαιζε, κι ἔτσι μᾶς ἔπειθε ὅλους·
μὰ οἱ ἐποχὲς σὰ φέρανε τὸν τέταρτο τὸ χρόνο,
μιά της γυναίκα πὄξερε, μᾶς τὰ φανέρωσε ὅλα,
καὶ πιάσαμέ την τὸ λαμπρὸ πανί της νὰ ξεφαίνη.
Καὶ τότες πιὰ μὲ τὸ στανιὸ τὸ τέλειωσε ἀπ’ ἀνάγκη·    110
κι ἐσένα, νὰ τί ἀπάντηση σοῦ δίνουν οἱ μνηστῆρες,
κι ἐσὺ νὰ ξέρης, κι οἱ Ἀχαιοὶ νὰ μάθουν ὅλοι ἐτοῦτοι.
Ξεδιάβασ’ την τὴ μάνα σου, καὶ πὲς νὰ πάη νὰ πάρη
ὅποιον καλέση ὁ κύρης της κι ὅποιον αὐτὴ θελήση.
Μὰ ἂ μελετάη τοὺς Ἀχαιοὺς νὰ βασανίση ἀκόμα,
μὲ ὅσα φυλάει τῆς Ἀθηνᾶς χαρίσματα ἡ ψυχή της,
μὲ τὴν πιδέξια τέχνη της, μὲ τὴ λαμπρὴ ξυπνάδα,
τὶς μαριολιές, ποὺ σὰν κι αὐτὲς μήτ’ οἱ παλιὲς ἐκεῖνες
ὡριομαλλοῦσες Ἀχαιὲς δὲν ἄκουσα ἂν τὶς εἶχαν,
ἡ Ἀλκμήνη, ἡ ὡριοστεφάνωτη Μυκήνη, μήτε ἡ Τύρω,    120
πού μιά τους δὲν τῆς ἔμοιαζε στὸ νοῦ τῆς Πηνελόπης,
αὐτὸ ὅμως δὲν τ’ ἀπείκασε· πὼς θὰ σοῦ τρῶνε οἱ ἄλλοι
τὸ βιός σου καὶ τἀ πλούτια σου ὅσο πεισμώνει ἐκείνη
στὴ γνώμη ποὺ οἱ ἀθάνατοι τῆς βάλανε στὸ νοῦ της.
Μεγάλο ἀπόχτησε ὅνομα για λόγου της, μὰ ἐσένα
ἀρίθμητα σὲ στέρησε καλα. Καὶ γνὼριζέ το,
πὼς ἐμεῖς μήτε σ’ ἐξοχὴ μήτε κι ἀλλοῦ δὲν πᾶμε,
πρὶν αὐτὴ πάρη ἀπὸ τὰ μᾶς τὸν ἄντρα ποὺ διαλέξη.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Ἀντίνο, ἀπὸ τον πύργο μου δε γίνεται νἀ διώξω    130
ἐκείνη ποὺ μὲ γέννησε καὶ μ’ ἔθρεψε· ὁ γονιός μου,
ζῆ ἀπέθανε, σὲ ξένη γης ἀπόμεινε· ἂν τὴ στείλω
τὴ μάνα ἐγὼ, στὸν κύρη της θὰ τ’ ἀκριβοπλερώσω.
Κι ἀπ’ τὸν Ἰκάριο συφορὲς κι ἀπ’ τὸ θεὸ θὰ μοῦ ‘ρθουν,
σὰ φεύγει ἡ μάνα καὶ ξορκάει τὶς μαῦρες Ἐρινύες·
μὰ καὶ τοῦ κόσμου ἐπάνω μου τὴν κατηγόρια θά ‘χω·
ὥστε ποτές μου τέτοιο ἐγὼ δὲν ξεστομίζω λόγο.
Κι ἀτοί σας ἂν τὸ νιώθετε τὸ κρῖμ’ αὐτό, νὰ σύρτε,
ἄλλα τραπέζια νά ‘βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε,
ὁ ἕνας σπίτι τοῦ ἀλλονοῦ. Μὰ ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε    140
πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια
ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες
καλῶ βοήθεια τοὺς θεούς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη
τὸ γδικιωμὸ πού ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι
πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.”
Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ βροντόφωνος ὁ Δίας τότες στέλνει
ἀπ’ τ’ ἁψηλὸ βουνόκορφο δυὸ ἀϊτοὺς καὶ ξεκινᾶνε,
Πέταγαν πρῶτα ἀνάλαφρα σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου,
πλευρὸ πλευρὸ διαβαίνοντας μὲ τὰ φτερὰ ἁπλωμένα·
μὲ στῆς πολύβοης συντυχιᾶς σὰν ἔφτασαν τὴ μέση,    150
στριφογυρνοῦν, καὶ μὲ βαρὺ φτερούγιασμα κοιτώντας
πρὸς τὰ κεφάλια τοῦ λαοῦ ματιὲς θανάτου ρίχτουν·
καὶ μὲ νυχιὲς σὰν ἔσκισαν τὰ μοῦτρα, τὰ λαιμά τους,
δεξὰ κινώντας πέρασαν τὶς κατοικιὲς τῆς χώρας.
Θαμάσαν ὅλοι βλέποντας τὰ ὅρνια σὰ φανῆκαν,
κι ὁ νοῦς τους ἀνιστόραγε τὰ μέλλανε νὰ γίνουν.
Ὁ γέρος τότε ἥρωας τοὺς μίλησε Ἁλιθέρσης,
τοῦ Μάστορα, ποὺ πρῶτος τους κρινότανε ὁλονῶνε
στὴ γνώριση τῆς μαντικῆς, στὴν ὁρμηνειὰ τῶν ὄρνιων·
αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·    160
“Ἀκοῦστε με, ὦ Θιακήσοι ἐσεῖς, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες,
τὸ τί ἔχω τώρα νὰ σᾶς πῶ καὶ νὰ σᾶς φανερώσω.
Βαρὺ κακὸ τοὺς ἔρχεται· δὲ δύνεται ὁ Δυσσέας
νὰ μείνη πιὰ πολὺν καιρὸ μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς του·
σιμὰ ἐδῶ κάπου θάνατο γιὰ τοὺς μνηστῆρες σπέρνει
μὰ κι ἄλλοι μας ἐδῶ πολλοὶ θὰ πάθουμε μαζί τους,
ποὺ κατοικιά μας ἔχουμε τὸ ξάστερο τὸ Θιάκι·
τὸ πῶς θᾶ τοῦς μποδίσουμε ἀπὸ τώρα ἂς στοχαστοῦμε,
ἢ ἐτοῦτοι πρῶτοι ἂς πάψουνε· τὶ γιὰ καλό τους εἶναι.
Δὲν προφητεύω ἀνήξερος· κατέχω τὰ ποὺ κρένω·    170
ἔτσι κι ἐκειοῦ ὅσα μάντεψα ἐγὼ τότες, ὅλα βγῆκαν
ὅταν οἱ Ἀργῖτες ὅλοι τους στοῦ Ἴλιου τὴ χώρα ὁρμοῦσαν,
κι ἀντάμα τους ὁ τρίξυπνος ξεκίναε Ὀδυσσέας.
Θὰ πάθη, τοῦ ‘λεγα, πολλά, θὰ χάση τοὺς συντρόφους,
καὶ θὰ γυρίση ἀγνώριστος στὰ εἴκοσι τὰ χρόνια
στὸν τόπο του· καὶ νά, ποὺ αὐτὰ τώρα τοῦ βγαίνουν ὅλα.”
Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος ἀντίσκοψε καὶ τοῦ ‘πε·
“Σπίτι σου σέρνε, γέρο ἐσὺ, καὶ βγάζε τῶν παιδιῶ σου
μαντεῖες, μπὰς καὶ πάθουνε κανὲ κακὸ κατόπι·
προφήτης εἶμ’ ἐγὼ σ’ αὐτὰ πολὺ καλύτερός σου.    180
Ὄρνια γυρίζουνε πολλὰ κάτω ἀπ’ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου,
μὰ δὲ μαντεύουν ὅλα· πάει, χάθη ὁ Δυσσέας στὰ ξένα·
μακάρι ν’ ἀφανίζουσαν κι ἐσὺ μαζὶ μ’ ἐκεῖνον,
νὰ μὴ μᾶς ψέλνης τώρα ἐδῶ τὶς τόσες μαντικές σου,
κεντώντας ἀδιαφόρετα τὸ χόλιασμα τοῦ γιοῦ του,
μ’ ἐλπίδα κι ἴσως σπίτι σου κάποιο σοῦ στείλη δῶρο.
Σοῦ λέω ἐγὼ μιὰ καὶ καλή, κι αὐτὸ ποὺ πῶ τελειέται·
ἐσυ πού ξέρεις τὰ παλιὰ καὶ τὰ πολλά, ἂν ἐτούτου
τοῦ νέου ἀνάψης τὴν ὀργὴ μὲ πλανερά σου λόγια,
πρῶτος αὐτὸς χερότερα θὰ πάθη ἀπ’ ἀφορμή σου,    190
καὶ μήτε ἀπ’ αὐτουνοὺς καλὸ δὲ θενὰ δῆ, κι ἐσένα
μὲ πρόστιμο θὰ ψήσουμε βαρύ, ποὺ σὰν πλερώνης
ἀπὸ τὸν πόνο, γέρο μου, θενὰ λυσσάξη ὁ νοῦς σου.
Καὶ τώρα τὸν Τηλέμαχο μπρὸς σ’ ὅλους συβουλεύω
νὰ πῆ τῆς κερὰ μάνας του νὰ σύρη στοῦ γονιοῦ της,
κι αὐτοὶ θὰ τὴν παντρέψουνε κι ἀρίφνητα θὰ βγάλουν
προικιά, σὰν ποὺ ταιριάζουνε σὲ κόρη ἀγαπημένη,
Τὶς βαρετές μας προξενειὲς ἀλλιῶς δὲν παραιτοῦμε,
τὶ στάλα δὲ φοβόμαστε κανέναν ἐδῶ πέρα,
μὰ μήτε τὸν Τηλέμαχο μὲ τὰ πολλὰ τὰ λόγια·    200
κι οὐδὲ ψηφοῦμε, γέροντα, τὶς προφητεῖες ποὺ βγάζεις,
τὶς ἀνωφέλευτες, ποὺ πιὸ σιχαμερὸ σὲ κάνουν.
Τὰ πλούτια του θὰ τρώγουνται κι ἀγύριστα θὰ μνήσκουν,
ὅσο αὐτὴ παίζει τοὺς Ἀχαιούς, τὸ γάμο ἀργοπορώντας·
καὶ πάντα θὰ προσμένουμε καὶ θὰ λογομαχοῦμε
γιὰ τὶς περίσσιες χάρες της, καὶ σ’ ἄλλες δὲ θὰ πᾶμε,
ἀπ’ ὅσες ταίρια γίνουνται καλὰ τοῦ καθενοῦ μας.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει·
“Εὐρύμαχε, κι οἱ ἄλλοι ἐσεῖς καμαρωτοὶ μνηστῆρες,
μήτε μιλῶ γι’ αὐτὰ ἐγὼ πιά, κι οὐδὲ παρακαλῶ σας·    210
αὐτὰ τώρα κι οἱ ἀθάνατοι κι οἱ Ἀχαιοὶ τὰ ξέρουν.
Παρὰ καράβι γλήγορο κι εἴκοσι δόστε μου ἄντρες,
ἀπό ‘ναν τόπο σ’ ἄλλονα ταξίδι νὰ μὲ πάρουν.
Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω καὶ στὴ Σπάρτη,
τοῦ πλανημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ νὰ μάθω·
ἢ κάποιος θὰ μοῦ πῆ θνητὸς, ἢ τὴ φωνὴ θ’ ἀκούσω
ποὺ στέλνει ὁ Δίας καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες,
Κι ἂ μάθω πὼς ὁ κύρης μου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση,
ὡς ἕνα χρόνο, κι ἂς πονῶ, θένα ‘παντέξω ἀκόμα·
ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς μοῦ χάθη ἀκούσω,    220
γυρίζω πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας,
τοῦ στήνω μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτω δῶρα,
ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύω καὶ τὴ μάνα.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, κάθισε· κι εὐτὺς σηκώθη ὀμπρός τους
ὁ Μέντορας ποὺ σύντροφο ὁ λαμπρὸς Δυσσέας τὸν εἶχε,
καὶ φεύγοντας στὰ χέρια του τὸ σπιτικό του ἀφῆκε,
ὅλοι ν’ ἀκοῦν τὸ γέροντα, καὶ νὰ φυλάη τὰ πάντα·
ἐκεῖνος μὲ καλογνωμιὰ ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·
“Ἀκοῦστε με τὸ τί θὰ πῶ, Θιακήσοι. Πιὰ κανένας
ἂς μὴ μᾶς ἔρθη βασιλιάς, καλόβουλος καὶ δίκιος    230
καὶ πρόσχαρος, παρὰ σκληρὸς καὶ κακοπράχτης νά ‘ναι,
ἀφοῦ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα κανένας δὲ θυμᾶται,
μὲς στὸ λαὸ ποὺ σὰ γονιὸς μ’ ἀγάπη τὸν κυβέρνα.

Καὶ δὲ θαμάζουμαι ἐτουνοὺς τοὺς ἄφοβους μνηστῆρες,
ποὺ ἔργατα παράνομα μὲ πονηριὲς σκαρώνουν·
ἂν αὐτοὶ τρῶν καὶ καταλοῦν τοῦ Ὀδυσσέα τὸ σπίτι,
μὲ τὴ ζωή τους παίζουνε, καὶ λὲν πὼς χάθη ἐκεῖνος.
Μὰ ἐσᾶς τοὺς ἄλλους, ποὺ βουβοὶ καθόσαστε, καὶ λόγο
δὲ βγάζετε ἐναντίο τους, νὰ τοὺς καταδαμάστε,    240
ἐσεῖς οἱ πάμπολλοι, αὐτουνοὺς τοὺς μετρητοὺς μνηστῆρες.”
Κι ὁ Λειώκριτος τοῦ Εὐήνορα γυρίζει κι ἀπαντάει του·
“Μέντορα ἐσὺ, κακόμυαλε καὶ κλούβιε, τί φωνάζεις;
Τοὺς λὲς νὰ μᾶς δαμάσουνε, κι ὡς τόσο δύσκολό ‘ναι
οἱ λίγοι νὰ χτυπήσουνε πολλοὺς γιὰ φαγοπότι,
Κι ἂν ὁ Θιακήσος Ὀδυσσέας φανερωθῆ ἀπατός του,
κι ἀπὸ τὸν πύργο σοφιστῆ νὰ διώξη τοὺς μνηστῆρες,
ἐκεῖ ποὺ τρωγοπίνουνε τὰ παλληκάρια ἀντάμα,
δὲ θά ‘χαιρε ἡ γυναίκα του ποὺ γύρισε ὁ καλός της,
τὶ μαῦρο τέλος θά ‘βρισκε ἐκεῖ μέσα πολεμώντας    250
ἕνας αὐτὸς μὲ τοὺς πολλούς· μὰ ἐσὺ σωστὰ δὲν τά ‘πες.
Ἐλατε τώρα ἐσεῖς, παιδιά, σκορπιέστε στὶς δουλειές σας·
ὁ Ἁλιθέρσης τούτονε κι ὁ Μέντορας ἂς βάλουν
στὸ δρόμο του, σὰν πού ‘ναι δὰ καὶ γονικοί του φίλοι,
Μὰ ἐγὼ θαρρῶ πολὺν καιρὸ θὰ κάθεται στὸ Θιάκι
ν’ ἀκούη μαντάτα, καὶ ποτὲς δὲ θὰ χαρῆ ταξίδι.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, σκόρπισε τὴ συντυχιὰ μὲ βιάση.
Καὶ σύρανε στὸ σπίτι του ὁ καθένας, κι οἱ μνηστῆρες
κατὰ τὸν πύργο κίνησαν τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.
Τότες μακριὰ ὁ Τηλέμαχος στ’ ἀκρόγιαλο κατέβη,    260
τὰ χέρια θαλασσόνιψε, κι ἔκαμε δέηση κι εἶπε·
“Ἄκου μ’, ἐσὺ ὁ θεός, ποὺ ἐχτὲς στὸν πύργο ἦρθες καὶ μοῦ ‘πες
νὰ πάρω πλοῖο καὶ στ’ ἀχνὰ τὰ πέλαα ν’ ἀρμενίσω,
νὰ μάθω ἂ γύρισε ὁ γονιὸς ποὺ λείπει τόσους χρόνους,
κι ὅμως μποδίζουν οἱ Ἀχαιοί, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες,
πού ‘ναι μεγάλη ἡ κάκια τους, περίσσια ἡ περηφάνεια.”
Αυτὰ σὰν προσευκήθηκε, νά, ἡ Ἀθηνᾶ προβάλλει,
μὲ τὴ φωνὴ καὶ τὸ κορμὶ τοῦ Μέντορα ἀντικρύ του,
καὶ συντυχαίνει του, καὶ λέει μὲ φτερωμένα λόγια·
“Τηλέμαχε, ἄναντρο ἢ χαζὸ δὲ θὰ σὲ λὲν κατόπι,    270
ἂν τοῦ γονιοῦ σου ἡ λεβεντιὰ μέσα σου μνήσκη, κι εἶσαι
τέτοιος πού ἐκεῖνος ἤτανε καὶ σ’ ἔργα καὶ σὲ λόγια·
καὶ τότες τὸ ταξίδι σου δὲν πάει χαμένο, θά ‘βγη.
Μ’ ἂν ἐκεινοῦ δὲν εἶσαι ἐσὺ γιὸς καὶ τῆς Πηνελόπης,
αὐτὰ ποὺ λαχταρᾶς θαρρῶ δὲ θὰ τὰ δῆς νὰ βγοῦνε.
Λίγα στὸν κόσμο αὐτὸ παιδιὰ μὲ τοὺς γονιούς τους μοιάζουν,
χερότεροι εἶναι οἱ πιὸ πολλοὶ, καλύτεροί ‘ναι λίγοι,
Μὰ ἀφοῦ δὲ θά ‘σαι ἐσὺ ἄναντρος μηδὲ χαζὸς κατόπι,
κι ἀφοῦ ποτὲς δὲ σ’ ἄφησε τοῦ Ὀδυσσέα ἡ γνώση,
μελέτα το πῶς τὰ ἔργα αὐτὰ ἐσὺ θὰ τὰ τελέσης,    280
κι ἀψήφα τους τοὺς ἄμυαλους αὐτοὺς καὶ τὶς βουλές τους,
τὶ γνώση αὐτοὶ δὲν ἔχουνε καὶ δίκιο δὲ γνωρίζουν·
δὲν ξέρουν πὼς ὁ θάνατος κι ἡ μαύρη τους ἡ μοῖρα
εἶναι κοντὰ, καὶ θὰ τοὺς φάη μονήμερα ὁλονούς τους,
Καὶ τὸ ταξίδι ποὺ ζητᾶς πολὺ πιὰ δὲ θ’ ἀργήση·
τέτοιος σου φίλος πατρικὸς ἐγώ ‘μαι, ποὺ καράβι
θὰ σοῦ τοιμάσω γλήγορο, κι ἴδιος θὰ ρθῶ μαζί σου,
Πήγαινε, σμίξε τώρα ἐσὺ μὲ τοὺς μνηστῆρες σπίτι,
προμήθειες μάζωξε πολλές, καὶ σ’ ἀγγειὰ μέσα κλεῖσ’ τες·
μὲς στὶς λαγῆνες τὸ κρασὶ, τ’ ἀλεύρι, τὸ μεδούλι    290
τοῦ κάθε ἀνθρώπου, σὲ πετσιὰ σφιχτοραμμένα βάλ’ το·
κι ἐγὼ πηγαίνω στὸ λαὸ συντρόφους νὰ μαζώξω
νά ‘ρθουν ἐθελοντὲς· πολλὰ καράβια ἐδῶ στὸ Θιάκι,
μὰ θὲς καινούρια θὲς παλιά· θὰ βρῶ καὶ θ’ ἀρματώσω
ἀπ’ ὅλα τὸ πιὸ διαλεχτό· τὸ ρίχτουμε στὸ κῦμα, καὶ βγαίνουμε ἀρμενίζοντας στὰ διάπλατα πελάγη.”
Αὐτὰ σὰν τοῦ εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ κόρη, ἐκεῖνος
ἀσάλευτος δὲν ἔμεινε στὴ θεϊκὴ φωνή της,
μόνε στὸν πύργο κίνησε μὲ σπλάχνα ταραγμένα,
καὶ βρῆκε τοὺς λεβέντηδες μνηστῆρες στὸ παλάτι·
γδέρνανε γίδια στὴν αὐλὴ καὶ χοίρους καψαλίζαν.    300
Ἦρθε ἴσια στὸν Τηλέμαχο γελώντας ὁ Ἀντίνος,
καὶ τοῦ ‘πιασε τὸ χέρι του, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·
“Μωρὲ Τηλέμαχε λογά, ἀχαλίνωτε, μὴ βάζης
στὸ νοῦ σου τίποτις κακό, μήτ’ ἔργο, μήτε λόγο,
μόν’ κάθισε νὰ φᾶς νὰ πιῆς σὰν πρῶτα. Κι ὅλα ἐτοῦτα
θὰ σοῦ τὰ βροῦν οἱ Ἀχαιοί, καράβι, λαμνοκόπους
καλούς, νὰ φτάσης γλήγορα στὴ βλογημένη Πύλο,
καὶ νὰ γυρέψης ἄκουσμα τοῦ ξέλαμπρου γονιοῦ σου.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ἀντίνο, δὲν μπορῶ μ’ ἐσᾶς τοὺς περηφανεμένους    310
σὲ φαγοπότια νὰ γλεντῶ χαζὸς καὶ δίχως ἔννοια.
Τάχα δὲ σώνει ποὺ ὅλοι ἐσεῖς τ’ ἀρίφνητα καλά μου
σκορπίστε τα σὰν ἤμουνα μωρὸ παιδί; μὰ τώρα
ποὺ ἀντρώθηκα, κι ἀκούγοντας ἀπ’ ἀλλονοὺς μαθαίνω,
κι ὅσο πηγαίνει μέσα μου ἡ ψυχή μου δυναμώνει,
μοῖρα κακὴ θ’ ἀγωνιστῶ κι ἐγὼ σ’ ἐσᾶς νὰ φέρω,
εἴτε στὴν Πύλο τραβηχτῶ, ἢ μείνω ἐδῶ στὸ Θιάκι,
Θὰ πάω — κι ὄχι ἀνώφελο ταξίδι αὐτὸ — περάτης,
ἀφοῦ δικά μου πλοῖα ἐγώ, δικούς μου λαμνοκόπους
δὲν ἔχω, καὶ τὸ κρίνατε κι ἐσεῖς ἐτοῦτο κάλλιο.”    320
Εἶπε, καὶ σιγοτράβηξε τὸ χέρι ἀπὸ τ’ Ἀντίνου
τὴν ἀπαλάμη. Στρώνοντας οἱ ἄλλοι τὰ τραπέζια
μὲ λόγια τὸν κεντούσανε καὶ τόνε περγελοῦσαν,
κι ἀπὸ τοὺς ξιππασμένους νιοὺς ἕνας αὐτὰ λαλοῦσε·
“Καὶ βέβαια κάποιο φονικὸ ὁ Τηλέμαχος σκαρώνει,
Πηγαίνει ὡς τὴν ἀμμουδερὴ τήν Πύλο κι ὡς στὴ Σπάρτη,
βοηθοὺς νὰ φέρη· μέσα του πάθος μεγάλο βράζει·
ἴσως κι ὡς στὴν παχειὰ τὴ γῆς τῆς Ἔφυρας τραβήξη,
κι ἀπὸ κεῖ πέρα βότανα θανατερὰ μᾶς φέρη,
καὶ στὸ κροντήρι ρίξη τα κι ὅλους ἐδῶ μᾶς σβήση.”    330
Καὶ κάποιος ἄλλος πάλε ἐκεῖ τοὺς εἶπε ξιππασμένος
“Ποιός ξέρει ἂ δὲ μᾶς βγῆ κι αὐτὸς μὲ κουφωτὸ καράβι
καὶ σὰν τὸν Ὀδυσσέα χαθῆ μακριὰ ἀπὸ κάθε φίλο;
Ὁ κόπος θά ‘τανε γιὰ μᾶς σὰν πιὸ πολὺς ἀλήθεια,
γιατὶ θὰ μοιραζόμασταν τὸ ἔχει του, κι ἡ μάνα
τὸ σπίτι θά ‘χε μὲ ὅποιονα τὴν ἔπαιρνε γυναίκα.”
Καὶ στοῦ γονιοῦ ὁ Τηλέμαχος τὸ θάλαμο κατέβη
τὸν ἁψηλὸ καὶ διάπλατο, πὄχε σωροὺς χρυσάφι
καὶ χάλκωμα, καὶ σεντουκιὲς φορέματα καὶ μῦρα,
καὶ ποὺ γλυκόπιοτο παλιὸ κρασὶ πολλὰ πιθάρια    340
στεκόντουσαν ὁλόγεμα μὲ ἁγνὸ πιοτὸ καὶ θεῖο,
στὸν τοῖχο ἀράδα κολλητά, ἴσως κι ἐρθῆ μιὰ μέρα
πάλε ὁ Δυσσέας στὸν τόπο του, τὰ πάθια του σὰν πάψουν.
Σφιχτὰ δυὸ σανιδόφυλλα σφαλνούσανε τὴ θύρα,
καὶ μέρα νύχτα βρίσκουνταν κελάρισσα γυναίκα,
ποὺ καθετὶς νοιαζότανε μὲ νοικοκυροσύνη,
ἡ Εὐρύκλεια, τοῦ Ὤπα γέννημα, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη,
Τὴν ἔκραξε ὁ Τηλέμαχος ἐκεῖ, κι αὐτὰ τῆς εἶπε·
“Ἔλα, ὦ γριά, κρασὶ γλυκὸ μὲς στὶς λαγῆνες χῦσε,
τὸ νόστιμο, ὕστερ’ ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἐσὺ φυλάεις γιὰ κεῖνον    350
τὸν ἄμοιρο, τὸ θεόσπαρτο Ὀδυσσέα, ποὺ τὸ ἐλπίζει
μιὰ μέρα πὼς θὰ ξαναρθῆ, τὸ θάνατο ἂν ξεφύγη.
Δώδεκα γέμισε ἀπ’ αὐτὲς καὶ καλοστούπωσέ τις,
βάλε καὶ στὰ καλόραφτα δερμάτια μέσα ἀλεύρι,
εἴκοσι μέτρα κάμε τα καρπὸ μυλαλεσμένο,
καὶ ξέρε τα μονάχη σου. Κι ὅλα μαζὶ νὰ τά ‘χῃς,
τὶ θά ‘ρθω ἀποσπερῆς ἐγὼ νὰ τὰ σηκώσω, ἡ μάνα
σὰν ἀνεβῆ στ’ ἀνώγι της τὴ νύχτα νὰ πλαγιάση.
Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω, καὶ στὴ Σπάρτη,
τοῦ ἀγαπημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἴσως μάθω.”    360
Ἔτσ’ εἶπε, καὶ ξεφώνισε ἡ Εὐρύκλεια ἡ παραμάνα,
καὶ κλαίγοντας του λάλησε μὲ φτερωμένα λόγια·
“Πῶς μπῆκε τέτοιος λογισμός, παιδάκι μου, στὸ νοῦ σου;
καὶ πῶς θὰ πᾶ νὰ πλανηθῆς μαθὲ στῆς γῆς τὴν ἄκρη
ἐσὺ τ’ ἀκριβοπαίδι μας; Ἐκεῖνος πάει πιά, χάθη,
ὁ κύρης σου ὁ διογέννητος, στὰ μακρινὰ τὰ ξένα.
Ἅμα ἐσὺ φύγης, ὅλοι αὐτοὶ θὰ σοφιστοῦνε τρόπο
νὰ σὲ χαλάσουν ἄξαφνα, καὶ νὰ τὰ μοιραστοῦνε.
Στὸ σπίτι μέσα σύχαζε, τὶ δὲ σοῦ πρέπει ἐσένα
στ’ ἀτρύγητο τὸ πέλαγο νὰ δέρνεσαι γυρνώντας.”    370
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει·
“Θάρρος· δὲν εἶν’ αὐτὰ, ὦ γριά, χωρὶς θεοῦ συνέργεια,
Ὅμως, ν’ ἀμώσης πὼς ἐσὺ λόγο δὲ λὲς τῆς μάνας,
ἑντέκατη ἢ δωδέκατη ὡσότου νά ‘ρθη μέρα,
ἢ πρὶ γυρέψη νὰ μὲ δῆ, καὶ μάθη πιὰ πὼς λείπω,
γιὰ νὰ μὴν κλαίγη καὶ χαλνάη τὴν ὄμορφή της ὄψη.”
Αὐτἀ εἶπε της καὶ τοῦ ‘βαλε ἡ γριὰ μεγάλον ὅρκο.
Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἄμωσε, καὶ πῆρε ὁ ὅρκος τέλος,
ἔβγαλε κι ἔχυσε κρασὶ στὶς δώδεκα λαγῆνες,
καὶ στὰ καλόραφτα ἔβαλε δερμάτια μέσα ἀλεύρι·    380
καὶ τότες ὁ Τηλέμαχος ξανάρθε στοὺς μνηστῆρες.
Κατόπι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ σοφίστηκε ἄλλο·
μ’ ὄψη σὰν τοῦ Τηλέμαχου γυρνώντας μὲς στὴ χώρα,
τοὺς ἄγουρους ἀντάμωσε, καὶ μίλαε τοῦ καθένα,
καλώντας τους στ’ ἀκρόγιαλο νὰ κατεβοῦν τὸ βράδυ,
κι ἀπὸ τοῦ Φρόνη τὸ παιδὶ ζητάει γοργὸ καράβι,
τὸν ξακουστὸ Νοήμονα, ποὺ τό ‘ταξέ του ἀμέσως.
Κι ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιασαν οἱ δρόμοι,
τὸ πλοῖο ρίχτει στὸ γιαλό, καὶ μέσα τ’ ἄρμενά του,
καθὼς τὰ καλοσκάρωτα καράβια τά ‘χουν πάντα,    390
καὶ στὸ λιμάνι τ’ ἄραξε· γύρω οἱ λεβέντες νέοι
μαζώχτηκαν, κι ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς ἔδινε ὅλους θάρρος.
Καὶ πάλε ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ σοφίστηκε ἄλλα·
κατὰ τὸν πύργο κίνησε τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα,
καὶ τοὺς μνηστῆρες περεχάει μὲ ὕπνο γλυκό, καὶ ζάλη
τοὺς φέρνει ἐκεῖ ποὺ πίνουνε, καὶ ρίχτουν τὰ ποτήρια,
καὶ νὰ πλαγιάσουν ξεκινοῦν ἐδῶ κι ἐκεῖ στὴ χώρα·
δὲν ἄργησαν, τὶ βάραινε τὰ βλέφαρά τους ὁ ὕπνος.
Καὶ τοῦ εἶπε τοῦ Τηλέμαχου ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,
καλώντας τον ἀπέξωθε τοῦ ὡριοχτισμένου πύργου,    400
καὶ μοιάζοντας τοῦ Μέντορα, λαλιὰ συνάμα κι ὅψη·
“Τηλέμαχε, οἱ χαλκόποδοι οἱ συντρόφοι σου ἐκεῖ κάτου
προσμένουν ὅλοι στὸ κουπί, τὴν προσταγὴ νὰ δώσης·
πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ σμίξουμε, κι ἂς μὴν ἀργοποροῦμε.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε ἡ Ἀθηνᾶ, ξεκίνησε αὐτὴ πρώτη,
γοργά, κι ἀκολουθοῦσε ὁ νιὸς στῆς θέϊσσας τ’ ἀχνάρια.
Καὶ στὸ γιαλὸ σὰ φτάσανε, ποὺ ἀπάντεχε τὸ πλοῖο,
ἐκεῖ τοὺς μακρομάλληδες συντρόφους ἀνταμῶσαν,
κι ὁ δυνατὸς Τηλέμαχος αὐτὰ τοὺς συντυχαίνει·
“Πᾶμε, παιδιά, νὰ φέρουμε ἐδῶ κάτου τὶς προμήθειες·    410
ὅλες στὸν πύργο βρίσκουνται· ἡ μάνα ὅμως δὲν ξέρει
μήτ’ ἄλλη δούλα, ἐξὸν ἡ μιὰ ποὺ τ’ ἄκουσε ἀπὸ μένα.”
Εἶπε, καὶ πρῶτος κίνησε, κι οἱ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν,
Καὶ στὸ γιαλὸ τὰ φέρανε, καὶ μὲς στὸ πλοῖο τὰ θέσαν,
σὰν ποὺ εἶπε καὶ παράγγειλε τοῦ Ὀδυσσέα ὁ γιόκας.
Κι ἀνέβηκε ὁ Τηλέμαχος στὸ πλεούμενο· κυβέρνα
ἡ Ἀθηνᾶ καθούμενη στὴν πρύμνη του· σιμά της
κι ἐκεῖνος κάθισε· ἔλυσαν τὰ παλαμάρια οἱ ἄλλοι,
ὕστερ’ ἀνέβηκαν κι αὐτοὶ καὶ στὰ ζυγὰ καθίσαν,
Καὶ τότες πρύμο στέλνει τους ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,    420
τὸ Ζέφυρο ποὺ ἀχολογᾶ στὰ μαῦρα πέλαα πάνω.
Καὶ πρόσταξε ὁ Τηλέμαχος καλώντας τοὺς συντρόφους
νὰ πιάσουν τ’ ἄρμενα· ἄκουσαν αὐτοὶ τὴν προσταγή του.
Κατάρτι ἔλατο ἔστησαν καὶ μπήξανέ το μέσα
στὸ μεσοδόκι τὸ σκαφτό, τὸ δέσανε μὲ ξάρτια,
καὶ μὲ καλόστριφτα λουριὰ τ’ ἄσπρα παννιὰ τραβῆξαν.
Φούσκωσε ὁ ἀγέρας τὸ πανὶ στὴ μέση, καὶ τὸ κῦμα
πὰς στὸ κοράκι βρόνταγε καθὼς γοργὰ σκιζόταν·
κι ἔκοβε δρόμο κι ἔτρεχε στὸ πέλαο τὸ καράβι,
Καὶ τ’ ἄρμενα σὰ δέσανε στὸ μελανὸ σκαφί του,    430
κροντῆρια στῆσαν, καὶ κρασὶ καλογεμίζοντάς τα
γιὰ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς καὶ τοὺς αἰώνιους χῦναν,
μὰ γιὰ τὴ γαλανόματη κόρη τοῦ Δία πρῶτα.
Κι ὁλονυχτὶς καὶ τὴν αὐγὴ ἔπαιρνε δρόμο ἐκεῖνο.

Πγηή https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B5%CE%B9%CE%B1_(%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%86%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7)/%CE%B2

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Μιλώ για ένα κορίτσι του ήλιου
με τα χρώματα της αυγής
και τα μύρα της Μεγαλόνησου.
για ένα κορίτσι ανάλαφρο
που στροβιλίζονται τ’άστρα
όταν λικνίζεται στο χορό
και τα βήματά της
μόνο οι Νηρηίδες κι οι Νύμφες
μπορούν να ακολουθήσουν.
Μιλώ και ψάχνω χρώματα
να ζωφραφίσω τη χάρη της
μα εγώ ζωγράφος δεν είμαι
κι ένα ποίημα θα γράψω
να τη ζωγραφίσουν οι φίλοι μου.
Μιλώ για ένα κορίτσι
που τρίζουν οι άγκυρες
και την ερωτεύεται ο γιαλός
και τρελαίνεται το αλογάκι της θάλασσας
κι ακούς τα επιφωνήματα
για τη λάμψη της.
Θεέ μου τούτο το κορίτσι της Άνοιξης
φύλαξέ το απ’τον φθόνο
να’ναι πάντα μια αγάπη για όλους
ένα ρήμα της καλοσύνης
ένα όμορφο πλάσμα Θεού
με υγεία και δύναμη
να μπορεί να γιορτάζει
με όλους τους φίλους της
τις πιο ωραίες στιγμές της !

Θεόδωρος Σαντάς,Λευκωσία,12-7-2017

Αλκμήνη Κογγιδου Ποιήτρια-δοκιμιογράφος Ενοχή – Μετάνοια- Εξομολόγηση.

21192237_1987132654861067_3637032857404748944_n

Κάθε σκέψη ή πράξη αρνητική είναι επιβαρυντική στη Συνείδηση. Για να μη διακόπτεται η επαφή με την αλήθεια, απαιτείται η αυτοπαρατήρηση, η αντικειμενική ματιά και η ορθή σκέψη. Διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος της πλάνης.
Η αρνητική συμπεριφορά έχει επιπτώσεις όχι μόνον στον άλλον, αλλά πολύ περισσότερο σ’ αυτόν ο οποίος τη διέπραξε. Αν δεν επανορθώσει, χάνει τη γραμμή επικοινωνίας με τον ανώτερο εαυτό του. Ωστόσο η Συνείδησή του, που λειτουργεί αυτόνομα, καταγράφει το λάθος. Αν το συνειδητοποιήσει έγκαιρα, αυτός που το διέπραξε, σπεύδει να το ομολογήσει για να αποκαταστήσει τη λειτουργικότητα της σχέσης. Ετσι, η ζωή συνεχίζει την θετική της ανταλλαγή της αγάπης, της αλήθειας, της αλληλοεπίδρασης. Στην αντίθετη περίπτωση, που δεν ομολογείται το λάθος και μάλιστα σύντομα, πριν έρθει η νύχτα, παρεμβαίνει η λήθη, τότε επιστρέφει στο υποσυνείδητο, στη σκοτεινή φωλιά. Μεσολαβεί το χάσμα ανάμεσα στον έναν και στον άλλον, ανάμεσα στον ίδιο και στη συνείδησή του.
Η Ψυχή διαμέσου της ευαισθησίας της συλλαμβάνει όλες τις λεπταίσθητες καταστάσεις που διαμεσολαβούν και λειτουργούν μέσα στον νόμο της ισορροπίας. Γι’ αυτό το λόγο δεν αγνοεί τις λεπτομέρειες που αφορούν την ποιότητα και το ήθος ως έκφραση του ανώτερου εαυτού. Κάθε διατάραξη αυτής της ευαίσθητης περιοχής, διακόπτει τη λειτουργία της αγάπης και παρεμβαίνει αρνητικά. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι δυσδιάκριτες από το εγώ. Φθάνοντας ο άνθρωπος στην επίγνωσή τους, θ’ αποκτήσει την κυριότητα του εαυτού του. Στην περίπτωση που δεν γίνει αυτό, είναι αδύνατον να μην αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις του λάθους και μάλιστα επώδυνα. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Κύριος λέει συχνά : «γρηγορείτε και προσεύχεσθε» Υποδεικνύει στον άνθρωπο αφ’ ενός μεν να είναι γρηγορών, δηλαδή να δρα συνειδητά και αφεταίρου να προσεύχεται για να λαμβάνει από το Άγιο Πνεύμα τη φώτιση που θα τον οδηγεί ώστε να σκέπτεται και να πράττει ορθά.

Η ανεπίγνωτη ενοχή διακόπτει την επικοινωνία του ανθρώπου με τη Συνείδησή του και τον αποσπά από την λειτουργικότητα της Σχέσης. Διαταράσσει τη γαλήνη και την ισορροπία του. «Τι δε και αφ’ εαυτών ου κρίνετε το δίκαιον; Ως γαρ υπάγεις μετά του αντιδίκου σου επ’ άρχοντα, εν τη οδώ δος εργασίαν απηλλάχθαι απ’ αυτού, μήποτε κατασύρη σε προς τον κριτήν και ο κριτής σε παραδω τω πράκτορι, και ο πράκτωρ σε βαλει εις φυλακήν. Λέγω σοι, ου μη εξέλθης εκειθεν εως ου και το έσχατον λεπτόν αποδώς. (Λουκάς 12,57-59)
Ποιος είναι ο λόγος που αναφέρεται στην έγκαιρη επανόρθωση του λάθους;
Ένας λόγος είναι ότι η έγκαιρη αποκατάσταση μιας κακής συμπεριφοράς ή μιας παράλειψης κι ενός αδικήματος δεν διακόπτει τον θετικό νόμο της επικοινωνίας και της αλληλοεπίδρασης, δεν αποσπά από την κατάσταση της σχέσης, η οποία ρέει αδιάλλειπτα, όπως η ίδια η ζωή. Ο άλλος λόγος είναι ότι θέλει ν’ αποτρέψει τη συσσώρευση ενοχών, υπάρχει ακόμα ένας λόγος που επιβάλλει την έγκαιρη αποκατάσταση του λάθους, δια μέσου της συγνώμης και της επανόρθωσης. Δεν μπορούμε να έχουμε τη διαβεβαίωση της συνέχειας αυτής της ζωής. Ανά πάσα στιγμή ή εμείς ή ο άλλος μπορεί ν’ απέλθει απ’ αυτόν τον κόσμο, οπότε θα χάσουμε την ευκαιρία να επανορθώσουμε κάποια αδικία σε βάρος του και θα του στερήσουμε τη χαρά ότι ανακαλύψαμε το λάθος μας έγκαιρα με συνέπεια να επωμιστούμε την ενοχή.

Η θέση του ενός, που βρίσκεται στη Συνείδηση είναι μια θέση δοκιμασίας, η οποία όμως του δίνει τη δυνατότητα να συγχωρήσει τον άλλον, που ενεργεί παρορμόμενος από το υποσυνείδητο ή το ατομικό εγώ. Μπορεί να τον συγχωρήσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποκαθίσταται η σχέση εάν ο άλλος δεν αναθεωρήσει. Χωρίς τον σεβασμό από αμφοτέρους προς την αλήθεια, είναι αδύνατον να λειτουργήσει η επικοινωνία.
Ακολουθώντας τη διδασκαλία της Αγάπης, αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν έχει παρά να επισημάνει το δικό του λάθος. Γι’ αυτό αφήνει τον άλλον στην όποια του απόφαση κι εφόσον το πράδειγμά του ή η καλή του συμπεριφορά και η ευκολία της ομολογίας των δικών του λαθών δεν τον επηρεάζει, τότε αποχωρεί επιστρέφοντας στη δική του μοναχική πορεία.
Ο Ιησούς εφιστά την προσοχή του ανθρώπου στον ίδιο τον εαυτό του και στη συμπεριφορά του προς τον άλλον. «προσέχετε εαυτοις εάν δε αμάρτη εις σε ο αδελφός σου, επιτίμησον αυτω και εάν μετανοήση άφες αυτω και εάν επτάκις της ημέρας αμάρτη εις σε και επτάκις της ημέρας επιστρέψη προς σε λέγων, μετανοω, αφήσεις αυτω.» (κατ. Λουκά 17, 3-4)

Στην πορεία της εξελίξεως η μετάνοια έχει τη θέση της καθώς ο άνθρωπος εννοεί αυτό που δεν είχε προηγουμένως αντιληφθεί. Είναι τόσο βέβαιο, ότι εκεί βρίσκεται το πραγματικό συμφέρον του ανθρώπου, δηλ. το συμφέρον της ψυχής του, όσο και στην εξομολόγηση. Όπου καταθέτει αυτό στο οποίο βρισκόταν υποκείμενος, τη δέσμευση, το λάθος του και απαλλάσσεται απ’ αυτό. Ο συγχωρών εισέρχεται στο χώρο του άλλου, τον κατανοεί και τον αποδέχεται. Οι τρεις αυτές έννοιες αποδίδονται πλήρως από τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις (μετανοώ, συγχωρώ, εξομολογούμαι). Εάν γαρ αφητε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτων, αφήσει και υμιν ο πατήρ υμων ο ουράνιος εάν δε μη αφητε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτων, ουδε ο πατήρ υμων αφήσει τα παραπτώματα υμων. (κατ. Ματθ. 6,14)

Η δυσαρμονία η οποία υπάρχει στις σχέσεις, η έλλειψη της επικοινωνίας, η μοναξιά, η θλίψη είναι επακόλουθα τριών παραλλείψεων της μετάνοιας, της εξομολόγησης και της συγχώρεσης, οι οποίες είναι κινήσεις που λειτουργούν ενωτικά. Οι δοκιμασίες είναι βοηθητικές για να έρθει ο άνθρωπος στην επίγνωση του λάθους. Η αδιαλλαξία παγιώνει μια κατάσταση αρνητική, η οποία είναι τόσο επιβαρυντική ως προς τον ίδιο όσο και για την ίδια τη ζωή, η οποία είναι κίνηση ανταλλαγής, ενέργειας θετικής. Αλλά, όταν ο άνθρωπος δέχεται τις δοκιμασίες και παραμένει στην αδιαλλαξία, τότε είναι σαν να βουλιάζει σ’ ένα τέλμα.

Η εξομολόγηση, ένα από τα μυστήρια που εθέσπισε η Χριστιανική θρησκεία, έχει τεράστια σημασία και αξία και καμία μεσολάβηση ψυχοθεραπευτική δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει και να υποκαταστήσει αυτό το Μέγα Μυστήριο. Είναι μια πράξη απαλλαγής του ανθρώπου από τα λάθη και τις παραλείψεις του.
Το ανομολόγητο μοιάζει με ένα βαρύ φορτίο που ο άνθρωπος σηκώνει χωρίς να το συνειδητοποιεί.
Δυστυχώς το εγώ του ανθρώπου τον περικλείει τόσο πολύ και τόσο θανάσιμα ώστε να μην του αφήνει την ελευθερία της ομολογίας. Όχι μόνον μένει έγκλειστος και δέσμιος των λαθών και των αδυναμιών του, αλλά υποκείμενος στο εγώ, που λειτουργεί μέσα από το ένστικτο της επιβίωσης, για να κάνει ανεκτή την κατάσταση αυτή, δημιουργεί άλλοθι και μεταβιβάζει στους άλλους την ευθύνη του, έτσι πλέον παραδίνεται στην πλάνη.
Ταυτίζοντας τον εαυτό του με τις αδυναμίες του δεν αποκολλάται απ’ αυτές. Η έπαρση που του υπαγορεύει το εγώ δεν τον αφήνει να ταπεινωθεί και ν’ αποδεσμευτεί απ’ τις συνήθειές του, τις μικρότητές, τις εμμονές, τις έμμονες ιδέες, τις αρνητικές σκέψεις, από τον εθισμό σε πράξεις νοσηρές και ένοχες, από την κτητικότητα. Όλα αυτά, όμως, κατακρατούν την ύπαρξή του και την περιορίζουν θανάσιμα και δεν αφήνουν τον νου να προωθήσει την εξέλιξή του. Το υποσυνείδητο τον αποσπά από τη χαρά και τον παραδίδει στη φθορά και στην απομόνωση. Η συσώρευση των ενοχών άγει τον άνθρωπο σε μια αυτοκαταστροφική ζωή.
Η ενοχή εμφανίζεται ως βάρος. Θα λέγαμε ότι δρα όπως η βαρύτητα έλκοντας προς τα κάτω τον άνθρωπο και δεν του επιτρέπει τη μετάβαση στην ανάλαφρη κατάσταση της ελευθερίας, στην ανώτερη σφαίρα της ψυχής.
Επιστρέφοντας στο λόγο του Θεού στην απόλυτη αυτή πηγή της αλήθειας, φθάνουμε στον χρυσό κανόνα: «πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιωσιν υμιν οι άνθρωποι, ουτω και υμεις ποιείτε αυτοις ουτος γαρ εστιν ο νόμος και οι προφήται» (Μτ. 7, 12)
Οι σκέψεις που μένουν ανομολόγητες και η ενοχή ομοιάζουν με την αθεράπευτη ασθένεια η οποία ανακυκλώνεται και υποτροπιάζει. Η εξομολόγηση αφενός φωτίζει την ύπαρξη του ανθρώπου με το φως της Αλήθειας κι αφεταίρου τον επαναφέρει στη λειτουργικότητα της Αγάπης που είναι η Σχέση, απαλλάσσοντάς τον από ενοχές, φόβους, αναστολές. Κι ενώ το ανομολόγητο ανακυκλώνει το μίασμα της ενοχής, η ομολογία καθώς κατατείθεται, ελευθερώνει την ύπαρξη και γεφυρώνει τα χάσματα ανάμεσα στον έναν και στον άλλον.
Αλκμήνη Κογγιδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Δακρύζει το φεγγάρι

20265029_10213625429089391_3049185423432666923_n

Όταν σου γράφω ποιήματα και τα βουνά βαθαίνουν,
οι λόφοι νιώθουν πιο ψηλοί κι οι άγγελοι σωπαίνουν,
ο κρίνος γίνεται μαβί σαν ήλιος π’ αργοσβήνει,
το ύδωρ του μυστικισμού ένας ιππότης πίνει.

Όταν σου λέω σ’ αγαπώ, δακρύζει το φεγγάρι
και με τον Φοίβο μελωδό με λύρα και δοξάρι
τ’ αστέρια σιγοντάρουνε στου Έρωτα την μπάντα,
μέλπω κι εγώ σα ραψωδός μια γιορτινή μπαλάντα.

Όταν φιλώ εσένανε, σμιλεύονται τα πάθη,
τα μάτια σου σαν ωκεανούς ο Δημιουργός τα πλάθει,
γεννιούνται όνειρα μεστά στα σύνορα του κόσμου,
παντού μαζί βαδίζουμε, είσαι ο άνθρωπός μου.

Όταν σου λέω σ’ αγαπώ, δακρύζει το φεγγάρι
και με τον Φοίβο μελωδό με λύρα και δοξάρι
τ’ αστέρια σιγοντάρουνε στου Έρωτα την μπάντα,
μέλπω κι εγώ σα ραψωδός μια γιορτινή μπαλάντα.

Γεράσιμος Μοσχόπουλος
27/07/16 17:39μμ
Αθήνα

Γ’ Βραβείο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμού της Αμφικτυνίας Ελληνισμού (2016).