Αρχείο | Ιανουάριος 5, 2017

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΛΕΥΚΗ

14333063_1826041450959515_1947442227729593271_n

Κοριτσι όμορφο και γλυκό
θέλω να σου πω ότι είσαι
μια πεταλούδα λευκή
που πετάς και χρυσίζει
τα φτερά σου ο ήλιος
ότι είσαι μια καλοσυνάτη
κι αθώα ψυχή που αύριο
πάλι θα γράφεις ποιήματα
και κάποτε θα πεις
δε θα ξαναγράψω
μα πριν «αλέκτωρ φωνήσαι τρις»
θα έχεις απαρνηθεί
τα δικά σου τα λόγια.
Θέλω να σου πω ότι είσαι
ένα λουλούδι αμάραντο
που ανθίζει Χεμώνα και Καλοκαίρι
κι εγώ μια γραφίδα που επιμένει
να γράφω συνέχεια για σένα
στις ολονυχτίες των ποιητών!

Θεόδωρος Σαντάς

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Το Μαγιάτικο φεγγάρι μοσχομυρίζει
ανθόκλωνα και λάμπει γιορτινό
καθώς ψυχοπομπός σε συνοδεύει
στις ακίνητες θάλασσες της σιωπής
και στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Ο ιερέας των ήχων το θαλασσινό μαϊστράλι
θ’ ανεβαίνει τον ελαιώνα του Απέλαγου
να σου φέρνει το πλατύφυλλο κλωνάρι
του ανθρώπινου μόχθου σου
για να καίει ακοίμητο το καντήλι της θύμησης
και να σου θυμίζει την παρουσία σου
εδώ στην φιλόξενη Φιλιατρινή γη.
Αποχαιρέτησες την ασπάραχτη άνοιξη
φορτωμένη μνήμες καθώς η μέρα χαμήλωνε
τα σημάδια της κι έσβηνε το φως της
μέσα στα πέπλα που άνοιγε η κυοφορούσα νύχτα
κι άνοιγαν οι σκάλες τ’ ουρανού
για να κατεβούν οι Αρχάγγελοι με τα ιδεώδη χρώματα
της φωτιάς που αγγίζει τα μυστήρια
όμοια με την Ορφική πορεία προς τον Άδη.
Ευωδιαστή η στιγμή του στερνού σου ύπνου
προμηνούσε την αυγή με τα κελαηδήματα
κι ο ουρανός χαστούκιζε τα νέφελα
για να περάσουν ολόλαμπρες
οι αχτίδες του ήλιου στο στερνό σου ξεπροβόδισμα
προς την ελευθερία ανάμεσα στο θεό
και το πανάρχαιο χώμα που μας γέννησε.
<< Ώρες και μέρες και χρόνοι δεηθείτε >>,
Τιμαριώτης ο θάνατος διασχίζει την Αχερουσία
μεταφέροντας την πιο γλυκιά μορφή του κόσμου, τη μάνα μου-όπως τη μάνα του κάθε ανθρώπου-
για να βρει ανάπαψη και να ξαποστάσει.
Στις λεωφόρους του Πλούτωνα
ο ψυχοπομπός Ερμής οδηγεί
το άσπιλο σώμα σου
στις φεγγαρόφωτες νύχτες της αιωνιότητας
εκεί που οι ψυχές βρίσκουν αναπαμό και ξενοιασιά
κ οι ανθρώπινος πόνος λυτρώνεται
στων πνευμάτων τα πάνθεα.

<< Η ζωή και ο θάνατος οδεύουν μαζί,
Αφού ο ένας για τον άλλον υπάρχει…
Μα ο θάνατος είναι τυφλός
Με την αίσθηση της απόστασης χαμένη>>.

Και καθώς η χρυσοδάχτυλη Ηώ θα ξημερώσει
μια καινούργια ημέρα όπου η απουσία σου
θα είναι αισθητή σε όλους εμάς και της ψυχής μας
το κλάμα θα ζωγραφίζει στα πρόσωπά μας
την μοναξιά και την ορφάνια,
στις κοιλάδες και τους αναμένους βάλτους
θα παίρνουν οι αγέρηδες τα τραγούδια σου
για να τα πάνε στις βουνοκορφές του Μαίναλου
εκεί ψηλά στη ρούγα την Κολοκοτρωνέικη
όπου οι Λυβομπισιώτες με τους Πιανιώτες
συνάζονται τη μέρα τ’ Άη Γιαννιού
για το μεγάλο πανηγύρι.
Πορφυρά ροδοπέταλα αυγινής αθωότητας
στολίζουν τους κροτάφους της Άνοιξης
και το φως του πρωινού
τον αρίφνητο αίνο, του θανάτου το θρήνο
στου ρόδου τον κάλυκα.
Στην άμμο το απομεσήμερο
μικρά θαλασσινά κογχύλια μετρούν το μόχθο της ζωής.
Πίνουν νερό απ’ τη φωτιά κι από τον άνεμο
και μια γοργόνα του βυθού
σ’ ανήλιαγες σπηλιές κρύβεται
να μη τη δει ο θάνατος.
…………………………………………………………………
Οι ανασασμοί της Άνοιξης
ΜΟΣΧΟΒΟΛΟΥΝ
ολόγυρά της.
Σε λίγο, θα σημάνουν οι καμπάνες
ανέκφραστες στιγμές της θλίψης
και θα ρουμπώσουνε με τη λαλιά του κούκου
το στερνό αντίο στη ρούγα που στεριώσανε τα όνειρα
πάνω στο πλατύ περβάζι της ζωής.
……………………………………………………………
Ώρα καλή!
κάθε πρωί ας τραγουδάνε τα πουλιά
συνθέτοντας τραγούδι γιορτινό,
ας ρίχνουν ίσκιο τα θλιμμένα κυπαρίσσια
στο μνήμα σου μανούλα
κι οι νύχτες ας γεμίζουν μ’ έναστρο ουρανό.
Kostas Kapelouzos

Una poesia -Ένα ποίημα dall’antologia -POESIE DI FRONTIERA- edizione La Vita Felice scritta nell’ambito del laboratorio di Alexandra Zambà «Poesia e Ombre»: 34α. LA MADRE SCONOSCIUTA

15894906_1190965600979586_8138221624409931466_n

Ogni giorno la capisco di meno
Mi chiedo cosa non va e mi guarda storto
ed é nervosa e grida e non la capisco.
Cosa in fondo non mi dice
cosa nasconde, com’è lei
e come le altre mamme

Cerca forse il mio affetto
forse non lo trova
con la morte di mio padre, forse
le manca lui, forse qualcosa,
forse cerca me, oppure un altro
diverso da me

dopo anni insieme, non lo comprendo
…………………………………………………….
Απο το εργαστήριο μου «Ποίηση και Σκιές»
δημοσιεύω ένα ποίημα που έγραψα μαζί με τους χρήστες του Κέντρου Ημερήσιας Ψυχικής Υγείας, στη Ρώμη. Bρίσκεται στην Ανθολογία «ΜΕΘΟΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» εκ. LVF, μτφρ ΑΖ

34
Η ΜΗΤΕΡΑ Η ΑΓΝΩΡΗ
Κάθε μέρα που περνά τη γνωρίζω και λιγότερο.
Αναρωτιεμαι τι δεν πάει και με κοιτάζει στραβά
και είναι νευρική και στριγγλίζει, δεν τη καταλαβαίνω.
Κατά βαθος τι δέν μου λέει
τι μου κρύβει, πώς είναι αυτή
και πώς οι μητέρες οι άλλες

Ίσως ζητά την αγάπη μου
ίσως δεν τη βρίσκει
μετά το θάνατο του πατέρα μου, ίσως
της λείπει εκείνος, ίσως κάτι άλλο
ίσως γυρεύει εμένα, ή κάποιον άλλον
διαφορετικόν απο εμένα

μετά απο τόσα χρόνια μαζί, δεν την καταλαβαίνω

Foto: lo studio di A.Giacometti

ΑΓΑΠΗ ΑΕΝΑΗ Μαρία Θεοδ.Σαντά

15622429_1875124946051165_6757613955485228381_n (1)

Αργά πολύ και αντίκρισα το φως το αληθινό.
Με μάτια δάκρυα γιομάτα
μία έκπαγλη λάμψη κι ένα ω! σκοτεινό.
Φως ιλαρόν, του έρωτα και της αγάπης
Μάτια Ηνιόχεια, αστείρευτες Κασταλίες
με ποτίζετε μίσος γι’ αυτούς που φθονούν
τον καρπό μιας ζωής ανεπαίσθητης από πάθη
– ‘Ερωτα ανίκατε, προσκυνώ σε!-
Κλείνω τα ώτα να μην αφουγκραστώ
Σειρήνες και Χάρυβδες των καιρών
Πύρρειος νίκη το μίσος μου για
το εύμορφο σώμα, την ψυχή σου την εύρωστη
– Πόθος αέναος, μίσος λατρείας! – Φιοριτούρα γλυκύτατη
Στο τέλος κομματιού prima vista
Κι όλο χάνεται, σβήνει όσο η απόσταση μεγαλώνει
– Πότε θα’ ρθει η λύση του δράματος άραγε! –
Ματαιοπονώ. Γιγνώσκω καλά το τι μέλλει γενέσθαι
Και το μάταια ολοφυρόμενο
σαν τα βλέφαρα ανθρώπου αλαφροΐσκιωτου
όντας έρμαιος μιας αδυσώπητης κατάρας
που συντροφεύει αενάως τα θύματα του Υιού της Venus.
Το φως της σελήνης, καντήλι πλέον νεκρό
στην απονιά ενός ήλιου που δεν εξαιρεί ούτε εμάς
Γέρνει στο πλάι μου ν’ αποκοιμηθεί η δόλια.
Αναλογιζόμενη την εξομολόγηση μιας αγάπης εφήμερης
που ο όρθρος τη διέλυσε και την έλυσε σε λατρεία
Κοιμάται η σελήνη. Ενώ το εγώ
αδυνατώντας να απαγκιστρωθεί απ’ την επιρροή του
ακούει το παραμιλητό της το αχνό
Ένα παραμιλητό αλλοπρόσαλλο
σαν ύμνος, από ψαλμό εκκλησίας ψυχής.
Λέξεις δειλές και συγχρόνως αλήθειες.
Τιθασεύουν πνεύμα και ψυχή τη δικιά μου.
Ράπισμα, τιμωρία για το σφάλμα μου μόνο αυτό
Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς. Σ’ αγαπάω!

Μαρία Θεοδ.Σαντά

Το ποίημα «Ποσειδωνιάτο άλογο» της Παρθένας Τσοκτουρίδου

15822973_1883103255253334_5774041730050751716_n

Μελοποιήθηκε το ποίημα «Ποσειδωνιάτο άλογο» της Παρθένας Τσοκτουρίδου από τον κ. Καμπάνη Σαμαρά, Διευθυντή Συμφωνικής Ορχήστρας, Συνθέτη, Καλλιτεχνικού Δ/ντή Ωδείων και Καθηγητή Ανωτέρων θεωρητικών και Σύνθεσης, Διδάκτορα Σύνθεσης του τμήματος μουσικής του Ιονίου Πανεπιστημίου, κάτοχου μεταπτυχιακού Σύνθεσης από την Ανώτατη Κρατική Ακαδημία της Σόφιας και ερμηνεύθηκε από την Σοπράνο Ελένη Κόμνη.

Το τραγούδι κυκλοφορεί σε CD, μαζί με άλλα δώδεκα τραγούδια ποιητών της «Αμφικτυονίας Ελληνισμού» και της Ένωσης Λογοτεχνών Βορ. Ελλάδος, από την «Αμφικτυονία Ελληνισμού» και τιτλοφορείται «Μουσικοί παλμοί φως ελληνικό».

Ολόκληρο το ποίημα έχει ως εξής:

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΟ ΑΛΟΓΟ

Άλογο θα’ θελα να’ μουν φτερωτό

Ποσειδωνιάτο, από σπόρο θεϊκό

να διασχίζω τον γαλάζιο ουρανό

πάνω στο άρμα της φωτιάς σου το τρανό.

Να μεταφέρω της ψυχής σου της ευχές

και της αγάπης της της φλόγες της καυτές

σ’ όλα τα πέρατα της γης για να φωτίσω

όλο το σύμπαν, ήλιε μου, μαζί σου να γυρίσω.

Ολύμπιε θεέ μου εσύ με τα χρυσά μαλλιά σου

τα γαλανά ματόκλαδα κι όλη την ομορφιά σου

μέρα και νύχτα να’ τρεχα μαζί σου, άγγελέ μου

μαζί σου να εκπλήρωνα όλους της πόθους θεέ μου.

Μνηστήρες να’ μαστε εμείς στο πύρινο το άρμα

που τούτο θα της οδηγεί μες της ζωής το κάρμα

Ποσειδωνιάτο άλογο λευκό και φτερωτό

θα’ θελα εγώ να ήμουνα τρελά ερωτικό.

Στου ωκεανού θα’ θελα μες το βυθό

να βυθιζόμασταν της πόθους της κι οι δυο

μάρτυρες θείου έρωτα του φτερωτού

μες το υδάτινο στρώμα του θαλάσσιου θεού.

Όνειρα θα κάναμε στην αστροφεγγιά

κάτω απ’ τα παπλώματα της’ ουρανικά

μα θα κρατούσαμε γερά τα χαλινά

να μην αφηνιάσει η αγάπη της ξανά.

Ολύμπιε θεέ μου εσύ με τη ζεστή αγκαλιά σου

τα ξίφη τα ειρηνικά, τα τόξα της καρδιάς σου

δώρα στην ανθρωπότητα όλα παράδωσέ τα

έλα να ζευγαρώσουμε κι εκείνα δώρισέ τα.

Μνηστήρες μεις στης Έριδας δεν ήμαστε τα χέρια

μες το βυθό της θάλασσας θα κολυμπάμε αστέρια

παράξενοι θα ήμαστε σε τούτο τον πλανήτη

Ποσειδωνιάτοι, θεϊκοί, σπόροι μετεωρίτη.

Πηγή : Eordaia Live

Leda and the Swan W. B. Yeats, 1865 – 1939 Η Λήδα και ο κύκνος

15871600_1883115061918820_4878334379076479871_n

Αίφνης ανέμου μια ριπή: και τα τρανά φτερά του πλαταγίζουν
πάνω απ’ την κόρη που παραπατά, κι ως της χαιδολογάνε τα μεριά
οι σκουρωπές μεμβράνες, οι ραμφισμοί τον τρυφερό αυχένα φυλακίζουν,
στο στέρνο πάνω ως κρατάει τα στήθια της τα ανήμπορα σφιχτά.

Πώς με τα αβέβαια σκιαγμένα δαχτυλάκια της να διώξει
ετούτη την ολόφτερη τη δόξα απ’ τα λυμένα της γοφιά;
και πώς το σώμα της που το ‘ριξε η ολόλευκή του βιάση
δεν θα νιωθε τον χτύπο απ την ξένη του καρδιά;

Απλώνει ένα ρίγος στα λαγόνια της παντού
τα τείχη πέσαν, τη στέγη και τον πύργο πυρκαγιές κρατούν
και ο Αγαμέμνων κείτεται νεκρός χαμένος.

Κι ‘ετσι συνεπαρμένη,
κι απόλυτα ως την όριζε το βάρβαρο το αίμα του ανέμου,
άραγε πήρε κάτι από τη γνώση και τη θεϊκή τη δύναμή του,
πριν κορεσμένο πια το δάγκωμα την παρατήσει εκεί πεσμένη;

μτφρ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου

A sudden blow: the great wings beating still
Above the staggering girl, her thighs caressed
By the dark webs, her nape caught in his bill,
He holds her helpless breast upon his breast.

How can those terrified vague fingers push
The feathered glory from her loosening thighs?
And how can body, laid in that white rush,
But feel the strange heart beating where it lies?

A shudder in the loins engenders there
The broken wall, the burning roof and tower
And Agamemnon dead.
Being so caught up,
So mastered by the brute blood of the air,
Did she put on his knowledge with his power
Before the indifferent beak could let her drop?