Αρχείο | Σεπτέμβριος 6, 2017

ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

21272460_1998778697019122_509382404675731895_n

Πες κάτι δικό σου
που να μην το είδε ο ήλιος
μη μαραθεί στη σκιά
και ξοδέψει το είναι σου
και σκοντάψεις στο σύννεφο.
Πες μου ένα ρήμα
να’χει το γέλιο σου
τη μαρμαρυγή απ’το φέγγος σου.
Ω, ποίηση
που μεθάς με τις λέξεις
με τη στίλβη των άστρων
και της Άνοιξης την κυοφορία
και θεραπεύεις εν μια νυκτί
τις πληγές των ανθρώπων
με γιασεμιά κι αγιοκλήματα
με βασιλικούς και με ύσσωπους
Ω, ποίηση
που μπορώ να ποιώ
«εν Φαντασία και Λόγω»
ως λέει ο ποιητής!
Κι αν εγώ μαχαίρι δεν έχω
κι αν εγώ αδυνατώ να βρω ένα χέρι
να δρεπανίσει το θράσος σου
είναι οι λέξεις μαχαίρια ή φίλντισι
ως αρμόζει, σε κάθε περίπτωση!

Θεόδωρος Σαντάς,6-9-2017

Eustache Le Sueur -The Muses Melpomene, Erato and Polymnia

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 6, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

Τα αρώματα της ανάσας σου

21432939_1998691457027846_8927670375085184942_n

Τα αρώματα της ανάσας σου
έφεραν οι πρωινές ευωδιές των κήπων
και οι δροσοσταλιές τα σκόρπισαν
ποτίζοντας στο κορμί μου
κι αυτό ανυπόταχτο αναρίγησε, όπως κάθε φορά…
Ύστερα ήρθε ξανά αυτή η μέθη που σκόρπισε παντού
κ έγινε τότε το αναπόφευκτο
ο κόσμος όλος ντύθηκε τη μορφή σου…
Κι εγώ μέθυσα, σάστισα όμως ήμουν τόσο βέβαιος
πως γέμισες τον κόσμο μου όχι μονάχα με τα αρώματα
αλλά και με γεύσεις σπάνιες όπως εκείνη των φιλιών σου
που είχαν νοτίσει από το νέκταρ των λουλουδιών
μ΄ εκείνη τη θεσπέσια γλυκάδα,
που μόνο η σκέψη γεύεται συχνά
αφού χώνεται απρόσκλητη, ατίθασα παντού
επιχειρώντας παράτολμα και μακρινά ταξίδια…

-Κanenas Κanenas-

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 6, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΙΚΡΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΔΕΚΟΥΛΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ΣΕΛΗΝΗ

13516407_1787921028104891_2456542754529952753_n

Σελήνη,
ένα δαχτυλίδι χαμένο στην αρχή του χρόνου.
Μια φορά κι έναν καιρό, βαθειά στην καρδιά ένος δάσους, μια φυλή έφτιαξε τις καλύβες της και ζούσε εκεί μονιασμένα. Ήταν όλοι φίλοι και μοιράζονταν τα πάντα. Ποτέ και τίποτα δεν έγινε αφορμή να τους χωρίσει ή να δοκιμάσει την όμορφη φιλία τους. Ακόμα και στις μάχες που έκαναν με τις αντίπαλες φυλές πάντα πολέμαγαν σαν μια γροθιά, πλάτη με πλάτη ώστε να είναι ο ένας η κάλυψη του άλλου. Ακόμα και τα λάφυρα που έπαιρναν τα βάζανε σε πουγκιά και ο καθένας τραβούσε από ένα στην τύχη ώστε κανείς να μην ζηλέψει του διπλανού του ούτε και να αντιδικήσουν για κάποιο από αυτά.
Αυτή την παρέα ζήλεψαν η Διχόνοια και η Απληστία, δυο κακές θεές αδερφές που η χαρά τους ήταν να υποβιβάζουν την ύπαρξη και το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπινου είδους και αποφάσισαν να την διαλύσουν, λες και τις ενοχλούσε σε κάτι. Όμως αυτές οι κακές θεές από αυτά τρέφονταν και δυνάμωναν. Ίσως να μην έφταιγαν ούτε και οι ίδιες αφού γι’ αυτό γεννήθηκαν και αυτός ήταν ο ρόλος τους στο σύμπαν. Ίσως αλήθεια να μην είχαν ποτέ επιλογή. Άνοιξαν το σεντούκι τους και μετά από πολλή σκέψη διάλεξαν ένα δαχτυλίδι, ολοστρόγγυλο, ολόχρυσο που πάνω του ήταν χαραγμένο το όνομα Σελήνη. Ήταν το μαγικό όνομα του δαχτυλιδιού. Ένα όνομα χαμένο στο χρόνο, χαραγμένο σαν από πάντα, λες και όταν έλιωσε ο χρυσός για να το φτιάξουν άφησε επίτηδες κενό στα συγκεκριμένα σημεία ώστε η δύναμη του δαχτυλιδιού να χαράξει από μόνη της το όνομά της.
Ήταν ένα δαχτυλίδι ξεχωριστό από τ’ άλλα. Ο χρυσός του ήταν καθαρός, είχε λιώσει στο κέντρο της γης, εκεί που ούτε θνητοί ούτε δαίμονες μπορούσαν να το αγγίξουν ή να το μαγέψουν και αφού έλιωσε, πάγωσε βαθειά στον άπατο ωκεανό μέχρι που έγινε συμπαγές. Ύστερα ο θεός της φωτιάς το κράτησε με τα δυνατά του χέρια και ο θεός των
ουρανών έριξε έναν κεραυνό και του έδωσε το τέλειο στρογγυλό του σχήμα. Σε αυτό το δαχτυλίδι όλοι οι θεοί έκρυψαν κι ένα δωρό. Ο ένας έβαλε πλούτη και ο άλλος δύναμη, άλλος έκρυψε πνευματική διαύγεια και άλλος την ικανότητα να οδηγείς τα πλήθη. Όλοι το είχαν ακουστά αυτό το δαχτυλίδι μα ποτέ κανείς δεν το είδε. Ήταν κρυμμένο και χαμένο για αιώνες φοβούμενοι ότι οι άνθρωποι θα έφταναν στα άκρα για να το αποκτήσουν. Αυτό το δαχτυλίδι λοιπόν ανέσυραν από το σεντούκι τους οι δυο αδερφές και άρχισαν να καταστρώνουν το καταχθόνιο σχέδιό τους.
Μια βραδιά χωρίς πολλά άστρα στον ουρανό, γιατί δεν ξέρω αλήθεια αν γνωρίζετε, ότι τα πολύ πολύ παλιά χρόνια δεν υπήρχε φεγγάρι στο ουράνιο στερέωμα παρά μόνο αστέρια. Σε αυτό το λίγο φως των αστεριών αρκούνταν οι άνθρωποι τις νύχτες και στη φωτιά που φρόντιζαν να κρατούν αναμμένη όλη νύχτα. Μια βραδιά πιο σκοτεινή από τις άλλες αφού τα σύννεφα στον ουρανό εμπόδιζαν ακόμα κι αυτό το λίγο έναστρο φως να φτάσει στη γη, οι δυο θεές πήραν το δαχτυλίδι και το πέταξαν με τόση δύναμη στο χωριό των ανθρώπων που όλος ο τόπος ταρακουνήθηκε σαν να έκανε σεισμό. Πετάχτηκαν από τα στρωσίδια τους όλοι όρθιοι και τρομαγμένοι από το παράξενο αυτό φαινόμενο και μαζεύτηκαν στο κέντρο του χωριού ψάχνοντας να βρουν τι είχε συμβεί. Εκεί αντίκρυσαν αυτό που δεν πίστευαν ότι θα έβλεπαν ποτέ τους.
Πέρασε ώρα πολλή και όμως παρέμεναν σιωπηλοί και ακίνητοι μπροστά στο δαχτυλίδι που ήταν πεσμένο στο χώμα. Δεν ήξεραν αν έπρεπε να το αγγίξουν και ποιος από όλους θα έπρεπε να το κάνει αυτό. Τη σιωπή έσπασε κάποια στιγμή η φωνή της Διχόνοιας, η οποία στάθηκε αναμεσά τους και με δυνατή φωνή είπε,
– Μόνο ο πρώτος της φυλής, ο πιο γενναίος, ο πιο δυνατός, ο πιο έξυπνος, ο πρώτος μεταξύ όλων σας θα μπορέσει να πάρει αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό στα χέρια του. Μόνο αυτός θα καρπωθεί όλα τα δώρα του δαχτυλιδιού που είναι τόσους αιώνες κρυμμένα μέσα του.
Ένας ψίθυρος άρχισε να ακούγεται που σιγά σιγά έγινε φωνές και οι φωνές κραυγές και οι κραυγές ουρλιαχτά και ξαφνικά όλοι άρχισαν να παλεύουν με όλους και να τσακώνονται. Όλα μονομιάς έδειχναν να έχουν χαθεί. Η φιλία, η αγάπη, η ομόνοια, η ισότητα, όλα σκόρπισαν σαν σκόνη στον άνεμο και οι θεές γελούσαν και έτριβαν τα χέρια τους από την τόση ικανοποίηση.
Πέρασαν ώρες πολλές και η αντάρα ξεθύμανε και όλος αυτός ο χαμός καταλάγιασε, γιατί οι άνθρωποι, που είναι από τη φύση τους καλοί, ακόμα κι όταν παρασύρονται, έρχεται κάποια στιγμή που λογικεύονται και ανασυντάσσονται, παίρνουν βαθειές ανάσες και αναπροσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους απέναντι σε ό,τι διδάχτηκαν να αναγνωρίζουν και να τιμούν. Ένας γέροντας τότε, τα χρόνια του οποίου είχαν πάψει από καιρό να μετρούν πλησίασε τους ανθρώπους και είπε,
– Είμαι σε αυτή τη φυλή από τότε που καρφώθηκε ο πρώτος πάσαλος στη γη για να στηθεί η πρώτη σκηνή. Ποτέ μέχρι τώρα δεν ξανάδαν τα μάτια μου τέτοια ντροπή και τέτοια οργή. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Η φυλή μας στηρίζεται στην αγάπη και την ομόνοια. Ποτέ και τίποτα δεν στάθηκε ικανό να μας χωρίσει. Και τωρα εσείς για ένα δαχτυλίδι… Τι σας έλειψε αλήθεια και τι ζηλέψατε ; Τι παραπάνω θα μπορούσε να σας προσφέρει απ’ όσα μέχρι τώρα έχετε αποκτήσει ;
Όλοι άκουγαν προσεκτίκα τον σοφό γέροντα και ντρέπονταν για την αδυναμία και τον παραλογισμό που είχαν δείξει νωρίτερα. Ο γέροντας έπιασε το δαχτυλίδι από το έδαφος και τους κάλεσε όλους να κάνουν ένα κύκλο γύρω του. Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω στον γέροντα και αυτός σηκώνοντας το χέρι του ψηλά και κρατώντας το δαχτυλίδι φώναξε,
– Δαχτυλίδι των θεών και των δώρων δεν έχει θέση για σένα εδώ. Σε αυτόν τον τόπο δε χωράς σε κανένα δάχτυλο. Εδώ κανείς δεν θα πολεμήσει για χάρη σου όσο πολύτιμα δώρα κι αν κρύβεις μέσα σου γιατί είναι ευτελέστερα από την ομόνοια και την αγάπη που μας διακατέχει. Εδώ είμαστε όλοι για έναν και ένας για όλους.
Και τινάζοντας το χέρι του προς τα πάνω πέταξε το δαχτυλίδι του ψηλά στον ουρανό.
Τότε, μια λάμψη φώτισε τα ουράνια και μια φωνή ακούστηκε. Ήταν η φωνή από τη λάβα της γης που είχε λιώσει τον χρυσό του δαχτυλιδιού και η φωνή του άπατου ωκεανού που το είχε συνθέσει. Ήταν η φωνή του κεραυνού που το είχε κόψει και λειάνει και οι φωνές των θεών που είχαν κρύψει τα δώρα τους σε αυτό το μοναδικό αντικείμενο.
– Ωωω, μεγαλειώδεις θνητοί, εξαίρετα πλάσματα, ξεχωριστοί άνθρωποι, πόσοι αιώνες πέρασαν μέχρι να φτάσει η στιγμή να ακούσω τα λόγια που τώρα λέτε. Αυτά που θα με απελευθέρωναν από τα δεσμά της ύλης. Πόσοι χειμώνες και πόσα καλοκαίρια πέρασαν μέχρι θνητός να ξεστομίσει αυτά που εσείς μόλις είπατε. Εσείς που είστε ενωμένοι σαν μια γροθιά, εύκαμπτοι, αλλά αδιαίρετοι. Εσείς μόλις λύσατε το ξόρκι που με έδενε αιώνια σε ένα ατέλειωτο ταξίδι προσμονής και μου χαρίσατε τη θέση που από την αρχή των χρόνων ήταν γραφτό να έχω.
Το δαχτυλίδι άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει ψηλά, να διευρύνεται και να γεμίζει και να μετατρέπεται σε μια μεγάλη φωτεινή σφαίρα. Ανέβηκε τόσο ψηλά στο ουράνιο στερέωμα που φώτιζε σαν ένας μικρός ήλιος μες στη νύχτα, αλλά λίγο πιο αδύναμα.
– Από σήμερα και στο εξής δεν θα είμαι δαχτυλίδι, ακούστηκε η φωνή του δαχτυλιδιού, αλλά ουράνιο σώμα, πλανήτης. Θα αναγορεύομαι Σελήνη και θα φωτίζω τα βράδια τον κόσμο σας. Όλα αυτά τα δώρα που οι θεοί έκρυψαν μέσα μου θα χαριστούν στη φυλή σας για να μην ξεχάσει κανείς ποτέ πως η ομόνοια και η αγάπη είναι ισχυρότερες από κάθε δύναμη στον κόσμο αυτό και πως ακόμα και οι θεοί και ο χρόνος ο ίδιος υποκλίνονται μπροστά τους.
Από εκείνη τη μέρα λοιπόν το δαχτυλίδι της αρχής του χρόνου έγινε το φεγγάρι που ακόμα φωτίζει τις νύχτες μας και αν καλοκοιτάξετε τα βράδια που έχει πανσέληνο και ο ουρανός είναι καθαρός θα δείτε στην επιφάνειά του κάπου στη μέση του κύκλου να αχνοφαίνονται κάποια γράμματα και αν δεν με γελούν τα μάτια μου… γράφουν Σελήνη.

Ένα βραβευμένο ποίημα του Άθω Χατζηματθαίου

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

1.

Φυλλίδα,
πανέμορφη πριγκίπισσα.
Στου Δημοφώντα τη φυγή μαράζωσες
και σαν ένα άνυδρο λουλούδι
το γκριζωπό της θλίψης πέπλο φόρεσες.

Δεν άντεξε η αδύναμη καρδιά σου τόσο πόνο!
Ο έρωτάς σου για τον όμορφο νιο
μαχαίρι στα σωθικά σου καρφωμένο
κι εσύ φεγγάρι σε ματωμένο ουρανό
άψυχο σώμα που κείτεται νεκρό
στην παγερή του Άδη αγκαλιά.

Κι ίδιοι οι θεοί έκλαψαν
για τον άδικο χαμό σου.
Κι η περισσή αγάπη τους
σ’ άρπαξε απ’ του Άδη
τα κατασκότεινα μπουντρούμια
και σ’ έφερε ξανά στο φως.

Δεν σου ταίριαζε, αλήθεια, τέτοιο τέλος
το χώμα το κορμί σου να σκεπάσει.
Γι’ αυτό και σ’ έκαναν αμυγδαλιά,
το δέντρο της ελπίδας.

Κι όταν ο Δημοφώντας μετανιωμένος
γύρισε στη θράκη γεμάτος τύψεις,
σε βρήκε δέντρο πια εκεί, με τα κλαδιά γυμνά
απ’ των ανέμων την οργή.
Αποζητώντας τη συγχώρεση,
σ’ αγκάλιασε με μάτια δακρυσμένα
κι η αγάπη του σου έδωσε ζωή
και τα γυμνά κλαδιά σου γιόμισαν μπουμπούκια
που άνθισαν στο γλυκό της το χαμόγελο.
Λευκά και ροζ πανέμορφα λουλούδια ξεπήδησαν ευθύς,
δίνοντας χρώμα και ζωή στην ύπαρξή σου.

Μήνυμα ότι κι ο ίδιος ακόμη ο θάνατος
που όλοι υποτάσσονται στις προσταγές του
δεν έχει τέτοια δύναμη,
για να μπορέσει να νικήσει την αγάπη.

Από την ποιητική συλλογή «Μύθοι και ήθη».
Ά βραβείο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Σαλαμίνας.
Άθως Χατζηματθαίου

Πηγή : Λογοτεχνικό Μπλογκ

ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ: ένα έμμετρο ποίημα από την Βασιλική Μουργελά.

21462902_1998680920362233_6277460512928014077_n

Με δάκρυα και παράπονο τα μάτια μου γεμίσαν ,
το σπίτι μου το πατρικό όταν ξαναντικρίσαν.
Δεν ήταν μέσα σε χωριό , ούτε σε πολιτεία ,
παρά βρισκόταν μοναχό , στην εξοχή αγροικία.

Χρόνια περάσανε πολλά , για να ξαναγυρίσω
ένα άγγιγμά μου απαλό , στους τοίχους του ν ‘αφήσω.
Και σαν πλησίασα κοντά και ένα βήμα κάνω ,
νιώθω ένα δάκρυ να κυλά στους ώμους μου επάνω .

Συγκίνηση μοναδική στα λόγια δεν χωράει ,
τούτη η αγάπη η δυνατή χρόνια πολλά μετράει.
Είχα δώσει υπόσχεση , πίσω πως θα γυρίσω ,
να του κρατήσω συντροφιά , μονάχο μην τ αφήσω.

Τα χόρτα γίνανε θεριά για να το προστατέψουν ,
ο χρόνος και η μοναξιά τα κάλη μην του κλέψουν.
Τα καταφέραν μια χαρά όρθιο να το κρατήσουν ,
τα πονεμένα μάτια μου να το ξαναντικρίσουν.

Βασιλική Κ. Μουργελά

Πηγή Λογοτεχνικό Μπλογκ

Η Περιπλάνηση

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Ουράνια πέπλα
κυμάτιζαν
στο φως του ήλιου
που έδυε σιγά σιγά.

Σε άλλους κόσμους
μακρινούς
ταξίδευε η ψυχή μου
να σε βρει.

Άπλωσα τα χέρια μου
να σ’ αγγίξω όνειρο μου
στα βάθη της Ανατολής.
σ ένα φευγαλέο πέταγμα .

Στάθηκα εκεί,
στην άκρη του απείρου
αναζητώντας
την μορφή σου,
σε ένα χάδι στοργικό
στων αγγέλων την αγκάλη
στου κόσμου τη σιωπή..

Με του ανέμου τα κουπιά
άνοιξα φτερά,
περιπλανήθηκα νοερά
στα χρώματα της ίριδας
απ’ άκρη σ’ άκρη..
σε ένα ατέλειωτο
Ουράνιο Τόξο
να λαμπυρίζει στο στερέωμα.

Γη και Ουρανός
έγιναν ΕΝΑ
σε μια ακατάβλητη δύναμη
σε ένα εκτυφλωτικό Φως.

Ξαναγεννήθηκα
σε μήτρα αρχέγονη
σε χρόνο πεπερασμένο.
Σ’ αντίκρυσα
με ένα βλέμμα καθάριο
γεμάτη λαχτάρα και προσμονή.

© Μίνα Μπουλέκου

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΛΗΣΜΟΝΙΑ

21433144_1998719793691679_4018072363362334747_n

Μ᾿ ἐρωτευμένη τὴν καρδιὰ σὲ γνώρισα ἄγριο Δάσο.
Ἔπινα στὸ ἀεροφίλημα τὴ μυστικὴ εὐωδιά σου.
Πρόσμενα μὲ τὸ ξάστερο σκοτάδι νὰ περάσω,
ὅταν τ᾿ ἀερινὸ στοιχιὸ περνοῦσε στὰ κλαδιά σου.

Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε
πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη
ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε.

Σᾶς γνώρισαν οἱ ἐρωτικὲς νύχτες μου ὡραῖα λουλούδια,
διάφανα, ἀχνά, πολύχρωμα, σὰ φωτεινὰ σημάδια.
Βαριὰ ἡ δροσιὰ σὰ φίλημα καὶ ξεχυνόνταν χνούδια
χρυσὰ ᾿πό τὰ σμιγμένα σας βλέφαρα στὰ σκοτάδια.

Τώρα στὸ φῶς τῆς ἀρνησιᾶς δομένα, ἔτσι ἀλλαγμένα
μοῦ δείχνεσθε, στὴ συλλογὴ τὸ νοῦ μου πάω νὰ χάσω.