Αρχείο | Δεκέμβριος 17, 2016

ΠΑΝΤΑ Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕΙ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Πάντα η αγάπη σου περισσεύει
να έχω κάτι από σένα
να ψηλαφίζω τα άστρα
να λέω ότι το όνειρο
δεν το πριόνισαν οι πληγές
να μπορώ να γράφω ολόρθος
μες στην ανέμη της θύελλας.
Θέλω να σου χαρίσω
ακόμα ένα ποίημα
να αναρριπίσει όσα έχω γράψει
για σένα.
Είπα θα αποκάμεις
τόσα χρόνια να αγωνίζεσαι
μη με λυγίσει η ανημποριά.
Tις συμφορές δεν τις αγαπάει κανείς
μα εσύ είσαι μια αγάπη ατέρμονη
ένας λόγος που μ’ εμψυχώνει
και παραμένεις πάντα στο πλάι μου.
Επιθυμία μου στην Ιθάκη να φτάσω
πριν οι άνεμοι με σπρώξουν στις ξέρες
κι ο χρόνος καταργήσει τις αντοχές.
Κάποτε όλα τα σβήνει η βροχή.
Όμως οι στίχοι θα μείνουν
σε μια ανθολογία
κι ένα τραγούδι με φως
θα γεννιέται στην κλίνη μας
-κι ας ξεθωριάσει το ποίημα-.
να θυμίζει στη σιρμαγιά των ανθρώπων
ότι το δάκρυ ενώνει πιο πολύ απ’ το γέλιο !

Θεόδωρος Σαντάς,θεσ/νίκη 20/5/2016

ΈΝΑΣ ΕΥΑΊΣΘΗΤΟΣ ΑΝΤΡΑΣ

15589562_1873722962858030_6813720092996730980_n

Ήταν η πρώτη φορά που τον συνάντησα και τον άκουσα να μιλά.
Εκείνος, πενήντα ολάκερους χρόνους ποιητής στη χώρα που ζούσε, μιλώντας για την αλληλεγγύη αναφέρθηκε στη μητέρα του… που είχε πεθάνει εδώ και χρόνια… «…κι η μάνα μου ήταν απ’ αυτούς τους ανθρώπους που προσφέρουν από το υστέρημά τους…» είπε…
Άκουσα τη φωνή του άξαφνα να τρεμοπαίζει και να δακρύζει.
Αναρωτήθηκα πώς… ένας άντρας στα ώριμά του χρόνια, που είχε περάσει από φουρτούνες, από Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, που είχε νικήσει τη Λερναία Ύδρα… που ρυτίδες σοφίας είχαν αυλακώσει το όμορφό πρόσωπο του, πώς αλήθεια γινόταν ακόμη να ριγά μπρος στο όνομα τής πεθαμένης μάνας του. Αναρωτήθηκα πώς… ένας ολάκερος άντρας με μαλλιά στο χρώμα του χιονιού μπορούσε να φαντάξει στα μάτια μου στη στιγμή ένα μικρό παιδί που έχει ακόμη την ανάγκη να νιώσει ξανά την αγκαλιά, την τρυφερότητα, το χάδι και τη στοργή εκείνης, της μίας και μοναδικής γυναίκας που του έδωσε τη ζωή και στη συνέχεια του αφιερώθηκε με σώμα και ψυχή.Του χάρισε μόνο αγάπη και δεν ζητούσε τίποτε περισσότερο απ΄ το να είναι αυτός καλά. Τον ανάθρεψε με εκείνη την αγάπη που ξέρει μονάχα να δίνει και ποτέ δεν ζητά ανταλλάγματα.
Εκείνος σαν μεγάλωσε, έγινε τόσο θαυμαστός στους άλλους.
Έγραφε βιβλία. Ο κόσμος τα αγόραζε για να τα διαβάσει. Να πάρει γνώσεις από τις γνώσεις του, σοφία από τη σοφία του. Να ταξιδέψει με τα δικά του φτερά.
Μπορούσε να μιλά μπρος σε πλήθος καλλιεργημένων ανθρώπων και αυτοί να τον ακούν με προσήλωση και να του δίνουν συγχαρητήρια.
Κι όμως αυτός…
Ακόμη μέσα του ένα μικρό παιδί. Η φωνή του τρεμόπαιζε και τα λόγια του δάκρυζαν από αγάπη για εκείνη, την πεθαμένη από χρόνια μητέρα, που είχε χάσει τη ζωή, όμως δεν είχε χαθεί από τη δική του καρδιά.
Μα και για εμένα, μία απλή ακροάτρια στην αίθουσα, εκείνη ήταν ακόμη εκεί. Θάρρησα πως την είδα να στέκει να θαυμάζει το παιδί της. Χαμογελούσε υπερήφανα με μία ανείπωτη ευτυχία στη γαλήνια ματιά της, για τον λατρεμένο της που δεν την άφησε να χαθεί από μέσα του. Αυτό μ’ έκανε να νιώσω πως είναι ο Γαβριλης Ιστικοπουλος. Ένας άνθρωπος καμωμένος από εκείνη την εξαιρετική στόφα που δεν χάνει ποτέ την ανθρωπιά, την καλοσύνη και την ευαισθησία…

Κυριακή 4.12.2016

Έλενα Χατζηγιάννη

Σήμερα στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών
γιορτάστηκαν σε μία καταπληκτική εκδήλωση τα 50 χρόνια της ποιητικής δημιουργίας του αγαπημένου πολλών
Γαβριλης Ιστικοπουλος
Η δική μου εικόνα γι’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο ήδη από την προηγούμενη Κυριακή…

Ομιλητές στη σημερινή εκδήλωση
η υπέροχη καθηγήτρια Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου,
ο πρόεδρος της Ε.Ε.Λ. Κώστας Καρούσος,
ο Γιώργης Παπανικολάου (Giorgis Papanikolaou),
η γλυκύτατη από κοντά Δεσποινα Μπλαστροπουλου,
η Μαρία Θεοδοσάκη.
Στην παρουσίαση συντονιστής, ομιλητής, έξοχος τραγουδιστής -ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ- ο ίδιος ο Γαβριλης Ιστικοπουλος.
Στο πιάνο ο Παναγιώτης Φραγκούλης.
Τραγούδησε ο Σταύρος Νιφοράτος.

Προσωπική ὑπόθεση

15589965_1873227789574214_3006546665369826594_n

Μά πῶς εἶσαι τόσο ὥριμη,
τόσο συνειδητά κατασταλαγμένη,
μέ ρωτοῦν γνωστοί καί φίλοι ἀγαπημένοι.

Μ’ ἀγάπη τούς χαμογελῶ
μά ἀπόκριση φανερά δέν δίνω.

Ἔμεινα ἀμέτρητες ὧρες
μόνη μέ τόν ἑαυτό μου
– σκέφτομαι –
χαρᾶς καί λύπης στιγμές ἀνασκόπησης
πού μόνον ἐγώ γνωρίζω…

© Φυλλ. Αθηναϊς Αναπνιώτου
Από το βιβλίο μου
«ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΗΛΙΟΣ»

Η κατάθλιψη των Χριστουγέννων Γράφει ο Κώστας Παπαδόπουλος

15542253_1872274293002897_2173541189321141953_n

– Η ΓΝΩΣΤΗ σε όλους μας κατάθλιψη, η ψυχική αυτή διαταραχή που μας κάνει να υποφέρουμε, έχει πάρει διαστάσεις «πανδημίας», λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και της συσσώρευσης πολλών κι ασήκωτων προβλημάτων που αυτή επέφερε, τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο. Είναι η πιο συνηθισμένη ψυχική διαταραχή, επηρεάζει αρνητικά τη διάθεσή μας και δε μας αφήνει να χαρούμε τη ζωή, όπως θα θέλαμε εμείς και θα ήταν και το φυσιολογικό. Ξεκινάει απ’ την απλή δυσθυμία και φτάνει μέχρι τη βαριά της μορφή, αυτή της μείζονος κατάθλιψης ή και της κατατονίας ακόμη και το λόγο έχουν πλέον οι ψυχίατροι και ψυχοθεραπευτές…
– ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ γενικότερων, εκείνο που ίσως δε γνωρίζουμε πολλοί, είναι πως υπάρχουν και κάποιες μορφές κατάθλιψης που επηρεάζουν μερικές ομάδες ατόμων, όπως είναι τα παιδιά και οι έφηβοι. Έχουμε την εντύπωση, πολλοί από εμάς, πως τα παιδιά και οι έφηβοι δεν περνούν περιόδους κατάθλιψης – απλής ή μείζονος – μιας και τα άτομα αυτής της ηλικίας ξεπερνούν πιο εύκολα τέτοιες καταστάσεις, εκτός κι αν παγιωθούν και γίνουν σοβαρές, επειδή τα παιδιά και οι έφηβοι αλλάζουν παραστάσεις ζωής συνεχώς και βοηθιούνται μέσα απ’ τις δράσεις τους. Υπάρχει επίσης και η κατάθλιψη που εμφανίζεται σε πολλούς – κυρίως γυναίκες – ευκαιριακά και κατά την περίοδο γιορτών, όπως είναι και η κατάθλιψη των Χριστουγέννων που έβαλα ως τίτλο, η οποία εμφανίζεται με τη μορφή μιας δυσθυμίας (ήπιας κατάθλιψης) βδομάδες πριν τις γιορτές και συνεχώς αυξάνεται…
– ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ των γιορτών, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, άλλοι χαίρονται και περιμένουν πώς και πώς να έρθουν, κάποιοι άλλοι όμως δε νιώθουν τα ίδια συναισθήματα και κυριεύονται από μία αόριστη θλίψη (δυσθυμία), ένα αόριστο άγχος, φτάνοντας ακόμα και στην κατάθλιψη, όχι όμως στη μείζονα μορφή της. Έχει την εξήγησή του φυσικά αυτό και δε συμβαίνει μόνο κατά τις περιόδους των γιορτών, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις της ζωής, όταν αναγκαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας και ν αλλάξουμε τρόπους ζωής, τόσο σε δυσάρεστα όσο και σε ευχάριστα γεγονότα! Έχει να κάνει αυτό με την ανασφάλεια που έχουμε, όσοι την έχουμε φυσικά, γι’ αυτό και δεν πάσχουμε όλοι μας με τέτοιων ειδών κατάθλιψη. Εκείνοι που είναι ανασφαλείς και δεν έχουν ισχυρή αυτοπεποίθηση, αισθάνονται μία «τρομοκρατία» (ας τ’ ονομάσω έτσι), η οποία επιφέρει και το άγχος και το στρες και την κατάθλιψη, ακόμα και σ’ ευχάριστα γεγονότα της ζωής, όπως ένας γάμος, ένα επικείμενο ταξίδι, ακόμα και οι καλοκαιρινές διακοπές! Μην ξεχνάμε – με την ευκαιρία – πως υπάρχουν άτομα που υποφέρουν απ’ την χειμερινή ή την καλοκαιρινή κατάθλιψη! Αυτή που ονομάζουμε εποχική κατάθλιψη γενικότερα…
– ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ στη διάθεση, από μία απλή δυσθυμία μέχρι την κατάθλιψη και πανικό μερικές φορές, έστω και σε ήπια μορφή, προέρχονται – όπως και παραπάνω έγραψα – από έναν αόριστο και υποσυνείδητο φόβο για κάτι το άγνωστο, κάτι που είναι πέρα απ’ τη συνηθισμένη καθημερινότητα, το καθημερινό μας βόλεμα δηλαδή. Είναι κι αυτό, ένα απ’ τα πολλά «κουσούρια» μας (ψυχικές διαταραχές) που κουβαλάμε απ’ την περίοδο των παιδικών μας χρόνων ακόμα, τότε που «κτίζεται» η προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου και την ευθύνη την έχουν αποκλειστικά οι γονείς! Έτσι συμβαίνει και με την ανασφάλεια που έχουμε – ως «προίκα» των γονιών μας – όταν ενηλικιωθούμε και θα την κουβαλάμε για ολόκληρη τη ζωή μας! Εξάλλου, όλες οι ψυχικές διαταραχές των ενηλίκων κι όλες οι ιδιαιτερότητες απ’ το φυσιολογικό, πάντα έχουν τις ρίζες τους στα παιδικά χρόνια – κυρίως τα πρώτα κι ακόμα περισσότερο τον πρώτο χρόνο ζωής – κάτι που μας κάνει να υποφέρουμε, με φυσικούς αυτουργούς τους γονείς φυσικά! Οι οποίοι δεν ξέρουν ή και δε φροντίζουν να μάθουν, για το πώς πρέπει να μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά τους. Έχουν τη γνώμη πως, εκείνα τα «μικρούλια», δεν καταλαβαίνουν τίποτε, απ’ ό,τι γίνεται γύρω τους…
– ΤΕΛΟΣ, ας μην αφήνουμε – μιας και ξέρουμε γι’ αυτήν – την κατάθλιψη των Χριστουγέννων, για την οποία γράφτηκε και τούτο, να μας κυριεύει. Ας το παίρνουμε ως κάτι το πρόσκαιρο και με ημερομηνία λήξης! ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, όλα θα επανέλθουν στο φυσιολογικό…

Oι «εαυτούληδες»… Γράφει ο Κώστας Παπαδόπουλος

13962668_1807892122774448_6764733347589422162_n

– ΥΠΑΡΧΟΥΝ δύο κατηγορίες ανθρώπων: Εκείνοι που διακατέχονται απ’ το λεγόμενο «πανανθρώπινο ενδιαφέρον», που δρουν συλλογικά ή κι από μόνοι τους ενδιαφέρονται για τους διπλανούς τους, βοηθούν, είναι αλληλέγγυοι, νοιάζονται για ολόκληρη την κοινωνία κι ενδιαφέρονται για τα κοινά δρώμενα. Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκουν εκείνοι που νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους, άντε και της οικογένειάς τους το πολύ και λίγο ως καθόλου για το κοινωνικό σύνολο. Είναι οι λεγόμενοι «εαυτούληδες».Το θεωρούν ως απόλυτα φυσιολογικό αυτό, δεν έχουν συναίσθηση πως είναι λάθος το να μη νοιάζονται για το διπλανό τους, τη στιγμή που και οι ίδιοι χρειαστούν ίσως τη βοήθεια άλλων σε μία δύσκολη στιγμή…
– ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ (ανδρόγυνα) υπάρχουν περιπτώσεις να είναι «εαυτούληδες» και οι δύο, οπότε «δένει το γλυκό» που λέμε, με την έννοια πως θα υπάρχει συμφωνία ανάμεσά τους! Κλείνονται τότε και οι δύο στον ίδιο κύκλο αδιαφορίας για το τι συμβαίνει πέραν αυτών και της οικογένειάς τους αν έχουν! Πρόβλημα θα υπάρξει, όμως, όταν ο ένας ανήκει στη μία κατηγορία κι ο άλλος στην άλλη, καθώς η ζωή τους θα είναι γεμάτη διαφωνίες κι εντάσεις, κάτι που μπορεί να τους φτάσει μέχρι και το διαζύγιο ακόμα…
– ΕΙΝΑΙ πάρα πολλοί τέτοιοι («εαυτούληδες») γύρω μας και δίπλα μας στην κοινωνία όπου ζούμε, απλά δεν τους γνωρίζουμε. Στα χωριά – και παλιότερα και τώρα – φανερώνονται, θέλουν δε θέλουν, απ’ τη συμπεριφορά τους! «Τσιγκούνηδες» τους λέγαμε, θυμάμαι εγώ, «τσιφούτηδες» τους έλεγε ο Καζαντζάκης στα έργα του! Αν κάποιος μπορούσε να παρακολουθήσει – έστω κι από περιέργεια – τη δραστηριότητα τέτοιων ατόμων, θλίψη θα εισπράξει και μόνο, γιατί θα διαπιστώσει πως δε ζουν ούτε χαίρονται τη ζωή! Μακριά από φίλους και παρέες, μακριά από συναναστροφές κι εξόδους, μακριά απ’ την ευχαρίστηση της ανταλλαγής και στήριξης… Το μόνο που απολαμβάνουν, είναι μία συσσώρευση υλικών αγαθών και πλούτου, κάτι που το επιδιώκουν! Τους γεμίζει χαρά αυτό, νιώθουν ασφάλεια! Γιατί δημιουργείται έτσι η ψευδαίσθηση μιας παντοδυναμίας! Αν το εξηγήσουμε και λιγάκι ψυχολογικά, τα άτομα αυτά διακατέχονται – πάντα υποσυνείδητα και με ρίζα παιδικά τους βιώματα – από έναν αόριστο φόβο μην πάθουν κάτι και δεν τους συμπαρασταθεί κανείς (αφού και οι ίδιοι δε συμπαραστέκονται), ακόμα δε κι από έναν φόβο θανάτου, τον οποίον προσπαθούν κι ελπίζουν -πάλι υποσυνείδητα – να υπερνικήσουν μέσω του χρήματος! Έχουν την ψευδαίσθηση πως κι αυτόν τον θάνατο μπορούν να τον εξαγοράσουν! Για να γελάσουμε και λίγο, θα το πω κι αλλιώς: Έχουν χρήματα να «λαδώσουν» να δώσουν «μίζα» και στο Χάρο ακόμα, όταν έρθει να τους πάρει…
– ΕΙΝΑΙ – πέρα απ’ το αστείο – μία σοβαρή κατάσταση αυτή των, τόσο ακραίων, «εαυτούληδων» και για τους ίδιους αλλά και για την κοινωνία… Τυχεροί, λοιπόν, όσοι διακατέχονται απ’ το «πανανθρώπινο ενδιαφέρον», γιατί η ζωή τους θα έχει ουσία και ποιότητα, έστω και με λίγα χρήματα…
– ΚΑΙ ΤΩΡΑ μπαίνει το ερώτημα: Σήμερα, μετά από έξι (6) χρόνια λιτότητας, φτώχειας κι εξαθλίωσης – με ευθύνη άλλων που γνωρίζουμε ποιοι είναι – μήπως οι «εαυτούληδες» αυξήθηκαν πάρα πολύ κι αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας μας και οι άλλοι, με το «πανανθρώπινο ενδιαφέρον» αποτελούν μία μικρή μειονότητα; Εγώ, αυτό πιστεύω! Δεν εξηγείται αλλιώς η αδράνεια, η αδιαφορία, η ατομικότητα που μάς χαρακτηρίζει. Δεν εξηγείται αλλιώς η απάθεια και η μη αγωνιστικότητα, απέναντι σ’ αυτή την οικτρή πραγματικότητα που ζούμε, ουσιαστικά τη νέα «δουλεία» στην οποία ήδη βρισκόμαστε και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε…

ΜΙΝΩΣ ΣΩΜΑΡΑΚΗΣ Τα φυσικά φαινόμενα και τα στοιχεία στην Κρητική μαντινάδα

13895502_1809711389259188_1468583557639639090_n

Κάποτε, σε τούτο το νησί, ο κόσμος ο απλός, ο άνθρωπος του χωριού που πάσχιζε να κερδίσει τη ζωή του, είτε ιδροκοπώντας στο χωράφι, είτε ζωντανεύοντας το μύθο του Σίσυφου στο βουνό, είτε λάμνοντας στου Οδυσσέα την περιπέτεια, ζούσε κοντά στη φύση.
Ο ήλιος, με την ευεργετική ή την αφόρητη θέρμη του, η βροχή, η ζωογόνος και γονιμοποιός και καταστρεπτική κάποτε της εσοδείας, το φεγγάρι, ο αέναος συνοδός της νυχτερινής πορείας, ο άνεμος, ο άλλοτε θωπευτικός και άλλοτε άγριος και απειλητικός, τα αστέρια για να αστρονομούν οι βουκόλοι τον καιρό και οι ναυτικοί τις πορείες, όλα τούτα, ήταν συντρόφοι, αδερφάκια του παλιού ανθρώπου.
Μα και φαινόμενα εχθρικά, σαν τον κεραυνό που ακολουθούσε τα αστραπόβροντα, του ήταν οικεία, τα’ βλεπε, τα ζούσε, τον έβρισκαν στο ύπαιθρο και γύρευε καταφύγιο στα σπηλιάρια, περιμένοντας το ουράνιο τόξο για να ξαναβγεί στη νοτισμένη γη.
Κι όλα τούτα που βίωνε, τα’ κανε τραγούδι, να υμνήσει τον έρωτά του, τον καημό του, την ομορφιά της ζωής, την απελπισία του ανικανοποίητου.
Ακόμα και εκείνος που βρέθηκε στο Μεγάλο Κάστρο, σ’ έναν από τους φοβερούς σεισμούς, τους τόσους που, κατά καιρούς, έπληξαν την πόλη, κατάφερε το αίσθημα του ανείπωτου τρόμου, να το κάμει μαντινάδα και να πει:

Σαν όντε κάνει το σεισμό και σειούνται οι Τρεις Καμάρες,
ετσά σ’ αγάπησα κι εγώ με φόβους, με τρομάρες.

Γιατί βέβαια, το αίσθημα του κενού, του αδειανού, του βίαιου τραντάγματος, της απελπισίας και της ανατροπής, το έχουν και ο έρωτας και ο σεισμός. Κι αν κάποιος μιλήσει για υπερβολή, θα έχει άδικο. Γιατί ο έρωτας και ό,τι τον εκφράζει και τον υμνεί, δεν απευθύνεται στο πραγματικό, απευθύνεται στο ιδεατό. Ο πραγματικά ερωτευμένος, είναι ερωτευμένος με τον έρωτα. Ένας Δον Κιχότε, ένας ιδαλγός που επιμένει να κυνηγά χίμαιρες.
Ο κυνηγημένος από την ξαφνική κακοκαιρία, αδιαφορεί, σαν τον θερμαίνει του έρωτα η φλόγα. Τη σωματική κακουχία, υπερβαίνει της ψυχής η ανάταση, η συνύπαρξη, η συνεύρεση με την πολυαγαπά. Εκείνο το προαιώνιο σφίξιμο του χεριού, το δέσιμο των δακτύλων:

Βρέχει κι αστράφτει και βροντά, στο χιονιστή γυρίζει,
μα σαν κρατώ τη χέρα σου, η γης λουλούδια ανθίζει.

Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Ο ζόφος της κακοκαιρίας, η βροχή και το αστραπόβροντο και το ψύχος. Μα ετούτο, είναι μόνο η μία όψη της πραγματικότητας, αυτό που βλέπουν οι άλλοι. Εκείνος, κρατάει το χέρι της. Είναι ό,τι τον ενώνει με το γήινο και το ουράνιο. Στη γη, είναι ανθοί, που ξεκινούν από τα μάτια της, τα μαλλιά της, το κορμί της και βλαστοσέρνουν στην καρδιά του και τον πονούν. Στον ουρανό, τα Χερουβείμ, ψάλλουν, όχι πια για το Θεό, μα γι’ αυτούς τους ταπεινούς, που χέρι – χέρι τραβούν για το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία να στεγάσουν τον έρωτα. Ποιος νοιάζεται πια το χιονιά;
Κι όταν, η πορεία έχει σκοπό το σμίξιμο, τη συνέντευξη των ερωτευμένων, ποια στοιχεία της φύσης μπορούν να μπουν εμπόδιο;

Πόσες φορές μεσάνυχτα κι εγώ ενυχτοπερπάτου,
κι εφέγγασί μου οι αστραπές χάμαι στη γης κι επάτου.

Οι πορείες, είχαν κάποτε μιαν άλλη μαγεία και μιαν άλλη βέβαια δυσκολία, γιατί επρόκειτο, κυρίως για πεζοπορίες, ή, στην καλλίτερη περίπτωση, για καβαλαρίες. Τη μαγεία δημιουργούσε το γεγονός, ότι δίνονταν η ευχέρεια και η δυνατότητα του διαλόγου ή του κατά μόνας συλλογισμού, του δομικού στοιχείου του ονείρου. Σήμερα, στην εποχή των αυξημένων ταχυτήτων, μας μένει καιρός, να ονειρευτούμε, να πορευτούμε με προορισμό, ή έστω χωρίς προορισμό; Να αντικρύσουμε μια νυχτιά πανσελήνου τον ουρανό και να πούμε, ή έστω να σκεφτούμε:

Εδέ φεγγάρι για στραθειά να’ χει κανείς να πάει
και να’ χει αγάπη στα μακρά, να πάει να δει ίντα κάνει.

Αμφιβάλλω.
Κάποτε, τα στοιχεία της φύσης, τα έκανε ο άνθρωπος συμμάχους και φίλους. Αδέρφια, τα αγαπούσε. Κι έλεγε:

Βρέχει, χιονίζει, σκοτεινά, το ζάλο σου γνωρίζω
Και σκύφτω να το καλοδώ και δάκρυ και το γεμίζω.

Και εκείνη, το διέκρινε το δάκρυ από τη βροχή. Γιατί, ήταν καυτό και αρμυρό, και τραγουδημένο, γεμάτο από την προσμονή και την ανυπομονησία του πρώιμου έρωτα, και τάχυνε το βήμα να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα κοντά του, να χαθούν ο ένας εντός του άλλου.
Η απουσία του φωτός δεν είναι πάντα σύμμαχος στον έρωτα. Το ευνόητο, δεν είναι πάντα και αυτονόητο στον έρωτα, η μαντινάδα ποτέ δεν λαθεύει, πολύ περισσότερο, δεν ψεύδεται:

Εσκοτεινιάσαν τα στενά και δε μπορώ’ α σαλέψω,
φως μου το γιαγκιλίκι σου και πώς θα το παλέψω.

Και μια και ο λόγος για το γιαγκίνι και το καμίνι του έρωτα, ας έρθομε σε τούτο το στοιχείο της φύσης, το συνάμα ευεργετικό ή αυτόχρημα καταστρεπτικό, αναλόγως του πώς ο άνθρωπος το χρησιμοποιεί. Τη φωτιά. Στην αναλαμπή του τζακιού, στην αυλή του πατρογονικού σπιτιού με τους βασιλικούς και τα γαρύφαλλα, στο φως του λαδολύχναρου, βραδιές καλοκαιρινές, η μάμμη συνήθιζε να ψιθυρίζει:

Ευλογημένη η φωτιά, χειμώνα, καλοκαίρι.

Όταν ο Προμηθέας, έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους, η σκέψη του βρισκόταν στο αγαθό. Ο τιτάνας δεν προέβλεψε τον άνθρωπο θηρίο. Που θα χρησιμοποιούσε τη φωτιά για να κάμει στάχτη το συνάνθρωπο και ό,τι πιο ωραίο γύρω του. Ίσως ακόμα, δε λογάριασε κάτι ακόμη. Πως κάποτε, ένα ζευγάρι ερωτευμένων, Αθηναίοι που Βιτζέντζος Κορνάρος ο Κρης εποίει, Ερωτόκριτος και Αρετούσα με τ’ όνομα, όταν ο ένας θα φοβηθεί για την απόλυτη αφοσίωση της άλλης, θα πάρει την απάντηση:

Και πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ, κι α θέλω δε μ’ αφήνει
τούτη η καρδιά, που εσύ έβαλες τσ’ αγάπης το καμίνι.

Ιδού λοιπόν η παρουσία της φωτιάς, στον έρωτα

Και τις μπορεί τα κάρβουνα ως άψου να τα σβήσει,
παρά να πάρει κρύο νερό, απάνω ν τως να χύσει.

Και η μαντινάδα, τον καημό και τη θέρμη του έρωτα ανακουφίζει περιγράφοντάς τον.

Άφτω και σβύνω και κεντώ, φοβούμαι και τρομάσσω,
αποκοττώ κι αγγίζω σου, φεύγω και πάλι αράσσω.

Ο έρωτας λοιπόν φλογίζει, και η ανακούφιση είναι μόνο προσωρινή. Το δίστιχο επαναφέρει το συναίσθημα του φόβου που εξελίσσεται σε τρόμο, με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως. Ο δεύτερος στίχος σαφώς αναφέρεται στο στοιχείο του ανεκπλήρωτου πόθου που μένει μετέωρος. Λειτουργεί η αφαίρεση, η άφεση ανάμεσα στο πράττειν και μη πράττειν.
Τον έρωτα, τον χαρακτηρίζει η ανυπομονησία. Ο χρόνος διαστέλλεται περίεργα και ατελείωτα, όταν το άτομο περιπέσει στην κατάσταση της ερωτικής μέθης.

Ότι να σ’ ανιστορηθώ και δε σε δω ντελόγο,
μαραίνομαι, ξεραίνομαι σαν το κομμένο ρόδο.

Όσο κι αν φαίνεται τούτο υπερβολικό, μια και το κομμένο ρόδο συμβολίζει το θάνατο, ο έρωτας είναι, αν είναι γνήσιος, συναίσθημα ακραίο, και με ακραίες, τουτέστιν υπερβολικές εκφράσεις περιγράφεται. Στην άφατη απελπισία της η Αρετούσα, μαθαίνοντας ότι ο Ερωτόκριτος δεν ζει πια, στο περίφημο μέρος της διήγησης του μεταμφιεσμένου Ερωτόκριτου στο κελί της, θα πει:

Μοίρα, δε σε φοβούμαι μπλιο κι ό,τι κι α θέλεις κάμε
κι ανε γυρεύεις να με βρεις κάτεχε πως επά με.

Είναι μια επίκληση, ουσιαστικά, στο θάνατο, καθώς, η απουσία του Ερωτόκριτου από τη ζωή, της στερεί την ελπίδα του νόστου και τη διάθεση για περαιτέρω ύπαρξη. Η απόγνωση του ανικανοποίητου οδηγεί τον ερωτευμένο να τραγουδήσει:

Αφήστε με να καίγομαι ώσπου να γίνω στάχτη,
και μες τη στάχτη δα βρεθούν του έρωτα τα πάθη.

Γιατί, βέβαια, ο συμβολικός ή ο φυσικός θάνατος, θα φανερώσει τα κρυφά. Το γεγονός θα δημιουργήσει το μύθο, που θα γίνει ιστορία ή τραγούδι και θα επιζήσει ο έρωτας. Αυτό είναι εξάλλου το ζητούμενο.
Κι έτσι, η φωτιά, στους αιώνες, κατακαίει την καρδιά του ανθρώπου και την κάνει φως.
Οι μαντινάδες, όπου στην ποιητική διάθεση του ερωτευμένου, η οργιάζουσα φύση, με όλες της τις ομορφιές ξεδιπλωμένες, υποκλίνονται, είναι αυτές που εκθειάζουν τα μάτια.

Λέει μου ο ήλιος, θώρειε με πως λάμπω και πως καίω.
Πιο λίγο από τα μάτια τζη, γυρίζω και του λέω.

Και αν, ο μέγας ήλιος, υφίσταται μια τέτοια ταπείνωση στο βωμό του έρωτα, πώς να μην είναι εφικτό το ανέφικτο;

Μέτρησε τ’ άστρα τ’ ουρανού κι α λείπει ένα ζευγάρι
ρώτησε μένα να σου πω πια κλέφτρα τα’ χει πάρει.

Η ευρηματικότητα της πιο πάνω μαντινάδας, ο υπαινιγμός μιας αθώας κλοπής που φτιάχνει ένα δίστιχο που περιγράφει το αδύνατο, είναι εξαιρετικά τρυφερή σε σύγκριση με το δίστιχο που ακολουθεί και όπου η ικανοποίηση του έρωτα επιζητείται έστω και αν η αμοιβή είναι ο θάνατος.

Τα μάτια σου’ ναι θάλασσα, τα φρύδια σου’ ναι κύμα,
χαρά στο νιον απού δα βρει μέσα σ’ αυτά το μνήμα.

Κι αν η απέραντη θάλασσα δε φτάνει να χωρέσει τα πάθη του έρωτα, κι αν ο ήλιος αιώνια σαρκάζει την αποκοτιά των ανθρώπων, κι αν το φεγγάρι κρατάει μυστικά χιλιετιών, κι αν τ’ αστέρια θαμπώθηκαν πια απ’ τις επιγραφές του νέον και τους προβολείς των γηπέδων, κι αν η αγάπη σε λίγο θα γίνει χρήμα, ο έρωτας ζει, και θα ζει όσο ζουν τα τραγούδια.

ΜΙΝΩΣ ΣΩΜΑΡΑΚΗΣ

Ἡ ἐπιβίωση

15220098_10210696057658557_1463523278572341071_n

Τί κι ἄν οἱ φάροι εἶναι σβηστοί;
Τί κι ἄν τό πνεῦμα μοναχό
στήν τύχη ταξιδεύει;
Τί κι ἄν τά σύννεφα ἐπιμένουν
νά κρύβουν τόν ἥλιο;
θά τόν ἀντικρύσει ἐκεῖνος
πού μπορεῖ νά σηκωθεῖ
πάνω ἀπό αὐτά,
σάν μιλᾶ θαρρετά γιά τήν ἀλήθεια
τῆς πνευματικῆς γαλήνης τήν πυξίδα,
ἀκούγοντας τήν ἐσώτερη φωνή,
πού στήνει μέ τίς ἰδέες του γιοφύρια
κι ἀναζητώντας τό φῶς πάντα νά ζεῖ.

© Φυλλ. Αθηναϊς Αναπνιώτου
Από το βιβλίο μου
«ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΣ ΗΛΙΟΣ»

Ο πίνακας με τίτλο «Κατά μήκος της ακτής», λάδι σε καμβά
του ζωγράφου Μιχάλη Οικονόμου (1888 – 1933)