Αρχείο | Δεκέμβριος 13, 2016

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΙΩΤΑΚΗΣ – Αψέντι

15380504_1867699550127038_547158418742415595_n

Τον Ιούνιο του 2008 κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΡΙΔΑΝΟΣ, η ποιητική συλλογή του Αντώνη Σαμιωτάκη «Αψέντι». Το Αψέντι είναι το θρυλικό ποτό, που αγγίζει τα όρια του μύθου, με μια αύρα μυστηρίου να πλανάται γύρω από την χρήση και τους χρήστες της διανόησης.

Ίσως με τον συγκεκριμένο τίτλο ο ποιητής θέλησε να διασφαλίσει την μυστηριακή όσο και πολύτιμη αύρα του λυρισμού στα ποιήματά του. Γιατί, είναι ο αφοσιωμένος εργάτης του λόγου, που ζει κι αναπνέει στα λατομεία των λέξεων. Ασκείται στην προσωπική έκφραση, διαμορφώνοντας το αισθητικό του τοπίο στη γεωγραφία της ποίησης.

Αυθεντικός όσο και ανθεκτικός, θα τολμούσα να πω, πως η γραφή του έρχεται να συνεχίσει την γόνιμη παράδοση της γενιάς του ‘30. Αναδύει το άρωμα της συνοδοιπορίας, αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα στις νέες εκφραστικές προκλήσεις. Μια κληρονομιά κουβαλάει, την οποία μετασχηματίζει σε μπολιάσματα που δίνουν νέους καρπούς, κρύβοντας επιμελώς την συναισθηματική του αμηχανία. Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής είναι ο δημιουργός, που όλα τελικά τα φέρνει στο φως, εκεί που οι συλλαβές στάζουν φωτεινά νοήματα και λάμψεις στα αποσιωπητικά, για να λαμπυρίζουν εκείνα που υπονοούνται. Εν τούτοις, πάντα αυθόρμητη ελλοχεύει η αγωνία στα πέλαγα της ψυχής, αγγίζοντας όρια στις διαιρέσεις των σπαραγμάτων.

Τα υλικά δομούνται με γνώμονα την άρτια οικοδόμηση των ποιημάτων, ώστε να διατηρηθεί ένα συμπαγές αρχιτεκτόνημα ακλόνητης βεβαιότητας. Για να μπορέσουν να συγκατοικήσουν αδιάσπαστα οι μνήμες του προσωπικού αλφαβήτου μιας ματαιότητας, που επί ματαίω ματαιοπονεί. Για να μην καταργηθεί ο ιστορικός χρόνος στις συζεύξεις των αναμνήσεων. Πάει κόντρα στη φλυαρία, αποδίδοντας μεστά και αφαιρετικά τον κατασκευαστικό τρόπο που στοιβάζονται συναισθήματα, αντλώντας από το βάθος του χρόνου και της γνώσης τα περιεχόμενα της γεωμετρίας του λόγου.

Αναγνωρίζεται η εμπειρία στην καταγραφή εξομολογήσεων από συντριβές, που εξάσκησαν την νοητική επεξεργασία μιας διαλεκτικής φαινομενικότητας, που γίνεται βεβαιότητα στην απριορική ποίηση. Ο Αντώνης Σαμιωτάκης προσεγγίζει τα θέματά του, ανιχνεύοντας προεκτάσεις με αναστοχαστική διάθεση και αισθητηριακή εποπτεία. Αισθητικοποιεί ανακαινισμούς στα νοήματα, ερεθίζοντας αισθήσεις, για να διεγείρει την δεκτική ικανότητα των αναγνωστών στις εκτάσεις των συναισθημάτων.

Τίποτα δεν μένει
Σαν πέλαγο θολό μοιάζει η ψυχή του.
Σαν κρύσταλλο σπασμένο, από χοντρό κρουστό χαλάζι.
Συντρίμμι. Μ’ ένα ψιθύρισμα να πνέει, την τύψη.
Πόσο αδιάφορα είδε τον άνεμο!
Πόσο την πλημμυρίδα!
Καλυμμένος τώρα με τετελεσμένα,
Τίποτα δεν μένει να ρωτά.
Στάζουν τ’ αποσιωπητικά του…

Όταν οι τοίχοι στενεύουν από λύπες μοναξιάς, η σιωπή τους γκρεμίζει, χαράζοντας στίχους. Κλειδωμένοι λυγμοί αναζητούν αντικλείδι στα αναφιλητά της νύχτας. Κι ας μυρίζει ο δρόμος μοναξιά στους ρύπους της μονοτονίας. Αξεδίψαστη περιπλανάται η ψυχή στη σκοτεινιά της μελαγχολίας. Ετερογενής αποδοχή σε συναισθηματικά υδάτινα τοπία. Κι όσο απομακρύνεται τόσο πλησιάζει τον μόνιμο κυματοθραύστη της καρδιάς, που δέχεται στωικά τα αμίλητα κύματα.
Το αβέβαιο, ακίνητο βεβαιώνει καταφάσεις, στη μυθοποιημένη αντανάκλαση των ποιημάτων, που δεν χωρά σε λέξεις. Μένει το αίνιγμα σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά που αναζητά να επιλυθεί στις εσωτερικές διαδρομές των υπαινικτικών μυσταγωγικών αποτυπώσεων των τοίχων, που απελπιστικά έχουν στενέψει.

Οι τοίχοι έχουν στενέψει

Θα σωπάσει λοιπόν.
Δεν χωράει σε λέξεις.
Η ώρα έχει περάσει άλλωστε.
Ο δρόμος μυρίζει μοναξιά.
Και που να πάει κανείς;
Ράκη και απορρίμματα.
Θα σωπάσει.
Με τη δίψα αξεδίψαστη.
Με την καρδιά
Να φυλάει στη σκοτεινιά.

Ο ποιητής πενθεί την ορφάνια του. Πόνος και θλίψη γύρω του. Απατηλά χαμόγελα, βασανιστικά, επιθυμούν ν’ ανθίσουν το δέντρο του. Πάει καιρός που πενθοφορεί με καρφωμένα φύλλα. Στης ερημιάς τα εξόριστα κάδρα δεν μετριέται ο χρόνος της ανθοφορίας. Μόνον καρφιά αιμορραγούν στον σιωπηλό κόσμο του.
Ο εφιάλτης της απουσίας ξαναζωντανεύει στον πολλαπλασιασμό του αδιεξόδου. Έπαψαν να πετούν πουλιά σε επικίνδυνες χαρτογραφημένες πτήσεις. Κάποτε τούτο το δέντρο φιλοξενούσε φωλιές. Τώρα, όσο κοιτάζει το αφόρετο φόρεμα της απελπισίας, τόσο δεν αντέχει την αιμορραγούσα κυοφορία σε μια ρακένδυτη και απλησίαστη άνοιξη.

Πένθιμο

Ξερό δέντρο.
Γύρω μου μια συννεφιά.
Πήρανε φύλλα
και καρφώνουν στα κλαδιά μου.
Να ‘ρθουν πουλιά.
Μα δεν γελιούνται
τα πουλιά,
ούτε που ανθίζουν
τα καρφιά μου.

Θα γραφτούν τα ποιήματα με χρώμα οδύνης, αναζητώντας την λυτρωτική έξοδο, στην επώδυνη υπέρβαση των ορίων. Μια δραματική πορεία μέσα σε κύκλους, που διαμόρφωσαν το συνειδησιακό γίγνεσθαι του ποιητή. Ελεγειακά αφηγείται το άθροισμα των επιρροών, που αφομοιώθηκαν σε ασίγαστα οδοιπορικά, διαμορφώνοντας την συγγραφική του ταυτότητα.
Ανακαλύπτει συγγένειες που ενώνουν αλλά κι αποστάσεις που διαχωρίζουν, καταθέτοντας την σπαρακτική του ενέργεια, στα περιθώρια των στίχων. Ένας μάρτυρας του λόγου που κατοικεί στην σκήτη απόκρημνων γλωσσικών ακροπόλεων. Με επίγνωση και στοχασμό αγναντεύει τις σπαταλημένες λέξεις, που καταγράφουν την υπαρξιακή αγωνία, στις αλληγορικές καταθέσεις του. Άλλωστε, τον απασχολεί έντονα η χειραφέτηση της ποιητικής, ιχνηλατώντας όλα τα ρεύματα στην μακριά πορεία του λόγου. Γιατί ο Αντώνης Σαμιωτάκης είναι ένας μαθητής, που ακόμα ασκείται στις πολλαπλές εκφάνσεις και στις νοηματικές μετουσιώσεις του. Επιχειρεί να ανοίξει ορίζοντες, διευρύνοντας δυνατότητες. Έτσι, καταφέρνει να συναντηθεί με το «κατανοείν», της γραμματειακής εποπτείας.

Σκήτη

Συγγενεύει υπόγεια
με τις αρμονίες των δέντρων
μ’ εκείνη την κυκλική
ελεγειακή τους αφήγηση.
Πράγματι αυτό το επιτυχημένο
άθροισμα επιρροών
διαποτίζει το είναι του,
έχοντας μοναδική
σπαραχτική κατάθεση,
την ευλογία των ματιών του.
Χρόνια σιωπής.
Πως μπορεί έστω την ύστατη στιγμή
να φτάσει την υπέρβαση των ορίων;
Να φτάσει στην επώδυνη
όσο και λυτρωτική έξοδο;

Όλα στη γραφή του Αντώνη Σαμιωτάκη, μαρτυρούν την ακράτητη επιθυμία του, να βαπτισθεί με το ύδωρ της γνώσης. Να ανακαλύψει το βάθος του ουρανού με ευπρέπεια, στις ωσμώσεις του λόγου. Είναι ο διανοητής που με ευλάβεια διαχειρίζεται τους εφιάλτες του και τους μετασχηματίζει σε διανοήματα ορθολογικής φιλοσοφίας, με απλό και κατανοητό τρόπο.

Η συνδυαστική ικανότητα της ιδέας και του ονείρου, μετατρέπει τις λέξεις σε ποίηση, για να αποκαλυφθεί το φυλακισμένο του όραμα, που πάνω του χτίζονται τα ιδεογράμματα ασίγαστων και κρυφών πόθων . Έτσι τα ποιητικά σώματα αποκαλύπτουν την άρρητη διαδρομή στην ιδεολογική σφαίρα της ύπαρξής του. Αν και τον ενδιαφέρει αυτό που είναι, έχω την αίσθηση, πως τον ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που αφήνει. Για τούτο και τα ποιήματα εμπεριέχουν κάτι από το αλύγιστο του ανέμου, χρησιμοποιώντας τα ως οχήματα σκέψης και στοχασμού.

Τουλάχιστον

Δεν θέλω να πάω παραπέρα.
Όχι.
Είναι αρκετά έως εδώ.
Οι πατούσες μου, σχισμή-ρωγμή.
Τα μάτια μου, κόκκινος πυρετός.
Σε ναρκοπέδιο ακροπάτησα
και είμαι.
Τέτοια ζωή;
Ας βγάλουν ρίζες πια
τα πόδια μου.
Δέντρο.
Να καρφωθώ.
Να ’χω τουλάχιστον να λέω,
πως δεν με λύγισε ο άνεμος.

Κι όταν η άχρονη ερωτική αξία, έρχεται να υποκαταστήσει το ιδεατό έλλειμμα της ύπαρξής του, ο ποιητής την εντάσσει και την αξιοποιεί με την ποιητική διαλεκτική, στο αιώνιο και αναλλοίωτο κοσμικό γίγνεσθαι . Απευθύνει πρόσκληση στη μεγάλη σιωπή να μιλήσει στους άφατους σχηματισμούς της παλίρροιας. Για να μετασχηματισθούν τα κύματα στη γαλήνη της άμπωτης. Για να δακρύσουν τα μάτια, δάκρυα χαράς και στην ερημιά του να φυτρώσει μια όαση, που θα δώσει ανάσες δροσιάς στην ανάλγητη απελπισία.

Οι σωματικές και ψυχικές ενατενίσεις, γίνονται αισθητικά τεκμήρια, με συμβολικά στοιχεία στην αρχή των στίχων και με όρους λυρικούς. Κι ας αναζητείται ακόμα η αρχή των συναισθημάτων στις διαδρομές των λέξεων, στους διανυκτερεύοντες καταυλισμούς των γραμμάτων. Κι όταν με μαχαίρια λύπης δαμαστούν οι πόνοι, θα προκύψουν άλλοι, σφοδρότεροι πόνοι, στην «έρημη έρημο της ψυχής» του. Τώρα πια, μόνον ανομοιοκατάληκτες μνήμες θα επανέρχονται στην γόνιμη χώρα των αναμνήσεων.

Ρέκβιεμ

Έρημος η ζωή μου.
Ήταν έρημος.
Ταξίδεψες κι ήρθες.
Δάκρυσαν τα μάτια μου.
Απ’ τη χαρά μου δάκρυσα.
Και φύτρωσε μια όαση.
Θεέ μου, στην ερημιά μου,
μέσα μου μια όαση!
Ήπιες νερό, δροσίστηκες,
έβρεξες τα μαλλιά σου,
τα φεγγαρένια μάτια σου.
Μ’ άφησες να σ’ αγγίξω.
Ονειρεύτηκα.
Πιο πέρα κι απ’ τα όνειρά μου.
Μα πόσο μια όαση
θα σε κρατούσε;
Έφυγες.
Ξεράθηκαν οι φοινικιές.
Στέρεψαν όλα.
Έρημη έρημος η ψυχή μου.

Η νύχτα θα βρει τον ποιητή να βουλιάζει στην πιο βαθιά θάλασσα. Να σκαλίζει αποτυπώματα λυγμών, με υγρές ανάσες σε υγρά τοπία. Η υδάτινη μάζα τον καταπίνει, τον αφανίζει, γίνεται ένα με το νερό, φθάνοντας ως τις ακτές των εκβολών. Κι όσο κι αν κουράστηκε στην διαδρομή, οι θύμησες σπουδάζουν απώλεια, σε ναούς απουσίας. Κι όταν γεράσουν οι πόνοι στου νερού τα μιλήματα, η αναμονή θα έχει πεθάνει. Μια τέτοια νύχτα σιωπηλά θα σβήσει, πίνοντας «πικρό αψέντι μόνο».

Νύχτα μου

Νύχτα μου,
πως βύθισες την καρδιά μου
στη βαθιά θάλασσα!
Αναπνέω σε τόσο λυγμό;
Αχ νύχτα μου,
σ’ ανασαίνω υγρή
και νιώθω ν’ αφανίζομαι,
να ρουφιέμαι σαν ποτάμι,
σαν νερό σ’ εκβολή!
Ώρα είναι να πεθάνω.
Νύχτα μου.
Πονάν τα κομμάτια μου.
Να πεθάνω πολύ.

Πηγή : Αισθητικές Αναλύσεις Ποιητών

Ποίημα και μτφρ Alexandra Zambà

15578887_1871612959735697_2463982507872050791_n

Είπες
“Μια διαδρομή του σώματος είσαι
με συναίνεση του πνεύματος, βέβαια»
«Υποκείμενο με κατηγορούμενο῞ εξακολούθησα
Εσύ τότε χαμογέλασες πονηρά
«δωρεά μεταμόσχευση οργάνων
με το δικό σου στέξιμο ῞
«Και τα διλήμματα του χτές πολύ κοντινά
πρόκειται για τα προαιώνια» σκεύτηκα
«χάραξαν δρόμους της φούχτας μου και
σειρά εικόνες στα μάτια μου λαμπίρισαν “
«Ήσουν μια δική μου έμπνευση», πρόσθεσες
«θυμάσαι;
Έφτασες και με βρήκες και λάξευα το μάρμαρο
απασχολημένος με τη απελευθέρωση μου»
Σε κοίταξα
« Στην έμπνευση, στα μακρινά όπου σε βρήκα
το πάθος οραματιστής ζητούσε σώμα κατάσβεσης
και εγώ πυρπόλησα τα παλιά χωρίς ανταλλαγή
τετριμμένα συμφέροντα»
Ποίημα και μτφρ Alexandra Zambà foto Edward Weston
………………………………………….
Hai detto
“Sei un percorso del corpo
Accordato con lo spirito, s’ intende “
“Soggetto e predicato” continuai
Tu hai sorriso malizioso
“trapianto di organi gratuito
col tuo sostegno”
“E i dilemmi di ieri ancora molto vicini
hanno segnato la strada del mio palmo” e
serie di immagini luccicarono negli occhi
“Eri una mia ispirazione” hai aggiunto
“ti ricordi?
“Eri arrivata e mi trovasti scolpire
ero molto impegnato alla mia liberazione”
Ti guardai
“Nel luogo remoto dove ti trovavi
la passione visionaria mi chiedeva il corpo antincendio
e io
distrussi tutto il vecchio senza scambio di banali interessi “
Poesia e trd Alexandra Zambà – foto Edward Weston

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

15390805_1871644476399212_3276512421885027271_n

Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1968 και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε δημοσιογραφία στο πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας (ΜΑ in Journalism). Για την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ένια, (Εκδόσεις Ατέλεια, Λευκωσία 1996) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη, ενώ για τη δεύτερη, Ονειτροτριβείο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2001) με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Ακολούθησε το Εγχειρίδιο Καλλιεργητή (Γκοβόστη, Αθήνα 2004), Το Απραγματοποίητο (Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010) και ο Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης (Φαρφουλάς, 2013). Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα, η έκτη ποιητική του συλλογή, Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, η οποία το ίδιο έτος μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Michel Volkovitch και κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Le miel des anges.

Τον Ιούνιο του 2010 μια επιλογή ποιημάτων εκδόθηκε στα γερμανικά, στο Βερολίνο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης του Βερολίνου

Το 2011, πέραν των 150 ποιημάτων του, που διατρέχουν δεκαπέντε χρόνια ποιητικής πορείας, μεταφράστηκαν στα βουλγάρικα από την Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα, σε αυτόνομη έκδοση με τον τίτλο Ονειροτριβείο (Σόφια, 2011).

Ποιήματά του έχουν επίσης μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά, λετονικά, πορτογαλικά, λιθουανικά, τουρκικά κ.α. ενώ δημοσιεύτηκαν σε κυπριακά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά.

Παρουσιάζεται επίσης σε σημαντικές ανθολογίες ποίησης και ποιητικές εκδόσεις, όπως: Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης(Μανδραγόρας 2011) Αύριο, Maňana, Tomorrow (Λεμύθου, 2011), Ιστορία της Νεότερης Κυπριακής Λογοτεχνίας (Λευκωσία 2010), Ο ποιητής και ο κόσμος του (Λευκωσία, 2010), Εν αρχή ην ο λόγος (Λευκωσία, 2009), Zypern Literarisch (Γερμανία 2008), , Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών (1950-2008), Επιμέλεια Σ.Π. Βαρνάβας – Σ.Λ. Σκαρτσής, εκδ. «Ταξιδευτής», Αθήνα 2008, Kipras Djeza (Λετονία 2007) κ.α.

Είναι μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Συμμετοχή σε Διεθνείς Εκδηλώσεις (επιλογή)

Crowd Omnibus Reading Tour 2016, Θεσσαλονίκη-Αθήνα
Festival Voix Vives de Méditerranée en Méditerranée 2013, Sète, Γαλλία
Crossing Borders, Connecting Cultures 2010, Στοκχόλμη, Σουηδία
Poesiefestival Berlin: Βερολίνο, 2010
Συμπόσιο Ποίησης, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2008
“Kleine Sprachen, Grosse Literaturen” Forum (Λειψία, 2006)
Τhe Gerard Manley Hopkins Society of Poetry (Kildare, Ιρλανδία 2005)
Διεθνής Μπιενάλε Ποίησης (Λιέγη, 2003)
Literature Express Europa 2000: Σε διάστημα 45 ημερών, 100 Ευρωπαίοι λογοτέχνες επισκέφτηκαν πέραν των 20 πόλεων σε 10 χώρες, συμμετέχοντας σε ποιητικές εκδηλώσεις.

Στην ανθολόγηση έλαβα υπ΄όψιν τη παρουσίαση του έργου του στο ΕΛΛΗΝΟΜΟΥΣΕΙΟΝ, ΑΚΤΗ, τεύχος 90 2012 όπου τον ανθολόγησαν οι: Σάββας Παύλου, Στέφανος Σταυρίδης και Γιώργος Τριλλίδης. Η δε συλλογή ΕΝΝΙΑ είναι αυτούσια από αυτή την ανθολόγηση.

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ 2013

ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ

Θα υπάρχουν πάντοτε
καράβια που πάνε και καράβια που έρχονται
Μαραθώνες και Σαλαμίνες
γι’ αυτό
θα προκύπτει πάντοτε
κάποιος Κυναίγειρος
με τα πελώρια χέρια του
ν’ αρπάζει το περσικό πολεμικό
να το κρατά ακίνητο
και όταν του κόβουν τα χέρια
να το συγκρατεί με τα δόντια του
και όταν του συνθλίβουν το σβέρκο
(για να ξαπολήσει επιτέλους)
τα δόντια του να βυθίζονται
στο ξύλο της πλώρης
και να μένουν εκεί βυθισμένα
μέχρι να λιώσει πρώτα το ξύλο
και μετά τα δόντια του.

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΡΥΝΕΙΕΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.
Βλέπουν σήμερα αυτό που δεν μπορεί να γίνει αύριο.

Πώς χάθηκε αφού ακόμη είναι εκεί;

Κάποτε την ακούω σε αλλόφρον τραγούδι επιστροφής
αυτό που στα σχολεία οι γνωστικοί
δεν τους αρέσει να διδάσκεται
κάποτε νομίζω ότι θα ανέβω στο βαγόνι
αυτού του σκουριασμένου τρένου
που συρίζοντας διστακτικά με πλησιάζει
να βρεθώ πρώτη φορά
εκεί που αναρριγούν οι ακτές της
να δω αν λαμπυρίζει το ίδιο
η θάλασσα της με τις θάλασσες που ξέρω.
Ναι, είναι εκεί
τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι των μεσολαβητών
για να επικυρωθεί οριστικά η απώλειά της
θα μπορείς, φυσικά, να την επισκέπτεσαι
τα τοπία της θα μένουν τα ίδια
δεν αλλάζουν τα βουνά και οι πλαγιές τους
ο παγερός αέρας που τα δέρνει τους χειμώνες
δεν ανήκει σε κανέναν.
Ίσως να έχουν δίκαιο οι γνωστικοί
ίσως να λένε πράγματα σωστά, της εποχής
ίσως μάλιστα να τους ακολουθούσα κι εγώ
σε αυτήν τους τη βεβαιότητα
αν δεν με κρατούσε
η ανεξήγητη εμμονή
να βλέπω ίσκιο
μέχρι σώμα να συμβεί
να μαζεύω κονιορτό
μέχρι γη να επιστρέψει
κι όλα να μεταμορφώνονται
σε αυτά που οι γνωστικοί
βεβαιώνουν ότι είναι αδύνατον
να γίνουν.

ΛΙΧΟΥΔΙΕΣ ΣΕ ΚΑΔΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Διαλέγουν συνήθως τις λιχουδιές
με βάση το μνημονικό του ουρανίσκου τους
την εξωραϊσμένη ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους
συνδυάζοντας πάθος για νέες γεύσεις με βουλιμία
καλούς τρόπους και αριστοκρατική φινέτσα
το ίδιο και το χαμίνι της γειτονιάς
λιποβαρής στα κιλά ενός παιδιού
δεν τον υπολογίζεις
περνά απαρατήρητος
όταν πεθάνει
μια σελίδα θα έχει σχιστεί
από παραμύθι που δεν διάβασε κανείς
με το ποδήλατο του περιφέρεται στις γειτονιές
γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο
οσμίζεται σαν λαγωνικό
αποκλειστικά το χρήσιμο
κοντοστέκεται
κοιτάζει αριστερά, δεξιά
και επιτίθεται
στους κάδους απορριμμάτων
διαλέγοντας πάντα τις λιχουδιές.

ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι τον κουτσό Αζέρο
να λογοφέρνει με τη γυναίκα του
και να εγκαταλείπει τα τρία παιδιά του
ανεβαίνοντας αλαφιασμένος τα σκαλιά
που κάποτε ανέβαιναν
ο Μεγάλος Πέτρος και οι αυλικοί του.
Από τ’ ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου
θυμάμαι το μικρότερο παιδί του Αζέρου
να γαντζώνεται από το σακατεμένο πόδι
του πατέρα του
να τον ικετεύει μάταια να μη φύγει
να κλαίει πάνω στα σκαλοπάτια.
Από τότε φαντάζομαι το μικρό αγόρι
να μεγαλώνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα
να απομακρύνεται από τ’ ανάκτορα
να γίνεται πατέρας που δεν φεύγει.
Μα το αγόρι δεν μεγάλωσε ποτέ
το αγόρι έμεινε για πάντα ασάλευτο
στα σκαλιά των Ανακτόρων
να περιμένει
τον πατέρα του να επιστρέψει
αυτά ακριβώς θυμάμαι
από τα ανάκτορα του Μεγάλου Πέτρου.

Η ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ο καθένας πορεύεται τον δρόμο του
τον διανύει μέρα νύχτα
ξύπνιος ή στον ύπνο του
διανύει τον δρόμο του
είναι αποκλειστικά δικός του
περαστικοί τον διασταυρώνουν
τους συναντάς
σε συναντούν
κάποιοι μένουν για λίγο
κάθονται και τρώνε μαζί σου
ώσπου η μερίδα τους να τελειώσει
φεύγουν ραίνοντας με οσμές τα φύλλα της καρδιάς σου
το δέρμα τους το παίρνει ο ουρανός
για να φτιάξει καινούργιους ανθρώπους.
Ο άνθρωπος πορεύεται μονάχος τον δρόμο του
οι μέρες του είναι αποκλειστικά δικές του
κανείς δεν βλέπει το ξημέρωμα όπως εσύ
κανείς δεν υποψιάζεται για πολύ την οδύνη του άλλου
όταν όλα έχουν αφαιρεθεί
τα σύννεφα της απελπισίας
είναι καθαρά
μόνο στου καθενός ξεχωριστά τον δρόμο
γι’ αυτό εκατομμύρια άνθρωποι θα συνεχίσουν να χάνονται
με όλους τους τρόπους
χωρίς κανείς να θρηνήσει
περισσότερο απ’ όσο διαρκεί
η αναμονή της έλευσης ενός αστικού λεωφορείου
γιατί όλοι έχουν να πορευτούν τον δρόμο τους
χωρίς προειδοποιητικές σημάνσεις
χωρίς δυνατότητες επαναστροφής
έως ένα τελικό σημείο συνεύρεσης
όπου ένας δρόμος κοινός
συνάμα άγνωστος θ’ ανοίγεται για όλους.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Αν το καλοσκεφτείς
ένας παλμός μάς διατηρεί
και μαζί του
χιλιάδες άλλες λεπτομέρειες
που η μια από την άλλη
χωρίς να δίνουν λογαριασμό
εξαρτάται και διαπλέκεται.
Έτσι λοιπόν
οι αυτόχειρες είχανε πάντοτε
ένα πλεονέκτημα:
Έζησαν όσο ήθελαν
οι υπόλοιποι
όσο μπορούσαν.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Αφού έσφαξαν τους Ινδιάνους
πυρπόλησαν τις σκηνές τους
ισοπέδωσαν τους καταυλισμούς τους
στείρωσαν τη ζωή τους
(για να μην υπάρξει η συνέχειά της)
γονιμοποίησαν τις ερήμους τους
με μηχανικές πολιτείες
όπου όλα έμοιαζαν μεταξύ τους
σκέφτηκαν ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ποτάμια
που αντί νερού
έρεαν αίμα
ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι με τα ινδιάνικα αγάλματα
που αποκτούσαν σάρκες
και βρυχούνταν.

ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πας παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονάς σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος ‘συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στ’ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης.
Πώς την αντλούσες; Από πού;
Έβλεπες χορδές να παίζουν
δίχως ήχο
μεγάλη χωματερή η υπομονή
χωράει όλο το σκουπιδαριό του κόσμου.
Δεν χαίρεσαι που με θωρείς, παππού;
Τον ρώτησα.
Συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του.
Πες μου πώς γίνεται
εσύ στους ζωντανούς να βρίσκεσαι
σε θάψαμε γρήγορα
ήταν Μάης
πώς να σε περιφέρουμε
μέσα σε ανθισμένους κήπους;
Κοντοστάθηκε τότε
κάτι μουρμούρισε δίχως ν’ ακούσω
(σαν θλίψη χωρίς το σχήμα των λέξεών της)
και συνέχισε σκυφτός
έτρεξα ξωπίσω του
ήθελα να τον αγκαλιάσω
αν και ήξερα ότι τα απέφευγε όλ’ αυτά
οι αγκαλιές δεν είναι για τους άνδρες,
μου έδειχνε.
Δεν τον προλάβαινα.
Περπάταγε ανάλαφρα
πέραν απ’ το ταχύ ή το αργό
δοκιμασμένος καιρό στο βασίλειο της σιωπής
τον έχανα, γινόταν σκιά ασύλληπτη
ενώ εγώ από κάπου αιωρούμουν
σαν στοιχειό.
Κοίταξα γύρω μου
ξέβαφαν τα χρώματα
το τοπίο πίσω απ’ του Τροόδους τα βουνά
μαβί πηχτό, μολύβι
πανδαισία από στάχτη
έσμιγε όλη την απελπισία
σε τερατούργημα αποχρωματισμένο
έβγαλα τότε μακρόσυρτη κραυγή
που κατάλαβα
πως κανείς δεν μαθαίνει
ότι επέθανεν.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΣΠΙΤΙΩΝ

Αν τα σπίτια μάς ανήκουν
τα γεγονότα των σπιτιών
δεν τα ορίζουμε
τα μυστικά, οι γογγυσμοί
οι άοπλες συγκρούσεις
αλλά και συμβάντα πιο τραγικά
εκείνων που μέσα απ’ τον ύπνο τους
ποτέ τους δεν θα σηκωθούν
να μάθουν ότι πέθαναν
ενώ ήταν για να πάνε όπως κάθε μέρα
στη δουλειά.
Σαν αναρριχητικά φυτά
διεισδύουν μες τα χρόνια μας
τα γεγονότα των σπιτιών
καταλαμβάνοντας κάθε τους στρωμνή,
υψιτενείς σκιές που περιφέρονται
σε πεδίο ακήρυχτου πολέμου,
κανείς δεν τα καρφώνει πάνω σε τοίχους
κανείς δεν τα σταυρώνει σε σταυρούς
όμως δεν φεύγουν.

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΙΧΝΗ ΕΠΙΜΕΛΩΣ

Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι
θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου
απ’ τα σώματα
ένας θα ξεχαστεί βαθιά
μες τον λαβύρινθο του αυτιού
κι ίσως θαφτεί μαζί μας
θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα
ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό
θα το διαβάσουν οι τυφλοί
και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα
(κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).
Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα
θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο
κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας
θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα
όπως ο ταχυδακτυλουργός
–με κίνηση αστραπιαία
το φοβισμένο κουνέλι–
καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα
έτσι κανείς δεν θα μπορέσει να μας κλέψει τίποτα
αφού τίποτα δεν θα έχουμε
πέραν από τον απολογισμό
ότι από μπροστά μας πέρασε
ακόμη ένα καλοκαίρι.

ΕΞΟΔΟΣ

Εδώ
σε αυτόν τον τόπο
η ζέστη είναι στεγνή
άνθρωποι δραπετεύοντας
από τα ξεραμένα τους κορμιά
περνούν την ενδοχώρα
κι ακολουθώντας όλοι τις ίδιες γραμμές
ενώνονται με τη θάλασσα
όπως ενώνονται με μια γυναίκα
η οποία τους θέλησε σιωπηλά πολύ καιρό
πριν εκείνοι ανακαλύψουν τον βυθό της.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Πέρασε από τότε πολύς καιρός
ο μοναδικός μάρτυρας δεν μίλησε
έδεσε σφικτά τη σιωπή του
σε λήθης προεξοχή
το μυστικό δεν διέρρευσε
κανείς δεν αναφέρθηκε ποτέ σ’ αυτό
θα μπορούσε λοιπόν να το ξεχάσει
να το θεωρήσει ως μη γενόμενο
θα μπορούσε ακόμη
να το αρνηθεί
δεν ήταν αυτός
τον μπέρδεψαν με άλλον
εκείνη την ώρα βρισκόταν αλλού
όλοι ήξεραν ότι βρισκόταν αλλού
εξάλλου
ήταν σκοτάδι όταν συνέβη
κι αυτός μη αναγνωρίσιμος
φορώντας τα μαύρα του γυαλιά.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια
αναρωτιέται αν θέλουν να του μηνύσουν
ότι εκείνη ξέρει την αλήθεια
ότι ξέρει τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια
για το φοβερό εκείνο μυστικό
που ενώ αυτός σχεδόν ανώδυνα διατηρεί
στην επιφάνεια της ζωής του
σαν αμυχή πάνω στο δέρμα
αυτή το έχει φυλάξει
βαθιά μέσα στην καρδιά της.
Για να αποκαλυφθεί
εκείνος μόνο
πρέπει να τ’ ομολογήσει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

ΠΗΓΗ ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

ΠΟΙΗΣΗ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΑΝΤΑΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

ΣΤΟΥΣ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Ποιο τραγούδι σου
θα χορέψουν οι Νηρηίδες
και μαζί τους κι εγώ
χωρίς να βουλιάζω ;
Κορίτσι της Άνοιξης
που ομορφαίνεις τους ήχους
στους ορίζοντες των παιδιών
και στις συνάξεις των ποιητών
άσε με να μοιραστώ
τον ήλιο απ’τα μάτια σου
και τους υάκινθους
των κρυφών στεναγμών
που κυοφορούν ποιήματα
με ξανθιά Καλοκαίρια.
Και μη φύγεις ,μη τρέξεις
πάλι στης νύχτας τους δρόμους
μείνε στο φως των αισθήσεων
να μπορώ να σου στέλνω
ποιήματα που διανυκτερεύουν
και μιλούν για τη δική σου
Πανσέληνο!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσ/νίκη

ΣΤΟΝ ΚΡΥΦΟ ΤΗΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Πάντα με όνειρο
με ξανθά Καλοκαίρια
και νότες του Φθινοπώρου
που επαναφέρουν καημούς
και παράπονα των γιαλών.
Πάντα εσύ
η ομορφιά και η λάμψη
η ομολογία της πίστης
κι η κατάθεση της ψυχής
λευκοφορεμένη σαν κρίνο
με δυο άσπιλα χέρια.
Ω,Θεέ μου πόσο φως,πόσο ήχο
πόσα χρώματα,πόσα λόγια να βρω
να ξεφυλλίζω τα άστρα της
και να βυθίζομαι
στον κρυφό της ορίζοντα
να ανατείλω το ποίημα
της αύριον;

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσ/νίκη