Αρχείο | Νοέμβριος 10, 2016

ΕΙΠΑΝ ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

13239446_1770588846504776_8045021504984472561_n

Είπαν πως είσαι ο έρωτας
η ομορφιά της Αμαρυλλίδας
που στάζει τον καημό των Καλοκαιριών
απ’τα χείλη των κόκκινων τριαντάφυλλων.
Είπαν πως είσαι ποίημα
με την προσευχή της ολονυχτίας
η μουσική της Τζοκόντας
στα τραγούδια του Μάνου
ο χορός στις λίμνες των κύκνων
με το ρυθμό των αγγέλων.
Το βλέπω ,οι ποιητές της Ανδαλουσίας
σου ζητούν αποκλειστικότητα
κι οι φίλοι σου αγωνιούν
μην τους αφήσεις έξω
απ’την τελετουργία της ποίησης!
Ομορφιά της Αμαρυλλίδας
άσε τα λυτά σου μαλλιά
πάνω στους ώμους σου
κι άκουσε το δικό μου το δάκρυ
στην απαλοσύνη της νύχτας
κι έλα μαζί μου σε ταξίδι μακρύ
να περάσουμε με πίστη στο όνειρο
να περπατήσουμε πάνω στο κύμα
να τυλίξουμε τους ανέμους στη δίνη μας
το δικό μας το θαύμα να ζήσουμε
«το έργο των θεών
να μην το διακόψουμε εμείς
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής»

Θεόδωρος Σαντάς, Θεσ/νίκη,9-11-2016

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ Εμπνευσμένο από μια πραγματική ιστορία

14937263_1854005821496411_3113385383563195778_n

Μια στιγμή μόνο σκέφτηκα πως μπορούσε να μην την ξαναδώ. Κι ύστερα βούλιαξα στα μάτια της, έπεφτε μέσα τους ο ήλιος, νόμιζα πως ολόκληρη κολυμπούσε στο φως, «θα ξαναγυρίσω», σκέφτηκα, «δεν γίνεται να μην ξαναντικρίσω τούτα τα μάτια». Κοίταξα στον αυλόγυρο, αυτός ήταν το ρολόι μου, μετρούσα με το βλέμμα μου τη σκιά του κι ήξερα την ώρα. Δεν είχε ακόμη μεσημεριάσει.

Χίλια πράματα είχα να της πω, μα τα λόγια δεν έβγαιναν. Έκανα πως βιαζόμουν, τάχατες είχα κάποια δουλειά να τελέψω, κάποιον να δω, κάποια παραγγελιά να δώσω στους φίλους μου. Έτρεξα στον δρόμο, μα κοντοστάθηκα στην αυλόπορτα.

– Φοβάσαι; τη ρώτησα.

– Φοβάμαι…

Οι δρόμοι γεμάτοι, άλλος ανηφόριζε κι άλλος κατηφόριζε, οι καμπάνες δεν σταματούσαν. Δεν ξέρω κι εγώ για πόσην ώρα στεκόμουν στο κατώφλι. Δεν είχα να πάω πουθενά, μα δεν ήθελα και να την αφήσω να με κοιτάξει στα μάτια, δεν ήξερα τι θα μπορούσε να δει, μυστήριο πράμα οι γυναίκες, αυτές γεννούνε, αυτές φέρνουν τη ζωή, αυτές την ξέρουν καλύτερα, οσμίζονται, παιδί μου, οσμίζονται· ακόμη και τα μελλούμενα μπορούν να τα διαβάσουν στα μάτια σου.

Ζευγολάτης ήμουν εκείνα τα χρόνια. Και νιόπαντρος. Με πεντέξι χωραφάκια, όλα κακοτοπιές και πεζούλες. Μην κοιτάς που τώρα παλεύω με τα ξύλα, η ανάγκη με έκαμε μαραγκό, μετά τον πόλεμο την έμαθα την τέχνη· πεινούσα, μπήκα βοηθός σε μαραγκούδικο κοντά στο Μεσολόγγι, εκεί βρέθηκα για λίγο καιρό μετά την κατάρρευση του μετώπου, δεν είχα τρόπο να γυρίσω στο νησί.

Εκείνη τη μέρα, που λες, Οκτώβρης μήνας, είχα ξυπνήσει από τα χαράματα. Πρώτη φορά στο χωράφι, πρώτη χρονιά ζευγολάτης για το δικό μου σπιτικό, έπρεπε να σπείρω στάρι και κριθάρι, να στέσω νοικοκυριό, να γεμίσω τα πιθάρια καρπό. Δεν είχα κάμει μισή αυλακιά κι ακούω τις καμπάνες να παίζουν. Λέω, καμιά γιορτή θα ‘ναι σήμερα και δεν το ξέρω. Μα οι καμπάνες δεν σταματούσαν. Αφήνω τα ζα να περιμένουν και το αλέτρι καρφωμένο στη γης, βγαίνω σ’ ένα ψήλωμα, κοιτάζω. Τίποτα… Μόνο καμπάνες ακούγονταν. Κι άλλες καμπάνες. Σ’ όλα τα κοντινά χωριά το ίδιο. Τις άκουγα σα θανατερή μελωδία, χτυπούσαν μανιασμένα, τ’ αυτιά μου ντιντίνιζαν. «Τούτο το πράμα δεν είναι καλό, συμφορά μου μυρίζει», συλλογίστηκα, ξέζεψα τα βόδια, πήρα τον δρόμο για το χωριό.

Μη με παρεξηγάς, παιδί μου, που αναστενάζω σαν τα συλλογούμαι. Χειρότερη ώρα από κείνη που πέρασα στο κατώφλι δεν έχω ζήσει. Στεκόμουν ακίνητος, ούτε μπρος ούτε πίσω. Ακίνητη κι αυτή δίπλα στην πόρτα του σπιτιού με τον ώμο της ακουμπισμένο στον τοίχο. Από την άλλη μεριά του δρόμου ακούστηκαν κλάματα. Κι ύστερα γέλια. Πέρασε μια μάνα μ’ ένα βυζανάρι στην αγκαλιά της, πέρασε κι ένας γέρος από μπροστά μου, κανείς δεν γύρισε να με κοιτάξει. Βιάζονταν. Και τότες, που λες, παίρνω την απόφαση. Μ’ έναν πήδο βρίσκομαι δίπλα της.

– Φεύγω, της λέω.

Δεν μίλησε. Τα μάτια της έλαμπαν ακόμη, ο ήλιος τα φώτιζε και τα έκανε πιο φωτεινά, τα κοίταζα και νόμιζα πως καθρέφτιζαν όλο το φως του κόσμου κι όλο το σκοτάδι μαζί. Σάλευε λίγο το κατωχείλι της, δεν ήξερα αν ήθελε να μιλήσει ή αν ήθελε να κλάψει.

Είχε μεσημεριάσει πια όταν ανέβηκα στην καρότσα του φορτηγού. Σαν τις σαρδέλες στο κουτί ήμασταν εκεί πάνω. Απ’ όλα τα γυροχώρια είχαν έρθει νέοι στην ηλικία μου, άλλος κρατούσε βούργια με τυρί και παξιμάδι, άλλος φυλαχτά, άλλος τίποτα. Όπως κι εγώ. Τίποτα δεν κρατούσα. Μόνο μια δική της φωτογραφία.

Οι καμπάνες είχαν πια σταματήσει, κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος ολόγυρα. Ένας μεσόκοπος αρχίζει το τραγούδι. Φωνή γενναία, τρανταχτή. Μπαίνει ο παπάς στη μέση, τραγούδι κι αυτός. Τι ήταν τούτο, μωρέ; Για πόλεμο πηγαίναμε ή για χορό; Κοίταζα από πάνω κι έβλεπα μόνο στόματα ν’ ανοιγοκλείνουν, άλλος τραγουδούσε κι άλλος φώναζε δυνατά, πανζουρλισμός χωρίς τέλος. Αρχίσαμε κι εμείς. Τραγουδούσαμε και χορεύαμε, χόρευε μαζί μας και το φορτηγό, τρίζανε οι σουμιέδες του, λες και κάναμε τραμπάλα. Μήτε μεθυσμένοι να ήμασταν.

Πάνω στην ξεφάντωση κάνω ένα σάλτο, καταβαίνω, την κοιτάζω πάλι στα μάτια.

– Μη φοβάσαι, θα ξαναγυρίσω.

– Το ξέρω.

– Έχω μια παραγγελιά να σου πω. Το πρωί που άκουσα τις καμπάνες έφυγα βιαστικός από το χωράφι, μάζεψα τα ζα και τα πράματα, μα ξέχασα το αλέτρι καρφωμένο στο χώμα. Αν μπορείς, μάζεψέ το. Θα το χρειαστούμε, να ξέρεις… Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να σπείρω μήτε μια χούφτα στάρι, μα χαίρομαι που θα σε κάμω περήφανη για τον άντρα σου…

– Τι είπες; Δεν πρόλαβες να σπείρεις;

– Όχι, δεν πρόλαβα!

Μ’ έχωσε στην αγκαλιά της. Ήταν σαν να μην πίστευε τα λόγια μου, χαμογελούσε παράξενα.

Έτσι μ’ αποχαιρέτησε.

Πέρασε ο καιρός, άλλαξε ο χρόνος. Γράμματα στη χάση και στη φέξη. Μερικές φορές μου έφερναν δέκα μαζωμένα. Τα λόγια της μετρημένα. Ήταν σαν κάτι να μου έκρυβε. Κακόβαλα. Φλεβάρη μήνα πια μου έσκασε το μυστικό. Και μόνο τότε κατάλαβα τι ήθελε να μου πει εκείνο το μεσημέρι, 28 του Οκτώβρη, την ώρα που ξεκινούσαμε για τον πόλεμο. Το γράμμα της ήταν κλεισμένο σε διπλό φάκελο.

«Δεν γίνεται να σου το κρύβω ακόμη. Το πρωτοκαλόκαιρο θα γεννήσω, Ιούνη μήνα περιμένω…».

Και ξέρεις γιατί δεν μου το είχε πει από την αρχή; Για να μην έχω διπλή έγνοια στην κεφαλή μου.

Πηγή Karmanor

η ΕΥΡΩΠΗ του ΜΥΘΟΥ

15032664_1854008738162786_5833442872551565749_n

Ο μύθος μας εξιστορεί για μια πριγκιποπούλα
που ήταν του Αγήνορα ‘κριβή μοναχοκόρη
και στης Σιδώνας τα εύφορα γεννήθηκε τα μέρη
εκεί στην ανατολική ακτή της Μεσογείου
δίνοντας στους γονέους της χαρά και περηφάνια.

Ήταν φεγγαροπρόσωπη κι έλαμπε σαν το αστέρι
ήτανε πλατυμέτωπη και θάμπωνε τον κόσμο
κι ο βασιλιάς σκεφτότανε με ποιον να την παντρέψει
που να βρεθεί ένας θνητός και να είναι αντάξιος της
κι άθελα του πρόσβαλε τις άτεγκτες τις Μοίρες.

Μια μέρα που ‘ταν λιόλουστη κι εχαίρουνταν η φύση
κατέβηκε στην αμμουδιά να παίξει η πριγκιπέσα
παρέα με τις φίλες της, να παραβγεί τον ήλιο
μαζεύοντας τα λούλουδα μες σε πλεκτά καλάθια
στεφάνια για να φτιάξουνε, την Άνοιξη να υμνήσουν.

Πιο πέρα από την θάλασσα εβόσκανε γελάδια
του βασιλιά πατέρα της κοπάδια παινεμένα
τρυγώντας μέσα στις βοσκές ευωδιαστό χορτάρι
ανήξερα γι’ αυτά που ορίζουνε οι Μοίρες
που αόρατα υφαίνοντας, την ζήση καθορίζουν.

Ανάμεσα τους άξαφνα φάνηκεν ένας νέος
με φτερωτά τα σάνδαλα γοργά είχε προστρέξει
στης Τύρου τις δαντελωτές ακτές και της Σιδώνας
παραγγελιά του κύρη του, του νεφεληγερέτη
να παρασύρει έντεχνα τα βοοειδή στο κύμα.

Φτάσαν τα βόδια στην ακτή που παίζανε οι κόρες.
Ένα ταυρί ξεχώριζε αλλιώτικο απ’ άλλα.
Με κέρατα αστραφτερά πολύτιμα πετράδια.
Μια μισοφέγγαρη γραμμή κοσμεί το μέτωπο του.
Πάλλευκο και πειθήνιο στα χάδια των παρθένων.

Θαρρέψανε οι κοπελιές με τόσην ημεράδα
κι αρχίσαν να του βάζουνε στεφάνια του υμεναίου
θαρρώντας το πως ήτανε παιχνίδι των χεριών τους.
Η Ευρώπη διεκδικώντας το δικό της να το πάρει
καβάλησε στην πλάτη του, σαν να ήταν το άλογο της.

Αλλάζει τότε το ταυρί! Βουτά στην θάλασσα τους.
Αρχίνησε να κολυμπά μαζί με την Ευρώπη
την κόρη παίρνοντας μακριά απ’ τα πατρώα μέρη.
Έντρομες από την συμφορά, που τις εβρήκε
οι φίλες εσκορπίσανε στους θαλερούς λειμώνες.

Καβάλα πάνω στου ταυριού το σφριγηλό το σώμα
γερά από το κέρας του αρπάχτηκε η κόρη
κρατώντας το καλάθι της με το ζερβό της χέρι.
Σαν Αμφιτρίτη βρέθηκε στα πέλαγα να πλέει
με τον μανδύα της ορθό στο φύσημα του ανέμου.

Μακριά χάθηκαν οι ακτές, που πια δεν θα πατούσε.
Χλωμή η κόρη πρόσμενε να δει που θα την πάει.
Μη ξέροντας πως κλέφτης της ήταν ο πάτερ Δίας.
Άλλη μια μεταμόρφωση, ένα πανούργο κόλπο.
Με συνεργούς του τον Ερμή και τ’ άκακα γελάδια.

Μετά το πρώτο σάστισμα εχάρηκε η Ευρώπη
που βρέθηκε αναπάντεχα στο «πέλαο το κρασάτο»
παρέα με τους Τρίτωνες και με τις Νηρηίδες
που μουσική τους παίζανε για να τους ευχηθούνε
φυσώντας στα κοχύλια τους θαλάσσια μελωδία.

Κάποτε έφτασε η πομπή στης Κρήτης τ’ ακρογιάλια.
Στη Λεβήνα του Ασκληπιού πάτησαν το ποδάρι.
Την νύφη ανυπόμονος οδήγησε ο ταύρος
στο σπήλαιο, όπου ‘χανε ‘τοιμάσει την παστάδα
οι Ώρες για την ένωση, που θα γεννούσε ηγέτες.

Όμως μια άλλη εκδοχή του μύθου αφηγείται
τον Πλάτανο της Γόρτυνας σαν ιερή τους σκέπη
όπου ενώθηκαν με ορμή κάτω απ’ την σκιά του
γι’ αυτό και μέχρι σήμερο κρατά το φύλλωμα του.
Μετά αποκοιμήθηκε η νεόνυμφη κόρη.

Όμως ακόμα μια έκπληξη έμελε να της τύχει
ξυπνώντας από θόρυβο, αντίκρισε τα δώρα:
τον Τάλω, γίγα από χαλκό, για να τηνέ φυλάει
από εχθρού επίβουλή, καθώς και το νησί της
μ’ ένα κυνηγόσκυλο κι αλάθητη φαρέτρα.

Ενώ αυτά τα μαγικά συμβαίνανε στην Κρήτη
η μάνα της, η άτυχη ζητούσε στην Σιδώνα
να βρουν την θυγατέρα της, που έχασε με δόλο.
Οι βασιλείς εστείλανε τα τρία της αδέλφια
στα πέρατα τα ψάξουνε, να φέρουνε την κόρη.

Μόνο ο Κάδμος απ’ τους τρεις κατάφερε να φτάσει
σ’ απόσταση αναπνοής στης Θήρας τ’ ακρογιάλι.
Όμως πάλι η θάλασσα τον ώθησε στην Θράκη.
Εκεί έμελλε στην ξένη γη την μάνα τους να θάψει.
Ο Απόλλων τον προέτρεψε την ζήτηση να πάψει.

Την Ευρώπη σαν Θεά ιερή θα την λατρεύαν.
Στον Δία γέννησε τρεις γιους, της Κρήτης δυναστεία.
Τον άτεκνο βασιλιά Αστερίωνα νυμφεύτει
που τα παιδιά της διάδοχους άφησε του βασίλειου.
Και τ’ όνομα της χάρισε στην ήπειρο Ευρώπη.

————————————————————————–
(δεκαπεντασύλλαβη στιχοποιία της Τερέζας Βαλαβάνη εμπνευσμένη από την αφήγηση του Νίκου Ψιλάκη
για την Ευρώπη στο βιβλίο του «Κρητική Μυθολογία»,
εκδόσεις Καρμάνωρ, σ.121-148)

Μαρία Σκουρολιάκου, «Χρώμα Αύριο»

14993321_1854000224830304_2960606376579724123_n

Χρώμα αύριο

Τότε
θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά
τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα
που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι,
πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.
Ακράτητος ο ήλιος
στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει
καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.
Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη
εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.
Τότε,
των ποιητών που αγάπησαν,
η πιο γλυκιά ευχή
απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,
σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.

Ως τότε,
στην καρδιά μας μόνο ένα.
Χρώμα αύριο.

Μια μέρα

Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές με πάταγο
μες στις ασπρόμαυρες διαδρομές της μέρας.
Προσοχή στο κενό.

Ασφαλισμένοι σ’ έναν καναπέ μετά,
μασάμε άνοστο ψωμί
ακούοντας μακρινούς θανάτους.

Πίνουμε υπνωτικό νερό
από χλωριωμένες σκέψεις.
Να δούμε όνειρα χρωματιστά.

Σώματα ξεφυλλίζουμε στη λήθη
και το ξημέρωμα
φοράμε τη στολή της μάχης.

Μια μέρα,
θα ζωγραφίσω στο κορμί σου
τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα.

Αιμορραγώ

Αιμορραγώ
μες στις καλπάζουσες σιωπές
στις διάφανες πλατείες των υγρών ματιών
στα πεινασμένα χέρια
που απλώνονται
κι άλλοτε αρπάζουν τις φωτιές
άλλοτε γίνονται φτερά
πιασμένα με κερί που λιώνει
απ’ την απόγνωση.

Στις εσοχές των δρόμων
ντύνομαι υπόστεγα
σκεπάζομαι ντροπή
και λυπημένα βλέμματα.

Το αύριο
ψάχνει σε κάδους σκουπιδιών
τον άνθρωπο.

Να μη μ’ αφήσεις

Σφιχτά κρατιέμαι απ’ τις προσφωνήσεις
να μη γλιστρήσω στων δακρύων την ακράτεια
γιατί κλειδώνονται ολοένα οι δρόμοι
από των χρόνων τα βαθιά τα χάσματα.

Να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.
Μη γκρεμιστώ σε άδεια αγκαλιά το σούρουπο.
Σε βλέμματα μεσάνυχτα μην βυθιστώ.

Όταν ο κήπος μέσα θα φυλλοροεί
και οι ψίθυροι της νύχτας δεν θα είναι γέλιο
σαν θα καρφώνονται αγκάθια στα ματόκλαδα
κι ο ήλιος δεν θ’ ακούει τη φωνή μου
όταν στο σώμα θα φορώ πέτρες βαριές
και το οξυγόνο θα κλειστεί σε ασημένιους όλμους
να μη μ’ αφήσεις χαμογέλιο μου.

Να μην ξεχνάς να με φωνάζεις μάνα!

ΨΗΦΙΔΕΣ
(επιλογή)

~*~
Θέλησαν να ισκιώσουν.
Το δέντρο ήταν φυλλοβόλο.

~*~
Ένα κόκκινο “θέλω” χτυπάει τους τοίχους.
Ένα γκρίζο “πρέπει” φρουρεί.
Εμπιστεύομαι τη δύναμη του χρώματος.

~*~
Θάθελα να φύγω
πλήρης λέξεων.

~*~
Εκατό φορές τιμωρία.
“Να μην προδώσω τις λέξεις μου”.

~*~
Ποίηση από το αύριο κι ας έχει ξηρασία.

~*~
Κι ας έχει το αύριο σκοτάδι
άναψε την καρδιά
Και φέξε το.

~*~
Μες στο κλουβί, πικρό πουλί, εισπράττει επαίνους.

~*~
Στις ρωγμές του κόσμου επίχρισματα φόβου.
Κι από πάνω το μοντέρνο χρώμα της καταστολής.

Από τη συλλογή «Χρώμα Αύριο», Λαμία 2015

Πηγή Ποιητικός Πυρίνας

Λησμόνησα – Σοφία Στρέζου

14938183_1853974728166187_8640809111069162259_n

Λησμόνησα να φορέσω
της αισιοδοξίας το φόρεμα
το κεντημένο με το φως της ψυχής
που μεταμορφώνει
την προσωρινότητα σε αιωνιότητα
μιας παρουσίας μεταβλητής
μπρος στους σταθμούς
ακραίων συναισθημάτων
με αιφνίδιους και αμετάκλητους
αποχωρισμούς…

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης Σοφία Σκλείδα – «Αναζήτηση ταυτότητας» Ο πολιτιστικός ιστότοπος Πολιτιστική Ατζέντα, διοργανώνει μια σειρά δημοσιεύσεων σε ζητήματα που αφορούν τη Λογοτεχνία και πρώτο μας θέμα είναι: «Η Λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης». Ευχαριστούμε τη συγγραφέα Σοφία Σκλείδα, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μας και μας έστειλε το αδημοσίευτο ποίημά της με τίτλο «Αναζήτηση ταυτότητας» που δημοσιεύουμε: Αναζήτηση ταυτότητας

14993537_1853972061499787_1239651968001943639_n

Πόσο αθώα τα παιδικά μάτια
Που κρύβουν αγνότητα ψυχής και αθωότητα
Να σου λένε πρέπει να μεγαλώσεις, να ωριμάσεις
Να ενεργείς με σύνεση, αγάπη και συμπόνια
Να ζεις με βάση το δίκιο
Να πείθεις τον εαυτό σου ότι έτσι είναι…
Μεγαλώνεις, ωριμάζεις, δείχνεις κατανόηση και εκφράζεις ανθρωπισμό
Συνεπής στο διάβα της ζωής ψάχνεις διαύλους επικοινωνίας
Όμως τα μηνύματα χάνονται
Οι παραλήπτες αναξιόπιστοι δεν μπορούν να συνάψουν ειλικρινείς σχέσεις καθώς το φίλτατο εγώ τους δεν τους το επιτρέπει
Το καθώς πρέπει περιβάλλον τους είναι μόνο για τους επίλεκτους της δυστυχίας τους
Οι κορμοστασιές τους αλύγιστες καυχιούνται για το αρχαίο κάλλος τους το οποίο ατυχώς περιέπεσε σε απραξία αιώνες τώρα
Τα τέλεια κουστούμια τους, παράταιρα στο σώμα τους μυρίζουν ναφθαλίνη που μόνο αυτοί αντέχουν, καθώς ταιριάζει στην πολύβουη μοναξιά τους
Και εσύ χτίζεις τοίχους γύρω σου
Να προφυλαχτείς
Από ποιους; Από τι, πεπερασμένε νεανία,
αφού ούτε και εσύ ξέρεις
Δεν θέλεις να το πιστέψεις
Οι αρχές σου, πανανθρώπινες δειλές αξίες δεν αρκούν να φτιάξεις τον κόσμο στον οποίο μεγάλωσες και πίστεψες ότι θα τον τιμήσεις και θα σε τιμήσει
Θα ευτυχήσεις
Θα αδράξεις ευκαιρίες
Θα ζωντανέψεις τις κρυφές επιθυμίες σου
Και νιώθεις την πίκρα να καίει τα σωθικά σου
Την αδικία να σε πνίγει
Την πατρίδα σου αφιλόξενη
Τον εαυτό σου μαριονέττα και παιχνίδι δεύτερης διαλογής
Και αποδημείς, πέφτεις σε λήθαργο για μήνες, για χρόνια
Ωσότου ριζώσει μέσα σου βαθιά η ανάγκη της στιγμής
Το ένστικτο της επιβίωσης ,της αυτοσυντήρησης
Να σου φωνάξει δυνατά
Να σπάσεις τα δεσμά σου
Παλεύοντας με τα θεριά της ίδιας σου της ύπαρξης
Όταν τα τιθασεύσεις θα δικαιωθείς
Τότε δεν θα περιμένεις κανέναν να σε στεφανώσει
Θα έχεις μόνος σου στέψει τον εαυτό σου με δόξα και χάρη
Θα είσαι ελεύθερος κατά βούληση και επιλογή…

Σοφία Σκλείδα
Η Σοφία Σκλείδα γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Είναι κάτοχος Master Παιδαγωγικής και Διδάκτωρ Συγκριτικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επιστημονικά ασχολείται με τη διδακτική, τη Σχολική Ψυχολογία, την Ειδική αγωγή, την Αρχαία και τη Νέα Ελληνική Γραμματεία.
Έχει εργαστεί στο εξωτερικό (Ιταλία), στην Ελληνική Πρεσβεία ως μεταφράστρια. Επίσης, στην ελληνική κοινότητα της Ρώμης, καθώς και σε άλλα κέντρα διάδοσης της ελληνικής, όπου δίδασκε ,επί σειρά ετών, την ελληνική ως ξένη γλώσσα σε ενήλικες.

Τα τελευταία έτη έχει εργαστεί σε αρκετά ιδιωτικά φροντιστήρια ως καθηγήτρια της Ιταλικής γλώσσας και στην Ιταλική Σχολή Αθηνών ως καθηγήτρια της ελληνικής γλώσσας. Επιπλέον, έχει διδάξει στις Σχολές Αξιωματικών της Αστυνομίας το μάθημα της Δικαστικής Ψυχολογίας. Δημοσιεύει άρθρα στον ηλεκτρονικό τύπο, τον ελληνικό και το διεθνή επιστημονικό, καθώς και σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά και κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί σε πρακτικά συνεδρίων και κεφάλαια βιβλίων.

Έχει βραβευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για τη συμμετοχή της σε ποιητικούς και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Έχει εκλεγεί και διακριθεί ως Πρέσβειρα Πολιτισμού της Ελλάδας στο Εξωτερικό από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό Universum Academy Switzerland International University Of Peace (Μάιος 2016) στο Λουγκάνο της Ελβετίας.

Είναι μέλος της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Concorso Letterario Universum. Πρόσφατα εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο ΟΝΕΙΡΩΝ ΟΑΣΗ.