Αρχείο | Δεκέμβριος 19, 2016

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ,ΔΟΞΑΣΑΤΕ.

15541632_1874823829414610_6873431745491295089_n

Μόνο ν’ ακούσεις ένα Χριστουγεννιάτικο ύμνο
μόνο να δεις την καλοσύνη του δέντρου
να σου γνέφει στη μπαλκονόπορτα
μια καμπανούλα της πίστης
σ’ ένα μετόχι να σημαίνει Χριστούγεννα
κι ο Χριστός, ξαναγεννιέται στη φάτνη του
κι ο Γάσπαρ ,ο Μελχιώρ κι ο Βαλτάσαρ
οδηγούμενοι απ’της Ανατολής τους το Άστρο
με ταπείνωση θ’ αποθέσουν
«τη σμύρνα τους,τον χρυσό και τον λίβανο»
στο σπήλαιο της Βηθλεέμ.

Μόνο ν’ ακούσεις τις Καμπάνες στον Άθω
κι ευφραίνεται η νύχτα
δονούνται οι ραγισμένες καρδιές
και θεραπεύονται οι ποιητές
κι ας κουβαλούσαν τον τρόμο τυπωμένο στα μάτια τους
στο παρεκκλήσι της Αναστασίας, στη Γρηγορίου
το χλωμό τραγούδι της λύρας τους
να βάζουν οι όσιοι το πετραχήλι επάνω τους
κι ο Χριστός τον ουρανό της αγάπης .

Μόνο ν’ ακούσεις ένα τραγούδι αγάπης
«Αimez vous les uns les autres»
τα φωτάκια ν’ αναβοσβήνουν
πρασινοκόκκινα στο μπαλκόνι σου
τη Μάνα του κόσμου να θηλάζει το Φως
και τότε θα νιώσεις και συ
τη θαλπωρή του παράδεισου
κορίτσι του «Ανέμου» αγόρι της θύελλας
τι σημαίνει ανόθευτη η αλήθεια
τι σημαίνει να βρίσκεσαι μόνος
όταν η νύχτα ξεδιπλώνει σκιές
τότε θα αισθανθείς και συ την ανάγκη της Ποίησης
θα δεις πως ερωτεύονται οι ποιητές
στων Χριστουγέννων τη φάτνη
την ποίηση των Θεών
και κλίνουν στον Υπερούσιο το γόνυ τους

Οι ουρανοί πάντα θ’ αγάλλονται
τη νύχτα των Χριστουγέννων
όσο κι αν ο Μέγας Ηρώδης
θα διατάξει να θανατώσουν το βρέφος
γιατί, στον ηδονικό χορό της Σαλώμης
υπόσχεται τ’ αποτρόπαιο έγκλημα
κι η εντολοδόχος της μάνας
απαιτεί του Ιωάννη την κεφαλή ,επί πίνακι.
Μόνο να δεις κάτι μινιατούρες φωτάκια
πως καταργούν την ερημιά των ανθρώπων
και θα βαδίσεις και συ σαν τους μάγους
τους ατέλειωτους δρόμους
ν’ αντικρίσεις της δικαιοσύνης τον Ήλιο
τους ποιμένες μετά των αγγέλων
να δοξολογούν το Απρόσιτο.
Καλά Χριστούγεννα! Καλά Χριστούγεννα!
«Χριστός γεννάται ,δοξάσατε»
«Και επί γης ειρήνη»
Θεόδωρος Σαντάς

Ποίημα και μτφρ Αλεχάνδρα Ζαμπά Poesia e trd Alexandra Zambà

15541525_1874825879414405_3448469119884172314_n

E’ tardi,
emozionata entro in casa
odore di cera d’api,
di timo e narcisi mi aspettano
in fondo
dalla finestra sulla strada
una scia di luce di lontana processione sacra
mi investe

tutto quel che vedo attorno mi fa’ palpitare!
…………….
Είναι αργά,
με συγκίνηση μπαίνω στο σπίτι
μυρωδιά κηρήθρας,
θυμαριoύ και νάρκισσου με περιμένει
στο βάθος
από το παράθυρο του δρόμου
δέσμες φωτός κάποιας παλιάς ιεράς λιτανίας
πέφτουν απάνω μου

ότι βλέπω γύρω μου είναι σκίρτημα της καρδιάς!
…………….
Ποίημα και μτφρ Αλεχάνδρα Ζαμπά
Poesia e trd Alexandra Zambà

foto: la casa di Alexandra

ΠΟΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟ ΦΙΛΙ

15219557_1866159666947693_4324158580120571565_n

Ποιος άνεμος
και ποιο φιλί του Ιούδα
μπορεί να προδώσει
των όλων τον Ποιητή
όταν η Ανάσταση σε τρεις μέρες
τον ξαναφέρνει στο φως!
Θα μιλήσω με τη φωνή
των χελιδονιών
που φέρνουν την Άνοιξη
να με ακούσουν οι φίλοι
και με το κροτάλισμα των ερωδιών
να με ακούσουν οι τεθλιμμένοι
πως λευκαίνω την πίκρα μου
με ολονυχτίες στο κιόσκι
των λόφων των Προφητών
γράφοντας ποίηση.
Θα συνομιλήσω δίχως δάκρυα πια
με των ανθρώπων τα ρήματα
να μπορώ να λειτουργώ
με το γέλιο του ήλιου
και το πνεύμα των Χριστουγέννων!
Χριστούγεννα, Χριστούγεννα
τραγούδια όλο χαρούμενα
θα πουν οι ουρανοί.
Για του Χριστού τη γέννηση
για του Θεού τη θέληση
να σώσει όλη τη γη!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσ/νίκη,

Η ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟΥ

7622106.21ccc0fe.560

Για τους Νεκρούς να πω σε Γλώσσα που πεθαίνει,

σε Γλώσσα Νέα, Γλώσσα Αρχαία, Ελληνική

χωρίς να τρέμω ενόσω χάνω κάθε Γη·

ενόσω ο Πόλεμος προβάλλει και προβαίνει,

πώς αντηχούν μες στο κορμί μου οι πεθαμένοι

–πρόγονοι,  σύγχρονοι κι απόγονοι– με αλκή

και πώς μου κάνουν τη φωνή μεταλλική

να πω αυτό που η ψυχή μου τρομαγμένη

κι από οράματα φρικτά καθημαγμένη

παλεύει να ξεχάσει ή ν’ αρνηθεί.

Κασσάνδρα Μούσα προφητεύει τη θανή

μιας Γλώσσας και μιας Χώρας δακρυσμένη·

της Ιστορίας τους Ανέμους ανασαίνει

και –φθέγμα ύπατο– σκληρά χρησμοδοτεί.

«Προοπτική, λέει, διανοίγεται διπλή·

η Χώρα μου από Εμφύλιο σπαραγμένη

είναι η πρώτη και φρικτότατη Ειμαρμένη·

μα η φρικτότερη απ’ τις δυο προοπτική

κι απ’ τη φρικτότατη φρικτότερη αυτή –

να είναι η πρώτη προοπτική ακυρωμένη».

Μίλα, Φωνή. Τι εννοείς; Όμως σωπαίνει.

Κι έχει την όψη της χλωμή και παγερή.

Η Μούσα του Επικείμενου. Η Μούσα Οργή.

Αυτό που γράφω πριν πεθάνω με πεθαίνει.

Πηγή © Θεοδόσης Βολκώφ

 Ο Άγγελος της Ιστορίας, Ποιήματα, Angelus Novus

Sara Teasdale, A November Night μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

15380802_1871679703062356_3866309475882999661_n

Εκεί! Τις γραμμές των φώτων κοίτα,
Μια αλυσίδα από αστέρια κάτω στην άλλη πλευρά του δρόμου—
Γιατί να μη μπορείς την αλυσίδα να σηκώσεις και σε μένα να τη δώσεις,
Ένα περιδέραιο για τον λαιμό μου; Γύρω θα το τυλίξω
Κι εσύ θα μπορείς μ’ αυτό να παίζεις. Μου χαμογελάς
Σαν ένα μικρό παιδί ονειροπόλο να ήμουν
Που νεράϊδες πίσω απ’ τα μάτια του ζουν… Και δες,
Οι άνθρωποι στους δρόμους μας επιβλέπουν
Ζηλιάρηδες όλοι. Ένας βασιλιάς κι η βασίλισσα είμαστε,
Το βασιλικό αμάξι μας ένα λεωφορείο είναι,
Με αλαζονική χαρά τις υποθέσεις μας επιτηρούμε…
Σιωπηλός που είσαι! Πέρασες δύσκολα στη δουλειά
Κι είσαι κουρασμένος σήμερα; Πέρασε τόσος καιρός
Από τότε που σε είδα—τέσσερεις ολόκληρες μέρες, θαρρώ.
Γεμάτη είναι η καρδιά μου από ανόητες σκέψεις
Σαν άνθη πρώιμα σ’ ένα απριλιάτικο λιβάδι,
Κι όλα πρέπει να στα δώσω, αυτά όλα,
Προτού μαραθούν. Οι άνθρωποι που συνάντησα,
Το έργο που είδα, τα ασήμαντα, περαστικά πράγματα
Που πολύ μεγάλα δεσπόζουν ή πολύ μικρά κουλουριάζονται, σκιές
Που βιάζονται, στον τοίχο χειρονομώντας,
Χαρούμενα ή στοιχειώνοντας–ακόμη όλα πραγματικά μεγαλώνουν
Και τη κανονική τους διάσταση παίρνουν εδώ στην καρδιά μου
Όταν τα έχεις δει… Εκεί η Πλατεία είναι τώρα,
Μια λίμνη φωτός! Σχεδόν απόψε μοιάζει
Πως τα φώτα όλα στα μάτια σου μέσα καταλήγουν,
Μ’ ένα τρόπο τραβηγμένα προς τα σένα. Δες το ανοικτό άλσος
Ανάμεσά μας ξαπλωμένο μ’ εκατομμύρια λάμπες
Με σοφή αταξία διαλυμένο όπως τ’ άστρα.
Τα περιφρονούμε όπως ο Θεός πρέπει να περιφρονεί
Τους αστερισμούς που επιπλέουν κάτω από Αυτόν
Στα σύννεφα παγιδευμένα… Έλα, κι ακόμη, άφησε μας να περπατήσουμε
Από τη στιγμή που στο πάρκο φτάσαμε. Είναι ο κήπος μας,
Τελείως μαύρη κι ανάνθιστη αυτή η νύχτα του χειμώνα,
Μα τον Απρίλη μαζί μας φέρνουμε, εσύ κι εγώ•
Όλο τον κόσμο βάζουμε στο πέρασμα προς την πηγή.
Κάθε μονοπάτι που κάποτε πήραμε, θεωρώ
Πως τα ίχνη μας σημάδεψε με φωτιά μυστήρια,
Εκλεπτυσμένο χρυσαφί που μόνο οι νεράϊδες μπορούν να δουν.
Όταν την αυγή ξυπνούν σε βαθούλωμα δεντροθωράκων
Κι εξέρχονται στο νυσταλέο άλσος, κοιτούν
Μακριά τ’ άδεια μονοπάτια και λένε: «Ω, εδώ
Πήγαν, κι εδώ, κι εδώ, κι εδώ! Έλα, δες,
Εδώ είναι ο πάγκος, τα χέρια δώστε κι ας χορέψουμε
Γι αυτό σε ένα αέρινο στεφάνι και ας κάνουμε
Ένα κύκλο γύρω απ’ αυτό που μόνον αυτοί μπορούν να διασχίσουν
Όταν θα επιστρέψουν πάλι!»… Δες τη λίμνη—
Πώς παρακολουθούσαμε τους κύκνους, θυμάσαι
Εκείνη τη νύχτα αργά τον Οκτώβρη όταν κοιμόντουσαν;
Αρχοντικά νομίζω όνειρα πως οι κύκνοι πρέπει νάχουν. Αλλά τώρα
Η λίμνη μόνο φώτα που ανακλώνται λεπτά γεννά
Όπως λίγο αναδεύεται. Πόσο επιθυμώ να πάρω
Από το κρύο μαύρο νερό, ένα καινούργιο χρυσαφί
Στο χέρι σου να το δώσω! Και δες, και δες,
Ένα άστρο υπάρχει βαθειά μέσ’ στη λίμνη, έν’ αστέρι!
Ω, φώτα αντί μαργαριτάρι—εάν κάτω σκύψεις
Το χέρι σου θα μπορούσε σχεδόν να το φτάσει για μένα…

Ένα αδύναμο νέο κίτρινο φεγγάρι ζωντάνεψε απόψε—
Να το είχες εύχομαι σαν καπέλο
Με τ’ αστέρια σαν δάκρυα να το γεμίζουν ως τον γείσο…

Πόσο κρύο κάνει! Ακόμη και τα φώτα κρύα είναι•
Σάρπες από ομίχλη έβαλαν γύρω τους, δες!
Τι κι αν ο αέρας έπρεπε να καταλήξει τόσο αμυδρώς λευκός
Ώστε εμείς να χάσουμε το δρόμο ανάμεσα στα μονοπάτια
Φτιαγμένα καινούργια από τοίχους κινούμενης ομίχλης που υποχωρεί
Όσο περισσότερο την ακολουθούμε… Τι νύχτα ασημένια!
Αυτός ήταν ο πάγκος μας τη στιγμή που μού έλεγες
Το νέο μακρύ ποίημα—μα πόσο διαφορετικά τώρα,
Πόσο απόκοσμα με την κουρτίνα από ομίχλη
Κάνοντάς το απόμακρο σε όλα τα φιλικά δέντρα!
Άνεμος δεν υπάρχει, κι ακόμη κορδέλες καμπυλωμένες
Τον εαυτό τους σμιλεύουν, αλλάζοντας συνεχώς, στο θάμπωμα μέσα.
Προχώρησε λίγο, άφησε με να σταθώ εδώ παρακολουθώντας
Να σε δω, επίσης, γεμάτο παραξενιά κι απόμακρο…
Ν’ αναρωτιέμαι συνήθιζα πως θα ήταν το πάρκο
Αν μια νύχτα θα μπορούσαμε να το έχουμε όλο δικό μας—
Χωρίς εραστές με πλησιασμένα μπράτσα τριγύρω απ’ τη μέση
Να ψιθυρίζουν και στα όνειρά μας να εισβάλλουν.
Και τώρα το έχουμε! Κάθε ευχή μας βγαίνει αληθινή!
Μόνοι είμαστε τώρα σ’ ένα κόσμο από χνούδι•
Και τ’ άστρα ακόμη έχουν φύγει. Εμείς οι δύο μόνοι!

Πηγή αρχικού

©Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

Sara Teasdale. Αμερικανίδα λυρική ποιήτρια. Γεννήθηκε στο Σεντ Λούις του Μιζούρι τον Αύγουστο του 1884. Υπήρξε παιδί ιδιαίτερα ευαίσθητης υγείας.
Το πρώτο της ποίημα δημοσιεύτηκε στην Reedy’s Mirror το 1907 και την ίδια χρονιά εκδόθηκε η συλλογή της: Sonnets to Duse and Other Poems.
Το 1914 παντρεύεται τον Ernst Filsinger του οποίου η επιχειρηματική δραστηριότητα προκάλεσε στην Sara Teasdale έντονο αίσθημα μοναξιάς. Έτσι το 1929 αποφάσισε και έβαλε σε εφαρμογή το διαζύγιο μέσω των δικηγόρων της. Μετά το διαζύγιο αναζωπύρωσε τη φιλία της με τον ποιητή Vachel Lindsay, ο οποίος ήταν πλέον παντρεμένος με παιδιά.
Το 1918 η Teasdale κέρδισε το βραβείο Pulitzer για τη συλλογή της Love Songs.
Το έργο της χαρακτηρίζεται από απλότητα και σαφήνεια, πάθος και ρομαντισμό. Αποδυναμωμένη οργανικά και πνευματικά μετά από μια δύσκολη περίοδο με πνευμονία, η Teasdale αυτοκτόνησε στις 29 Ιανουαρίου 1933, με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών. Η τελευταία συλλογή της, Strange Victory εμφανίστηκε μετά θάνατον το ίδιο έτος. Ο Lindsay είχε πεθάνει αυτοκτονώντας κι ο ίδιος δύο χρόνια νωρίτερα. Η Sara Teasdale είναι ενταφιασμένη στο Νεκροταφείο Bellefontaine στο Σεντ Λούις.
Άλλα έργα της: Helen of Troy, and Other Poems (1911), Rivers to the Sea (1915), Flame and Shadow(1920), Dark of the Moon (1926), and Stars To-night (1930).

Πηγή : Στάχτες

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον Πρόεδρο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών κ.Κώστα Καρούσο για τον χαιρετισμό του στην σημερινή μου εκδήλωση και να του ευχηθώ ολόψυχα καλή πνευματική συμπόρευση ! Mina Boulekou Χαιρετισμός του Προέδρου κ.Κώστα Καρούσου

15542124_1874439832786343_4269370018060669019_n

΄΄Το Σάλπισμα των ψυχών΄΄ποίηση εκδ. Όστρια Αθήνα 2016
της Μίνας Μπουλέκου

Στην σύγχρονη πραγματικότητα, που κυριαρχεί η αποξένωση της προσωπικότητας του ανθρώπου,υπάρχουν και πρόσωπα-λογοτέχνες του χώρου μας που εξυψώνουν ηθικά και πρακτικά και ενδυναμώνουν έμμεσα ή άμεσα και στηρίζουν έμψυχα και πρακτικά την οδοιπορία μας στο κοινωνικό και πνευματικό μας γίγνεσθαι.
Η εκκλησία πρωτοπορεί και πρωταγωνιστεί στην αδελφοποίηση και στην ενσάρκωση της μέγιστης αλήθειας που κοινωνεί την ανθρώπινη υπόσταση-χιλιετηρίδες τώρα-στην ακατάλυτη και αείφεγγη και αείζωη δύναμη της αγάπης.Αυτό το μήνυμα πρεσβεύει και υπογραμμίζει, η φίλη ποιήτρια Μίνα Μπουλέκου.
Το θρησκευτικό στοιχείο της ποίησής της, με πασίδηλες τις κοινωνικές του προοπτικές,είναι αντίβαρο στην αποξένωση,στην ανέχεια της εποχής,στην μετριότητα του ποιητικού λόγου των ημερών μας,στην ηθική κατολίσθηση του ατόμου.Το συναίσθημα ,η αγωνία,η τόλμη της γραφής της,ο κοινωνικός στοχασμός, η ευρυγνωσία και η προοπτική της ποιητικής της ευαισθησίας,το γαληνεμένο στοιχείο της αμοιβαιότητας,το εύπλαστο στοιχείο της εύηχης και ρο΄ι΄κής-λυρικής της διάθεσης, εμπλουτίζουν τη σύγχρονη ποίηση.
Η Μίνα Μπουλέκου ορθώνει ποιητικά το δικό της ανάστημα ,τον δικό της ένθεο-εν Χριστώ -λόγο,τον δικό της επίκαιρο-αναγκαίο και εύχρηστο στίχο, με προσανατολιστική χρησιμότητα, για ένα καλύτερο αύριο.
Ευελπιστεί στον απεγκλωβισμό όλων των ψυχικών και αναλλοίωτων δυνάμεων του ανθρώπου..Μίνα –καλοτάξιδο και καλοπόρευτο -το βιβλίο σου-στη ζωή και στα λογοτεχνικά μας δρώμενα …την εκτίμησή μου…..Κώστας Καρούσος-18-12-2016

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΠΙΤΙΑ

14563569_1322339821149689_3128106459384631828_n (1)

Με πονάνε τ’ αρφανεμένα σπίτια

Αμπαρωμένες πόρτες
λουκέτα που ‘φαγε η σκουριά
πατζούρια σφραγισμένα
πολυκαιρισμένα πάνω τους
τ’ αχνάρια της μούχλας …

Υποφέρουν τούτα τα σπίτια
της μοναξιάς
και λαχταράνε να σταματήσει
στο κατώφλι τους
δική τους γνώριμη περπατησιά
και ν’ ακούσουν το κλειδί
στον αφαλό της κλειδωνιάς
να τρίζει
σαν κόκκαλα
μετά από βαριά κατάρα

Είμαστε κάποιοι ακόμη
που επιμένουμε να γυρνάμε πίσω
Να δίνουμε πρόσκαιρα ζωή
στα παλιά μας σπίτια
Σπρωγμένοι απ’ την ανάγκη μας
και το συναίσθημα μας
που μας πεισμώνουν
και δεν αφήνουν τις καρδιές μας
να παραδεχτούν την ήττα…

ΑΘΗΝΑ 18/12/2016

http://thothorisargyropoulos.blogspo