Αρχείο | Αύγουστος 2017

ΜΕ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΝ ΠΑΛΜΟ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Φίλε μου
ποιος άνεμος της ελευθερίας
ενώνει τους ποιητές κι ακούν 
τον ψίθυρο των γραφών
και βαδίζουν παράλληλα
να ενωθούν στην αιωνιότητα;
Ποιο ρήμα στιλπνό και γαλάζιο
κουβαλάει την άσπρη κορδέλα
στους υάκινθους της ψυχής
και ξεχνούν την αναλγησία του κόσμου
κι ερωτεύονται στην καλή τους την ώρα;
Πάντα μια φωνή των Θεών
τους ελέγχει στον ύπνο
να μην ενδώσουν στο ευτελές
και στο πρόστυχο.
Φίλε μου
κι εσύ το ξέρεις και όλοι μας
με όνειρο και πάλι
θα ταξιδέψουν οι κύκλοι μας
κι ας μας προπηλακίζουν οι μέρες
και μας ωθούν να γίνουμε πρόσφυγες
στα υστερνά μας τα χρόνια.
Εμείς θα επιμείνουμε να απαλλαγούμε
απ’όσους ηθελημένα ή αθέλητα
μας οδηγούν στον Καιάδα!
Θεόδωρος Σαντάς,Θεσ/νίκη,29-8-2017

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Αύγουστος 29, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΚΟΜΑ ΛΙΓΟ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Πόσο να μιλήσω ακόμη για έρωτα
όταν ο ήλιος πάνω στα μάτια σου
ζωγραφίζει τον κόσμο
όταν οι άνεμοι γίνονται αύρες
και το ηλιοβασίλεμα στάζει το ρόδι του;
Αγάπη μου μείνε λίγο ακόμα
να κρατήσω τα Καλοκαίρια στον κόρφο μου
να ξεχάσω την ερημιά μου
όταν ο τρόμος κυοφορεί στις νύχτες
τους εφιάλτες μου.
Ακόμα λίγο, τελειώνω το ποίημα
ακόμα λίγο ,ν’αντέξω την αμαρτία μου
κι ύστερα να εξαγνιστώ μ’ένα στίχο
που θα κουβαλάει την αγάπη σου όλη
απ’ τα φιλιά των ανασαιμιών!

Θεόδωρος Σαντάς, Θεσ/νίκη,29-8-2017

Lampini Kotsidou

21192753_1995158664047792_3456675085909609444_n

Μιά σχισμάδα φως μια ηλιαχτίδα
στα μάτια τα μελιά σου
έγινε φωτιά να κάψει το πέλαγο
Αντάριασε η καρδιά και σήκωσε το κύμα
κύμα βουβό γεμάτο παράπονο
δικό σου και της θάλασσας
μεριάσαν την στιγμή ν’ακούσεις τη φωνή
Χρωμάτισε τον πόνο σου ζωγράφισε το εγώ σου
σε όλες τις αποχρώσεις που ξεχύνονται
απο τα μύχια της ψυχής για να μερώσει η καρδια
κάνε τους φόβους σου πολύχρωμες ελπίδες
και ζήσε τη στιγμή σα νανε η στερνή σου

Lamprini Kotsidou Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

Εικαστικό :
Σταθόπουλος Γεώργιος – Georgios Stathopoulos

Despoina Kaitatzi – Xolioumi Δέηση

21105750_1995155607381431_7484179340210209488_n

 

Για τα δάση τα έκπαγλα που φλέγονται έκπληκτα
Για τους δούρειους λύκους με τα μάτια τα γυάλινα
Για τη στάχτη που σβήνει του νομά το περπάτημα
Για τον κύκνο που βυθίζεται στης λίμνης τη λάσπη
Για τον άνδρα που κλαίει μπρος στο Ανδράποδο
Για τα άπληστα τα λερά της βουλιμίας στόματα
Για μένα που τυλίγομαι απαθής στο κουκούλι
Για τις μέρες τις άδοξες του σκότους του άχρονου
Despoina Kaitatzi- Xoulioumi

Κώστας Καρούσος . ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΑ–ένα ποίημά μου..΄΄Μιαν υποτείνουσα τεθλασμένη΄΄και ένας πίνακάς μου-λαδόχρωμα.. Με την αγάπη μου ΠΑΝΤΑ !!!!!!!!!!

21106446_1995156287381363_6351545614820580_n

Πώς να διαγράψω την βεβαιότητα
της μέρας,όταν αργότερα
όλα θα έχουν φύγει ??
Ο δρόμος μέσα μου σκαρφαλώνει
με φιλοδώρημα ένα κάνιστρο αυταπάτες.
Μόνος πηγαίνω προς την αλήθεια.
Το τυχαίο έρχεται ύστερα.
Πόσο περίτεχνα βαδίζουν οι διαβάτες
στο αρχαίο μυστήριο του θανάτου
κοιτάζοντας μέσα τους !!
Σήμερα γέμισα ήλιο
σαν πορσελάνη– σαν αμφορέας
μ΄ένα κρυμμένο ράγισμα στο πλά΄ι΄.
Αργότερα είδα στο φως
μιαν υποτείνουσα τεθλασμένη
κι΄ένα κομμάτι !!

Κώστας Καρούσος
Από το βιβλίο μου ΄΄Ρωτήματα Ψυχής ΄΄

ΑΦΟΥ ΑΡΝΕΙΣΑΙ

21034301_1993821630848162_7772019785898489458_n

 

Γυναίκα των λευκών τριαντάφυλλων
και των εύοσμων νυχτολούλουδων
αφού αρνείσαι πεισματικά και επίμονα 
τις κόκκινες παπαρούνες του Μάη
και δεν τόλμησα να στείλω
στα μελένια σου τα μάτια
μια άσπρη γαρδένια
απ’τις φυλλωσιές του Πηλίου
και την ιαματική των Κενταύρων
δέξου ένα ποίημα με υπογραφές
απ’ τα φεγγάρια του Αυγούστου
και την εγκαυστική του καημού.
Κι αν κι αυτό δε σ’ αγγίζει κι αν κι αυτό
σού είναι ένα τίποτα
μένω στο όνειρο των Καλοκαιριών
στους λόφους των προφητών
που δέονται μόνοι οι ποιητές
κι ανθίζουν με πίκρα οι νεραντζιές
να μπορώ να βγαίνω τις ξάστερες νύχτες
σεργιάνι στ’αρμυρίκια των όρμων
να γράφω τα φεγγερά μου ποιήματα
και να τα ρίχνω στη θάλασσα
να φθάνουν στις λεμονιές τις μικρόκαρπες
και στη μηδική απ’τις κιτρέες σου!*

Θεόδωρος Σαντάς, Θεσ/νίκη,28-8-2017

Η κιτριά είναι κοινή ονομασία του είδους Citrus medica (Κιτρέα η μηδική) του γένους Citrus που ανήκει στα εσπεριδοειδή (πιο συγκεκριμένα στην οικογένεια των Ρουτιδών (Rutaceae)). Ο καρπός της είναι το κίτρο. Στην Ευρώπη το έφερε ο Μέγας Αλέξανδρος με τον στρατό του γυρνώντας από την Περσία περίπου το 300 π.Χ.

Εικαστικό : ART WORKS for ALL

 

 

 

 

Με τομές της Γεωμετρίας

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Τη ζωή μου τη μέτρησα
με το φ* του Φειδία
με τις Πυθαγόρειες τριάδες
με αναλογίες και σύνολα
με το ρητό και το άρρητο
με λευκό και γαλάζιο
με την ανωνυμία της αστραπής
κι όταν πέρασα στην ποιητική
με τις τομές του Καντόρ
αφέθηκα στην ιλαρότητα
της ποίησης τ’Ουρανού!

Θεόδωρος Σαντάς,22-8-2017

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Αύγουστος 23, 2017, σε Ποίηση. 1 σχόλιο

ΑΓΑΠΗ ΘΑ ΣΕ ΠΩ

image

Περνούν οι μέρες κι οι βράχοι
παίρνουν την όψη μας
κι ακούς το πικρό τους παράπονο
κι όλο τριζοβολούν και τρέμει η ανάσα τους..
Πονάνε βαθιά, σαν τη θλίψη της νύχτας
σαν τον Δεσμώτη του Καύκασου
που τον ξεσχίζουν οι γύπες
κι όλο βαθαίνει το ρήγμα
κι αναζητούμε διέξοδο στην ποίηση.
Πού αλλού, αυτή τουλάχιστον
δε μας προδίδει ποτέ.
Εμείς γράφουμε ,εμείς απαντούμε
επιλέγουμε λέξεις ,κλέβουμε λέξεις
ή να μην θίξομεν εαυτούς
δανειζόμαστε λέξεις, όλα στα μέτρα μας !
«Είναι πολλών ανθρώπων παιδιά, τα λόγια μας»
ως λέει κι ο ποιητής*
Ποιος δικάζει τον εαυτό του;
Κορίτσι των Αιγαίου, σε γνώρισα στίχο –στίχο
στις γόνιμες μέρες των κρίνων
και τώρα που έχεις περάσει στην επιβράδυνση
αναζητώ έναν ένα ταχύτερο πλου
για την παλινόστηση στην Παναγιά
τη Ρευματοκρατόρισσα**
μ’ ένα τραγούδι της Σμύρνης χαρμόσυνο
διατηρώντας τον έρωτα και τη ρέμβη των ήχων
να περάσεις ορατή και αόρατη
τις πύλες των κάστρων ,απαγγέλλοντας ποίηση
για της Σαπφώς τα φεγγάρια
και την αγιοσύνη του Κόντογλου
κι ας σου φαίνονται αυτά τα δυο ασυμβίβαστα!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,21-8-2017

*Σεφέρης
**Παναγία ἡ Ρευματοκρατόρισσα(Γιάννη Ιωάννου)
Στή μισοβυθισμένη μές στά χώματα Ἀχειροποίητο,1 σέ μιά γωνιά τοῦ νάρθηκα, βρίσκεται σχεδόν παραπεταμένη ἡ Παναγία ἡ Ρευματοκρατόρισσα. Κατεβαίνω ἀρκετά συχνά καί τήν κοιτάζω πικροχαμογελώντας γιά τήν κοινή κατάντια μας. Δέ μοιάζει, βέβαια, μέ προσκύνημα αὐτό πού κάνω καί τό ξέρω καλά. Εἶναι πιό πολύ σάν ἐπίσκεψη σέ μιά παλιά φιλενάδα τῆς γιαγιᾶς μου καί τῆς προγιαγιᾶς μου, ὅπου πάω γιά νά χαϊδευτῶ καί νά κλαυτῶ, μιά κι ἔχουν λείψει προπολλοῦ ἐκεῖνες. Τό κερί τ’ ἀνάβω ἁπλῶς γιά νά βλεπόμαστε καλύτερα. Κρυφοκοιταζόμαστε ὥσπου νά λιώσει κι ὕστερα τή φιλῶ στά πεταχτά καί φεύγω. Τά συναισθήματά μας πάντοτε τά καταπιέζουμε στό σπίτι. Ὧρες ὧρες θαρρῶ πώς κάτι θέλει νά μοῦ μιλήσει. Αὐτό καί νά γίνει δέν πρόκειται νά τό θεωρήσω γιά θαῦμα.
Πολλές ἱστορίες, πολλά ἀνέκδοτα καί μυστικά, θά πρέπει νά ξέρει γιά τούς προγόνους μου. Αἰῶνες τήν προσκυνοῦσαν καί τήν ἐμπιστεύονταν στήν πατρίδα. Ἐκεῖ, ἦταν ἀρχόντισσα, εἶχε παλάτι δικό της, αὐτοκρατορικό. Ἐδῶ, μόλις καί τῆς ἐπιτρέπουν νά κουρνιάζει σ’ αὐτόν τό νάρθηκα. Πάλι καλά πού δέν τήν ἔστειλαν ἀκόμα σέ κανένα μουσεῖο. Ἡ προσφυγιά κι αὐτηνῆς κι ἡ δική μας οὔτε ἔληξε οὔτε πρόκειται ποτέ νά λήξει. Χάσαμε τά σπίτια μας, τά παλάτια μας, κι ἤρθαμε ἐδῶ νά παλεύουμε μέ τούς σκληροτράχηλους ντόπιους, πού ἀμέσως μᾶς ὅρμηξαν.
Τή Ρευματοκρατόρισσα τή φέραν οἱ παππούληδές μου ἀπό μιά πολιτεία τῆς Προποντίδας. Τήν ἅρπαξαν μιά Κυριακή πρωί καί φύγαν πάνω στ’ ἄλογα. Ὁ δεσπότης δέν πρόλαβε νά βγάλει τ’ ἄμφιά του, σάν ἦρθε ἡ εἴδηση πώς ἔφταναν οἱ τσέτες.2 Πρόσταξε μοναχά τόν κόσμο νά πάρει ἀμέσως τά βουνά, κι αὐτός, ἀφοῦ τέλειωσε ὅπως ὅπως τή λειτουργία, ἀνέβηκε στό ἄλογο καί καλπάζοντας μές στά χρυσά τούς πρόφταξε. Οἱ γέροι καί τά γυναικόπαιδα ἔτρεχαν τό κατόπι, γύρω τριγύρω ἔφερναν κύκλους τά παλικάρια, καί δίπλα στό δεσπότη ἕνας παλίκαρος μέ τήν εἰκόνα ἀγκαλιά πήγαινε πάνω στ’ ἄλογο. Κρύφτηκαν σ’ ἕνα σπήλαιο βαθύ καί γλίτωσαν ἀπ’ τούς τσέτες, πού πέρασαν ἀπ’ τό διπλανό μονοπάτι. Στά μωρά εἶχαν δώσει μόκο, ἀφιόνι3 δηλαδή, κι ἔτσι δέν κλαῖγαν. Ἦταν ἔμπειροι σ’ αὐτά καί ἀπό καιρό γιά ὅλα προετοιμασμένοι. Τή νύχτα κατέβηκαν κρυφά τά παλικάρια καί πῆραν κι ἄλλα πράγματα. Ὅμως τόν Ἅγιο Γιώργη τόν Ἀράπη4 κανένας δέν τόν πρόλαβε, τόν εἶχαν κάψει οἱ τοῦρκοι. Ἔκλαψε ὁ δεσπότης σάν τό ἔμαθε καί πῆρε τήν ἀπόφαση νά τούς ὁδηγήσει πιά στήν ἐλεύθερη πατρίδα. Σέ δυό τρεῖς μέρες, τραβώντας συνεχῶς κατά τά δυτικά, ἔφτασαν στόν Ἕβρο καί διάβηκαν σά λιτανεία τό ρεῦμα. Ἡ Ρευματοκρατόρισσα συγκράτησε καί πάλι τό πολύ νερό.
Στή Σαλονίκη τούς πιό πολλούς τούς στρίμωξαν στήν Ἀχειροποίητο ἤ ἐκεῖ γύρω. Οἱ τοῦρκοι εἶχαν μετατρέψει γιά αἰῶνες τήν τεράστια ἐκκλησιά σέ τζαμί κι ἔτσι τήν εἶχαν μαγαρίσει.5 Μποροῦσαν λοιπόν νά τή μαγαρίσουν λιγάκι κι οἱ ἀνοικονόμητοι πρόσφυγες. Αὐτοί, ἀφοῦ ἔστησαν τήν εἰκόνα τους στή θέση τοῦ ἱεροῦ, χώρισαν μέ κουβέρτες καί σεντόνια χώρους σά δωμάτια κι ἄρχισαν νά ζοῦν. Ἔρωτες, καβγάδες, ξυλοδαρμοί, γλέντια, χαρές καί γεννητούρια, γίνονταν πίσω ἀπ’ τά κρεμασμένα σεντόνια, πού τότε μόνο σηκώνονταν ὅλα, ὅταν ἦταν ἰδιαίτερα μεγάλης σημασίας τό γεγονός. Στά καρναβάλια καίγονταν τό πελεκούδι. Ὥς κι οἱ μπαγιάτηδες σαλονικοί προσπαθοῦσαν νά λάβουν μέρος. Ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἦταν βέβαια περιττό νά ξαναγιαστεῖ ἡ ἐκκλησία, πράγμα ὅμως πού ἔγινε μεγαλοπρεπῶς, μόλις πέταξαν ἀπό μέσα τούς πρόσφυγες. Ἡ εἰκόνα, φυσικά, ἀπόμεινε αἰχμάλωτη τῶν ξένων παπάδων.
Τίς ἱστορίες αὐτές τίς ἔμαθα πολύ ἀργότερα ἀπό ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, πού μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο ἔχει πλέον ἐκλείψει. Ἐκτός ἀπ’ τήν εἰκόνα, σχεδόν τίποτε ἄλλο δέν ἀπομένει ἀπό κείνη τή γενιά. Ὅσο τήν κοιτάζω, τόσο θαρρῶ πώς βλέπω στό πρόσωπό της τή γιαγιά μου. Ἔτσι θά ἦταν, βέβαια, καί ἡ προγιαγιά μου. Οἱ ἄνθρωποι μοιάζουν στίς δικές τους περιοχές. Εἶναι ὅμως νέα ἡ εἰκόνα καί ὄμορφη καί στό δέρμα κεραμιδιά, σάν νά βουτήχτηκε, πράγμα διόλου ἀπίθανο, σέ αἱμάτινο ποτάμι. Πολλές σφαγές θρυλοῦνται στά παλιά τά χρόνια. Ὁ παππούς μου εἶχε μάθει ἀπ’ τόν προπαππού μου καί πάντα κοίταζε τήν πλάτη τοῦ ἀρνιοῦ,6 προβλέποντας τά αἵματα, τίς πεῖνες καί τίς δίψες. Πήγαινε τότε κρυφά καί τό ‘λεγε καί παρακαλοῦσε γονατιστός τή Ρευματοκρατόρισσα. Ὅταν ἕνα λατρευτό μου πρόσωπο ἔκαμνε συνέχεια αἱμοπτύσεις βαριές τρέχοντας σάν τρελός γιά γιατρούς, πέρασα μιά στιγμή καί τό ‘πα στήν εἰκόνα. Μά, ἦταν ἀργά πιά. Ἔτσι τρέχω πάντα στίς δύσκολες ἤ τίς χαρούμενες στιγμές καί τῆς τά λέω ὅλα. Κι ὄχι πώς περιμένω καμιά βοήθεια. Τί νά σοῦ κάνει κι αὐτή ἐνάντια στήν παντοδύναμη μοίρα; Ἁπλῶς νιώθω τή βαθιά ἀνάγκη νά τά ἐμπιστευτῶ σ’ ἕνα δικό μου πρόσωπο, πού ξέρει τή ρίζα μου καί τή φύτρα μου κι ἀνησυχεῖ ἴσως γιά ὁρισμένα καμώματά μου. Στούς γάμους, τίς κηδεῖες καί τά βαφτίσια πάντα τούς συγγενεῖς δέν πρωτοθυμᾶται κανένας;
Μιά μέρα, τώρα τελευταῖα, καθώς τῆς παραπονιόμουν νοερά γιά τήν ἀφόρητη πιά ἐρημιά μου, ἄκουσα μέσα μου σάν ἀπάντηση ἕνα ποντιακό τραγούδι μέ ὡραῖο σκοπό:
Τυραννίουμαι καί κλαίω
καί κανέναν δέν τό λέω.
Σ’ ἕνα ν-ἔμορφον κορτσόπλον7
τά παράπονα μ’ θά λέω.

Τήν εἶδα σά νά μοῦ ἔγνεφε ἐνθαρρυντικά — ἴδια ἡ γιαγιά μου, πού ὥς τά τελευταῖα της ἔλπιζε γιά δισέγγονα. «Δίκιο ἔχεις, ψιθύρισα. Καιρός καί γιά κορτσόπλον, πράγματι. Θά σβήσει τό ρέμα μιᾶς γενιᾶς ὁλόκληρης ἀπάvω μου, ἔτσι ὅπως πάω».
( Ἡ σαρκοφάγος, 1971)

1. Αχειροποίητος· Μεγάλη Παλαιοχριστιανική βασιλική εκκλησία της Θεσσαλονίκης αφιερωμένη στην Παναγία Θεοτόκο. Η επωνυμία «Αχειροποίητος» εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έγγραφο του 1320 και σχετίζεται με την εικόνα της Παναγίας δεομένης που υπήρχε στο ναό. [αχειροποίητος· αυτός που δεν έχει κατασκευαστεί από ανθρώπινα χέρια].
2. Τσέτες· Τούρκοι αντάρτες.
3. αφιόνι· ναρκωτικό που παράγεται από το ποώδες φυτό μήκων η υπνοφόρος· κοιν. παπαρούνα.
4. τον Άγιο Γιώργη τον Αράπη· εικόνα του Αγίου Γεωργίου στην οποία ο Άγιος παρίσταται μαύρος. Μια τέτοια εικόνα βρίσκεται στη Νέα Ηράκλεια Χαλκιδικής (την μετέφερε κάποιος πιστός από την Αβησσυνία).
5. μαγαρίζω· μολύνω, λερώνω.
6. …πάντα κοίταζε την πλάτη του αρνιού· πρόκειται για ωμοπλατοσκοπία, έναν από τους τρόπους πρόγνωσης του μέλλοντος. Η εξέταση της πλάτης των αρνιών του Πάσχα επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας. Ανάλογος τρόπος πρόβλεψης του μέλλοντος ήταν κατά την αρχαιότητα η εξέταση των σπλάχνων των σφαγίων, συνήθεια που απαντάται και στον Όμηρο.
7. κορτσόπλον· (ποντιακά) το κορίτσι.

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ !

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

… μάζεψα τις όμορφες στιγμές,
μυρωμένες με γιασεμί κι αλμύρα,
μούσκεψα, την ψυχή μου …
σε Αιγαιοπελαγίτικο αγιασμένο νερό,
γέμισα τα ματιά μου γαλάζιο …
να σταλάζει όταν το έχω ανάγκη….
Κι έβρεξα το πρόσωπό μου,με
στάμνες θάλασσα, ν’ απομείνει
επάνω του η αρμύρα…
Soula Maropaki

Θέλω κιι από εδώ να ευχαριστήσω από καρδιας τον Καταξιωμένο Ποιητή και Αγαπημένο μου φίλο Ποιητή Ηλία. Δ. Παπακωνσταντίνου για την πρόσκληση, ενημέρωση και την αποστολή βίντεο :

20604608_1985338278363164_4859693302516710159_n

Παρακολουθώντας τα βίντεο …νοερά βρέθηκα, στο γαλήνιο φυσικό περιβάλλον, του Παρνασσού στους Δελφοίύς το πνευματικό τόπο, πουν συνδέει τον Ορφέα και τον Πυθαγόρα με τον Κρίσνα και τον Ιησού που έκανε τον Σικελιανό να θεωρεί τους Δελφούς παγκόσμιο πνευματικό κέντρο :
Εδώ όπου ιδρύθηκε και άκμασε το σημαντικότερο θρησκευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, εδώ συναντήθηκαν οι δύο αετοί που εξαπέστειλε ο Δίας από τα πέρατα του σύμπαντος για να βρει το κέντρο του κόσμου, γι’ αυτό και οι Δελφοί ταυτίστηκαν με τον ομφαλό της Γης:
Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχεχοντες για την Θαυμάσια Απόδοση και την Εξερετικη Παρουσίαση !
Στον διοργανωτή εύχομαι Πάντα Άξιος και Πάντα επιτυχίες !!!

S.M.

https://youtu.be/1DacIqvySYg

https://youtu.be/lzi6QR_DEN0

 

Κι όπως έγραφε ο Erich Mendelsohn :
Από αυτή την κοιλάδα, όπως στην Ελευσίνα, μπορώ να αγκαλιάσω ολόκληρη τη Μεσόγειο θάλασσα. Την αφθονία της, την ηρεμία της, τις δημιουργίες της. Εσκοριάλ και Τολέδο – Carcassone και Κυανή Ακτή – Φλωρεντία και Ρώμη – Δελφοί και Ακρόπολη – Κωνσταντινούπολη και ελληνικά νησιά – Γαλιλαία και Ιερουσαλήμ -Πυραμίδες και Καρνάκ. Αδρότητα και αυστηρότητα – πολυτέλεια και τέχνη του ζην – γνώση και ανθρωπιά – μαγεία και φθορά – πίστη και λύτρωση – απαρχή και αιωνιότητα.
Πηγή : Kostas Tsiambaos