Αρχείο | Ιανουάριος 17, 2017

ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ…

15965202_1888429198054073_1465758719086521009_n

Πρωτοφόρετο ρούχο
η εσθήτα του κορμιού σου
σαν μου το χάρισες
εκείνη τη νυχτιά…

Κι επαναληπτική σκανδάλη έγινε
που με εκτελεί κάθε νύχτα
στα πεδία των μαχών σου
χωρίς θύμα να γίνομαι

πάρεξ ωραίος καρπός…Ερωτικός!

Ααα πόσο σ’ αγαπάω κορίτσι
έτσι που ελαφριά με κλέβεις
χωρίς να με πουλάς
στα παζάρια του εγωισμού

….πόσο σ’ αγαπάω!

Νίκος Δημογκότσης

Πηγή : Ταξίδια στην Ποίηση

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΟΠΟΥ ΔΙΑΜΕΝΕΙ Η ΣΥΜΠΟΛΙΤΙΔΑ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ Oggi il comune di Napoli ha dedicato una via al poeta e politico greco Alessandro Panagulis. Siamo commossi del riconoscimento!

16002988_1888432414720418_1120285054366750568_n

Σήμερα ο Δήμος Νάπολης αφιέρωσε ένα δρόμο στον Έλληνα ποιητή και πολιτικό Αλέξανδρο Παναγούλης. Είμαστε συγκινημένοι για την αναγνώριση ! (στη φωτογραφία ο Δήμαρχος Νάπολης )

Με την ευκαιρία ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου » ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΣΚΙΑΣ ΘΑΝΑΤΟΥ » μια εντελώς άγνωστη πτυχή από την άφιξη στην Κύπρο του Αλέξανδρου Παναγούλη.

» Καθόμασταν με τους συμπεθέρους, θυμάμαι, στο σαλόνι του σπιτιού μας, στην οδό Ορφέως 3, στη Λεμεσό όπου βρίσκεται το σπίτι μας. Μόλις που είχαμε αρραβωνιάσει τα παιδιά μας. Καθόμασταν και κουβεντιάζαμε. Η μια όμως κουβέντα – όπως συμβαίνει – έφερνε την άλλη. Οπόταν, μια που μιλούσαμε για τον επικείμενο γάμο των παιδιών μας, η συμπεθέρα θυμήθηκε τη μέρα του γάμου τους στη Μόρφου.

«Θυμάσαι Τάκη;» , ρώτησε με νοσταλγική διάθεση το συμπέθερο.

«Πώς να μην θυμάμαι», της απάντησε, «ξέχασες που είχαμε και τον Αλέκο Παναγούλη κλεισμένο μέσα στο σπιτάκι που βρισκόταν στο περιβόλι μας με τις πορτοκαλιές;» «Τι έγινε συμπέθερε;», απορημένος τον ρώτησα.

«Ααα, μεγάλη, πολύ μεγάλη υπόθεση», μ’ απάντησε.

Οπόταν, στη συνέχεια, μου εξιστόρησε, με πάσα λεπτομέρεια, πώς βρέθηκε στην Κύπρο, τη μέρα μάλιστα του γάμου τους ο Αλέκος Παναγούλης.

«Τον Παναγούλη τον γνωρίζαμε από τον καιρό που μαζί με τον γαμπρό μου, τον Ανδρέα Μανώλη, το φιλόλογο, τον άνδρα της αδελφής μου, ήμασταν φοιτητές στην Αθήνα. Ήμασταν όλοι ενθουσιώδεις οπαδοί της Ένωσης Κέντρου μια που ο Γεώργιος Παπανδρέου, με έργα και με πράξεις, με ενέργειες, σε αντίθεση με τον Καραμανλή, συμπαραστεκόταν στον αγώνα της Κύπρου. Εγώ ήμουνα φοιτητής της ιατρικής και ο Ανδρέας, ο γαμβρός μου, φοιτητής της φιλολογίας. Να, πως γνωρίσαμε τον Παναγούλη. Μετά όμως, και στα επόμενα χρόνια, ακολουθήσαμε, όπως αρκετοί Κύπριοι που διαμένουν στην Αθήνα, τον Ανδρέα Παπανδρέου και το Πασόκ. Στα χρόνια λοιπόν της δικτατορίας και στη χρονιά που παντρευτήκαμε, το 1968, όταν ήρθαμε από την Αθήνα στην Κύπρο για το γάμο μας, μαζί και στο ίδιο αεροπλάνο, φέραμε με τον Ανδρέα και τον Αλέκο. Και θυμάμαι πως Κυριακή του γάμου μας, πήγαμε με τον Ανδρέα και του πήραμε , για να μην τον αφήσουμε νηστικό, μεσημέρι και βράδυ από τα φαγητά του γάμου. Και το κυριότερο, τη Δευτέρα του γάμου, αντί να πάμε με τη συμπεθέρα σας για το μήνα του μέλιτος, όπως συνηθίζεται, πάλι με τον Ανδρέα, το γαμπρό μου, πήραμε τον Αλέκο στη Λευκωσία, τον πήραμε απευθείας στον Αρχιεπίσκοπος Μακάριο, που μας δέχτηκε, και τον συστήσαμε. Ο ίδιος ο Αλέκος του εξήγησε και του ανάπτυξε τα αντιδικτατορικά του αισθήματα αλλά, ταυτόχρονα, και τα «συνομωτικά» του σχέδια.
«Συμπέθερε, είμαι περίεργος να μάθω τι ακριβώς του απάντησε ο Αρχιεπίσκοπος», του είπα.

«Ναι, όταν μιλήσαμε και όταν του μίλησε και ο Παναγούλης, πήρε στο τηλέφωνο αμέσως τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη. Αλέκο, είπε στον Παναγούλη, τον καιρό της ΕΟΚΑ, υπήρξε αντάρτης, και γνωρίζει καλά από ενέδρες. Έχει τεράστια και μεγάλη πείρα. Αυτός θα του παραγγείλω να σ΄εκπαιδεύσει και να σε βοηθήσει σε όλα. Οπόταν ο Αρχιεπίσκοπος, μπροστά μας πήρε στο τηλέφωνο τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη και του έδωσε εντολές. Ύστερα μας έστειλε να τον συναντήσουμε. Και πήγαμε».

«Οπόταν, κατά τα λεγόμενά σου, συμπέθερε, ο Γιωρκάτζης ενέργησε, όμως πάντα με τις εντολές του Αρχιεπισκόπου», τον ρώτησα.
«Ασφαλώς και ενήργησε», μ’ απάντησε.

Γιώργος Πετούσης

Υ.Γ. Υπάρχει φυσικά και η συνέχεια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ

15977821_1888441908052802_3139180088055276572_n

Τρία πιστεύω επίκαιρα ποιήματα από τη δεύτερη ποιητική μου συλλογή «ΕΝΟΡΑΣΗ» – Κύπρος 1980. Τώρα που με τις συνομιλίες στη Γενεύη κορυφώνονται οι μεγάλοι φόβοι και οι αγωνίες μας. Άποψή μου: Μόνο η επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως θέμα εισβολής και κατοχής, μπορεί να μας σώσει από τα άγρια νύχια της Τουρκίας. Αυτή η λανθασμένη διαδικασία μας οδηγεί μόνο στον αφανισμό μας.

Ταραγμένη γη

Πώς μπορείς να κοιμάσαι
με σαράντα χιλιάδες λόγχες
– το λιγώτερο –
στητές κάτω απ’ το κρεββάτι σου;

Πώς τολμάς να να κοιμάσαι
με τόσες μπούκες πολυβόλων
μικρού και μεγάλου βεληνεκούς
στραμμένες στο κορμί σου!

Με τόσα αποβατικά
ενλιμενισμένα
έτοιμα για τις νότιες ακτές σου;

Πώς αλήθεια μπορείς να κοιμάσαι;

2.11. 1979

Οι νέες πατρίδες

«Νέα Ιωνία»
«Νέα Χαλκιδών»
«Νέα Έφεσος»
«Νέα Φώκαια»
«Νέα Σμύρνη…»

Τοπωνύμια
Ονομασίες
επίμονα εφιαλτικές
Άνθρωποι
στα περίγυρα της Αθήνας
ως τα χτες μες τη φτώχεια
Σκυμμένοι στο θάνατο.

Θεέ μου!
Θεέ μου!

Στα περίχωρα κάποιας Αθήνας
Ποτέ «Νέα Κύπρος»

Αθήνα 23 .9. 1979

Λόγχες

Κι απόψε
λόγχες σαράντα χιλιάδες
λογχίζουν το κορμί μου.
Η ψυχή μου γυμνόστηθη
μ΄όλα τα δίκια σφικτά στα χέρια της
σε βότσαλο κοντά στο κύμα.

Κι όλο θυμάται.
Κι όλο ονειρεύεται έντρομη.

Εσένα Κίμωνα.
Εσένα Αλέξανδρε.
Εσένα Ακρίτα.

1.1. 1979

Γιώργος Πετούσης.

Κώστας Μόντης, ο δαφνοστεφής ποιητής της Κυπριακής καρδιάς

16114817_1888440061386320_4045325398964004253_n

Της εισβολής

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας

Από το «Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα» – του Κώστα Μόντη

Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!
Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα .

Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα

Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στό μαντήλι;
Μᾶς τόν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μέσ’ ἀπ’ τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὔ ‘πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαν τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoύς ψιθύρoυς πoύ μηχανoρραφoῦσαν τὴν ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoύ ‘σκυβαν μέσ’ στόν ἥλιo
νά πιoῦν νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ’ τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κρεμόταν κάτω ἀπ’ τό λαιμὸ τoυς,
τ’ ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαν ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν ὅλα μέσα μας

Προς την Παναγία

«Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού!»
«Πού σ’ έμπλεξαν κι εσένα!»

Πηγή KAT IS ART

Φωτογραφίες του Ιδρύματος Κώστας Μόντης