Αρχείο | Ιανουάριος 2017

Donne in poesia- Γυναίκες στη ποίηση μτφρ στα ιταλικά Alexandra Zambà Cipro Niki Maragou’- 1948-2013 Κύπρος Νίκη Μαραγκού

16265842_1210070865735726_3540710697885330927_n

1.
Δεν της πήρα λουλούδια
μα προσπαθώ ισάξια
τούτο το σπίτι να φροντίζω,
τούτο το σπίτι και τους ένοικους του
όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.

Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της
με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.
…………….

Non le ho portato fiori
solo cerco parimenti
aver cura di questa casa,
questa casa e i suoi abitanti
come mi ha insegnato lei corretta e misurata.

Con attenzione copio i suoi movimenti
con attenzione purché le tarme non li divorino.
……………………………..
2
Επιστρέφοντας

βήμα βήμα
στο καλντερίμι
του παλιού χειρογράφου
θαύμα
που είναι κρυμμένο με επιμέλεια
στην 25η σελίδα.
Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,
οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο
και ο έρωτας μου φαίνεται
υπόθεση πια μακρινή.
Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.
………………………

Di ritorno

passo dopo passo
sul selciato
del vecchio manoscritto
miracolo
diligentemente nascosto
a pagina 25.
Sotto la pioggia luccicano le logore lastre,
le barche vanno e vengono nel Bosforo
e l’ eros mi appare oramai
una questione remota.
Continuo dunque la lettura.

Trd.Alexandra Zambà

Foto Niki Maragou’ nel proprio giardino

Natassa Chalkia

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Ελευθερία λένε τη μάνα μου. Ελευθερία και την κόρη μου, αν και από ένα καπρίτσιο μου, τη φωνάζω Έλλη. Η μάνα μου μου φύσηξε πνοή φέρνοντάς με στον κόσμο αυτό και μου ‘μαθε να στέκω όρθια στους αέρηδες που χτυπούν την πόρτα της ψυχής μου, μου ‘δειξε τον τρόπο να αγαπώ και να αφήνω το δάκρυ μου να τρέξει για καθετί που αγγίζει νου και καρδιά. Είναι ο φάρος μου στα πιο δύσκολα ταξίδια μου. Μάνα μου, να ζήσεις.
Η κόρη μου είναι το μαντήλι που σκουπίζει το αόρατο δάκρυ μου, το χαμόγελο πίσω από το κλάμα, το παράθυρο στα σκοτάδια μου. Την καμαρώνω για την ησυχία του εντός της που ποτέ δεν είχα, την ισορροπία της ψυχής της, το στοχαστικό της βλέμμα, τη δύναμη του λόγου της, την άδολη αγάπη της για τον άνθρωπο, την αγκαλιά της που κοιμίζει τους φόβους μου, τη μυρωδιά της ξανθιάς θάλασσας των μαλλιών της που με μεθά. Την καμαρώνω γιατί μέσα στα μάτια της βλέπω την ελπίδα, όταν αυτή με εγκαταλείπει, γιατί με τα δυο της χέρια με σέρνει στον χορό της ζωής με βήμα σταθερό και μου κλείνει το μάτι πονηρά σαν ακολουθήσω τον ξέφρενο ρυθμό της. Την καμαρώνω για ό, τι δεν μπόρεσα ποτέ να είμαι εγώ κι εκείνη το κάνει να μοιάζει τόσο εύκολο…
Εύχομαι να είναι γερή και να αγαπηθεί με την ένταση που μόνο εκείνη ξέρει να αγαπά.

Natassa Chalkia

ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΑΓΓΕΛΩΝ

15219557_1866159666947693_4324158580120571565_n

 

Δεν είμαι ο Απολινναίρ
με τον δικό του συμβολισμό
να σου απαντήσω .
Εγώ γράφω
με των ανέμων τον ψίθυρο
και τ’άσπρο χαλικάκι της Σιθωνίας
και σου λέω .
Κύλισέ με στην τέφρα της Σαντορίνης
κι όταν ο ήλιος θα κοχλάζει την άμμο
τύλιξέ με, με το ηδονικό
λίκνισμα της Σαλώμης
να δω,πόσο αντέχει
όταν ερωτεύεται ο άνθρωπος.
Γράφω για σένα και για μένα
να σκιρτούν οι αιώνες
που θά’ρθουν μετά από μας
γράφω,γιατί η ζωή χωρίς ποίηση
παίρνει μια όψη από
πένθιμα τριαντάφυλλα .
Όμως απόψε
που οι πανσέληνοι
καταργούν όλα τα πρέπει
θέλω να χορέψουμε, αγάπη μου
με το φως των πυγολαμπίδων
σαν οπτασίες Αγγέλων.
«Το σώμα δεν προσφέρει
αιωνιότητα.»

Θεόδωρος Σαντάς,14-1-2017

ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ…

15965202_1888429198054073_1465758719086521009_n

Πρωτοφόρετο ρούχο
η εσθήτα του κορμιού σου
σαν μου το χάρισες
εκείνη τη νυχτιά…

Κι επαναληπτική σκανδάλη έγινε
που με εκτελεί κάθε νύχτα
στα πεδία των μαχών σου
χωρίς θύμα να γίνομαι

πάρεξ ωραίος καρπός…Ερωτικός!

Ααα πόσο σ’ αγαπάω κορίτσι
έτσι που ελαφριά με κλέβεις
χωρίς να με πουλάς
στα παζάρια του εγωισμού

….πόσο σ’ αγαπάω!

Νίκος Δημογκότσης

Πηγή : Ταξίδια στην Ποίηση

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΟΠΟΥ ΔΙΑΜΕΝΕΙ Η ΣΥΜΠΟΛΙΤΙΔΑ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ Oggi il comune di Napoli ha dedicato una via al poeta e politico greco Alessandro Panagulis. Siamo commossi del riconoscimento!

16002988_1888432414720418_1120285054366750568_n

Σήμερα ο Δήμος Νάπολης αφιέρωσε ένα δρόμο στον Έλληνα ποιητή και πολιτικό Αλέξανδρο Παναγούλης. Είμαστε συγκινημένοι για την αναγνώριση ! (στη φωτογραφία ο Δήμαρχος Νάπολης )

Με την ευκαιρία ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου » ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΣΚΙΑΣ ΘΑΝΑΤΟΥ » μια εντελώς άγνωστη πτυχή από την άφιξη στην Κύπρο του Αλέξανδρου Παναγούλη.

» Καθόμασταν με τους συμπεθέρους, θυμάμαι, στο σαλόνι του σπιτιού μας, στην οδό Ορφέως 3, στη Λεμεσό όπου βρίσκεται το σπίτι μας. Μόλις που είχαμε αρραβωνιάσει τα παιδιά μας. Καθόμασταν και κουβεντιάζαμε. Η μια όμως κουβέντα – όπως συμβαίνει – έφερνε την άλλη. Οπόταν, μια που μιλούσαμε για τον επικείμενο γάμο των παιδιών μας, η συμπεθέρα θυμήθηκε τη μέρα του γάμου τους στη Μόρφου.

«Θυμάσαι Τάκη;» , ρώτησε με νοσταλγική διάθεση το συμπέθερο.

«Πώς να μην θυμάμαι», της απάντησε, «ξέχασες που είχαμε και τον Αλέκο Παναγούλη κλεισμένο μέσα στο σπιτάκι που βρισκόταν στο περιβόλι μας με τις πορτοκαλιές;» «Τι έγινε συμπέθερε;», απορημένος τον ρώτησα.

«Ααα, μεγάλη, πολύ μεγάλη υπόθεση», μ’ απάντησε.

Οπόταν, στη συνέχεια, μου εξιστόρησε, με πάσα λεπτομέρεια, πώς βρέθηκε στην Κύπρο, τη μέρα μάλιστα του γάμου τους ο Αλέκος Παναγούλης.

«Τον Παναγούλη τον γνωρίζαμε από τον καιρό που μαζί με τον γαμπρό μου, τον Ανδρέα Μανώλη, το φιλόλογο, τον άνδρα της αδελφής μου, ήμασταν φοιτητές στην Αθήνα. Ήμασταν όλοι ενθουσιώδεις οπαδοί της Ένωσης Κέντρου μια που ο Γεώργιος Παπανδρέου, με έργα και με πράξεις, με ενέργειες, σε αντίθεση με τον Καραμανλή, συμπαραστεκόταν στον αγώνα της Κύπρου. Εγώ ήμουνα φοιτητής της ιατρικής και ο Ανδρέας, ο γαμβρός μου, φοιτητής της φιλολογίας. Να, πως γνωρίσαμε τον Παναγούλη. Μετά όμως, και στα επόμενα χρόνια, ακολουθήσαμε, όπως αρκετοί Κύπριοι που διαμένουν στην Αθήνα, τον Ανδρέα Παπανδρέου και το Πασόκ. Στα χρόνια λοιπόν της δικτατορίας και στη χρονιά που παντρευτήκαμε, το 1968, όταν ήρθαμε από την Αθήνα στην Κύπρο για το γάμο μας, μαζί και στο ίδιο αεροπλάνο, φέραμε με τον Ανδρέα και τον Αλέκο. Και θυμάμαι πως Κυριακή του γάμου μας, πήγαμε με τον Ανδρέα και του πήραμε , για να μην τον αφήσουμε νηστικό, μεσημέρι και βράδυ από τα φαγητά του γάμου. Και το κυριότερο, τη Δευτέρα του γάμου, αντί να πάμε με τη συμπεθέρα σας για το μήνα του μέλιτος, όπως συνηθίζεται, πάλι με τον Ανδρέα, το γαμπρό μου, πήραμε τον Αλέκο στη Λευκωσία, τον πήραμε απευθείας στον Αρχιεπίσκοπος Μακάριο, που μας δέχτηκε, και τον συστήσαμε. Ο ίδιος ο Αλέκος του εξήγησε και του ανάπτυξε τα αντιδικτατορικά του αισθήματα αλλά, ταυτόχρονα, και τα «συνομωτικά» του σχέδια.
«Συμπέθερε, είμαι περίεργος να μάθω τι ακριβώς του απάντησε ο Αρχιεπίσκοπος», του είπα.

«Ναι, όταν μιλήσαμε και όταν του μίλησε και ο Παναγούλης, πήρε στο τηλέφωνο αμέσως τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη. Αλέκο, είπε στον Παναγούλη, τον καιρό της ΕΟΚΑ, υπήρξε αντάρτης, και γνωρίζει καλά από ενέδρες. Έχει τεράστια και μεγάλη πείρα. Αυτός θα του παραγγείλω να σ΄εκπαιδεύσει και να σε βοηθήσει σε όλα. Οπόταν ο Αρχιεπίσκοπος, μπροστά μας πήρε στο τηλέφωνο τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη και του έδωσε εντολές. Ύστερα μας έστειλε να τον συναντήσουμε. Και πήγαμε».

«Οπόταν, κατά τα λεγόμενά σου, συμπέθερε, ο Γιωρκάτζης ενέργησε, όμως πάντα με τις εντολές του Αρχιεπισκόπου», τον ρώτησα.
«Ασφαλώς και ενήργησε», μ’ απάντησε.

Γιώργος Πετούσης

Υ.Γ. Υπάρχει φυσικά και η συνέχεια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ

15977821_1888441908052802_3139180088055276572_n

Τρία πιστεύω επίκαιρα ποιήματα από τη δεύτερη ποιητική μου συλλογή «ΕΝΟΡΑΣΗ» – Κύπρος 1980. Τώρα που με τις συνομιλίες στη Γενεύη κορυφώνονται οι μεγάλοι φόβοι και οι αγωνίες μας. Άποψή μου: Μόνο η επανατοποθέτηση του Κυπριακού ως θέμα εισβολής και κατοχής, μπορεί να μας σώσει από τα άγρια νύχια της Τουρκίας. Αυτή η λανθασμένη διαδικασία μας οδηγεί μόνο στον αφανισμό μας.

Ταραγμένη γη

Πώς μπορείς να κοιμάσαι
με σαράντα χιλιάδες λόγχες
– το λιγώτερο –
στητές κάτω απ’ το κρεββάτι σου;

Πώς τολμάς να να κοιμάσαι
με τόσες μπούκες πολυβόλων
μικρού και μεγάλου βεληνεκούς
στραμμένες στο κορμί σου!

Με τόσα αποβατικά
ενλιμενισμένα
έτοιμα για τις νότιες ακτές σου;

Πώς αλήθεια μπορείς να κοιμάσαι;

2.11. 1979

Οι νέες πατρίδες

«Νέα Ιωνία»
«Νέα Χαλκιδών»
«Νέα Έφεσος»
«Νέα Φώκαια»
«Νέα Σμύρνη…»

Τοπωνύμια
Ονομασίες
επίμονα εφιαλτικές
Άνθρωποι
στα περίγυρα της Αθήνας
ως τα χτες μες τη φτώχεια
Σκυμμένοι στο θάνατο.

Θεέ μου!
Θεέ μου!

Στα περίχωρα κάποιας Αθήνας
Ποτέ «Νέα Κύπρος»

Αθήνα 23 .9. 1979

Λόγχες

Κι απόψε
λόγχες σαράντα χιλιάδες
λογχίζουν το κορμί μου.
Η ψυχή μου γυμνόστηθη
μ΄όλα τα δίκια σφικτά στα χέρια της
σε βότσαλο κοντά στο κύμα.

Κι όλο θυμάται.
Κι όλο ονειρεύεται έντρομη.

Εσένα Κίμωνα.
Εσένα Αλέξανδρε.
Εσένα Ακρίτα.

1.1. 1979

Γιώργος Πετούσης.

Κώστας Μόντης, ο δαφνοστεφής ποιητής της Κυπριακής καρδιάς

16114817_1888440061386320_4045325398964004253_n

Της εισβολής

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας

Από το «Τρίτο Γράμμα στη Μητέρα» – του Κώστα Μόντη

Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς
και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων,
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου,
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό
στη θάλασσα της Κερύνειας,
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει.
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της.
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της
-«να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ»-
και την περιμέναμε,
κι «όχι, δεν μπορεί να μην έρθει», λέγαμε
κι «όχι, δεν γίνεται να μην έρθει», λέγαμε
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της
και τα «Υπό σκιάν» και τα «Μολών λαβέ» και τον «Αέρα»,
κι όπου να’ ναι άκου την!
Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε.
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα,
τι αντίλαλος ήταν εκείνος,
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί!
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει.
οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους
και τους αδελφούς και τους πατέρες
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια,
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα.
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι «Είδατε;»
Και λέγαμε όλοι «Είδατε;»
Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό,
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο,
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε
σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια,
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε,
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα,
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο,
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά
και ψέμα οι Ιστορίες μας,
ψέμα, όλα ψέμα.
Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα,
κάτι πανηγυρισμούς,
κ ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει,
λυπόταν, δεν το περίμενε,
ειλικρινά λυπόταν,
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ.
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι,
και τα «Εγχειρίδια» έσκυψαν ντροπιασμένα
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια,
και τα «Εγχειρίδια» τρέμουν τώρα πια
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος…
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα,
έχω αντίγραφα .

Δεύτερο Γράμμα στη Μητέρα

Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στό μαντήλι;
Μᾶς τόν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μέσ’ ἀπ’ τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὔ ‘πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τό ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαν τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoύς ψιθύρoυς πoύ μηχανoρραφoῦσαν τὴν ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoύ ‘σκυβαν μέσ’ στόν ἥλιo
νά πιoῦν νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ’ τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κρεμόταν κάτω ἀπ’ τό λαιμὸ τoυς,
τ’ ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαν ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαν ὅλα μέσα μας

Προς την Παναγία

«Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού!»
«Πού σ’ έμπλεξαν κι εσένα!»

Πηγή KAT IS ART

Φωτογραφίες του Ιδρύματος Κώστας Μόντης

ΑΓΩΝΙΑ Θεόδωρος Σαντάς

13902699_1805181639712163_4203749740373643362_n

Άκου τη μουσική
πώς γαληνεύει τη θάλασσα
πώς ακουμπάει τα λόγια μου
και τα ντύνει με τρέμουλο
να σου πω σ’αγαπώ
σαν φιγούρα που άγιασε
στις ολονυχτίες της ποίησης
σαν παράδεισος που ξεστράτισε
να σου προσφέρει το μήλο του!
Αγάπη μου είσαι εσύ
που λάμνεις τους όρμους μου
κι εγώ ζωγραφίζω
τις ανθισμένες καμέλιες σου
είσαι εσύ που με κάνεις
Άνοιξη των παιδιών
και τις νύχτες μου τις απαλύνεις με φως
και ξεχνάω τις άπνοιες.
Όλος ο κόσμος, είσαι εσύ!
Μην ξοδεύεις την ομορφιά
να ζηλέψει ο ήλιος μου
μη γυρνάς την ανέμη σφιχτά
δεν αντέχω τον τριγμό της ανάσας
μην τεντώνεις την ασπροκόκκινη κλωστή
στα πικρά μεσημέρια μας!
Δες,για σένα γράφω ποιήματα την αυγή
και καταπίνω των ανθρώπων τη σκόνη
να μη σου λείψει η Πανσέληνος
Δε σου μιλώ
μασώντας της Πυθίας τις δάφνες
δε σου μιλώ με κεριά και μ’αφιόνια
στο όνειρο το δικό μας μένω
στις διαφάνειες που επιλέξαμε
να μην τρίζει το κεραμίδι μας
στην αγωνία μας μένω
να παραμείνουμε έρωτας!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΛΕΥΚΗ

14333063_1826041450959515_1947442227729593271_n

Κοριτσι όμορφο και γλυκό
θέλω να σου πω ότι είσαι
μια πεταλούδα λευκή
που πετάς και χρυσίζει
τα φτερά σου ο ήλιος
ότι είσαι μια καλοσυνάτη
κι αθώα ψυχή που αύριο
πάλι θα γράφεις ποιήματα
και κάποτε θα πεις
δε θα ξαναγράψω
μα πριν «αλέκτωρ φωνήσαι τρις»
θα έχεις απαρνηθεί
τα δικά σου τα λόγια.
Θέλω να σου πω ότι είσαι
ένα λουλούδι αμάραντο
που ανθίζει Χεμώνα και Καλοκαίρι
κι εγώ μια γραφίδα που επιμένει
να γράφω συνέχεια για σένα
στις ολονυχτίες των ποιητών!

Θεόδωρος Σαντάς

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Το Μαγιάτικο φεγγάρι μοσχομυρίζει
ανθόκλωνα και λάμπει γιορτινό
καθώς ψυχοπομπός σε συνοδεύει
στις ακίνητες θάλασσες της σιωπής
και στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Ο ιερέας των ήχων το θαλασσινό μαϊστράλι
θ’ ανεβαίνει τον ελαιώνα του Απέλαγου
να σου φέρνει το πλατύφυλλο κλωνάρι
του ανθρώπινου μόχθου σου
για να καίει ακοίμητο το καντήλι της θύμησης
και να σου θυμίζει την παρουσία σου
εδώ στην φιλόξενη Φιλιατρινή γη.
Αποχαιρέτησες την ασπάραχτη άνοιξη
φορτωμένη μνήμες καθώς η μέρα χαμήλωνε
τα σημάδια της κι έσβηνε το φως της
μέσα στα πέπλα που άνοιγε η κυοφορούσα νύχτα
κι άνοιγαν οι σκάλες τ’ ουρανού
για να κατεβούν οι Αρχάγγελοι με τα ιδεώδη χρώματα
της φωτιάς που αγγίζει τα μυστήρια
όμοια με την Ορφική πορεία προς τον Άδη.
Ευωδιαστή η στιγμή του στερνού σου ύπνου
προμηνούσε την αυγή με τα κελαηδήματα
κι ο ουρανός χαστούκιζε τα νέφελα
για να περάσουν ολόλαμπρες
οι αχτίδες του ήλιου στο στερνό σου ξεπροβόδισμα
προς την ελευθερία ανάμεσα στο θεό
και το πανάρχαιο χώμα που μας γέννησε.
<< Ώρες και μέρες και χρόνοι δεηθείτε >>,
Τιμαριώτης ο θάνατος διασχίζει την Αχερουσία
μεταφέροντας την πιο γλυκιά μορφή του κόσμου, τη μάνα μου-όπως τη μάνα του κάθε ανθρώπου-
για να βρει ανάπαψη και να ξαποστάσει.
Στις λεωφόρους του Πλούτωνα
ο ψυχοπομπός Ερμής οδηγεί
το άσπιλο σώμα σου
στις φεγγαρόφωτες νύχτες της αιωνιότητας
εκεί που οι ψυχές βρίσκουν αναπαμό και ξενοιασιά
κ οι ανθρώπινος πόνος λυτρώνεται
στων πνευμάτων τα πάνθεα.

<< Η ζωή και ο θάνατος οδεύουν μαζί,
Αφού ο ένας για τον άλλον υπάρχει…
Μα ο θάνατος είναι τυφλός
Με την αίσθηση της απόστασης χαμένη>>.

Και καθώς η χρυσοδάχτυλη Ηώ θα ξημερώσει
μια καινούργια ημέρα όπου η απουσία σου
θα είναι αισθητή σε όλους εμάς και της ψυχής μας
το κλάμα θα ζωγραφίζει στα πρόσωπά μας
την μοναξιά και την ορφάνια,
στις κοιλάδες και τους αναμένους βάλτους
θα παίρνουν οι αγέρηδες τα τραγούδια σου
για να τα πάνε στις βουνοκορφές του Μαίναλου
εκεί ψηλά στη ρούγα την Κολοκοτρωνέικη
όπου οι Λυβομπισιώτες με τους Πιανιώτες
συνάζονται τη μέρα τ’ Άη Γιαννιού
για το μεγάλο πανηγύρι.
Πορφυρά ροδοπέταλα αυγινής αθωότητας
στολίζουν τους κροτάφους της Άνοιξης
και το φως του πρωινού
τον αρίφνητο αίνο, του θανάτου το θρήνο
στου ρόδου τον κάλυκα.
Στην άμμο το απομεσήμερο
μικρά θαλασσινά κογχύλια μετρούν το μόχθο της ζωής.
Πίνουν νερό απ’ τη φωτιά κι από τον άνεμο
και μια γοργόνα του βυθού
σ’ ανήλιαγες σπηλιές κρύβεται
να μη τη δει ο θάνατος.
…………………………………………………………………
Οι ανασασμοί της Άνοιξης
ΜΟΣΧΟΒΟΛΟΥΝ
ολόγυρά της.
Σε λίγο, θα σημάνουν οι καμπάνες
ανέκφραστες στιγμές της θλίψης
και θα ρουμπώσουνε με τη λαλιά του κούκου
το στερνό αντίο στη ρούγα που στεριώσανε τα όνειρα
πάνω στο πλατύ περβάζι της ζωής.
……………………………………………………………
Ώρα καλή!
κάθε πρωί ας τραγουδάνε τα πουλιά
συνθέτοντας τραγούδι γιορτινό,
ας ρίχνουν ίσκιο τα θλιμμένα κυπαρίσσια
στο μνήμα σου μανούλα
κι οι νύχτες ας γεμίζουν μ’ έναστρο ουρανό.
Kostas Kapelouzos