Αρχείο | Σεπτέμβριος 9, 2017

Ήταν εκεί η θάλασσα

 

 

 

21430325_1999962583567400_1003969194702709663_n

Ήταν εκεί η θάλασσα. Και πολλά άσπρα καράβια. Και ο ήλιος ασάλευτος, μια ανάσα από την επιφάνεια του νερού.
Κι έλεγα, τώρα θα σμίξουν. Και χιλιάδες κομμάτια θα πυρακτώσουν τα κύματα. Και πίδακες ολοπόρφυροι θα στολίσουν τον ουρανό. Και θα ταραχθεί το στερέωμα. Και θα μείνει άλαλη η κραυγή του φόβου.
Κι έλεγα, είναι η ώρα να παραδώσω τις ενοχές μου. Όμως, ο ήλιος καρφώθηκε εκεί, μια ανάσα πάνω από τη θάλασσα, μέχρι που ήρθε η νύχτα και τον πήρε.
Τότε, μια γυναίκα με πρόσταξε:
-Έλα!
Κι ήταν η προσταγή γλυκιά και η φωνή γνώριμη.
-Μητέρα! ψιθύρισα.
Δεν αποκρίθηκε. Μου έδειξε όμως την τριανταφυλλιά στην αυλόπορτα.
-Όλοι διψάμε, της είπα κι εκείνη έφυγε.
-Πρέπει να γυρίσω πίσω, σκέφτηκα.

Ήταν ένας δρόμος μακρύς, στεφανωμένος με βάγια. Κι επάνω, ψηλά πεύκα, γέρικα πεύκα. Κι επάνω, ο άνεμος. Και τα πουλιά αόρατα, απανταχού παρουσία. Και στην πύλη ένας βασιλικός πλατύφυλλος, και πίσω από την πύλη η πλατεία άδεια, και τα παραθυρόφυλλα κλειστά, και η γερόντισσα ορθή, σαν ίσκιος στο κεφαλόσκαλο.
-Πού πήγαν; τη ρώτησα.
-Πέθαναν, μου είπε.
-Κι εσύ;
-Κι εγώ πέθανα!
-Θεέ μου! στέναξα.
Μου αποκρίθηκε ο άνεμος μ’ ένα ψιθύρισμα παράξενο, έξω απ’ τον τόπο. Κι είδα την τριανταφυλλιά διψασμένη στην αυλόπορτα.

Ήταν εκεί ο ελαιώνας, χρυσοπράσινος. Κατέβαινε τους μικρούς λόφους και χανόταν στο πέρασμα των ορέων.
-Εδώ θα αναπαυτώ, σκέφτηκα. Προφυλαγμένος από την ανάμνηση των σκληρών βράχων, από τη βοή του πλήθους, από το σύνθημα του χρέους.
-Εδώ, θα σε κοιτάξω κατάματα ουρανέ. Δεν σου χρωστώ. Τη θύμηση πασκίζω να γαληνέψω. Με το φόβο να συμφιλιωθώ, με το φόβο. Όλους τους ξένους που κατοίκησαν το κορμί μου ν’ αγαπήσω.

Ήταν εκεί μια κοιλάδα. Κι ένα παιδί που έπαιζε στη ερημιά. Χτυπούσε μια μπάλα στην απέναντι πλαγιά κι αυτή γύριζε πίσω. Κι ακουγόταν ο ήχος, στα βουνά, δυνατός και επίμονος. Είχε βαλθεί να νικήσει τη μοναξιά, να διαλύσει τη σιωπή.
-Εγώ θα φύγω, έλεγε, συνομιλώντας τις νύχτες με τ’ αστέρια. Άλλοτε, ανέβαινε στα πιο ψηλά κλαδιά της καρυδιάς και νόμιζες πως θα πετάξει. Κρυβόταν πίσω από τους θάμνους, πίσω από τις πέτρες. Να μη φανερωθεί ποιος ήταν. Δεν ήθελε να ξέρουν γιατί έλεγε πως θα γίνει άλλος.
Χτυπούσε την μπάλα ακατάπαυστα και οι νυχτερίδες τρόμαζαν στα χαλάσματα. Το κόκκινο σκιάχτρο του χαμογελούσε κι ο ήλιος έκαιγε.
Ήταν φορές που έπαιρνε στα χέρια του όμορφα κρύσταλλα που κρέμονταν στις ρεματιές, σαν μακριά σπαθιά και έγλειφε άφοβα την παγωνιά. Όμως, τα καλοκαίρια, όταν έβγαινε το φεγγάρι, έπαιρναν μορφή οι σκιές των βράχων, οι σκιές των δένδρων, ηχούσε παράξενα η σιωπή κι ο φόβος θέριευε.
Στάθηκε μπροστά μου. Είχε στα μάτια του, μια βουρκωμένη απόφαση. Τα μαλλιά μπούκλες
-μπούκλες έπεφταν σ’ ένα πρόσωπο άσπρο απ’ τη σκόνη, με χαρακιές σαν πολυδαίδαλες κοίτες απ’ τον ιδρώτα.
-Γιατί με ξέχασες; ρώτησε.
-Δεν είχα θάλασσα, είπα.
Γέλασε. Στην αρχή χαμηλόφωνα, ύστερα δυνατά. Κι ακούστηκε το γέλιο σαν σεισμός στις φυλλωσιές. Και μου φάνηκε πως το βουνό παραμέρισε, αφήνοντας πέρασμα στον ορίζοντα.
-Φόρτωσες ένα καράβι όνειρα κι έφυγες μονάχος, είπε.
Κοίταξα γύρω μου. Το δάσος είχε επεκταθεί στο παλιό ξέφωτο, σημάδι πως οι άνθρωποι είχαν χαθεί από καιρό. Μα, εκείνη η γωνία του σπιτιού ολόρθη στην επέλαση. Μόνο που την είχαν ζώσει οι κισσοί και τα κοτσύφια φώλιαζαν εκεί τώρα. Μαύρα κοτσύφια, με μύτες κεχριμπαρένιες. Όμορφα πουλιά, λυπημένα. Χορταριασμένη η αυλή και τσουκνίδες, πολλές τσουκνίδες στον περίβολο και βατράχια στη στέρνα, αιώνια βατράχια. Πώς να ξεχάσεις;
-Πάμε είπα. Όμως, το παιδί, γλυκά, με πήρε από το χέρι…
-Κάθισε! με πρόσταξε και μου ’δειξε μια πέτρα στον ίσκιο του πλατάνου. Εδώ, θα φτιάξουμε ένα νερόμυλο, συνέχισε.
Έτρεχε, έτρεχε μαζεύοντας πέτρες κι ύστερα, λάσπη από τις όχθες του ρυακιού κι έχτιζε. Έφερε κι ένα αγριόσυκο. Το κάρφωσε σ’ ένα ξύλο και μου το ’δωσε.
-Εσύ, θα φτιάξεις τη φτερωτή, είπε.
-Τι να τον κάνουμε τον νερόμυλο στην ερημιά; ρώτησα.
Με κοίταξε τρυφερά, παρηγορώντας με.
-Θα είναι όμορφος, μου είπε. Θα τον ονομάσουμε ονειρόμυλο!

Ήταν, εκεί, μια πόλη και οι καταρράκτες.
Και εκείνος, αμίλητος, παρακολουθούσε τη ροή του νερού. Κάπου -κάπου στέναζε σιγανά, ίσα που να βγει ο σκοτωμένος αέρας, αλλά, να μην ακουστεί.
Ανθισμένες πλαγιές, χιονισμένοι δρόμοι, κιτρινισμένα δένδρα και η παράγκα που ’βαζε νερό κι αέρα. Εκεί τον έστειλαν χωρίς να το θέλει και δεν μπορούσε να φύγει πριν έρθει η Άνοιξη, η άλλη Άνοιξη. Εκεί, που όλοι ήταν ομοιόμορφοι. Και τα σαββατοκύριακα απέραντα.
Δεν ήθελε να το πιστέψει πως το σφύριγμα του τρένου ήταν το τελευταίο αντίο. Και δεν ήξερε πού έφταιξε.
Πέρασε χρόνος πολύς για να καταλάβει πως δεν έφταιξε κανείς και όλοι πόνεσαν.
-Κουβαλάς μια αρχαία κατάρα, του είπε κάποιος.
-Κουβαλάς μια ευλογία, του είπε ένας άλλος.
Κι αυτός ήξερε πως είχε φορτωθεί και την ευλογία, και την κατάρα. Πρώτα, ήταν οι απολυτότητες που κατέρρεαν, ύστερα, η αμφισβήτηση του συστήματος των ιδεών, του τρόπου ζωής. Και μια αλυσιδωτή αντίδραση που δεν άφηνε μέσα του τίποτα όρθιο.
-Δεν είναι κακό αυτό, έλεγε και έπαιρνε δύναμη για μια ανάσα κι ύστερα πάλι, για μια προσπάθεια. Όμως, τα αφρισμένα νερά ορμητικά τον κατέκλυζαν. Και όσο πάλευε, περισσότερα νερά τσάκιζαν τη θέλησή του. Και όσο προχωρούσε βαθιά στην αμφισβήτηση, δεν είχε από πού να κρατηθεί εκτός απ’ την αγάπη. Κι αυτή του έκαιγε τα χέρια, του έκαιγε το μυαλό. Τότε ήταν, που έβαζε ενδιάμεσους στόχους, να επιβιώσει.
-Ας τελειώσει αυτή η θητεία!
Μα ήταν χρόνια οι ώρες. Κι οι μήνες αιώνες. Και εκατομμύρια τα γιατί. Κι οι άνθρωποι ξένοι. Και τα βιβλία φούντωναν τα σκιρτήματα και οι λόφοι έβαζαν φωτιές. Και το τρένο καθημερινά σφύριζε το τελευταίο αντίο. Και δεν ήθελε κανένας να τον λυπηθεί, παρά μονάχα να τον νιώσει.
Παρακολουθούσε αμίλητος τη ροή του νερού. Ερχόταν κελαριστό, γάργαρο κι ύστερα έσκαγε στα βράχια αφρίζοντας.
Τον έπιασα από τον ώμο. Μου χαμογέλασε.
-Εδώ είμαστε, μου είπε. Αυτή η θητεία δεν έχει τέλος. Θα φύγουμε όταν ξεχάσουμε. Μα δεν ξέρω αν πρέπει να ξεχάσουμε. Δεν φαντάζομαι χειρότερο θάνατο απ’ το λευκό χαρτί.
Κάποιος μου μίλησε για την σιωπή, συνέχισε. Όμως, τη σιωπή την περικλείουν λέξεις, την στολίζουν αισθήματα, σε συντροφεύει με ήχους. Δεν υπάρχει στο θάνατο σιωπή. Κοίτα! Τη βλέπεις αυτή την πεδιάδα; Την έκαψαν παράξενοι κεραυνοί. Γύρευα νερό να σώσω έστω ένα στάχυ, μα είχε λοξοδρομήσει το ποτάμι και δεν είχα σταγόνα μήτε τα χείλη μου να δροσίσω. Δες όμως, πάλι πρασίνισε. Υπάρχει όσο υπάρχουμε.

Ο ελαιώνας, χρυσοπράσινος, κατέβαινε από ψηλά και χανόταν στο πέρασμα των ορέων. Εκεί, το ποτάμι κυλούσε ήσυχα . Χάιδευαν, το νερό, οι ιτιές και τα πλατάνια ανεστραμμένα στον υγρό καθρέφτη. Ακούμπησα σ’ ένα δένδρο γερό.
-Εδώ, θα πνίξω τις εμμονές μου, είπα. Εδώ, που όλα είναι διάφανα και το φως φτάνει βαθιά ως τον πυθμένα. Όμως, αυτές καθρεφτίζονταν στον ουρανό.
Έπνιξα τις σκέψεις μου στη θέα του νερού, καθώς βάρκες, πολλές βάρκες, κατέβαιναν το ποτάμι. Με νέους αμούστακους, κορίτσια άγουρα. Και σημαίες, κόκκινες σημαίες με το σύνθημα: Εις το μέλλον.
-Ελεάννα! φώναξα, Άλκη! Οδυσσέα!
Δεν αποκρίθηκε κανείς. Σιωπηλά κατέβαιναν το ποτάμι. Και καθώς ξεμάκραιναν, ήταν μια απόφαση βουβή που κυρίευε την κοιλάδα. Μνήμες παλιές, πνιγμένες στο σκοτάδι, ξεπηδούσαν από τις χαραμάδες.
Όχι! δεν στέρεψα, είπα κι ας μ’ έχτισαν χιλιάδες πέτρες. Κι ας με λύγισαν αναθεματισμοί, περισπούδαστες αναλύσεις, μακροχρόνιες ασκήσεις σωστών βηματισμών.

Στάθηκε ανάμεσα στις δυο λωρίδες.
-Να φύγω, είπε, όμως, γύρισε πίσω. Χωρίς να το καταλάβει, πήρε την απόφαση να εισέλθει σε μια μεγάλη γενιά. Ήταν όμως, εκεί, κι άλλοι νέοι, χιλιάδες νέοι, όμορφοι νέοι. Κι η θάλασσα, ανθρώπων θάλασσα. Και δακρυσμένα μάτια, άφοβα μάτια και φωνές που κομμάτιαζαν τον αέρα.
-Υπάρχουν μερικές στιγμές, όπου οι άνθρωποι ψηλώνουν απότομα, μου είπε, όταν τον βρήκα εκεί μετά από χρόνια στην ίδια φοινικιά. Κοιτούσε τις μαρμάρινες σκάλες, άδειες τώρα. Κι ύστερα, την καγκελόπορτα ξανά ορθή.
Όταν γύρισε για πρώτη φορά, ο φόβος πολιορκούσε ακόμη τα κτίρια, τον περίβολο, τον ουρανό. Κατέθεσε, εκεί, λίγα λουλούδια, σε μια τελετή μοναχική που δεν πρόλαβε η ιστορία να την καταγράψει. Οι χωροφύλακες, αμήχανοι, τα πέταξαν. Όμως, πρόλαβαν να στείλουν το μήνυμα στο νέο που ανέμιζε τη φωνή του να φοβηθεί το σίδερο.
Δεν ήταν αποκοτιά, είπε. Κι αν ήταν, ευλογημένη να ’ναι.
Την έκλεισα μέσα μου αυτή την ιστορία, συνέχισε. Μη μου τη βασκάνουν γερασμένα μάτια, μην την κουρσέψουν στις τελετές. Είναι η μνήμη ακριβή και στα συμπόσια, κάθε φορά στα συμπόσια, θρηνωδίες που τις βαφτίζουν σαλπίσματα.
-Πού πήγαν τόσα όνειρα; τον ρώτησα.
-Πού πήγαν; είπε κι εκείνος.
Κοίταξε με θλίψη τα άδεια παγκάκια και γέλασε σαρκαστικά.
-Το εβδομήντα εννιά ήμουν είκοσι πέντε αιώνων, είπε. Σιγά-σιγά αποκαταστάθηκε η συνήθης μονάδα μέτρησης του χρόνου.
-Και τώρα, τι γυρεύεις εδώ; Τον ρώτησα.
-Ξέμεινα, είπε, ξέμεινα. Κάθε φορά που έφευγα, με καλούσαν πίσω. Κι όταν γύριζα, μ’ έδιωχναν πάλι. Επέμεινα πως εδώ είναι το σπίτι μου και μου ’δειχναν κάτι χαλάσματα. Έλεγα, «εδώ είναι τα αγαπημένα μου πρόσωπα» κι αυτά περνούσαν αδιάφορα στο άλλο πεζοδρόμιο.
Γύρισε και με κοίταξε με μάτια κόκκινα.
-Εδώ, είμαστε εμείς, τεμαχισμένοι κι ορφανοί. Εδώ θα μείνω!

Οι βάρκες ξεμάκραιναν στο ποτάμι και οι σημαίες και τα παιδιά. Ανέβηκα στο μικρό λόφο, έβαλα τα χέρια αντήλια και τους είδα στην ήρεμη θάλασσα. Ώρα πολλή τους έβλεπα, σκιές στον ορίζοντα, μέχρι που ο ήλιος φίλησε τα νερά. Και τότε ένιωσα πως τον πήραν μαζί τους.
-Η άλλη μέρα θα ξημερώσει πάλι, σκέφτηκα. Θα έρθει το μέλλον. Και το μέλλον του μέλλοντος. Γιατί δεν μπορεί! όπου υπάρχει ο θάνατος, υπάρχει και η ζωή.
Ακούμπησα το κορμί μου στο χώμα κι είδα τα σύννεφα να ταξιδεύουν στον ουρανό. Αργά, πειθαρχικά. Λες κι ένας άνεμος τα οδηγούσε μελετημένα, έφευγαν τώρα μακριά, πίσω απ’ τη θάλασσα, πίσω απ’ την άλλη θάλασσα. Κι ετοιμάστηκε ο ουρανός να δεχτεί τα’ αστέρια, εκατομμύρια αστέρια. Και τότε, μια γνώριμη πάλι φωνή, μου θύμισε τη διψασμένη τριανταφυλλιά.
-Κοίτα! της είπα. Μοιάζουν τα αστέρια με φωτεινά τριαντάφυλλα κι ο ουρανός μ’ ένα ροδώνα. Αν είναι να χαθώ εδώ, ας χαθώ.
-Όχι! μου είπε, όχι!
Έκλεισα τα μάτια μου για να ξεκουραστώ. Είχα ακόμα ταξίδι.

-Εδώ θα ζήσεις, του είπαν, κι είδε μια πόλη ξένη. Μια λίμνη και πίσω ένα βουνό. Και γύρω πολλά βουνά και πάνω ομίχλη και κάτω ομίχλη κι ένα ρολόι που κινούσε αργά τους δείκτες του, μετρώντας τις ώρες σε αιώνες.
-Δεν έχω δύναμη, παραπονέθηκε.
Κανείς δεν τον άκουσε και, μονάχος, πήρε την απόφαση να στερεώσει τον βηματισμό του. Μόνο που ήταν δύσκολες οι μέρες και τα βράδια, όλα τα μερόνυχτα. Και τα κορίτσια πάνω-κάτω στην πλατεία διαλαλούσαν την κλειδωμένη τους αγνότητα.
Κι αυτός, ώρες πολλές, έβρισκε καταφύγιο, εκεί, στην ψηλή πολυκατοικία πάνω απ’ το καμπαναριό, όπου είχε την αίσθηση πως μπορεί να δραπετεύσει στον ουρανό. Κι έγραφε, έγραφε κι ύστερα κλείδωνε τις σκέψεις του στα συρτάρια, να κιτρινίσει ο πόνος.
-Είναι δύσκολο να θυμάμαι, είπε μια φορά.
-Δεν αξίζει, του απαντούσαν. Δεν αξίζει, του έλεγαν καθημερινά κι αυτός θύμωνε. Αρνιόταν τις προτροπές και θύμωνε.
-Δεν θα προδώσω την ανάμνησή μου, έγραφε. Δεν θα την προδώσω, ξανάγραφε.
Ήταν ένα μυστικό συμβόλαιο με τον εαυτό του, μια υπόσχεση, ένας όρκος.
Ήταν τεμαχισμένοι οι δρόμοι κι έπρεπε εκεί υπομονετικά, στο σκοτάδι, να βρει περάσματα. Να ταξινομήσει χιλιάδες ερωτήματα, να μην υποκύψει στον πειρασμό των διαγραφών.
-Δεν υπάρχει ζωή χωρίς το τώρα, του έλεγαν.
-Δεν υπάρχει μέλλον χωρίς το παρελθόν, έλεγε.
Του έλεγαν, «πρόσεχε». Κι αυτός ήθελε να αναμετρηθεί μια και καλή με τον πόνο.
-Η θα νικήσω, ή θα χαθώ, σκεφτόταν και γύρευε την αλήθεια κατάματα να συναντήσει.
Κι αν ευτελής βρεθείς μπροστά μου,συνέχιζε, θα το ξεπεράσω. Ό,τι μεγάλο μου κληροδότησες, θα το γυρέψω σ’ άλλες αγάπες. Μόνο που πρέπει να το σώσω μες στην καταιγίδα. Για αυτό, μη στέλνεις άλλους κεραυνούς, θα με τυφλώσουν. Και τότε, πώς εγώ τυφλός σε δρόμους τυφλούς θα το ψάξω;
Έγιναν τα μάτια σου μέταλλο, τα λόγια ανάθεμα, τα λάθη μου ερινύες. Και μου ’κλεισες την πόρτα μες στη νύχτα. Και μήτε κερί δεν μου ’δωσες να περπατήσω στις σκοτεινές στοές, μήτε νερό, να υγρανθεί το στόμα μου, να βγει η κραυγή, να ελαφρώσω.
-Θα ’ρθουν όμως καιροί, έλεγε πάλι, που ο σπαραγμός μου θα υμνηθεί. Όταν χαθούν τα ονοματεπώνυμα και γίνει ο καημός μου σύμβολο. Όταν, οι λέξεις θα πάλλονται αυτόνομα και τα άλλοθι της σιωπής σου δεν θα μπορούν να κρύψουν τη μικρότητά τους.

Τα χρόνια περνούσαν κι η ομίχλη εκεί, αιώνια. Κι ήταν αυτή που έδινε ταυτότητα στην πόλη και η βροχή, μαύρη βροχή, πίσω απ’ το τζάμι.
-Ο έρωτας σε φέρνει μια ανάσα από την ψύχωση, του έλεγαν.
Όμως, αυτός έβλεπε το τέλμα και το ονόμαζε αρρώστια, έβλεπε τη συνήθεια και την ονόμαζε θάνατο. Κι έλεγε, «πρώτα να τελειώνουμε μ’ αυτούς τους θανάτους». Κι ήταν δύσκολο. Γιατί ο έρωτας είχε εξοριστεί σ’ αυτή την πόλη, τα όνειρα είχαν επικηρυχθεί. Γιατί οι αδύναμοι είχαν συνασπιστεί για να κρύψουν την ανομολόγητη δυστυχία τους. Κι έχτιζαν κάστρα για να προστατέψουν την ψευδαίσθηση. Κι αυτός δεν μπορούσε να διαβεί την πύλη, δεν ήθελε να τη διαβεί. Κι άλλοι τον χλεύαζαν, άλλοι τον συμπονούσαν. Τότε ήταν που γύριζε πίσω στα κιτρινισμένα χαρτιά, στις παλιές φωτογραφίες και γύρευε καταφύγιο στο φεγγάρι.
Κι άλλοτε, πάλι, επέμενε στη συλλογική προσπάθεια. Όμως, κι εκεί δεν τον καταλάβαιναν, γιατί μιλούσε για περίεργες θύελλες που θα σαρώσουν την έλλειψη τόλμης.
-Πρέπει να αλλάξουμε για να σωθούμε, έλεγε.
Κι οι άλλοι προέβαλαν τους μύθους ως φοβέρα. Κι έχτιζαν ναούς κι άλλους ναούς να προσκυνάνε.
-Δεν θα αντέξουν τους σεισμούς, έλεγε, μα τον περιγελούσαν αναπαράγοντας την ηθική ενός κόσμου που ήθελαν ν’ αλλάξουν.
-Η επανάσταση χρειάζεται πειθαρχία, έλεγαν και εννοούσαν υποταγή.
-Η επανάσταση χρειάζεται έρωτα, έλεγε αυτός, χρειάζεται όνειρα ανυπότακτα. Όμως, μες στην ομίχλη όλοι βάδιζαν ανήξεροι κι ανέμελοι.

Ο ήλιος είχε υποταχτεί στο κρύο αν και ο ουρανός ήταν ακόμα γαλανός. Λες και ήθελε ο κατακτητής το βασιλιά να περιπαίξει.
-Τι να σε κάνω, Θεέ! μου όταν δεν μπορείς να με ζεστάνεις; Έλεγε.
-Όλοι έχουμε την ανάγκη από κάπου να κρατηθούμε, του απαντούσαν.
Κι αυτός που είχε περπατήσει χρόνια στα σκοτάδια, δεν έβρισκε μήτε Θεό, μήτε άνθρωπο να απολογηθεί. Γονάτιζε, τότε, στον ίσκιο του ψηλού δένδρου, στο ξέφωτο, και ψιθύριζε τους καημούς του στον άνεμο.
-Μετανοώ! έλεγε, μετανοώ! Για όλες τις σκληρές αλήθειες που είπα, για αυτές που έγραψα, για αυτές που ένωσα. Για αυτές που γύρισαν πίσω και μ’ εκδικήθηκαν. Όμως είχα μισήσει το ψέμα κι έλεγα πως η αγάπη μπορεί να παιδεύει. Και πολλές φορές οι λέξεις είχαν μαχαίρια, τα μάτια βούρκωναν και προθέσεις έχαναν το δίκιο τους.
-Μετανοώ! έλεγε, για όσο πόνο σκόρπισα. Μα ποιος θα ακούσει τη συγνώμη μου;
-Ποιος θα ακούσει τη συγνώμη μου; Ξανάλεγε κι έπαιρνε τα λόγια του η σιωπή. Και το ψηλό δένδρο στο ξέφωτο, αμίλητο. Και στο βαθύ πηγάδι η ηχώ της φωνής του, και οι λέξεις, που γίνονταν κραυγές κι ύστερα σκόρπια φωνήεντα, σκόρπια σύμφωνα, μια ματαιότητα αδυσώπητη.
Οι δρόμοι δεν είχαν ονόματα ή είχαν ξεχαστεί. Και το ρολόι κινούσε αργά τους δείχτες του διαστέλλοντας το χρόνο, διαστέλλοντας τη μοναξιά.
-Δικάστε με! έλεγε, μα, δεν έμπαινε κανείς στον κόπο του. Και τότε, σκηνοθετούσε η μοίρα τη δίκη του. Και ομολογούσε, ομολογούσε για να ξαλαφρώσει. Όμως, κανείς δεν τον πίστευε. Κανείς δεν τον άφηνε να λυτρωθεί.

-Όλα είναι εφήμερα, του ’λεγαν κι αυτός μιλούσε για την αιωνιότητα των στιγμών. Κι έλεγε, «οι ουρανοί εδώ υπάρχουν». Μόνο που αργούσε αφόρητα να ξαστερώσει κι ήταν εκεί το σύννεφο, γεμάτο θλίψη. Και γύρευε ένα τρυφερό άγγιγμα να πάρει δύναμη, να ελπίζει.
Όμως, είχαν πιστέψει πως είναι άτρωτος, γιατί έμοιαζε διαφορετικός. Κι όλα τα δάκτυλα ήταν ομοιόμορφοι δείκτες που ξόρκιζαν τις κρυμμένες ενοχές. Κι ένιωθε, κάποιες ώρες, πως η μόνη του ελπίδα να υπάρξει είναι να τον λυπηθεί η βροχή, ο άνεμος να τον προσπεράσει.
Κοίταζε τότε τα γυμνά κλαδιά και σκεφτόταν πως δεν υπάρχει έλεος.
-Κι αν έλθεις, έλεγε, κάποια στιγμή, το χάδι σου να μου χαρίσεις, δε θα με βρεις. Αλλού, άλλη μοναξιά θα με ταξιδεύει.
Είχαν πιστέψει πως είναι άτρωτος κι αυτός την πίστη του ζωογονούσε, μέσα στην απελπισία.

Η μοναδική βεβαιότητα είναι η αμφιβολία, έλεγε. Κι αυτοί του μιλούσαν με γνωμικά προγόνων. Με αποσπάσματα γνωμικών. Και θεωρούσαν την ανατροπή, που αυτοί επαγγέλονταν, σαν τη μόνη δίκαιη ανατροπή. Κι αυτός φώναζε πως έχουμε ανάγκη να ανατρέψουμε την ακινησία σε κάθε στιγμή, να υπηρετήσουμε τη συνεχή μεταλλαγή. Μιλούσε για την απουσία, που γίνεται παρουσία ζωογονημένη από το όνειρο, και αυτοί του πρότειναν την πραγματικότητα. Μια άδεια πραγματικότητα. Κι έλεγε μέσα του:
-Εδώ στα λασπόνερα θα σηκώσω τα αστέρια. Ένα-ένα θα τα πλύνω με καθαρό νερό κι αμόλυντα θα τα καρφώσω στον ουρανό, να φύγει το σκοτάδι.
Όμως, οι δρόμοι δεν είχαν ονόματα κι η πόλη είχε τεμαχιστεί σε μαύρα τετράγωνα. Και τα κορίτσια είχαν σφραγίσει τα χείλη τους. Οι επιθυμίες δραπέτευαν απ’ τα μάτια τους, δραπέτευαν απ’ όλο το κορμί.
Έλεγε πως δεν μπορείς να χαρείς, αν όλα δεν τα δώσεις. Και του μιλούσαν για αόρατες πληγές που τις βαθαίνει ο φόβος. Κι απαντούσε πως φόβος μόνο στο θάνατο δεν υπάρχει. Κι έλεγε πως η ερημιά του πλήθους, είναι ο θάνατος, η έλλειψη πάθους, είναι ο θάνατος.
Ο ήλιος είχε υποταχτεί στο κρύο, όμως, κρυφά στα απάνεμα ζέσταινε την ελπίδα. Και φανταζόταν στιγμές, όπου σταματούσε ο ομοιόμορφος βηματισμός κι άρχιζε ο χορός στη μεγάλη πλατεία. Και τότε, έβλεπε τα αγαπημένα πρόσωπα να ξεμακραίνουν χαμογελώντας. Κι έλεγε, «αυτό το χαμόγελο θα λύσει τα μάγια». Μα, ήταν ακόμα αδύναμες οι ηλιαχτίδες κι αργούσε να ξημερώσει.

Όταν τον είδα μετά από χρόνια, εκεί, δίπλα στη λίμνη, με κοίταξε με γαλήνη και μου είπε:
-Δεν είναι η θάλασσα.
-Δεν είναι η θάλασσα, του απάντησα, μόνο που φαίνεται πως ήρθε ο καιρός.
-Όχι! μου είπε. Πρέπει να λατρέψουμε το τώρα και το πριν, να γίνει η ανάμνηση συνάντηση στο μέλλον. Ξέρεις, συνέχισε, τους προσπεράσαμε τους καιρούς μας και στο θρίαμβο της δικαίωσης, ανακαλύπτεις μια καινούργια μοναξιά. Πήγαινε εσύ, μου είπε, σε περιμένει μια διψασμένη τριανταφυλλιά, στο σπίτι με τα αγριόχορτα, στους καταρράχτες, στη μεγάλη πολιτεία. Πρέπει όλοι να ξεδιψάσουμε, πριν ανοιχτούμε στο πέλαγος.

Ήρθε το χιόνι κι έφερε σύννεφο, λευκό, και αστραπές παλιάς μνήμης. Κι είπα, «θα ανασύρω ότι απώθησα, τώρα που μπορώ να τ΄ αντέξω». Και ντύθηκε η νύχτα νύφη. Κι ο φόβος χάθηκε. Και σώπασαν οι κραυγές και οι ψίθυροι σώπασαν. Κι ήταν τα βλέμματα που μιλούσαν και τα αμέτρητα λευκά δάκρυα του ουρανού που άγγιζαν απαλά το χώμα, άγγιζαν απαλά τα δένδρα και χαμογελούσαν.
Κι έβγαλε η νύχτα τα μαύρα που φορούσε. Και σώπασε ο αιώνιος θρήνος. Κι ένιωσα, στον ουρανό, την απουσία που τη σκοτείνιαζε. Κι είπα:
-Σε συγχωρώ, για όσα μου ’κρυψες, για όσα, φριχτά, στα όνειρά μου έστειλες. Θα ζήσω μέσα στις αναλαμπές. Με το πάθος της ανάμνησης. Με του μέλλοντος, του άλλου μέλλοντος την ουτοπία. Είναι Θεά, είναι η δική μου Θεά.
Κι ήρθε το χιόνι κι έφερε τοπίο λευκό. Κι έμοιαζαν όλοι μόνοι, γαλήνια μόνοι. Κι είπα :
-Στείλε μου ένα φιλί. Αμόλυντο θα στο γυρίσω πίσω.
Και τότε ήρθε ένα σημάδι, που ράγισε της πέτρας το στερέωμα.

Ήταν μια βροχή κι ένας ήλιος μαζί. Και ζωγράφιζε, η άλλη Άνοιξη, διαπερνώντας τα σύννεφα, χρυσαφένια ξέφωτα στο βαθυπράσινο λόφο.
-Πρέπει να ξεδιψάσουμε, είπα, μα είναι ο χρόνος λίγος.
-Είναι πολύς ο χρόνος ακόμα, μου αποκρίθηκε η άλλη φωνή. Πάντα ο χρόνος είναι πολύς, αν έτσι το νιώθεις.
-Κι ο πόνος; Δεν τον νίκησα τον πόνο.
-Μήτε σε νίκησε.
-Κι οι πέτρες, τα ξυπόλητα πόδια, η αυγουστιάτικη φοβέρα του ουρανού; Το διστακτικό βήμα στη μεγάλη πόλη, η οπτασία στα ορφανά παγκάκια; Οι δρόμοι χωρίς ονόματα; Τα χρόνια που τα γύμνωσε η αλήθεια;
-Κάθε γυμνό δικό σου. Δεν δείχνει μόνο την ασκήμια, ακτινοβολεί και την κρυμμένη ομορφιά.
-Ποιος θα το νιώσει;
-Αυτοί που θα διαβάσουν τα κρυφά σου μηνύματα.
-Μα θα είναι λίγοι.
-Λίγοι θα είναι για πολύ. Για λίγο πολλοί θ’ αγγίξουν τον παλμό σου. Αξίζει αυτό το λίγο.

Κοίταξα, πίσω μου, τον ελαιώνα. Μπροστά τη θάλασσα και πάνω μου τον ουρανό. Και τότε, ένιωσα να το μιλούν από παντού:
-Το μεγάλο τέλος είναι η αρχή. Γι’ αυτό κι ο ήλιος αρνείται να σμίξει με τη γη και οι χιλιάδες εκρήξεις ματαίωσαν τη μεγάλη έκρηξη.
Το ένιωσα να το μιλούν από παντού και προχώρησα.
Κι είδα πορτοκαλιές ανθισμένες. Και σπίτια λευκά. Και παιδιά να τρέχουν στα λιβάδια. Και καράβια, πολλά καράβια. Κι είδα τους ξένους μου να πλησιάζουν, από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι όσο με πλησίαζαν φαινόταν το χαμόγελό τους, σαν άσπρο τριαντάφυλλο. Και γινόταν ένα, κι ύστερα, ένα μ’ εμένα.
Κι η γνώριμη φωνή δεν ήταν πλέον προσταγή, ήταν ενθάρρυνση.
-Πήγαινε! πήγαινε!
Κι ήταν εκεί η θάλασσα…

Βαγγέλης Φίλος
Από το βιβλίο Αλιάνθη, Ιωάννινα 2007

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 9, 2017, σε Πεζά. 1 σχόλιο

Η ΑΡΓΩ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Για δες πόσο όμορφη
είν’ η θάλασσα την αυγή
πως ερωτεύεται το αρμυρίκι το κύμα
τα Καλοκαίρια στη Σίβηρη
πως βουτάνε στο κύμα
οι γλάροι και πνίγουν τον πόθο τους .
Κι όπως καθρεφτίζουν
οι όρμοι το σώμα σου
κι όπως λαμπυρίζουν τα μάτια σου
τρελαίνεται ο ήλιος
κι όπως σε φυσάνε οι αύρες
γεννιούνται χιλιάδες
ταξίδια στις βεγγέρες του νου
όπου κρατιέται
η αγάπη αμόλυντη .
Κορίτσι δικό μας
και το δάκρυ σου ακόμα
είναι ένας έρωτας
κι η σιωπή σου ακόμα
είναι ένα ποίημα.
Έμαθες ν ’αγαπάς ό,τι βραχνιάζει
και ξενυχτάει μαζί σου
ό,τι αγγίζει και μουσκεύει τα μάτια σου
ό,τι ξυπνάνε οι μνήμες κι είναι πικρό.
Κι αν σου πω ότι είσαι ένα αγιόκλημα
πάλι εσύ στις νύχτες θα τρέξεις
γιατί φοβάσαι το φως
μη σου πυρπολήσει το όνειρο.
Όμως το όνειρο, είσαι εσύ
τα ταξίδια, εσύ θα τα κάνεις
η Αργώ περιμένει στον όρμο της
οι κωπηλάτες σε κοιτάνε στα μάτια.
Το ταξίδι σου τώρα αρχίζει
οι βράχοι θρυμματίζουν
τις αντιστάσεις τους
διάπλατα να περνάς
οι ορίζοντες στάζουν
τα δικά σου τα χρώματα
στα βότσαλα λιώνει
την πεθυμιά του ο έρωτας.
Είσαι η αρμονία του κόσμου
αν κι εσύ το πιστέψεις!

Σαντάς Θεόδωρος

Κοσμίδου Ιορδάνου Βάσω Θάλασσά μου» Από τις «Δραπετεύουσες Σκέψεις» μου

21432751_714926588712454_6701853983594553194_n

Φίνο άρωμα
αιώνια σιωπή…
Διαχρονική
απεραντοσύνη.
Μια θάλασσα
γεμάτη
συναισθήματα.
Ο ψίθυρος
μόνο
του ανέμου
που με χαϊδεύει
απαλά..
Γλυκιά μελαγχολία,
η μυρωδιά
του καλοκαιριού
που εξατμίζεται…
Κοιτάζω
Ακούω
Αισθάνομαι…
μια τ’ οργισμένα
κύματα σου,
μια απαλά
πάνω_κάτω..
Δυνατά…
απαλά
και πάλι δυνατά…
Σαν μουσική ροκ
μέσα
στη καρδιά μου.
Θάλασσά μου
πηγή ζωής
Θάλασσά μου
είσαι το χρηματοκιβώτιο
της ψυχής μου…
Μόνο εσύ ξέρεις
αναμνήσεις
θησαυρούς καλοκαιρινούς
να μου φυλάξεις!
.
.
«Θάλασσά μου»
Από τις «Δραπετεύουσες Σκέψεις» μου

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 9, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΕΜΑΤΑΣ ~Vivaldi ~

piano-1398069_960_720

Δίπλωσα στη μέση
μια σελίδα λευκό χαρτί
που μέσα της
είχα χαράξει
τον ήχο της ψυχής σου.
Δύο στίχους, δύο λόγια ,
έβγαλα
απ’ το στήθος μου
τους χτύπους
της ποίησης σου ,
να δω με πάθος ήθελα
ποιές νότες μουσικής
θα γράψω στο πιάνο
του μυαλού μου,
κι όπως τα πλήκτρα
έπαιζαν
το ήλιο του Vivaldi,
εσένα ~Αγάπη μου~
ένιωθα πως χάραξαν
στα χείλη σου
τα χείλη μου επάνω…

Ερωφίλη. Aφιέρωση Χορτάτσης Γεώργιος

21369285_1999580400272285_8290407434563053708_n

Γεώργιος ο Xορτάτσης

Προς τον εκλαμπρότατον
και υψηλότατον κύριον
Iωάννη το Mούρμουρη ρήτορα
αξιότατο

Kαθώς στολίζου μ’ όμορφο και λαμπυρό χρουσάφι,
σαν αποξετελειώσουσι τσ’ εικόνες οι ζωγράφοι,
και τότε σ’ τόπο φανερό τσι πάσι και κρεμούσι,
κι όλοι που τσι θωρούσινε θαμάζου και παινούσι,
τέτοιας λογής πάσα καιρό κ’ εκείνοι οπού τελειώσου
του νου τως κόπο τίβοτας, πριν όξω τονέ δώσου,
μεγάλου αθρώπου κιανενός κι άξου τονέ χαρίζου,
και τόσα με τη χάρη του πλήσα τονέ στολίζου,
π’ όλοι απού το γροικήσουσι, ποθού να τον ανοίξου,
τσι στίχους του να δούσινε, τα λέσι να γροικήξου.
Για τούτο, απείς τα πάθη μου κ’ οι πόνοι μου οι περίσσοι
τούτη κ’ εμένα εκάμασι το νου μου να γεννήσει
την τραγωδιά, το ποίημα τση τύχης μου, ν’ αφήσω
να ‘βγει όξω δεν ηθέλησα, πρίχου να τη στολίσω
μ’ όνομα ευγενικότατο κι άξο, καθώς τυχαίνει,
πάσα καιρό από λόγου του να στέκει βλεπημένη,
κ’ η ευγενειά κ’ η χάρη του να προσκαλού πάσ’ ένα
να τη θωρεί μετά χαράς και να κρατεί δεμένα
τα χείλη των κακόγλωσσω, τά σφάνω να σωπούσι,
κι ουδέναν εισέ ψέγωση λόγο ποτέ να πούσι.
K’ έτσι από χίλια ξακουστά κορμιά χαριτωμένα
με γράμματα και μ’ αρετές και πλούτη στολισμένα,
που λάμπου ως τ’ άστρα τ’ ουρανού σε μια μερά κ’ εις άλλη
τση Kρήτης, και τσι δόξες τση τσι πρωτινές τση πάλι
τση δίδου με τσι χάρες τως, κι ως τον καιρόν εκείνο
τιμάται, απού ‘χε αφέντη τση το βασιλιό το Mίνω,
σ’ εδιάλεξα, ευγενέστατε Mούρμουρη υψηλοτάτε,
ρήτορα απ’ όλες τσ’ αρετές και τσι τιμές γεμάτε,
με τ’ όνομά σου τούτο μου τον κόπο να στολίσω
και χάρη απού τσι χάρες σου πλήσα να του χαρίσω.
Mα το ‘θελεν η πεθυμιά κ’ εζήτα η όρεξή μου,
χίλιοι του νου μου λογισμοί πάλι αμποδίζασί μου:
Ποιος μου ‘λεγε «δεν πρέπουσι να στέκου στολισμένοι
τοίχοι άσκημοι και χαμηλοί και κακοσοθεμένοι
φτωχού σπιτιού, μ’ ολόχρουσα πανιά, μηδέ νιψίδι
προσώπου κόρης άσκημης πλήσο κιανείς να δίδει».
Ποιος τέτοιο λίγο χάρισμα να πέψω να σου δώσω
δε μ’ άφηνε, τσι λογισμούς για να μηδέ σποδώσω
του νου σου τσι ψηλότατους. Ποιος «πλήθος ν’ ανασώσεις
γυρεύγεις, μου ‘λεγε συχνιά, τση θάλασσας τση τόσης
μ’ ένα θολό κι απόμικρο ποτάμι απ’ αποφρύσσει
πρι παρ’ απού τη βρύση του την ίδια να κινήσει».
K’ έτσι σε δειλοσκόπησην εστέκουμου μεγάλη,
κι ο νους μου εσέρνετο συχνιά σε μια μερά κ’ εις άλλη,
κ’ έστεκ’ αρίφνητο καιρό δίχως ν’ αποφασίσω
να κάμω το ‘χα πεθυμιά γή να συρθώ ξοπίσω.
Πούρι το θέλ’ η όρεξη συγκλίνω να τση δώσω,
γιατί όσο σε θωρώ ψηλό, σε βλέπω κι άλλο τόσο
με σπλάχνος ανεξείκαστο κι άμετρη καλοσύνη
κι απού την περηφάνεση μακρά του κόσμου κείνη
τη σκοτεινή, που δε γεννά λάβρα ουδέ φως χαρίζει,
μα τσίκνα μόνο και καπνό τα τρίγυρα γεμίζει.
Παρακαλώ το λοιπονίς την εξοχότητά σου
με πρόσωπο πασίχαρο τα χέρια τση να πιάσου
τούτο το λίγο χάρισμα, και τ’ όνομα ν’ αφήσει
το βγενικό και τ’ άξο τση στολή να του χαρίσει·
κ’ εις τούτον απ’ εβάλθηκα το πέλαγος το πλήσο
μ’ έτσι μικρό κι ανήμπορο καράβι ν’ αρμενίσω,
γίνε οδηγός τση στράτας μου, να φύγω του χειμώνα
τσ’ ανεμικές, κι ως πεθυμώ, ν’ αράξω στο λιμνιώνα.
Γιατί όσες θέλου ταραχές κι ανέμοι να γερθούσι
κι όσα φουσκώσου κύματα, στο βράχος δε μπορούσι
ποτέ τως να με ρίξουσι, γή αλλιώς να με ζημιώσου,
θωρώντας μόνο ως άστρο μου λαμπρό το πρόσωπό σου.
Kι αν έν’ και τ’ αποκότησα χάρισμα να σου δώσω
π’ άξο, καθώς ετύχαινε, καλά δεν είναι τόσο,
τση τύχης δος το φταίσιμο, κι όχι του θελημάτου·
γιατί ψηλές τσι πεθυμιές πάσα καιρόν εκράτου,
μα κείνη χάμαι τσ’ έριξε, και τα φτερά απού σώνα
σ’ όρος να μ’ ανεβάσουσι ψηλό απού τ’ Eλικώνα,
μ’ έκοψ’ όνταν αρχίζασι κ’ εχαμηλοπετούσα,
κ’ η όρεξη μ’ απόμεινε μόνο σαν πρώτας πλούσα·
κι αντίς τα θάρρειε κι όλπιζε κ’ έδειχνε κ’ έτασσέ μου,
κ’ εις τσ’ ουρανούς συχνότατα το νουν ανέβαζέ μου,
μου κτίζει πύργους στο γιαλό, περβόλια στον αέρα,
κι ό,τι τη νύκτα μεριμνώ χάνουνται την ημέρα.

(από την Kρητική Λυρική Ποίηση, Eρμής 1999)

 

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=44&author_id=55

Φωτογραφία : Rethemnos Live

Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/α

21462448_1999576980272627_7367817307591993227_n

Οδύσσεια
Συγγραφέας: Όμηρος
Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης
Ραψωδία α

Τὸν ἄντρα τὸν πολύπραγο τραγούδησέ μου, ὦ Μοῦσα,
ποὺ περισσὰ πλανήθηκε, σὰν κούρσεψε τῆς Τροίας
τὸ ἱερὸ κάστρο, καὶ πολλῶν ἀνθρώπων εἶδε χῶρες
κι ἔμαθε γνῶμες, καὶ πολλὰ στὰ πέλαα βρῆκε πάθια,
γιὰ μιὰ ζωὴ παλεύοντας καὶ γυρισμὸ συντρόφων.
Μὰ πάλε δὲν τοὺς γλύτωσε, κι ἂν τὸ ποθοῦσε, ἐκείνους,
τὶ ἀπὸ δική τους χάθηκαν οἱ κούφιοι ἀμυαλωσύνη,
τοῦ Ἥλιου τοῦ Ὑπερίονα σὰν ἔφαγαν τὰ βόδια,
κι αὐτὸς τοὺς πῆρε τὴ γλυκειὰ τοῦ γυρισμοῦ τους μέρα.
Ἀπ’ ὅπου ἂν τά ‘χης, πές μας τα, ὦ θεά, τοῦ Δία κόρη.    10
Ὅλοι ποὺ τότες τὸν πολὺ τὸ χαλασμὸ ξεφύγαν
γυρίσανε, ἀπὸ πόλεμο καὶ θάλασσα σωσμένοι,
καὶ μόνο ἐκειόνε, σπιτικὸ καὶ ταίρι στερημένο,
ἡ Καλυψὼ ἡ τρισέμορφη θεὰ τόνε κρατοῦσε,
γιατὶ ἄντρα της τὸν ἤθελε στὶς βαθουλὲς σπηλιές της.
Μὰ ὁ γῦρος σὰν τελέστηκε τῶν χρόνων, κι ἦρθε ἡ ὥρα,
ποὺ τό ‘χανε οἱ θεοὶ γραφτὸ στὸ Θιάκι νὰ ξανάρθη
στὸ σπιτικό του, μήτ’ ἐκεῖ δὲν τοῦ ‘λειψαν οἱ ἀγῶνες,
καὶ σὲ δικοὺς κοντά. Κι οἱ θεοὶ τὸν συμπονοῦσαν ὅλοι,
ἐξὸν τόν Ποσειδώνα· αὐτὸς βαριὰ ἦταν χολωμένος    20
μὲ τὸ Δυσσέα τὸ θεϊκό, στὸν τόπο του πρὶν φτάση.
Βρισκόταν στοὺς Αἰθίοπες ὁ Ποσειδώνας τότες,
ποὺ ζοῦνε μοιραστοὶ μακριὰ στοῦ κόσμου τὶς ἀκροῦλες,
στοῦ Ἡλιοῦ τὸ βούλημα οἱ μισοί, στ’ ἀνάβλεμμά του οἱ ἄλλοι,
γιὰ νὰ δεχτῆ ἑκατοβοδιὰ ἀπὸ ταύρους καὶ κριάρια.
Ἐκεῖ γλυκοξεφάντωνε· οἱ θεοὶ ὡς τόσο οἱ ἄλλοι
στοὺς πύργους μαζωχτήκανε τοῦ Δία τοῦ Ὀλυμπήσου,
κι ὀμπρός τους, ὅλων τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας
ἄνοιξε λόγο, τὶ στὸ νοῦ ξανάρθε του ὁ μεγάλος ὁ Αἴγιστος,
ποὺ ὁ ξακουστὸς τὸν ἔκοψε ὁ Ὁρέστης,τοῦ Ἀγαμέμνου ὁ γιός. Ἐκειὸν ὁ Δίας ἀνιστορώντας,    30
στοὺς ἄλλους τοὺς ἀθάνατους αὐτὰ τὰ λόγια κρένει·
“Ἀλλοί, καὶ πῶς γυρεύουνε παντοτινὰ οἱ ἀνθρῶποι
νὰ ρίχτουνε τὸ φταίξιμο σ’ ἐμᾶς γιὰ τὰ δεινά τους,
καὶ λένε ἐμεῖς τὰ φέρνουμε· μὰ ἀπὸ δική τους τύφλα
παθαίνουν πέρα ἀπ’ τὸ γραφτό· νά, ὁ Αἴγιστος, ποὺ πῆρε
τὸ ταίρι τοῦ Ἀγαμέμνονα, καὶ ποὺ στὸ γυρισμό του
χαλνάει κι ἐκείνονε· ἀπὸ πρὶν τὸ γνώριζε τί μέγα
κακὸ θὰ τοῦ’ρθη, γιατὶ ἐμεῖς μηνύσαμέ του τότες
μὲ τὸν ἀγρυπνομάτη Ἑρμῆ, μηδὲ νὰ τόνε κόψη,
μηδὲ τὸ ταίρι νὰ ζητάη· γιατὶ θὰ γδικιωθῆ του    40
σὰ μεγαλώση καὶ ποθῆ τὸν τόπο του ὁ Ὀρέστης.
Καλόγνωμα τοῦ τά ‘πε ὁ Ἑρμῆς, μὰ ὁ Αἴγιστος ν’ ἀκούση
δὲν ἤθελε, καὶ μαζωχτὰ τὰ πλέρωσε κατόπι.”
Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπολογιέται τότες·
“Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε,
βέβαια τοῦ ἄξιζε ἐκεινοῦ τέτοιος χαμὸς νὰ τοῦ ‘ρθη·
τὰ ἴδια ἂς πάθη ὅποιος κακὰ παρόμοια πράξη κι ἄλλος.
Ἐγώ ‘μως γιὰ τὸ γνωστικὸ Ὀδυσσέα χολοσκάνω,
τὸν ἄμοιρο, ποὺ ἀπὸ δικοὺς μακρόθε τυραννιέται
σὲ κυματόζωστο νησί, στῆς θάλασσας τ’ ἀφάλι,    50
νησὶ δεντράτο, ποὺ θεὰ τὴν κατοικιά της ἔχει,
ἡ κόρη τοῦ κακόγνωμου τοῦ Ἄτλαντα, ποὺ ξέρει
τῆς θάλασσας τὰ τρίσβαθα, καὶ μὲ μακριὲς κολῶνες
ἀπὸ τὴ γῆς τὸν οὐρανὸ φυλάει ξεχωρισμένο.
Ἐκείνου ἡ κόρη τὸν κρατάει τὸ δύστυχο στὰ δάκρυα,
καὶ μὲ γλυκειὲς μαγεύει τον κουβέντες, νὰ ξεχάση
τὸν τόπο του· μὰ πάλε αὐτός, καὶ τὸν καπνὸ μονάχα
νὰ θώρειε τῆς πατρίδας του σὰν ἀλαφροανεβαίνη,
κι ἂς πέθαινε· μὰ μήτ’ ἐσύ, Ὀλυμπήσε, δὲ σπλαχνιέσαι.
Τάχα δὲ σὲ τιμοῦσε αὐτὸς στὴ διάπλατη Τρωάδα,    60
σιμὰ στὰ πλοῖα τῶν Ἀργιτῶν μὲ περισσὲς θυσίες;
τί τόσο, ὦ Δία, τώρα ἐσὺ μὲ τὸ Δυσσέα κακιώνεις;”
Κι ὁ Δίας τῆς ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης·
“Τί λόγο ἀπὸ τ’ ἀχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου;
Ποιός τό ‘πε ἐγὼ πὼς λησμονῶ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα,
ποὺ πρῶτος εἶναι ἀπ’ τοὺς θνητοὺς στὸ νοῦ καὶ στὶς θυσίες
πρὸς τοὺς ἀθάνατους θεοὺς ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια;
Ὁ Ποσειδώνας εἶν’ ὁ θεός, τῆς γῆς ὁ περιζώστης,
ποὺ πάθος τοῦ ἔχει ἀνέσβεστο, τὶ χάλασε τὸ μάτι
τοῦ ἰσόθεου τοῦ Πολύφημου, τοῦ πρώτου τῶν Κυκλώπων    70
στὴ δύναμη· τῆς Θόωσας εἶναι παιδί, τῆς νύφης,
κόρης τοῦ Φόρκυνα, ἄρχοντα τοῦ ἀτρύγητου πελάγου,
ποὺ ὁ Ποσειδώνας σὲ βαθειὲς σπηλιὲς ἀγκάλιασέ την.
Ἀπὸ τὰ τότε ὁ σαλευτὴς τῆς γῆς ὁ Ποσειδώνας
κι ἂ δὲν τόνε θανάτωσε, μὰ τὸν πλανάει στὰ ξένα
τὸν Ὀδυσσέα. Ὅμως καιρὸς ἐμεῖς νὰ στοχαστοῦμε
πὼς νά ‘ρθη στὴν πατρίδα του· θὰ πάψη τὴν ὀργή του
ὁ Ποσειδώνας· δὲν μπορεῖ στὸ πεῖσμα μας, κι ἀγνάντια
τόσων ἀθάνατων αὐτὸς ν’ ἀντισταθῆ μονάχος.”
Κι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ τοῦ ἀπολογήθη τότες·    80
“Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε,
στοὺς τρισμακάριστους θεοὺς αὐτὸ ἂν ἀρέση τώρα,
νὰ ξαναρθῆ στὸ σπίτι του ὁ παράξιος Ὀδυσσέας
ὁ Ἀργοφονιὰς Ἑρμῆς ἂς πάη μηνύτορας δικός μας,
στῆς Ὠγυγίας τὸ νησί, γιὰ νὰ μηνύση ἀμέσως
τῆς ὡριοπλέξουδης θεᾶς τὴν ἄσφαλτη βουλή μας,
ὁ Ὀδυσσέας ὁ ἄτρομος στὴ γῆς του νὰ γυρίση.
Ἐγὼ στὸ Θιάκι πάω, καρδιὰ περσότερη νὰ δώσω
τοῦ γιοῦ του ἐκεῖ, κι ἀπόφαση νὰ βάλω στὴν ψυχή του,
νὰ πῆ τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς νὰ μαζωχτοῦνε,    90
καὶ τοὺς μνηστῆρες ὁλονοὺς ν’ ἀποκηρύξη ὀμπρός τους,
ποὺ σφάζουν κι ὅλο σφάζουνε τὰ βοδοπρόβατά του.
Κατόπι στὴν ἀμμουδερὴ τὴν Πύλο καὶ στὴ Σπάρτη
τὸν παίρνω, κι ἴσως τοῦ γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἐκεῖ μάθη,
κι ἔτσι μᾶς βγάλη κι ὄνομα λαμπρὸ μὲς στοὺς ἀνθρώπους.”
Εἶπε, καὶ σάνταλα ἔδεσε στὰ πόδια της πανώρια,
ἀχάλαστα κι ὁλόχρυσα, ποὺ πεταχτὰ τὴ φέρνουν
ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου·
πῆρε κοντάρι δυνατὸ μὲ μύτη ἀκονισμένη,
βαρύ, μεγάλο καὶ στεριό· μὲ δαῦτο ἡρώους ἄντρες    100
σωροὺς δαμάζει ἂν ὀργιστῆ τοῦ φριχτοῦ Δία ἡ κόρη.
Ἀπὸ του Ὀλὐμπου χύμιξε τὰ κορφοβούνια τότες
στὸ Θιάκι, κι ὀμπρὸς στάθηκε στὶς θύρες του Ὀδυσσέα,
πὰς στὸ κατώφλι τῆς αὐλῆς, κρατώντας στὴν παλάμη
τὸ χάλκινο κοντάρι της, καὶ μοιάζοντας μὲ ξένο,
τὸ Μέντορα τὸ βασιλιὰ τῆς Τάφος. Ἐκεῖ βρῆκε
καὶ τοὺς μνηστῆρες τοὺς τρανούς· γλεντίζανε μὲ σκάκι
ὀμπρὸς στὶς θύρες σὲ προβιὲς βοδιῶνε καθισμένοι,
ποὺ ἴδιοι τους τὰ σφάξανε· κι ὁλόγυρά τους πλῆθος παραστεκόνταν κήρυκες καὶ πρόθυμα κοπέλια,
ποὺ ἄλλοι μὲ τὸ κρασὶ νερὸ μὲς στὰ κροντήρια σμίγαν,    110
ἄλλοι τραπέζια πλένανε μὲ τρυπητὰ σφουγγάρια,
καὶ στρώνανέ τα· κι ἄλλοι τους τὰ κρέατα μοιράζαν.
Κι ὁ θεόμορφος Τηλέμαχος τὴν εἶδε πρῶτος πρῶτος.
Στὸ πλάγι τους καθότανε μὲ σπλάχνα ταραγμένα
καὶ μὲς στὸ νοῦ του λόγιαζε τὸν ξέλαμπρο γονιό του,
ἂν θά ‘ρχουνταν ποτὲ μαθὲς νὰ τοὺς σκορπίση ἐτούτους
ἀπὸ τοὺς πύργους, κι ἴδιος του νὰ βασιλεύη πάλε
μὲ τὰ δικά του τὰ καλὰ. Αὐτά ‘χοντας στὸ νοῦ του
σιμὰ στοὺς ἄλλους, μάτιασε τὴν Ἀθηνᾶ, καὶ πῆγε ἴσια στὰ ξώθυρα, ἐπειδὴς ντρεπότανε ν’ ἀφήση
ξένο νὰ πολυστέκεται στὴ θύρα· ὀμπρός του ‘στάθη,    120
πιάνει τὸ χέρι τὸ δεξὶ, τοῦ παίρνει τὸ κοντάρι
τὸ χάλκινο, καὶ τοῦ λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια·
“Καλῶς τὸν ξένο· ἐσὺ ἀπ’ ἐμᾶς θὰ φιλευτῆς, καὶ κάλλιο
πρῶτα στὸ δεῖπνο, κι ὕστερα μᾶς κρένεις ὅ,τι ὁρίζεις.”
Εἶπε, καὶ πῆγε αὐτὸς ὀμπρός, κι ἡ Ἀθηνᾶ ἀκλουθοῦσε.
Καὶ μέσα στ’ ἁψηλόχτιστο παλάτι σάνε μπῆκαν,
παίρνει καὶ στήνει σὲ μακριὰ κολώνα τὸ κοντάρι,
σ’ ἀρματοθήκη σκαλιστὴ, ποὺ κι ἄλλα ἐκεῖ κοντάρια
πολλὰ τοῦ καρτερόψυχου τοῦ Ὀδυσσέα στεκόνταν.
Σ’ ἕνα θρονὶ τὴν κάθισε πὰς σ’ ἁπλωμένο τούλι,    130
θρονὶ πανώριο, πλουμιστό, κι ἀκουμποπόδι ὀμπρός της.
Πῆρε κι αὐτὸς σκαμνὶ λαμπρό, μακριὰ ἀπὸ τοὺς μνηστῆρες,
νὰ μὴν τόνε πειράζη ὁ ἀχὸς τὸν ξένο, καὶ δὲ νιώση
γλύκα φαγιοῦ καθίζοντας μὲ ἀγέρωχους ἀνθρώπους,
καὶ γιὰ νὰ μάθη ἂν ἤξερε μαντάτα τοῦ γονιοῦ του.
Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια,
ὤριο, χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη
γιὰ νὰ πλυθοῦν, καὶ στρώνει τους τὸ γυαλιστὸ τραπέζι.
Σεμνὴ κελάρισσα ἔφερε ψωμὶ καὶ παραθέτει,
κι ἀπὸ τὰ καλοφάγια της τοὺς ἔβαλε περίσσια·    140
μὲς στὰ πινάκια ὁ μοιραστὴς τὰ κρέατ’ ἀραδιάζει,
καὶ θέτει χρυσοπότηρα ὀμπροστά τους· κάθε λίγο
περνοῦσε ὁ κήρυκας κοντὰ καὶ τοὺς κρασοκερνοῦσε.
Μπήκανε μέσα κι οἱ τρανοὶ μνηστῆρες, καὶ καθίσαν
ἀράδα σ’ ἕδρες καὶ σκαμνιὰ, καὶ χύναν καὶ σ’ ἐτούτων
τὰ χέρια οἱ κήρυκες νερό, καὶ σὲ πανέρια μέσα
οἱ παρακόρες σώρευαν ψωμί, καὶ παλληκάρια
μὲ τὸ πιοτὸ στεφάνωναν τοῦ καθενὸς κροντήρι.
Κι αὐτοὶ ἅπλωναν τὰ χέρια τους στὰ φαγητὰ ὀμπροστά τους.
Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους,    150
ἄλλα στὸ νοῦ τους εἴχανε οἱ μνηστῆρες· τὰ τραγούδια
καὶ τὸ χορό, χαρίσματα τοῦ τραπεζιοῦ σὰν πού ‘ναι·
λαμπρὴ κιθάρα ὁ κήρυκας παράδωσε στὰ χέρια
τοῦ Φήμιου, ποὺ μὲ τὸ στανιὸ τραγούδαε στοὺς μνηστῆρες,
κι ὥριο σκοπὸ τοὺς ἄρχισε τὶς κόρδες της βαρώντας.
Λέει τότες ὁ Τηλέμαχος τῆς γαλανοματούσας
θεᾶς, κοντά της σκύβοντας, νὰ μὴν ἀκούσουν οἱ ἄλλοι·
“Τάχα θὰ κρίνης ἄπρεπο τὸ τί θὰ πῶ, καλέ μου;
Αὐτοὶ στὸ νοῦ τους ἔχουνε κιθάρες καὶ τραγούδια,
καὶ τί τοὺς μέλει; ξένο βιὸς ἀπλέρωτα μασᾶνε,    160
τοῦ ἀντροῦ ποὺ τ’ ἄσπρα κόκκαλα μὲς στὶς βροχὲς σαπίζουν
πὰς σὲ στεριὲς, ἢ στ’ ἁρμυρὸ κυλιοῦνται ἴσως τὸ κῦμα.
Μιὰς νὰ τὸν ἔβλεπαν ἐκειὸν νὰ μπαίνη μὲς στὸ Θιάκι,
καὶ θὰ παρακαλούσανε νά ‘ναι ἀλαφροὶ στὰ πόδια
κάλλιο, παρὰ στὶς φορεσὲς καὶ στὰ χρυσάφια πλούσιοι.
Μὰ τώρα ἀδικοχάθηκε, καὶ παργοριὰ δὲ φέρνει
ὅποιος μᾶς λέει πὼς ἔρχεται, τὶ γυρισμὸ δὲν ἔχει.
Ὡς τόσο, πές μου ἀληθινά, ποιός εἶσαι, κι ἀποποῦθε;

ποιοί ‘ν’ οἱ γονιοί σου, ὁ τόπος σου; μὲ τί καράβι ‘φάνης;    170
οἱ ναῦτες πῶς σὲ φέρανε στὸ Θιάκι; ποιοί παινιένται
πὼς εἶναι; τὶ θαρρῶ πεζὸς ἐδῶ δὲ μᾶς ὁρίζεις.
Πές μου καὶ τοῦτο ἀληθινὰ νὰ ξέρω· μᾶς πρωτόρθες,

ἢ νά ‘σαι φίλος πατρικός; τὶ κι ἄλλοι πολλοὶ ξένοι
μᾶς ἦρθαν, ὅπως γύριζε κι ἐκειὸς ἀνάμεσο τους.”
Τότες ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογιέται·
“Ὅσα ρωτᾶς θὰ σοῦ τὰ πῶ κι ἐγὼ μ’ ἀληθοσύνη.
Τοῦ ἄξιου τοῦ Ἀχίαλου παινιέμαι γιὸς πὼς εἶμαι, ὁ Μέντης,    180
τῶν θαλασσινῶν τῆς Τάφος βασιλέας·
μὲ πλοῖο μου στὰ μέρη αὐτὰ καὶ μὲ συντρόφους ἦρθα
τὰ πέλαγ’ ἀρμενίζοντας πρὸς τοὺς ξενογλωσσῖτες
τῆς Τέμεσης, μὲ σίδερο, χαλκὸ ἀπ’ αὐτοὺς νὰ πάρω.
Τὸ πλοῖο μένει σὲ ξοχή, παράοξω ἀπὸ τὴν πόλη,
κάτω ἀπ’ τὸ Νεῖο τὸ σύδεντρο, στοῦ Ρείθρου τὸ λιμάνι.
Ἐμεῖς δὰ φίλοι γονικοὶ λεγόμαστε ἀπαρχῆθες
ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου· πήγαινε καὶ ρώτηξε τὸ γέρο
ἥρωα Λαέρτη· λένε αὐτὸς πιὰ δὲν πατάει στὴν πόλη,
παρὰ μακριὰ στὴν ἐξοχὴ μονάχος τυραννιέται,    190
καὶ γέρικη σπιτοκυρὰ θροφὴ τοῦ παραθέτει,
ἡ κούραση τὰ σκέλια του σὰν πιάση, ποὺ μὲ κόπο
τὰ σέρνει στὸν ἀνήφορο τοῦ ἀμπελοχώραφού του.
Ἦρθα, ἐπειδὴς καὶ λέχθηκε πὼς στὴν πατρίδα του ἦταν
ὁ κύρης σου· ὅμως οἱ θεοὶ τοῦ κόβουνε τὸ δρόμο.
Τὶ δὲν ἀπέθανε στὴ γῆς ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας,
μόν’ κάπου ἀκόμα ζωντανὸς στὰ πέλαγα κρατιέται,
σὲ κυματόζωστο νησί, που ἄντρες κακοὶ τὸν ἔχουν,
ἄγριοι, καὶ μὲ τὸ ζόρι αὐτοὶ τόνε βαστᾶνε πίσω.
Ὅμως σοῦ προμαντεύω ἐγώ, καθὼς στὸ νοῦ μου μέσα    200
τὸ βάλαν οἱ ἀθάνατοι, κι ὅπως θὰ βγῆ πιστεύω,
ἂν κι οὔτε μάντης εἶμαι ἐγώ, κι οὔτες ἀπ’ ὄρνια νιώθω,
νά ‘ρθη πιὰ ἐκεῖνος στὴ γλυκειὰ πατρίδα δὲ θ’ ἀργήση,
μὰ καὶ μὲ σίδερα ἂ δεθῆ· τρόπο θὰ βρῆ νὰ φύγη,
γιατ’ εἶναι πολυσόφιστος. Μὰ πές μου τώρα, γειά σου,
καὶ ξήγησέ μου ξάστερα, παιδί του ἂν εἶσαι ἀλήθεια,
τοῦ Ὀδυσσέα, τοσοδὰ μεγάλο παλληκάρι.
Παράξενα στήν κεφαλὴ καὶ στὰ λαμπρὰ τὰ μάτια
τοῦ μοιάζεις· τὶ πολὺ συχνὰ σμιγόμασταν οἱ δυό μας,
πρὶν ἀνεβῆ στὴν Τροία ἐκειός, ποὺ κι ἄλλοι Ἀργῖτες τότες    210
ἀπὸ τοὺς πρώτους κίνησαν μὲ κουφωτὰ καράβια·
ἕνας τὸν ἄλλονα πιὰ ἐμεῖς δὲν εἴδαμε ἀπὸ τότες.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ξένε, θὰ σοῦ μιλήσω ἐγὼ μὲ περισσὴν ἀλήθεια.
Ἐκείνου τέκνο ἡ μάνα μου μὲ λέει· ἐγὼ τί ξέρω;
ποιὸς τὸ δικό του τὸ γονιὸ μπορεῖ νὰ πῆ πὼς ξέρει;
Μακάρι νά ‘μουνα παιδὶ καλότυχου πατέρα,
ποὺ τοῦ ‘ρχουνται τὰ γερατειὰ στὸ σπιτικό του μέσα.
Μὰ ἐμένα ὁ πιὸ κακότυχος στὸν κόσμο στάθη ἐκεῖνος
ποὺ λὲν πὼς εἶμαι τέκνο του, σὰν ποὺ ρωτοῦσες τώρα.”     220
Κι ἡ γαλανόματη θεὰ γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Δὲν ὅρισαν ἀγνώριστη νὰ μείνη ἡ γενεά σου
οἱ θεοί, ἀφοῦ σὲ γέννησε λεβέντη ἡ Πηνελόπη.
Μὰ πές μου τώρα ξάστερα, καὶ ξήγα μου κι ἐτοῦτο·
σὰν τί τραπέζια νά ‘ναι αὐτά; τί κόσμος; ποιά ἡ ἀνάγκη;
τάχατες γάμος ἢ γιορτὴ; Βέβαια αὐτὰ δὲν εἶναι
συντροφικά. Μὲ πόση δὲς ἀδιαντροπιὰ καὶ θάρρος
δῶ μέσα τρωγοπίνουνε. Θ’ ἀγαναχτοῦσε ἀνίσως
ἐρχόταν ἄντρας γνωστικὸς κι ἄπρεπα τέτοια θώρειε.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·    230
“Μιὰς καὶ ρωτᾶς μου, ὦ ξένε, αὐτἀ, καὶ θὲς νὰ τὰ κατέχης,
πλούσιο καὶ τιμημένο αὐτὸ τὸ σπίτι πρέπει νά ‘ταν,
ἐκεῖνος ὅσο μέσα ἐδῶ καθότανε· ὅμως τώρα,
ἀλλιώτικα οἱ κακόγνωμοι θεοὶ τὸ βουληθῆκαν,
ποὺ ἀνείδωτο τὸν ἔκαμαν ὅσο κανέναν ἄλλον·
καὶ μήτε κὰν τὸ τέλος του δὲ θὰ θρηνοῦσα, ἀνίσως
στὸ πλάγι τῶν συντρόφων του χανότανε στὴν Τροία,
γιά ἀπὸ τὸν πόλεμο ὕστερα, σὲ ἀγαπητὲς ἀγκάλες.
Καὶ τότες οἱ Παναχαιοὶ θὰ τοῦ ‘στηναν μνημούρι,
κι ὄνομα θά ‘βγαζε λαμπρὸ ν’ ἀφήση τοῦ παιδιοῦ του.    240
Μὰ τώρα οἱ Ἅρπυιες ἄδοξα τὸν ἔχουν ἁρπαγμένο·
ἀνάφαντος κι ἀνάκουστος μοῦ γίνη, καὶ μ’ ἀφῆκε
λύπες καὶ δάκρυα· μήτ’ αὐτὸ μονάχα δὲ μὲ δέρνει,
ἐπειδὴς κι ἄλλα μοῦ ‘φεραν οἱ Ὀλυμπῆσοι πάθια.
Γιατὶ ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι,
Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο μὲ τὰ δασιὰ τὰ δέντρα,
κι ὅσοι στὸ βραχορίζωτο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν,
ὅλοι ζητοῦν τὴ μάνα μου καὶ μοῦ χαλνᾶν τὸ βιός μου.
Κι ἐκείνη μήτε ἀρνιέται τους γάμο φριχτὸ, καὶ μήτε
τέλος νὰ δώση δύνεται· καὶ δός του αὐτοὶ τὸ σπίτι    250
μοῦ καταλοῦνε· γλήγορα καὶ μένα θὰ μὲ φᾶνε.”
Τότε ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ λέει χολοσκασμένα·
“Ἀλλοίς, καὶ πόσο χρειάζεσαι τὸν Ὀδυσσέα κοντά σου,
ἐτούτους τοὺς ξεδιάντροπους μνηστῆρες νὰ βαρέση.
Νὰ ἐρχόταν τώρα νὰ σταθῆ στοῦ παλατιοῦ τὶς πόρτες,
μὲ ἀσπίδα, μὲ περίκρανο καὶ μὲ τὰ δυὸ κοντάρια,
τέτοιος στήν ὄψη σὰν ποὺ ἐγὼ τὸν εἶδα πρῶτα πρῶτα
σὰν ἔπινε καὶ γλέντιζε στὸ σπιτικὸ μας μέσα,
ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ Μέρμερου γυρίζοντας, τὸν Ἴλο,
τῆς Φύρας, πού μὲ πλοῖο γοργὸ ξεκίνησε, βοτάνι    260
ζητώντας του θανατερό, ν’ ἀλείψη τὶς χαλκένιες
σαΐτες του· δὲν τοῦ ‘δωσε, τὴ μάνητα φοβώντας
ἐκεῖνος τῶν ἀθάνατων· ὁ γέρος μου ὅμως τότες
τοῦ τό ‘δωσε, ἀγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος νά ‘ρθη
καὶ ν’ ἀνταμώση ἐτουτουνοὺς ὁ Ὀδυσσέας, καὶ θά ‘ναι
ὅλων τὸ τέλος ξαφνικό, κι ὁ γάμος τους φαρμάκι.
Ὡς τόσο ἐτοῦτα ἂς μείνουνε στὰ χέρια τῶν θεῶνε,
κἂν θὰ γυρίση πάλε ἐδῶ νὰ γδικιωθῆ, κἂν ὄχι·
ἐσένα τώρα θέλω σε νὰ στοχαστῆς καὶ νά ‘βρης
τὸ πῶς ἀπὸ τὸν πύργο αὐτὸ θὰ διώξης τοὺς μνηστῆρες.    270
Ἄκου λοιπόν, καὶ πρόσεξε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω.
Συγκάλεσέ τους τὸ ταχὺ τοὺς Ἀχαιοὺς ἡρώους,
καὶ σ’ ὅλους πὲς τὴ γνώμη σου μὲ τοὺς θεοὺς μαρτύρους.
Πρόσταξε τότες σπίτια τους νὰ φύγουν οἱ μνηστῆρες,
κι ἂν ἡ καρδιὰ τῆς μάνας σου γάμο γυρεύη, ἂς σύρη
στ’ ἀρχοντικὸ τοῦ κύρη της, πού ‘ναι τρανὸς ἀφέντης,
καὶ γάμο αὐτοὶ θὰ κάμουνε, καὶ δῶρα θὰ τοιμάσουν
πολλὰ, καθὼς ταιριάζουνε σ’ ἀγαπημένη κόρη.
Κι ἐσένα γνώμη φρόνιμη σοῦ δίνω, ἂν θὲς ν’ ἀκούσης·
καράβι μὲ εἴκοσι κουπιά, καλό, σὰν πάρης, ἔβγα    280
νὰ μάθης γιὰ τὸν κύρη σου τὸν πολυπλανημένο·
ἢ κάποιος θὰ σοῦ πῆ θνητός, ἢ τὴ φωνὴ θ’ ἀκούσης
ποὺ στέλνει ὁ Δίας, καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες.
Πρῶτα στὴν Πύλο, καὶ ρωτᾶς τὸ Νέστορα τὸ μέγα·
σύρε κατόπι στὸν ξανθὸ τῆς Σπάρτης τὸ Μενέλα,
τὸν πιὸ στερνὸ χαλκοάρματο Ἀχαιὸ ποὺ γύρσε πίσω.
Κι ἂ μάθης πὼς ὁ κύρης σου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση,
ἀπάντεξε, ὅσο κι ἂν πονῆς, ὡς ἕνα χρόνο ἀκόμα·
ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς σοῦ χάθη ἀκούσης,
γυρίζεις πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας,    290
τοῦ στήνεις μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτεις δῶρα,
ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύεις καὶ τή μάνα.
Καὶ σὰν τὰ πράξης ὅλ’ αὐτὰ καὶ τὰ καλοτελειώσης,
μὲς στὸ μυαλό σου γύρισε καὶ μέσα στήν ψυχή σου,
τὸ πῶς σ’ αὐτοὺς τούς πύργους σου θὰ λυώσης τοὺς μνηστῆρες
εἴτε μὲ δόλο, ἢ φανερά· τὶ πιὰ δὲν σοῦ ταιριάζει
μωρὸ παιδὶ νὰ φαίνεσαι, μικρὸς ἀφοῦ δὲν εἶσαι.
Ἢ τάχα δὲν ἀκοῦς κι ἐσὺ πὼς ὁ λαμπρὸς ὁ Ὀρέστης
δοξάστηκε σ’ ὅλη τὴ γῆς σὰ σκότωσε τὸν πλάνο
τὸν Αἴγιστο, ποὺ χάλασε τὸν ξακουστὸ γονιό του;    300
Ἔτσι κι ἐσύ, πού βλέπω σε τόσο ὤριο καὶ μεγάλο,
γίνου ἄντρας, φίλε, νὰ σὲ ὑμνοῦν κατόπι οἱ ἀπογόνοι.
Καὶ τώρα ἐγὼ πρὸς τὸ γοργὸ καράβι κατεβαίνω,
τὶ στενοχώρια θά ‘πιασε μεγάλη τοὺς συντρόφους·
ἐσὺ μονάχος φρόντιζε καὶ νοιάσου τὰ ὅσα σοῦ εἶπα.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κρένει·
“Ξένε μου, ἀλήθεια, σύμπονα μοῦ συντυχαίνεις λόγια,
καθὼς γονιὸς σὲ τέκνο του, κι ἀξέχαστα θὰ τά ‘χω.
Μὰ κάλλιο μεῖνε τώρα ἐδῶ, κι ἂς εἶσαι γιὰ ταξίδι,
ἔλα καὶ λούσου νὰ φραθῆ ἡ καρδιά σου, καὶ κατόπι    310
κινᾶς πρὸς τὸ καράβι σου χαρούμενος, μὲ δῶρο
πλούσιο, λαμπρό, ἀπὲ λόγου μου νὰ τό ‘χης θυμητάρι
σὰν ὅσα φίλοι ἀγαπητοὶ χαρίζουνε σὲ φίλους.”
Κι ἡ γαλανόματη θεὰ τοῦ ἀπολογιέται τότες·
“Μὴ μὲ κρατᾶς πιὰ τώρα ἐδῶ, τὶ βιάζουμαι νὰ σύρω.
Κι ὅσο γιὰ δῶρο, ὅποιο ζητάει νὰ δώσης μου ἡ καρδιά σου,
στὸ γυρισμό μου δίνεις το, στὸ σπίτι νὰ τὸ πάρω,
πανώριο δῶρο, πού νὰ λὲς κι ἀνταμοιβή τοῦ ἀξίζει.”
Σὰν εἶπε αὐτὰ ξεκίνησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,
κι ἔγιν’ ἀϊτὸς καὶ πέταξε· μὲς στὴν καρδιά του ὡς τόσο    320
ἀφῆκε θαρρεσιὰ κι ἀντρειά, καὶ τοῦ γονιοῦ του ἡ μνήμη
πιὸ ζωντανὴ ξανάρχουνταν· ξιππάστηκε ἡ ψυχή του,
καὶ θάμασε, γιατὶ θεὸς κατάλαβε πὼς ἦταν.
Καὶ τότες μ’ ὄψη ἰσόθεη ζυγώνει τοὺς μνηστῆρες,
ποὺ τοὺς τραγούδαε ὁ ξακουστὸς τραγουδιστής, κι ἐκεῖνοι καθόντανε χωρὶς μιλιὰ
κι ἀκοῦγαν· τὸ τραγούδι τούς ἔλεγε τῶν Ἀχαιῶν τὸ γυρισμὸ τὸ μαῦρο
ποὺ ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοὺς πρόσταξε στὴν Τροία.
Κι ἀπὸ τ’ ἀνώγια ἀκούγοντας τὸ θεῖο αὐτὸ τραγούδι
ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα,
κατέβηκε τὶς ἁψηλὲς τοῦ παλατιοῦ τὶς σκάλες,    330
μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες,
πλάγι τοῦ στύλου στάθηκε τῆς δουλευτῆς τῆς στέγης
σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι,
μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπο τὰ δυὸ πλευρά της,
καὶ κρένει τοῦ τραγουδιστῆ μὲ μάτια δακρυσμένα·
“Φήμιε, ποὺ κι ἄλλα γνώριζες μαγευτικὰ τραγούδια,
μ’ ὅσα θνητοὺς κι ἀθάνατους δοξάζετε ἐσεῖς πάντα,
ἕν’ ἀπ’ αὐτὰ τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,
κι αὐτοὶ ἂς σωποῦν κι ἂς πίνουνε· πάψ’ τὸ τραγούδι ἐτοῦτο,    340
τὸ θλιβερό, ποὺ τὴν καρδιὰ μοῦ σκίζει μὲς στὰ στήθια,
γιατὶ σὰν ἄλληνα καμιὰ βαρὺς καημὸς μὲ δέρνει,
κι ὁλημερὶς ἀνιστορῶ καὶ λαχταρῶ τὸν ἄντρα,
ποὺ στὴν Ἐλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ’ Ἄργος ὅλο ἁπλώθη.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει·
“Δὲν τὸν ἀφήνεις τὸ γλυκὸ τραγουδιστή, μανούλα,
νὰ φέρνη γλέντι καταπὼς τ’ ἀποθυμάει ὁ νοῦς του;
Δὲ φταίγει σου ὁ τραγουδιστής, ὁ Δίας εἶν’ ἡ αἰτία,
ποὺ κάθε σιταρόθρεφτου θνητοῦ ὅπως θέλει δίνει,
Δὲν ἔχει κρῖμα ἂν τραγουδάη αὐτὸς τὴ μαύρη μοῖρα    350
τῶ Δαναῶνε· πάντα θὲν οἱ ἀνθρῶποι τὸ τραγούδι
ποὺ πιὸ καινούργιο τοὺς σφαντάει σὰν κάθουνται κι ἀκοῦνε.
Κάνε καρδιὰ κι ἁπομονὴ ν’ ἀκοῦς, γιατὶ μονάχος
δὲν ἔχασε τοῦ γυρισμοῦ τὴ γλύκα ὁ Ὀδυσσέας,
μόν’ κι ἄλλα χάθηκαν πολλὰ στὴν Τροία παλληκάρια.
Ἔμπα, καὶ κοίτα σπίτι σου καὶ τὸ νοικοκυριό σου,
τὴν ἀληκάτη, τ’ ἀργαλειό, καὶ πρόσταζε τὶς δοῦλες
νὰ σοῦ δουλεύουν· κι ἄφηνε τὰ λόγια αὐτὰ στοὺς ἄντρες,
μάλιστα ἐμένα, πού ‘μαι δὰ καὶ τοῦ σπιτιοῦ ὁ ἀφέντης.”
Θάμασ’ αὐτή, καὶ γύρισε στὸ σπίτι, γιατὶ μπῆκαν    360
ὡς τὴν καρδιά της τοῦ παιδιοῦ τὰ γνωστικὰ τὰ λόγια.
Κι ἀνέβηκε στ’ ἀνώγια της, κι ἀντάμα μὲ τὶς βάγιες
τὸν ἀκριβό της Ὀδυσσέα θρηνοῦσε, ὡσότου ὕπνο
ἡ Ἀθηνᾶ τῆς στάλαξε γλυκὸ στὰ ματοκλάδια.
Ὡς τόσο στὰ βαθιόσκιωτα παλάτια μέσα οἱ ἄλλοι
ὀχλαλοὴ σηκώνανε, κι εὐκότανε ὁ καθένας
μὲς στὸ κρεβάτι ν’ ἀξιωθῆ σιμά της νὰ πλαγιάση. Σ’ αὐτοὺς ἀρχίζει ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος καὶ κρένει·
“Ἀκοῦστε, ὦ παραδιάντροποι τῆς μάνας μου μνηστῆρες·
τώρα ἐμεῖς γλέντι ἂς κάμουμε, κι ἂς λείψη τ’ ἀχολόγι,
τὶ ἀξίζει ἀλήθεια τέτοιονα τραγουδιστὴ ν’ ἀκοῦμε,    370
σὰν πού ‘ναι αὐτὸς ποὺ μὲ θεοῦ λὲς κι ἡ φωνή του μοιάζει·
μὰ τὴν αὐγὴ σὲ συντυχιὰ καθίζουμε ὅλοι ἀντάμα,
νὰ σᾶς κηρύξω φανερὰ ν’ ἀφῆστε μου τὸν πύργο,
ἄλλα τραπέζια νά ‘βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε,
ὁ ἕνας σπίτι τ’ ἀλλονοῦ. Κι ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε
πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια
ἑνὸς ἀνθρωπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες
καλῶ βοήθεια τοὺς θεοὺς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη
τὸ γδικιωμὸ ποὺ ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι
πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.”     380
Αὐτὰ τοὺς εἶπε, κι ὅλοι τους, δαγκάνοντας τὰ χείλη}
θαμάζαν τοῦ Τηλέμαχου τὰ θαρρετὰ τὰ λόγια.
Κι ὁ Ἀντίνος τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς τοῦ μίλησε καὶ τοῦ ‘πε·
“Ἐσένα θεοί, Τηλέμαχε, νὰ σὲ διδάχνουν πρέπει
μεγάλα λόγια νὰ μιλᾶς, καὶ θαρρετὰ νὰ κρένης·
μὴ σώση καὶ σὲ κάμη ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου βασιλέα
στὸ Θιαάκι τὸ γυρόλουστο, σὰν πού ‘ναι πατρικό σου.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κάνει·
“Τάχα θὰ σοῦ φανῆ βαρὺ τὸ θὰ σου πῶ, ὦ Ἀντίνε;
Κι ἐτοῦτο θὰ τὸ δέχουμουν ἂν τό ‘δινέ μου ὁ Δίας.    390
Ἢ λὲς δὲ γίνεται κακὸ τρανότερο στὸ κόσμο;
Ὄχι, δὲν τό ‘χω γιὰ ἀχαμνὸ νά ‘ναι κανένας ρήγας·
πλούσιο τὸ σπίτι του ἄξαφνα, δοξάζεται κι ἀτός του.
Μὰ κι ἄλλοι βρίσκουνται Ἀχαιοὶ στὸ Θιάκι βασιλιάδες,
νέοι καὶ γέροι ἀρίθμητοι, κι ἕνας τους θά ‘χη ἐτούτη
τὴ δόξα, μιὰς κι ἀπέθανε ὁ θεῖος ὁ Ὀδυσσέας·
ὅμως ἐγὼ θὰ ὁρίζω αὐτὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς δούλους,
ποὺ γιὰ τὰ μένα ἀπόχτησε μὲ τ’ ἄρματά του ἐκεῖνος.”
Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος γυρνάει κι ἀπολογιέται·
“Αὐτά, Τηλέμαχε, στῶν θεῶν ἂς μείνουνε τὰ χέρια,    400
τὸ ποιὸς στὸ θαλασσόλουστο θὰ βασιλέψη Θιάκι·
μακάρι ἐσὺ νὰ κυβερνᾶς καὶ χτήματα καὶ σπίτι,
καὶ νὰ μήν ἔρθη ἐδῶ ψυχὴ καὶ θὲς δὲ θὲς σοῦ ἁρπάξη
τὰ χτήματα, ὅσο τὸ νησὶ τὸ κατοικοῦν ἀνθρῶποι.
Μὰ τώρα θέλω νὰ μοῦ πῆς, καλὲ μου, γιὰ τὸν ξένο,
ποποῦθε νά ‘ναι ἐλόγου του; ποιά χώρα λέει δική του;
ποιά νά ‘ναι ἡ φύτρα του μαθές, τὸ πατρικό του χῶμα;
μπὰς καὶ μαντάτα σοῦ ‘φερε πὼς ἔρχεται ὁ γονιός σου;
ἢ νά ‘ρθε ἐδῶ γυρεύοντας δικές του τάχα ἀνάγκες;
Φάνηκε μόλις, κι ἔφυγε δὲν ἔμεινε δὰ κιόλας    410
νὰ γνωριστῇ· καὶ πρόστυχος δὲν ἔμοιαζε στὴν ὄψη.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Ὁ κύρης μου πιὰ γυρισμό, ὦ Εὐρύμαχε, δὲν ἔχει·
μήτε μαντάτα ἀκούγω ἐγώ, σὰ φτάνουν ἀπὸ κάπου,
μήτε μαντεῖες πιὰ ψηφῶ σὰν προσκαλέση ἡ μάνα
μάντη στὸ σπίτι καὶ ρωτάη. Ὁ ξένος πού εἶδες εἶναι
φίλος δικός μου πατρικὸς ἀπὸ τήν Τάφο, ὁ Μέντης·
τοῦ φρόνιμου τοῦ Ἀχίαλου παινιέται γιὸς πὼς εἶναι,
καὶ βασιλιὰς τῶν Ταφιτῶν, πού τὸ κουπὶ ἀγαπᾶνε.”
Αύτὰ εἶπε, κι ὅμως τὴ θεὰ στὸ νοῦ τὴν εἶχε πάντα,    420
Ἐκεῖνοι ὡς τόσο στὸ χορὸ καὶ στὸ γλυκὸ τραγούδι
τὸ γύρισαν, καὶ γλέντιζαν ὡς ποὺ νὰ ρθῆ τὸ βράδυ.
Καὶ καθὼς γλέντιζαν, τ’ ἀχνὸ κατέβηκε τὸ βράδυ·
καθένας τότες σπίτι του τραβοῦσε νὰ πλαγιάση,
καὶ πῆγε κι ὁ Τηλέμαχος στὸν ἁψηλοχτισμένο
τὸ θάλαμο ποὺ σφάνταζε μὲς στὴν αὐλὴ τὴν ὥρια,
νὰ μπῆ στὴν κλίνη του, πολλὰ στὸ νοῦ του μελετώντας.
Ἡ Εὐρύκλεια τότες τοῦ ‘φερε τὰ φώσια τ’ ἀναμμένα,
τοῦ Ὤπα ἡ κόρη ἡ μπιστευτή, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη,
π’ ὁ Λαέρτης ἄλλοτες μικρὴ τὴν πῆρε κοπελούδα    430
μὲ εἴκοσι βόδια πλερωμή, καὶ μέσα στὸ παλάτι
τὸ ἴδιο μὲ τήν ἄξια του γυναίκα τὴν τιμοῦσε,
μὰ ἀντάμα της δὲν πλάγιαζε, νὰ μὴ χολιάση ἐκείνη·
αὐτὴ τὰ φώσια ἀνέβασε, ποὺ ἀπὸ τὶς ἄλλες δοῦλες
τὸν εἶχε ἀγάπη ξέχωρη, κι ἀπὸ μωρὸ τὸν κοίτα.
Ἄνοιξε αὐτὸς τὸ θάλαμο τὸν τεχνικὰ φτιασμένο,
στὴν κλίνη κάθισε, ἔβγαλε τὸ μαλακὸ χιτώνα,
τε στῆς φρόνιμης γερόντισσας τὰ χέρια,
κι αὐτὴ σὰν τόνε δίπλωσε καλά, σὲ ξυλοκάρφι
τὸν κρέμασε, παράδιπλα στὸ τορνευτὸ κλινάρι,    440
κι ἢβγε, τῆς θύρας σέρνοντας τὴν ἀργυρὴ κρικέλα,
ἀπέξωθε μὲ τὸ λουρὶ τὸ σύρτη της τραβώντας.
Κι αὐτὸς μὲ ἀνθὸ τοῦ προβατιοῦ γιὰ σκέπασμα ὅλη νύχτα
τὸ δρόμο συλλογιότανε ποὺ ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ ξήγα.

https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F%CE%B4%CF%8D%CF%83%CF%83%CE%B5%CE%B9%CE%B1_(%CE%9C%CE%B5%CF%84%CΦωτογραφία : http://e-

library.iep.edu.gr/iep/index.htmlE%AC%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%86%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7