Αρχείο | Μάιος 2017

Με ξέχασες….

16729010_1906752336221759_8046225459643372808_n

Εσύ που έλεγες ψυχή
πως είμαι στο κορμί σου…
Εσύ που πάντα έλεγες
πως θά ‘ μαι στη ζωή σου…

Γαρδένια πάντα αμάραντη
Ουσία στη ψυχή σου…
Ύδωρ της αναγέννησης
όλη η ύπαρξη σου…

Η φλόγα εκείνη η ζωηρή
που καίει και πυρακτώνει
ακόμα και το Θάνατο…
τον ίδιο σκοτώνει….

Στο πέλαγος ο άνεμος
καράβι π’ αρμενίζει …
πυξίδα π’ οδηγεί στο φως
κι από καρδιάς χαρίζει….

Μαύρος βαρύς ο ουρανός…
Ο ήλιος έχει σβήσει…
Λυσσομανά ο άνεμος
τ’ όνειρο έχει δύσει…

Μεσ’ της ψυχής τα άδυτα…
ψάχνω να βρω …αλήθεια !
Να το πιστέψω δεν μπορώ,
Πώς όλα ήτανε φρικτά..
ψέματα….παραμύθια….
Μαίρη Ηλιάδη

ΚΙ ΟΤΑΝ ΓΙΑ ΛΙΓΟ .

18581897_1948170098746649_2968905538106920046_n

Με τις ώρες ξεχνιέμαι στο γιαλό …
Η ομορφιά η γαλήνη αυτής της γης
που λατρεύω, με γαληνεύει …
Μοσχομυρίζει δυόσμο, φλισκούνι,
αλμύρα κι ο Ζέφυρος είναι τρυφερός,
σαν χάδι, τόσο απαλός λες και δεν
θέλει να την πληγωσει .
Το Νησί που όσο ζω θ´αγαπώ …
με άρωμα, υακίνθου το μύρωσα,
με αύρα ανοιξιάτικη το δρόσισα,
με ένα γαλάζιο ουρανό το στόλισα !
Κι όταν για λίγο φεύγω ….
έρχομαι σαν ανάσα του Απηλιώτη,
κύμα αφρισμένο στ´ακρογιάλι
με ένα όνειρο … ξαναγυρίζω
εδω που φυτρώνει το φλισκούνι
κι η άγρια μέντα!
Soula Maropaki

Εικαστικό : ART WORKS for ALL

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – Μυθιστόρημα Εικοστό όγδοο απόσπασμα ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ. ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ!

16298655_1182510261869391_7750424736257862406_n

Γύρισε ο Φριντρίχ. Ούτε πέντε μέρες δεν έκλεισε στο νοσοκομείο. Θα τον επισκεφτούμε απόψε. Όλες αυτές τις μέρες μόλις γύρισα από την πόλη Δ., έπεσα ξανά με τα μούτρα στο Νίτσε. Τα βιβλία του με προσκαλούν πυργωμένα πάνω στο τραπέζι. Τ’ ανοίγω και τα ξανανοίγω και ταξιδεύω στην πιο μαγική χωρά που μόνο η φαντασία μπορεί να πλάσει. Είναι μια υπέροχη συλλογή στα γαλλικά, που μου την έκαμε δώρο ο φίλος μου όταν γύρισε από τη Γερμανία. Όσο πιο πολύ τον μελετούσα τόσο περισσότερο απομακρύνονταν η φαεινή ιδέα να γράψω ένα πορτρέτο γι’ αυτό τον δαιμονικό φιλόσοφο. Και ξαφνικά μου βγήκε μπροστά, ένα άλλο συμπαντικό πνεύμα, ο Καζαντζάκης, ο Έλληνας. Τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται πάντα, σκέφτηκα. Αυτός εκφράζει και τις σκέψεις μου, είπα και παρατήθηκα τελικά από την ιδέα που με βασάνιζε. Τι λαμπρά κεραυνοβολήματα από δυο διαφορετικούς ουρανούς και διαφορετικούς καιρούς. «Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του λείπει: αναίδεια και αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου». Ω, τι αστραπές του Δια! Ανατριχιάζω. Συγκρίνω τα πορτρέτα τους! Πόσο μοιάζουν.

«Όταν ένας άνδρας βρίσκεται μέσα στο δικό του θόρυβο -γράφει ο Νίτσε στη «Χαρούμενη επιστήμη»-, μέσα στην τύρβη των δικών του σχεδίων και σκοπών, τότε μπορεί να δει να γλιστρούν μπροστά του σιωπηλά, μαγικά πλάσματα, από τα οποία λαχταρά απόλαυση και μυστικότητα – τις γυναίκες. Σχεδόν πιστεύει ότι ο καλύτερος εαυτός του ζει εκεί, ανάμεσα στις γυναίκες, σε αυτούς τους ήσυχους τόπους, ακόμη και η ηχηρότερη αντάρα μετατρέπεται σε νεκρική σιωπή και η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε όνειρο ζωής».

Η Νέλλη κάνει μακιγιάζ μπροστά στον καθρέφτη. Ξεφυλλίζω το Νίτσε με τα μάτια κολλημένα πάνω στο γυαλί. Μου ανταποκρίνεται κι εκείνη. Της αρέσει η τέχνη της ψιμυθίωσης. Δεν μπορώ να πω κι εμένα μου αρέσει μια όμορφη περιποιημένη γυναίκα. Τελείωσε με το ρουζ με το αϊ λάινερ. Συνεχίζω να την κοιτώ με τα μάτια στυλωμένα σ’ έναν άλλο καθρέφτη. Με κοιτάζει και χαμογελάει. Εγώ δεν είμαι εκεί ωστόσο. Ο καθρέφτης με άρπαξε και μ’ έριξε μακριά. Και ξαφνικά με βομβαρδίζει ένα ερώτημα που βγαίνει από μέσα μου: Ξέρεις κύριε Τζίμι, τι χρώμα έχουν τα μάτια της Άννας; Τι χρώμα έχουν τα μάτια της Άννας; Έχω πέσει σε παγίδα. Τι θέλει η Άννα αυτή τη στιγμή; Μόνο ένας ερωτευμένος ξέρει τα μάτια εκείνης που αγαπάει. Εσύ που ερευνάς τα ενδόμυχα της ανθρώπινης ψυχής από ποια πύλη εισχωρείς στα κατάβαθα της. Που να ξέρω, λέγω κουνώντας το κεφάλι. Που να θυμηθώ; Δεν πρόλαβα. Ήταν μόνο ένας κεραυνός που με τύφλωσε.
«Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλι κατεβαίνει,
Κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει»,
λέει ένα δημοτικό τραγούδι. Από πια μάτια πιάστηκε αυτή η
λαχτάρα που ονομάζεται Άννα και ρίζωσε βαθιά στην καρδιά; Δεν πέρασε καν από τα χείλη. Ούτε θυμάμαι τι χρώμα έχουν τα μελίρρυτα μάτια της; Χαμογελάω με απορία τραβώντας τα μάτια από τον καθρέφτη. Τα βλέμματά μας και τα χαμόγελα διασταυρώνονται με διαφορετικές υποψίες.
«Κάτι δεν έκαμα καλά, αγάπη μου; Τι δεν σου αρέσει; Έγινε πολύ σκούρα η σκιά των ματιών μου; Ναι, έχεις δίκιο. Θα το διορθώσω. Με θέλεις να μοιάζω μόνο με την Νέλλη. Έχεις απόλυτο δίκιο, καμιά ζωγραφισμένη Σαλαμπό, ούτε Σαλωμέ δεν θέλεις να στέκεται πλάι σου, μόνο η αυθεντική σου Νέλλη».
Ίσως η Άννα, που δεν της θυμάμαι το χρώμα των ματιών να ήταν πιο αυθεντική, σκέφτομαι.
«Τελείωσες; Πάμε», λέγω.
Η Άννα έχει γίνει ο στενός κορσές της σκέψης μου, ενώ ο Νίτσε ο περίλαμπρος μανδύας του πνευματικού μου ταξιδιού. Δεν ξέρω πόσο μπορούν να συνυπάρξουν και να συμβαδίσουν αυτές οι δύο υπάρξεις; Αλλά στο πνευματικό σύμπαν όλα μπορούν να συμβιώσουν αρμονικά. «Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω, έμαθα να βρίσκω. Κι από τότε που ο άνεμος μου εναντιώθηκε, έμαθα να σαλπάρω με όλους τους ανέμους».
Τον Φρεντ τον διακατέχει το ίδιο χαμόγελο που είχε και στο νοσοκομείο. Δεν έχει πάψει να χαμογελάει λες και με το χαμόγελο σκότωσε τον χάρο.
«Δεν σκοτώνει η οργή», λέει. «Η οργή του άλλου για εκδίκηση με άφησε εν ζωή! Το χαμόγελό μου δεν σκοτώνει εν ψυχρό, σκοτώνει με αγάπη. Τώρα εκείνος είναι στα χέρια των αρχών και θα πληρώσει».
«Εννέα χρόνια στη Γερμανία άλλαξαν τα πάντα πάνω σου», λέει η Νέλλη. «Άλλαξαν οι νοοτροπίες σου, τα γούστα σου, το χρώμα των μαλλιών σου».
«Μόνο ψυχρός δεν έγινα, Νέλλη μου. Και στην Ανταρκτική να μας ρίξεις εμάς τους μεσογειακούς δεν αλλάζουμε. Ενώ τα μαλλιά μου αραίωσαν γι’ αυτό μοιάζουν πιο ξανθιά. Άρχισε η φαλάκρα από τα τριάντα μου».
Πλησιάζω το πρόσωπό του. Μόνο λίγα κόκκινα σημάδια έχουν μείνει.
«Πόσο γρήγορα έκλεισαν οι πληγές σου», λέγω.
«Η αισιοδοξία κλείνει γρήγορα τις πληγές», λέει. «Μόνο το χέρι και ο ώμος θα πάρουν μέρες για να συνέρθουν».
Ένας επίδεσμος περνάει από το λαιμό και κρατάει τον καρπό του σπασμένου χεριού.
«Να σας ζητήσω μια χάρη και από τους δύο σας».
«Λέγε σε ακούμε».
«Δεν θέλω να μου κάνετε τη χάρη από λύπηση».
«Κάθε άλλο».
«Της Νέλλης της την έκανα από το νοσοκομείο. Απλώς θα την επαναλάβω. Μητέρα μου φέρνεις το διαβατήριο, σε παρακαλώ!».
«Έγινε», λέει η Νέλλη. «Ήδη έχω μιλήσει με τον κύριο πρόξενο. Σε μια εβδομάδα θα έχεις την θεώρηση στο χέρι».
«Δεν τελείωσα», λέει ο αξιολάτρευτος Φρίντριχ. «Η πρώτη χάρη έχει σχέση με τη δεύτερη του Τζίμι».
«Ρίξτε τη κι αυτή να τελειώνουμε», λέγω γελώντας.
«Για να δούμε, για να δούμε τι είναι αυτή η δεύτερη, γιατί κάτι πονηρό κρύβουν τα μάτια σου», λέει η Νέλλη.
«Μόνο πονηριές και μαχαιρώματα δεν ξέρει ο Φρεντ. Απλώς ξέρεις η γλώσσα μου δεν κόβει ελληνικά. Και μου είναι αδύνατο να τα βγάλω πέρα μόνος, έτσι θα ήθελα και τον επιστήθιο φίλο μου να δουλέψουμε μαζί στο εξωτερικό».
«Αχ», αναστενάζει η Νέλλη.
«Μας βάνεις δύσκολα», λέγω εγώ, και είμαι έτοιμος να τον αρπάξω στην αγκαλιά μου και να πετάξω μαζί του όσο πιο γρήγορα γίνεται. Το σχολείο σύντομα θα έκλεινε και όλα θα εξελίσσονταν κατ’ ευχήν. Το είχα σκεφτεί μερικές φορές να του καλλιεργήσω την ιδέα για αυτό το ταξίδι, αλλά δεν χρειάστηκε. Είχε βγει εκεί που επιθυμούσε διακαώς η καρδιά μου. Δεν ήταν απλώς μια σπίθα, ήταν προσευχή προσδοκίας. Σύντομα θα έπαιρνε σάρκα και οστά αυτό το ταξίδι. Άλλοτε όλες αυτές τις μέρες η μορφή της Άννας ήταν πανταχού παρόν σαν να με ζητούσε επίμονα.
«Θα πάμε να δουλέψουμε μερικούς μήνες και μετά θα έρθετε εσύ και η Μόνικα για διακοπές», είπε ο Φρεντ.
«Α χα, χα, χα, ωραίο μας ακούγεται. Τι λες εσύ Τζίμι μου», ρωτάει η Νέλλη.
«Δεν ξέρω. Ακόμα δεν έκλεισαν τα σχολεία».
Η Νέλλη με κοιτάζει στα μάτια λες και θέλει να διαβάσει βαθιά μέσα στην ψυχή. Κάνω την διστακτικό και τον συνοφρυωμένο. Προσπαθώ να κάνω τον δύσκολο. Δεν μου τρέμει ούτε βλεφαρίδα.
«Η Νέλλη είναι έτοιμη να πει το ναι, κι εσύ είσαι αρνητικός, ορέ παλιόφιλε. Δεν το περίμενα από σένα».
«Ας γίνει το θέλημά σου», λέει η Νέλλη, «η χάρη μας ας γίνει η χαρά όλων μας».
Την κοίταξα στα μάτια σαν να την μάλωνα.
«Το αξίζει ο Φρεντ», είπε.
Ήθελα να την αγκαλιάσω. Έμεινα ακίνητος και σκεπτικός ωστόσο. Η Νέλλη είχε καρφώσει τα μάτια πάνω μου.
«Πως σου φαίνεται, Μόνικα; Θα πάμε μαζί διακοπές;»
«Τις κλείσαμε και τις διακοπές μας», λέει η Μόνικα, δίνοντας ένα φιλί στο μάγουλο του Φρεντ.
Η Νέλλη έβαλε το διαβατήριο στην τσάντα.
«Καλή ανάρρωση και καλό ταξίδι», είπε.
Ήπια μια γουλιά ρακί και έριξα τα μάτια αλλού. Δεν φοβόμουν τα μάτια της Νέλλης, τα δικά μου φοβόμουν. Τα μάτια σε προδίδουν. Το να σκεφτόμουν για την Άννα ήταν μια μικρή απάτη. Να τρέχω πίσω της να την βρω, ήταν η μεγάλη, που μύριζε προδοσία και εγκατάλειψη.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – Μυθιστόρημα

Pantelis Velkos

13731733_1795812597315734_5779183152404956217_n

Απόψε σε σκεύτικα….
Προσπάθησα να δω καθαρά το πρόσωπο σου
αλλά έπεσε ένα δάκρυ απ τα μάτια μου και θόλωσε το βλέμμα μου…
Και μέσα στ ονείρου την νάρκη σε είδα …Σ αντάμωσα……
Είχες ένα φωτεινό κύκλο στα μαλλιά σου…….
Σαν Άστρου λάμψη………….
Σε φώναξα……
κι ο άνεμος  πήρε την φωνή μου με τ όνομα σου
και την έκανε μελωδία …………
Ουράνια μελωδία…………..
Την έστειλε στ αστέρια….
Να την σεργιανίσουν άγγελοι …………
Φώναξα πάλι τ όνομα σου………
Απάντησε μου……..
Μ ακούς ;;;;;;;;;

Pantelis Velkos 16/5 /

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ!!! Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

256316_262809270495422_1706038193_o

Από ώρες τώρα στο στοχασμό μου βυθισμένη, αναζητώ κάποιο θέμα, στην κόλλα
μου να γράφω.Την πένα μου στην σκέψη μου τσαλαβουτώ,αλλά τη φαιά μου ουσία
μάταια θολώνω.Οι λέξεις μου λικνίζονται σ΄ενα ξέφρενο χορό, προκλητικά μπροστά
μου.
Λέξεις σεμνές και τολμηρές, νιες και ρυτιδωμένες,άλλες φτηνές, μεγαλειώδεις
και ασήμαντες, αμετανόητες ερωμένες του κονδυλοφόρου μου,να ρουφούν το
μελάνι του σ΄ενα μεθύσι νίκης και επιβολής.

Ξάφνου, μια λέξη φτερωτή,του χορού η κορυφαία, στέκεται σιμά μου.
– Είμαι η λέξη που ζητάς. Μη συλλογιέσαι άλλο. Εγώ, είμαι ο ΕΡΩΤΑΣ, ο κυρίαρχος του κόσμου!

-Ναι έρωτα, αλήθεια είναι. Ησουν σπουδαίος και τρανός,ο ύμνος των Αγγέλων. Μα οι άνθρωποι σε λάβωσαν.
Τα βέλη πέταξέ τα. Εσύ λαμπάδιασες το πάθος της ζωής, εσύ τον πόνο του θανάτου. Προσκυνητάρι εσύ των εκλεκτών, της έμπνευσης μοναχογυιός, των
ζωγράφων η παλέτα και των ποιητών ο στοχασμός,γέννησες αθάνατα πνευματικά
παιδιά. Μα μέσα από την αμάθειά σου σκόρπισες την πίκρα, την αηδία, την
απόγνωση, τη συμφορά. Αδέξιος συχνά τοξότης, άπληστα ροκάνισες ψυχές και
σαδιστικά μαστίγωσες υπάρξεις.

Και οι άνθρωποι, σε πλήρωσαν. Στα πεζοδρόμια της ηδονής, της εκμετάλλευσης
και της ανάγκης, στήνουν τώρα την πυρά σου.
Οχι καλέ μου έρωτα, δεν θέλω τίποτα για σε να γράψω.

Απογοητευμένη, ψάχνω καινούργια λέξη να τραβήξω. Μα αυτές , λαβωμένες στην περηφάνεια την αλύγιστη,
μια που ολημερίς προξένευαν το πάντρεμά τους, έτρεξαν στο λεξικό τους να
κουρνιάσουν.

Όταν, μια ουρανόφερτη παρθένα, της θλίψης θεραπεύτρα, της εξιλέωση το αγίασμα
στέκει περήφανα εκεί.
Στην θεϊκιά της ομορφιά, το φεγγάρι δάκρυσε,
ντροπιάστηκε
ο ήλιος. Οι λέξεις μονομιάς τυφλώθηκαν. Γονάτισαν στο χώμα.

ΑΞΙΑαααα, φωνάζουνε. Τη ραίνουνε με κρίνα. Το στέμμα βάνουν στα μαλλιά
και στ΄αγαλματένια στήθια την κορδέλα.
Είναι η ΑΓΑΠΗ.

Ναι Παντάνασσα της Οικουμένης. Τούτη την θεία ώρα, όλοι εμείς οι αμαρτωλοί τάμα
βαρύ σου κάνουμε.
Πως στη χάρη σου, βιβλία ολάκερα θα γράψουμε. Και μέσα
απ΄τις σελίδες τις ατέλειωτες, ο Έρωτας και η Φιλία, ο Πόλεμος, η Φύση, η
Δικαιοσύνη, η Ελευθερία, Εσένα θα υμνούν και με φωνή καθάρια θα βροντοφωνούν.
ΛΑΤΡΕΨΤΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ!!!

ΠΙΝΑΚΑΣ. ΜΑΤΣΟΛΑ 1540
Ο έρωτας σκαλιζει το τόξο του.
»Δυο νήπια είναι καθισμένα στα πόδια του. Το ένα κρατάει το χέρι του άλλου
και προσπαθεί ν΄αγγίξει τον Ερωτα. Το άλλο κλαίει, γιατί θέλει να ζεσταθεί
από τη φλόγα της Αγάπης.» Κριτικός Βαζάρι

Το καράβι.*

18528022_1946825928881066_3492089760047942929_n

Άνοιξα τα μάτια κι’ είχα μπροστά μου
ένα κάμπο από ολοπόρφυρες
παπαρούνες.
Χαμογέλασε το χείλι μου.
Πέρα από τον κάμπο
μια καταγάλανη θάλασσα εκτεινόταν
μ’ ένα καράβι που είχε σταθερή ρότα
γι’ άλλο λιμάνι.

Ξαφνικά ενώ το κοίταζα,
έγινε το προβλεπόμενο.
Μια απειροελάχιστη κουκκίδα.
Κι’ αίφνης χάθηκε
από τη θαμπή πια όρασή μου.
Όμοια τη μάνα μου
που ταξίδεψε απρόσμενα
αποχαιρετώντας με ένα Σάββατο
για άλλο λιμάνι.

Λεμεσός 21.11.2004.

* Από την ποιητική συλλογή Γιώργου Πετούση «ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ» – εκδόσεις Αριστοτέλους, 2010

 

ΗΛΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Όταν περνά ο Αγέρας σφυρίζοντας
μέσα από τες πυκνές φυλλωσιές,
θαρρώ
πως κουβαλάει Στιγμές Νοσταλγικές,
που τόσο εύκολα κι ανόητα απαρνηθήκαμε!
Και τότενες μιά άφατη Θλίψη
σφάζει μαθές…τα σωθικά μας!
Όμως σε Στιγμές εντελώς Ανυποψίαστες,
έρχεται ένας Ήλιος Λαμπερός και Καυτερός
με Αχτίδες υφασμένες από ζέστη,
που κατακαίει τες Θλίψες,τες Πίκρες
και…το Άλγος μας!
Κι Εγώ τέτοιες Θεόσταλτες Ώρες,
σαλεύω την κουρτίνα του «Καλοκαιριού»
και αφήνω τα μηνύματα Αισιοδοξίας και Χαράς
να εισβάλλουν ανεμπόδιστα
στης «Ασθενούσης» Ψυχής μου…το δώμα!
Και αυτή,είναι η Ιδιαίτερη Ώρα μου θαρρώ,
για να φορέσω την πιο καλή μου φορεσιά
για να υποδεχτώ όπως αρμόζει την Ευτυχία…

ΛΟΥΚΑΣ  ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ

Μια ευχή

15085637_747195795433869_8760349335082244168_n

στο αστέρι
εκείνο το βράδυ
που έπεσε και σε έκανε να γελάς,
στις μέρες
που το χέρι μου θα λείπει
απο κοντά σου,
ευχή
σου αφήνω,
φως
στο δρόμο σου να γίνω,
να χρωματίζομαι
ευτυχισμένη σκιά
απο το χαμόγελό σου
.
κωνσταντία φαγαδάκη, «το φιλί της ζωής» εκδ. Ιωλκός, σελ.32, 2015
.
#konstantiafgadaki, #iolkospublications, #ποίηση, #βιβλίο, #poetry, #ζωγραφική,
#drawing

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

18485764_1945696928993966_1712226963555976148_n

Κάποτε ένα κορίτσι της Άνοιξης
αποφάσισε ν’αγνοήσει
των ανθρώπων τη λάσπη
κι έφτιαξε ένα μετόχι
στους λόφους της ποίησης
να μην το προσεγγίζει ο φθόνος
κι έγραφε στίχους!
Από τότε πέρασε στο φλοίσβο
της δικής του ακρογιαλιάς
στη μεταφυσική των πραγμάτων
και στην ποιητική της αλήθειας.
Ήταν η δική μας Ελένη
χωρίς το ταξίδι της Τροίας
Δυστυχώς δεν της χαρίσαμε
ούτε ένα φυλλαράκι δοξαστική
απ’τη δάφνη του Απόλλωνα
να το βάλει στο πέτο της!
Μα εκείνη επιμένει να μας χαμογελά
και να αφήνει κόκκινα τριαντάφυλλα
σε κάθε της ποίημα
και να μας μιλάει συνεχώς
για έναν αδιαίρετο κόσμο!

Θόδωρος Σαντάς,Ηράκλεια Φθιώτιδας

Φωτογραφία : http://www.onyrix.com/tag/electronic-music/

ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

18446722_1945676822329310_4535824402924144668_n

Έμιλυ Ντίκινσον (1830 – 15 Μαΐου 1886)

Η Έμιλυ Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 στο Άμερστ της Μασσαχουσέτης και έφυγε από την ζωή σε ηλικία 56 ετών. Ασυμβίβαστη με την κοινωνία της εποχής, με ιδιαίτερη, ξεχωριστή γραφή αδιαφορώντας για συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες εμπνέεται από σκηνές της φύσης και καταλήγει με ποιήματα βουτηγμένα σε βαθύ στοχασμό. Αν και δεν ταξίδευσε ποτέ της και σπάνια έβγαινε από το σπίτι της είχε μια ενόραση που της επέτρεπε να ξεφεύγει από το κλειστό και πουριτανικό περιβάλλον της εποχής της. Τα περισσότερα ποιήματα της ανακαλύφθηκαν μετά τον θάνατό της από την αδερφή της Λαβίνια. Παρόλο που δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ από το σπίτι της και όσο περνούσαν τα χρόνια το απεχθανόταν όλο και περισσότερο επρόκειτο για μια γυναίκα με χιούμορ, εξυπνάδα και πρωτότυπο πνεύμα. Από τις σπάνιες ποιήτριες που έζησε την ζωή της μέσα στον εσωτερικό της, αστείρευτο κόσμο.

Η απομονωμένη ζωή της σημαντικότερης γυναικείας πένας του αμερικανικού 19ου αιώνα

Η Έμιλι Ντίκινσον πέρασε όλη της τη ζωή κλεισμένη στο πατρικό κτήμα, παρέα με οικείους και φίλους.
Είναι σαν να μη βγήκε ποτέ από την πολίχνη που μεγάλωσε και έζησε, ενώ αργότερα θα υιοθετήσει την πλήρη απομόνωση ως στάση ζωής.
Για τη ζωή της δεν είναι λοιπόν και πολλά γνωστά, όπως δεν θα ήταν και το έργο της, αν δεν έβρισκε η αδελφή της τα ανέκδοτα χειρόγραφα της Ντίκινσον μετά τον θάνατό της.
Γιατί η πλέον αναγνωρισμένη Αμερικανή ποιήτρια του 19ου αιώνα δεν δημοσίευσε ούτε στίχο όταν ζούσε, με μια χούφτα ποιήματά της που βρήκαν τον δρόμο της έκδοσης να μην έχουν καν την έγκρισή της.
Το μεγάλο μυστήριο των αμερικανικών γραμμάτων έγραψε μανιωδώς μια σειρά από ποιήματα σε μια σύντομη χρονική περίοδο και μετά σίγησε για πάντα, για να αφήσει λες τους στίχους της να ακουστούν δυνατότερα.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΦΡΕΓΑΤΑ ΣΑΝ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο
Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς
Ούτε ένα άλογο κούρσας
Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης.
Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί
μπορούν να κάνουν
Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν.
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα
που κατευθύνει μια ανθρώπινη ψυχή .

ΑΓΡΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Άγριες νύχτες – Άγριες νύχτες!
Αν ήμουν μαζί σου
Οι Άγριες νύχτες θα ήταν
Η απόλαυση μας
Μάταιοι οι άνεμοι
Για μια καρδιά σε λιμάνι
Αρκετά με την Πυξίδα
Αρκετά με τους Χάρτες
Κωπηλατώντας στην Εδέμ
Αχ! η Θάλασσα! Μονάχα να προσόρμιζα
Απόψε Σ’ εσένα!

ΑΝ ΜΠΟΡΩ

Αν μπορώ να σταματήσω
μια καρδιά που πάει να σπάσει
Δεν θα ζήσω μάταια.
Αν μπόρω να απαλύνω
μιας ζωής την Οδύνη
Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο
Ή να βοηθήσω
ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη
Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του
Δεν θα ζήσω μάταια.

ΕΛΠΙΔΑ

Είναι η ελπίδα ένα πράγμα με φτερά
που κουρνιάζει στην ψυχή μου
και δίχως λέξεις τραγουδάει τον σκοπό
χωρίς ποτέ να σταματάει.
Και πιο γλυκά
Ακούγεται στην θύελλα
Επαίσχυντη πρέπει να είναι η καταιγίδα
που μπορεί να ταράξει το μικρό πουλί,
που κράτησε τόσους πολλούς ζεστούς.
Το έχω ακούσει στην πιο παγωμένη γη,
Και στην πιο παράξενη θάλασσα
Ωστόσο ποτέ, ούτε στην έσχατη ανάγκη,
δεν ζήτησε ούτε ψίχουλο, από μένα

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ

Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
Να `χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
Σκληρή μου δόθηκε, πικρή και άδικη μοίρα.
«Βασίλισσα του Γολγοθά» για τίτλο πήρα,

κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.

Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.

Τριπλή νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
μ` ένα σκοπό που κι η ψυχή τους τραγουδάει.
Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός;
Ποιος μου απαντάει;

ΤΟΣΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ

Τόσο ανεπαίσθητα σαν μια μικρούλα λύπη
Το Καλοκαίρι έσβησε ως παρουσία
Τόσο ανεπαίσθητα που από κοντά μας λείπει,
Χωρίς να φαίνεται πως έχει κάνει προδοσία.

Παντού σκορπίστηκε σιωπή, παντού γαλήνη,
Σαν ξαφνικά το σούρουπο μεγάλο να’ χει αρχίσει
Σαν να θέλει ασυντρόφευτη να μείνει
Σε δείλι απόμακρο, μονάχη της η φύση.

Νωρίς το σύθαμπο την θέση του έχει πάρει
Το πρωινό θολές ανταύγειες ξετυλίγει
Με ευγενική και όλο μελαγχολία χάρη,
Σαν επισκέπτης που ετοιμάζεται να φύγει.

Κι έτσι χωρίς φτερά, κουπιά, χωρίς τιμόνι
Σ’ ονειρική, παραμυθένια τρυφεράδα
Το Καλοκαίρι με αναμνήσεις μας φορτώνει
Και φεύγει Θείο, στην στερνή του Ομορφιά.

ΡΙΞΕ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΧΑΡΕ

Ρίξε τα εμπόδια Χάρε, τα κοπάδια
Να μπουν τα κουρασμένα,
Που χει τελειώσει η περιπλάνησή τους
Κι έχουνε πάψει να βελάζουν πια.

Είναι δική σου η πιο γαλήνια νύχτα,
Δικό σου είναι το πατρικό μαντρί,
Πολύ σιμά είσαι, να σ’ αναζητούμε,
Και για να σε καλούμε πρόθυμος πολύ.

Πέθανα για την ομορφιά
και μπαίνοντας στο χώμα
ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
σε πλαϊνό μου χώρο.

Ψιθύρισε «τι έφταιξε;»
«η ομορφιά» του είπα
«για την αλήθεια πέθανα»
είπε «κι είμαστε αδέρφια».

Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
μιλήσαμε, ωσότου
βρύα ήρθαν στα χείλη μας
κι έκρυψαν τ` όνομά μας

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/20…/…/blog-post_15.html

http://penseur1.blogspot.com/2015/11/emily-dickin.html

http://www.eliotstein.com/EmilyDickinsonPhotos.JPG