Αρχείο | Νοέμβριος 2016

ΕΝΑΣ ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Έχεις μια ομορφιά
να με κάνεις να γράφω
με το βλέμμα του ήλιου.
Είσαι ένα λουλούδι όλων των εποχών
μια φωνή με τις αποχρώσεις της Φεϊρούζ
ένας γαλάζιος αρμενιστής
που πολλαπλασιάζεις τα θέλω μου
να ζω με Καλοκαίρια και Άνοιξες
να τραγουδάω τα μάτια σου
και να ζηλεύει ο έρωτας.
Έχεις μια αγάπη
να μπορώ να γράφω
όλα τα γράμματα κεφαλαία
να μπορώ να μιλάω
για έναν πολυέλεο ουρανό
που δε θα με έχει ομηρία
στο άρμα του!
Είσαι ένα ξενύχτι γλυκό
το δικό μου το όρισμα
που ορίζει την ύπαρξή μου
να βλέπω πόσο φυραίνει η ζωή
όταν δεν περιθάλπεις τον εαυτό σου
και δε χορεύεις πάνω στο κύμα
όταν δε μιλάς με ελευθερία
και ποίηση της υπέρβασης
για ό,τι σου γίνεται
ατελεύτητος έρωτας!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσ/νίκη,30-11-2016

Στίχοι-Μουσική: Μαρίζα Κωχ Απέναντι στο Ηφαίστειο

15319252_1864200933810233_6179674147556670613_n

Δύναμη εσύ μαύρη φωτιά λάμψη βροντής
Που μες τα έγκατα της γης βαθιά σωπαίνεις
Δικό σου έργο είν’ της καρδιάς μου το νησί

Του αιγαίου πελάγου όλοι οι λαοί το κατοικήσαν
Τώρα το νήμα είναι κομμένο, δηλαδή
Η Σαντορίνη ζει κλεισμένη σε μιαν αφίσα

Η γη της Θήρας μετοικεί με τα καράβια
Γίνεται πούδρα πρώτη ύλη για μπετόν
Στις σημαδούρες του γιαλού δένουν ποστάλια

Στη λάβα ο θόλος του ουρανού στερεωμένος
Ηχεί τις γλώσσες που μιλούν σ’ όλη τη γη
Μέσα στον τόπο του ο Θηραίος είναι ξένος

Να αναπαυθεί η ψυχή μου δεν υπάρχει χώρος
Και ο τελευταίος ηγούμενος χωρίς κελί
Πάνω στο ράσο του πετάει για το Άγιον όρος

Δύναμη εσύ μαύρη φωτιά λάμψη βροντής
Που μες τα έγκατα της γης βαθιά σωπαίνεις
Δικό σου έργο ειν’ των γονιών μου το νησί

Η δύση πάνω απ’ την Καλντέρα είναι η φωνή σου
Μια τέτοιαν ώρα ώρα δέους σαν κι αυτή
Μη φανερώσεις σαν οργή τη δύναμή σου.

https://m.youtube.com/watch?v=FHuwIbQRvZs&feature=share

Μαρίζα Κωχ Η Μαρίζα Κωχ είναι Ελληνίδα συνθέτης, τραγουδίστρια και μουσικοπαιδαγωγός. Βιογραφικό …

15283951_1864200697143590_1667529364234461841_n

Η Μαρίζα Κωχ είναι μία από τις πιο καταξιωμένες Ελληνίδες τραγουδίστριες, γνωστή παράλληλα και για τη συνθετική και στιχουργική της δουλειά, που περιέχεται μέσα σε 23 προσωπικούς της δίσκους. Γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου του 1944 [1] στην Αθήνα από Ελληνίδα μητέρα και Γερμανό πατέρα μέλος του Γερμανικού στρατού κατοχής.[2] Τα πρώτα της ακούσματα ήταν η βυζαντινή μουσική και τα νησιώτικα τραγούδια στη Σαντορίνη όπου έζησε μέχρι τα εφηβικά της χρόνια.

Υπηρέτησε την ελληνική παραδοσιακή μουσική με το πολύ ιδιαίτερο προσωπικό της ύφος, εισάγοντας τον ηλεκτρικό ήχο στις διασκευές της. Η μουσική της γραφή στα λαϊκά της τραγούδια φέρει επιρροές από το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη, και ως ερμηνεύτρια εντάσσει συχνά στα ρεσιτάλ της τραγούδια του. Μελοποίησε ποίηση Σαπφούς, Κώστα Βάρναλη, του Έλληνα ποιητή των θαλασσών Νίκου Καββαδία και του Γιώργου Σαραντάρη.

Το 1976, με «παραγγελία» του Μάνου Χατζιδάκι, η Μαρίζα Κωχ συνέθεσε μια μπαλάντα διαμαρτυρίας για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο με τίτλο «Παναγιά μου – Παναγιά μου» και συμμετείχε με το τραγούδι αυτό στο διαγωνισμό της Eurovision στη Χάγη.

Από τη δεκαετία του ’70 άρχισε να ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο τραγουδώντας στα μεγαλύτερα θέατρα και σε αναγνωρισμένα μουσικά φεστιβάλ στη Δυτική Ευρώπη, στη Ρωσία, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία, την Ινδία, τη Μέση Ανατολή, και την Αφρική ως πρέσβειρα της ελληνικής μουσικής.

Το 1980 υπήρξε η πρώτη τραγουδίστρια της Δύσης που εμφανίστηκε στην Κίνα και στο πλαίσιο διεθνών πολιτιστικών ανταλλαγών εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πεκίνο με αντίστοιχη εμφάνιση της Όπερας του Πεκίνου στην Αθήνα. Το 2009 εκπροσώπησε την Ελλάδα στο φεστιβάλ International Country Music Week που διεξάγεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του Μάο: εκεί διακρίθηκε ανάμεσα σε συμμετοχές 32 χωρών από τις πέντε ηπείρους, και της απονεμήθη το βραβείο «Best Singer». Το καλοκαίρι του 2010 ταξίδεψε και πάλι στην Κίνα ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Ένωσης για την Μουσική Εκπαίδευση (της οποίας είναι επίτιμο μέλος), προκειμένου να παρευρεθεί στις εργασίες του 29ου Παγκόσμιου Συνεδρίου της ISME για την μουσική εκπαίδευση. Με το πέρας του Συνεδρίου παρέλαβε, με όλη την Ελληνική αποστολή, την σημαία του 30ου Συνεδρίου, το οποίο διεξάχθηκε το 2012 στην Ελλάδα.

Για τις περιοδείες της η Μαρίζα Κωχ λέει:

«Αξιώθηκα να τραγουδήσω σε πολλά από τα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, αλλά και σε αμέτρητα σχολεία, καφενεία, αγροτικές αποθήκες και των πιο μικρών χωριών της πατρίδας μας. Καμαρώνω το ίδιο και για το ένα και για το άλλο. Με τα τραγούδια μου θέλω να ομολογήσω όσα νιώθω ταξιδεύοντας στην πατρίδα μας. Στα δικά μου μάτια μοιάζει να είναι η πιο πλούσια χώρα του κόσμου σε φυσική ομορφιά, σε χαρακτήρες ανθρώπων, σε ιστορία, σε μουσική, σε τέχνες, σε θρησκευτικό μεγαλείο, σε βάθος ανθρωπίνων συναισθημάτων».
Το 2011, σε συνεργασία με το συνθέτη Filtig, δημιούργησε το έργο ηλεκτρονικής μουσικής Platonia, στο οποίο και ερμήνευσε τα φωνητικά μέρη.

Το 1996 ίδρυσε δική της δισκογραφική εταιρία, τη VERSO MUSIC, με σκοπό την καταγραφή παραδοσιακών τραγουδιών από όλη την Ελλάδα και την έκδοση παιδικής δισκογραφίας.

Από τη δεκαετία του ’90 και πέρα η Μαρίζα Κωχ επικέντρωσε μεγάλο μέρος της ενέργειάς της στη μουσική εκπαίδευση των παιδιών, σε θεωρητικό αλλά και πρακτικό επίπεδο. Το 1996 ξεκίνησε να δίνει μαθήματα σε παιδιά. Στη συνέχεια, το 1999 δημιούργησε τη μέθοδο βιωματικής μουσικής εκπαίδευσης (που δίδασκε σε σχολεία). Το 2004 ιδρύθηκε το «Κέντρο Βιωματικής Μουσικής, Κίνησης και Λόγου Μαρίζα Κωχ» για τη βιωματική διδασκαλία της μουσικής σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας (4-6 ετών) Το 2008, σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών δημιούργησε την «Παιδική χορωδία παραδοσιακού τραγουδιού Μαρίζα Κωχ»

Εξέδωσε παιδικούς δίσκους με παραδοσιακά παιχνιδοτράγουδα και έδωσε παραστάσεις για παιδιά με τα έργα «Η Γοργόνα ταξιδεύει τον μικρό Αλέξανδρο» και «»Το Πάπλωμα με τα Χρυσά Κουδούνια».

Με τα βιβλία της «Με τη Μαρίζα τραγουδώ, Ελληνικά μαθαίνω» (Εκδόσεις Σταμούλης 2010) και «Το Πάπλωμα με τα Χρυσά Κουδούνια» (Εκδόσεις Σταμούλης 2011) – που συνοδεύονται από cds- απευθύνεται σε παιδιά που ασκούνται στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής μουσικής παράδοσης.

Τιμήθηκε για τη μουσική της προσφορά από τον Σύνδεσμο Ελληνίδων Επιστημόνων και από το Πανεπιστήμιο Cornell της Νέας Υόρκης ως «γυναίκα δημιουργός».

Είναι επίτιμο μέλος της Θηραϊκής Εταιρείας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών και της Ελληνικής Ένωσης για την Μουσική Εκπαίδευση. Είναι επίσης μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής για τα Μουσικά Σχολεία του Υπουργείου Παιδείας, δια βίου μάθησης και Θρησκευμάτων.

Τον Οκτώβριο του 2015, το Πανεπιστήμιο Πατρών πραγματοποίησε ένα αφιέρωμα για την Μαρίζα Κωχ, για τη συμπλήρωση 50 χρόνων ανελλιπούς παρουσίας στο χώρο της μουσικής, όπου της απενεμήθη τιιμητικό δίπλωμα και εκείνη τραγούδησε μια εκτενή επιλογή από το ρεπερτόριό της.

Η Ελληνική Ένωση για τη Μουσική Εκπαίδευση (Ε.Ε.Μ.Ε.), στα πλαίσια του 7ου Συνεδρίου της με θέμα: «Μουσικός Γραμματισμός: Τυπικές και Άτυπες Μορφές Μουσικής Διδασκαλίας-Μάθησης», που πραγματοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2015 στη Θεσσαλονίκη, απένειμε στη Μαρίζα Κωχ τιμητική διάκριση «για την πολυετή και ευδόκιμη προσφορά της στη μουσική εκπαίδευση και το ανεκτίμητο πολιτιστικό έργο της».

Πηγή Βικιπαίδεια

«In our deformed and strange century,Poetry,Painting and Music are not inspired from life,but from each other». Oscar Wilde [1854-1900].

15193415_680119195498911_1268662448932999136_n

«Στον δύσμορφο και παράξενο αιώνα μας,η Ποίηση,η Ζωγραφική και η Μουσική,δεν αντλούν την έμπνευσή τους από τη ζωή,αλλά η μία από την άλλη».Όσκαρ Ουάιλντ [1854-1900].

«Νel nostro deformato e strano secolo,la Poesia,la Pittura e la Musica non e ispirato dalla vita,ma gli uni dagli altri». Oscar Wilde [1854-1900]

«Dans notre siecle,deformee et etrange,la Poesie,la Peinture et la Musique ne sont pas inspires de la vie,mais de l’ autre».Oscar Wilde [1854-1900]

www.demetrioshatzikos.com
Demetrios Hatzikos/ART
info@demetrioshatzikos.comD

ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Από την ποιητική συλλογή, ΠΡΟΣΘΕΣΕ – ΑΦΑΙΡΩΝΤΑΣ )

15268041_1863541250542868_729794141991216119_n

Α-Ω ΣΤΟ ΟΡΑΜΑ

Ψάχνοντας το χειμώνα για σταφύλια παλιάς μαύρης ποικιλίας,
ώστε να ισορροπήσω στα κίτρινα φαινόμενα,συνάντησα
τα αργόσυρτα σωματίδια στις Ομηρικές εκβολές
που είχαν όλο το μούστο ατόφιο
και πανσέληνες περισπωμένες.
Ήταν φτιαγμένα από ένα ν, από ένα ω,
από αταλάντευτα διαλυτικά, από ένα π
και διάφανους δίσκους που χωρούσαν το σύμπαν
στην καθημερινή αναστάσιμη πλέξη τους.
Δε με κυνηγούσαν να μάθω να ξεκλειδώνω το νου,
έτσι αήτητα πάντα ερχόντουσαν και μάγευαν
χωρίς βουή, χωρίς εγώ, χωρίς τα περίσσια,
αλλά με όραμα συνέχεια καρφίτσωναν
αστέρια σε ωχρούς βράχους.
Δίχως να μετράνε κλώνους
αλλά οι κλώνοι να γίνονται
από μόνοι τους ρ, φ, δ
και κέρας στη λαβή της μελανί διάστασης του κύματος.
Έβγαινε ο ήλιος απ’ τον κρατήρα γεωμετρώντας τη γη
και η νύχτα μάζευε και αποκρυστάλλωνε τη λάμψη της αστραπής
πλέκοντας μέσα της το Ε,το Λ,το Σ,σ’ έναν άσκεπο λαβύρινθο
που οι ρυτίδες του πνεύματος αναζητούσαν το Α της λύσης
το Α της περιπλοκής,εκεί που τα δέντρα δέχονταν
μόνο εξώφυλλα να γίνουν και σελίδες τσαμπιά.

ΗΛΙΑΣ Δ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
(Από την ποιητική συλλογή, ΠΡΟΣΘΕΣΕ – ΑΦΑΙΡΩΝΤΑΣ )

» ~ ΄Ανθιμος Ιωάννου ~ » ~ Κάπου γελάει …… ~

13407087_1781684325395228_230862592512296933_n

Κάπου γελάει ένα παιδί
κι ό ήλιος ανατέλλει .
Κάπου γεννιέται μια ζωή ,
νοιώθω στά χείλια , μέλι .!
Κάπου πεινάει ένα παιδί
σκοτείνιασε ή μέρα.
Κάπου πεθαίνει μιά ζωή
καί κλαίει μιά μητέρα.
΄Ετσι είναι όμως ή ζωή
ανατολή καί δύση ,
βγαίνει ό ήλιος τό πρωί
τό βράδυ έχει σβύσει .
Κάπου γενιέται ένα παιδί ,
κάπου πεθαίνει μιά ψυχή ,
κάπου πεινάει ένα παιδί,
έτσι είναι όμως ή ζωή .
Τή μιά στιγμή , στά χείλη σού ,
νά γεύεσαι τό μέλι ,
καί μές τήν ίδια τή στιγμή ,
βλέπεις τού χάρου βέλη .!

Δημήτρης Βαρβαρήγος Ποιήματα και 1 ανέκδοτο διήγημα .

15178291_1863508610546132_1382489171793463967_n

Ε, σώπασε…
Λοιπόν σώπασε…
Νιώσε πόσο ανάλαφρη είναι η στιγμή
Η ατμόσφαιρα έχει τώρα καλμάρει
Λίγο διαφέρουν οι λέξεις, οι φωνές, οι ψίθυροι από σώμα σε σώμα
Όπως τα χέρια αποκαθιστούν την επαφή
Όπως η αφή χαίρεται την άλλη σάρκα
Η αίσθηση του πριν και του τώρα
πόσο μοιάζουν.
Ξανασμίγεις με τα ίδια λόγια,
με τα ίδια βογγητά,
μόνο τα πρόσωπα διαφέρουν
μόνο τα ονόματα
Που ήσουνα;
Φυλάξου απ’ τη σιωπή…
Μήπως ξέρουμε τάχα που μπορεί,
Μέσα σε μια στιγμή
Να σε πάει και να με πάει;
Μίλα μου!
Σου μιλώ!
Σε κρατώ!
Κράτα με γερά κι εσύ!

Άνεμος

Μιλάω με ποίηση
Με λόγια που γητεύουν
Όσα ακόμα απομείνανε
σε μια παρτίδα ανάσες
ποτέ δε χάνεται αναίτια ο χρόνος
όταν κάνεις αυτό που αγαπάς
με αυτόν που αγαπάς
αυτό είναι ζωή και είτε τη ζεις
είτε πεθαίνεις
δεν φοριούνται χειροπέδες στον Άνεμο
και η θύελλα ελεύθερα φυσάει.

Σ’ έχω

Σ’ έχω και δεν έχω πια τη δύναμη, τώρα, να σ’ αφήσω,
ούτε και να ξαναβρώ τον εαυτό μου.
Είσαι ελεύθερη να αγαπάς όποιον θελήσεις,
να κάνεις ότι σ’ αρέσει,
κάποια τρέλα φτάνοντας στην άκρη της σκέψης ακόμη,
στις γεμάτες πάθος από τον ανεκπλήρωτο έρωτα στιγμές.
Ένα μικρό έγκλημα στην ανάγκη,
σβήνοντας αδιάφορα μέσα στο σκοτάδι το
πάντα και για πάντα.
Αν έτσι σου ‘ρθει, τώρα, ξέρω καλά πως θα το κάνεις πάλι
όσες φορές κι αν χρειαστεί.

Σιωπηλοί κι ακίνητοι

Σιωπηλοί κι ακίνητοι
Ο ένας σχεδόν κοντά στον άλλον
σαν ξεγέλασμα παιδιάτικο
Διάθεση προσποιητή βγαλμένη απ’ τη συνήθεια
Σκέψεις που ψάχνουν να εκφραστούν ανέμελες
Ύφος μιας μοναχικής ανάγκης
και η μελαγχολία μιας μιζέριας να βρίσκει διέξοδο
στην εφήμερη σωμάτινη κίνηση
Σε είχα και δεν είχα τη δύναμη να σε αφήσω
τώρα…

Τίποτα

Και μια και δυο και πέντε και χίλιες φορές
σε είχα αγαπήσει.
Δεν ήξερα το πρόσωπό σου,
ούτε πως σε λένε, πως σε φωνάζουν.
Μα ερχόμουν κοντά σου
ερχόμουν κοντά σου κι έμενα.
Κι ερχόμουν όλες τις φορές
με την ίδια πάντα όρεξη
μέχρι που σε είδα.
Είδα ένα υπέροχο λατρεμένο τίποτα.
και η ψυχή πάγωσε
δεν είχε μέλη σάρκινα να φορέσει
κι έμεινε άπραγη.
Αναίτια χάθηκε, μα παρέμεινε
σε μια μορφή σε μια σκιά
που στ’ αλήθεια δεν υπάρχει.

Είδες…

μυστήριο η αναζήτηση του Άλλου,
η αναμονή μιας απάντησης σχεδόν αγωνία,
όπλα ανίκητα τα έξυπνα λόγια, οι απόλυτες σκέψεις,
κι εσύ χαμένη στη σιωπή ως άλλη άγνωστη
γραπωμένη στα παγωμένα σίδερα της
γέφυρας του Brooklyn
κοιτάζεις τα χρώματα της ζαφοράς που
χάσκουν ανάμεσα από ουρανοξύστες και
λεωφόρους πολύβουους
και ψελλίζοντας βρίζεις τα πουλιά που
κρώζουν ερωτοτροπώντας…
απογοητεύεσαι που είναι ελεύθερα και μένουν.

Θάλασσα κόκκινη

Δυνάμωσε ο καιρός
τα χρόνια δεν μυρίζουν Άνοιξη
και είδα
και άκουσα
και ένιωσα
μπερδεύτηκα και μπέρδεψα
ιστούς και λόγια
και χάρηκα και πόνεσα
και κέρδισα και έχασα
Δυνάμωσε το φως και ούρλιαξα
πάνω σε κάθε κύμα που μ’ έλιωνε
τρυφερά
και τ’ όνειρο ασπρόμαυρο
θρέφει αξίες και δίνεται
σε μοναξιές που αγκαλιάζουν πάντα
πνοές και δάκρυα λησμονημένα
τα πάντα εκεί
σε είδωλο καθρέφτη
ανυπεράσπιστες αρνήσεις
απουσίες, ακατάληπτες αυταπάτες
επερχόμενος δεσμός η λήθη
μέσα σε μια νύχτα όλη κι όλη
θάλασσα κόκκινη
ΓΙΝΑΝΕ ΟΛΑ

Ουρλιάζει η σιωπή

στη σιωπή μιλάνε τα σώματα
στοιχειώνουν οι ανάσες στον αέρα
τα μη και τους όρκους
μόνο τα σώματα μιλούν την αλήθεια
δεν ξεγελιούνται
δεν τους χρειάζονται βήματα μπροστά να προχωρήσουν
να προχωρήσουν στην αποκάλυψη γιατί…
γιατί έχουν ήδη φτάσει στον προορισμό τους

Είναι φορές

Πως σου φωνάζω άκουσε ουρανέ,
είναι φορές που η σκέψη σ’ αγγίζει
κι άλλες πάλι που η καρδιά ρούχο ζεστό
τ’ αλαφιασμένα σου ντύνει χάη
Δες τα σημάδια μου, δικά σου είναι,
σαν γράμμα παλιό το κορμί
χαραγμένο απ’ ανέμους
σαγήνη στο στόμα πλέκονται οι λέξεις
με ένα «ρο» ν’ ακουμπάει ζεστά
μαστούς εκτεθειμένους.
Αφορμή εσύ ουρανέ
με βήματα δήθεν ανέμελα τα σημάδια
του χρόνου σου ακολούθησα,
μετρημένη η αγάπη και η άρνηση
σ’ ένα χρόνο μικρό σταμάτησα εντός σου
άβυσσο είδα τη ψυχή σου
ντροπαλή την ανέφερες
Ω! ουρανέ
ασύμβατη πορεία σε φωτεινά σκοτάδια
να’ ναι λες αγγέλου μήνυμα ή
μιας αυταπάτης η ψευδαίσθηση;
Μήπως η δίψα είναι της σάρκας
στην καινούρια παρουσία ν’ αφομοιωθεί
της παγερής σιωπής το τέλος
διαπιστώνοντας πως έφτασε.
Είναι φορές που
άνεμος νομίζω
πως είσαι ουρανέ
και σε αφήνω να με χαρακώσεις.

ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΘΑΥΜΑ
ανέκδοτο διήγημα

Ημέρα 1η.
“Είναι θαύμα η γαλήνη των τετριμμένων συνηθειών’. Θυμάμαι τα λόγια σου και κλαίω. Θυμάμαι εκείνα τα αγαπημένα μου πρόσωπα, αυτά που είχαν κάνει τη ζωή μου μαγική και κλαίω στην ξαφνική απουσία τους.
Θυμάμαι, όταν πήγαμε στο Δημαρχείο να παντρευτούμε; Από τη ταραχή σου είχες ξεχάσει να πάρει τις βέρες. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία που είχε η φωνή σου, “ξέχασα, ξέχασα τις βέρες’ πρόφερες δειλά και κοίταξες από ντροπή το σκύλο σου που έστεκε στα πόδια μας και μας παρακολουθούσε αδιάφορος κουνώντας την ουρά του και γρυλίζοντας απολογητικά σαν να έλεγε, “εγώ δεν έκανα τίποτα’.
Κατόπιν, με κοίταξες με μία αθώα αφέλεια στο βλέμμα περιμένοντας την αντίδρασή μου. Πόσο χαριτωμένες ήταν οι αντιδράσεις σου. Γέλασες κι εσύ με την καρδιά σου, όταν με είδες να γελάω γεμάτος έκπληξη. Έλαμπες, φρέσκια και όμορφη με αφράτα χείλια και κατάλευκα δόντια. Κι αυτά τα λακκάκια που έσκαβαν τη βελούδινη επιδερμίδα σου!..
Κακό αυτό που λέω, σίγουρα δεν μου επιτρέπεται, αλλά καλύτερα που δεν ζεις σαν κι εμάς μέσα στα κουρέλια. Θα ήταν αδικία τόση ομορφιά να βασανίζεται από τον πόνο και την ασχήμια και η σάρκα σου να είναι σαπισμένη από τη ραδιενέργεια.
Τώρα έχω βγάλει τη βέρα από το χέρι μου. Με καμένη σάρκα είναι επίπονο να τη φοράω. Την έχω κρεμασμένη σε ένα καρφί απέναντί μου και τη βλέπω συνέχεια. Αισθάνομαι όπως τότε που τράβηξα το πέπλο από το πρόσωπο σου και σε φίλησα. Είχες ντραπεί, σε έπιασε λόξυγκας, εκείνος που σε έπιανε όποτε ντρεπόσουνα… Τότε δεν πίστευα στα θαύματα. Τώρα ξέρω πως ήσουνα ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα.

Ημέρα 2η
Ο Πάρις, ο γιος μας βήχει. Δεν ξέρω τι να κάνω, πώς να τον βοηθήσω. Τελικά, η απόγνωση που νιώθω είναι γιατί γνωρίζω, πως τίποτα δεν μπορώ να του προσφέρω έτσι που καταλήξαμε σαν τρωκτικά μέσα σε αυτή τη βρώμικη τρύπα ένα μέτρο κάτω από τη γη.
Ευτυχώς που το σύστημα της μνήμης έχει χαλάσει και δεν θυμόμαστε αρκετά απ’ όσα μας συνέβησαν γιατί θα μας πονούσαν αφόρητα. Ίσως αυτή, η αμνησία, να είναι η πιο σπουδαία άμυνα του οργανισμού μας, αλλιώς δεν θα αντέχαμε να ζήσουμε αυτή την κατάντια.
Να! Τώρα χαμογελάει. Μέσα από τα κουρέλια που είναι τυλιγμένο το πρόσωπο του, δεν φαίνεται, μα αντιλαμβάνομαι ένα μικρό χαμόγελο που του φέρνουν τα πρόσκαιρα διαλείμματα επανάκτησης της μνήμης του. Κι ευτυχώς που οι επανακτήσεις αυτές είναι πρόσκαιρες, γιατί όσες φορές συνέβη να κρατήσουν περισσότερο και να γεμίζει από τις εικόνες των αγαπημένων του ανθρώπων τού γεννούσαν πόνο και οδύνη παρά ευτυχία. Ίσως αντιλαμβάνεται το μέγεθος της συμφοράς και της μοναξιάς του καθώς και τον δύσκολο αγώνα που έχει να δώσει για να επιβιώσει.
Τα χείλια του τρεμοπαίζουν ξεσπώντας επάνω στα κουρέλια κάποιες πνιχτές φράσεις. Συνήθεια που απόκτησε μετά τη μεγάλη έκρηξη για να σκοτώνει τη μοναξιά του συνομιλώντας πολλές φορές ακόμη και δυνατά με τον εαυτό του.
Πρέπει να του ξαναβρώ μερικά πορτοκαλί χάπια, λένε έχουν πλούσια συστατικά τροφής, λένε πως κάνουν θαύματα, αυτά σίγουρα θα τον δυναμώσουν. Δύσκολη η απόκτηση τους, τα χάπια αυτά τα έχουν στην κυριαρχία τους οι κανίβαλοι των υπονόμων. Μόνο αν βρω κάποιον σύνδεσμο κι ανταλλάξω αυτά τα δύο λευκά χάπια που μου απομείνανε με τα συνθετικά μεταλλικά στοιχεία και άλατα. Έμαθα πως κάνουνε σαν τρελοί να γευτούνε ένα τέτοιο χάπι, αφού για να συντηρηθούν πίνουνε ακόμη και τα ίδια τα ούρα τους, προκειμένου να πίνουν μόνο τα χημικά απόβλητα.
Αν δεν είχα την υποχρέωση του μικρού μου θα ήξερα πώς να γλιτώσω τη ζωή μου από ετούτη τη συμφορά. Όμως έχω ευθύνη απέναντί του και στο όνομα αυτής της πατρικής αγάπης αναγκάζομαι να γίνομαι σκληρός και να σκοτώνω μέσα στα χαλάσματα όποτε τυχαίνει να συναντήσω άνθρωπο που να κατέχει κάποιον φαγώσιμο οργανισμό. Ένα σκουλήκι, ένα φίδι, κανένα ποντίκι ή κατσαρίδα, για να το δώσω να το φάει ο μικρός μου και ν’ αντέξει μια μέρα ίσως πάρα πάνω.
Τις τελευταίες μέρες του έχει ανέβει πολύ ο πυρετός, ψήνεται. Στην απόγνωση μου σκέφτομαι, πως αν έπεφτε στα χέρια μου ένας από αυτούς τους πολεμοκάπηλους στρατηγούς που οδήγησαν τον κόσμο στον πυρηνικό όλεθρο θα τον έτρωγα ζωντανό, όπως κάνουνε οι κανίβαλοι στους υπονόμους. Μωρέ! Τους παραδέχομαι… Πρέπει να ειδοποιήσω το φίλο μου τον Αίολο, μόνο αυτός μπορεί να μου βρει τα πορτοκαλί χάπια. Είναι η τελευταία μου ελπίδα. Θα του δώσω αυτό το πικρό κομμάτι ρίζας από ελιά να το ανταλλάξει μπας και κάνα θαύμα κάνει τον Πάρι μου να επιβιώσει λίγο ακόμη.

Ημέρα 3η.
Ο πυρετός πάλι ανέβηκε, ψήθηκε. Ντελίριο έπιασε το μικρό μου και παραμιλούσε. Σε φώναζε με τ’ όνομα σου, αγαπημένη μου. Πρέπει να έχει νυχτώσει απ’ όσο μπορώ να υπολογίσω από τις ώρες που πέρασαν γιατί έτσι κι αλλιώς τώρα και οι μέρες είναι σκοτεινές από τον καπνό που έχει τυλίξει τον ουρανό. Δύο χρόνια λένε έχει να βγει ο ήλιος. Τους πιστεύω, αφού έτσι η αλλιώς έχω χάσει το χρόνο κρυμμένος μέσα στη τρύπα μου ν’ αποφύγω όσο γίνεται τη μαύρη σκόνη. Παντού στάχτη κι αποκαΐδια από ανθρώπους, ζώα και σπίτια. Όλα σκεπασμένα από πυκνή σκόνη που τρυπάει τα σωθικά.
Κάτι ακούω, επιτέλους θα γύρισε ο Αίολος… Παναγία μου! ας έχει τα χάπια. Τώρα έχει πάλι ησυχία, λες να είναι κανένας βάνδαλος που κλέβει τρύπες; Καλύτερα να πάρω το μαχαίρι να είμαι έτοιμος ν’ αμυνθώ αν χρειαστεί. Μα αν ήτανε κλέφτης δεν θα χτυπούσε το τσίγκο… Ο Αίολος θα είναι, πρέπει να του ανοίξω. Από την ασιτία ο τσίγκος μού φαίνεται πως βάρυνε, ανάθεμα τον. Άνοιξα, σκοτάδι, μια αχνή άγνωστη σκιά μόνο ξεχωρίζω. Τρομάζω για μερικές στιγμές, ώσπου ξεχωρίζω μια γυναικεία σκιά που δεν την είχα ξαναδεί. Άναψα τα δύο εκατοστά φυτίλι από τις τελευταίες σταγόνες κεριού που είχαν απομείνει. Πράγματι στο τρεμάμενο και αμυδρό φως είδα την όψη μιας γυναίκας. Την κατάλαβα από το γλυκό βλέμμα των ματιών της. Ήταν σαν την ηρεμία της παλιάς πανσέληνου, που έσταζε έρωτα.
Την κοίταξα πολύ ώρα με το μαγεμένο βλέμμα μου να απλώνεται επάνω της σαν χάδι να την αγγίξει, να την χαϊδέψει. Απ’ τις καλές ημέρες της ζωής μου είχε η ματιά μου να χαρεί γυναικεία σάρκα. Δύο χρόνια τώρα είχα ξεχάσει τον έρωτα την αγάπη. Η ανάγκη για επιβίωση περιέκλειε μέσα της όλα τα στοιχεία της βίας με όλες τις ακραίες μορφές της και τίποτα άλλο, κανένα ίχνος στοργής και τρυφερότητας δεν υπήρχε ανάμεσα σε όσους επιζήσαμε. Πρέπει να ένιωσε στη σάρκα της τη λαχτάρα μου. Έλαμψαν τα μάτια της μέσα από τις δύο μοναδικές τρύπες των κουρελιών που είχε τυλιγμένο με γυναικεία επιμέλεια το πρόσωπο της. Χαμογέλασε δειλά, αλλά δεν φάνηκε τίποτα, κανένα γλυκό συναίσθημα δεν εμφανίστηκε, μόνο ένα κουρελάκι λύθηκε και κρεμάστηκε μπροστά στο πηγούνι της. Για λίγες στιγμές κοιταχτήκαμε και ταξιδέψαμε. Ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα είναι ο έρωτας, νιώσαμε για λίγο το όνειρο, όπως τότε που υπήρξαμε άνθρωποι και το είχαμε ανάγκη. Χαθήκαμε, σκορπιστήκαμε μέσα στη καταθλιπτική σκοτεινιά αφήνοντας επάνω στις στάχτες χνάρια από μιαν αγάπη που μόλις άρχιζε.
-Ποια είσαι; Τι θέλεις εδώ; Τι θες από μένα; ρώτησα αρκετά ταραγμένα.
Χωρίς να μιλήσει άπλωσε το χέρι της και μου πρόσφερε ένα μαραμένο αχλάδι. Απόρησα, μήπως δεν βλέπω καλά μέσα στη σκοτεινιά, αναρωτήθηκα και κοίταξα καλύτερα. Όχι καλά είχα δει, ήταν ένα αχλάδι. Αυτό κόστιζε μια ολόκληρη περιουσία. Από ένα του μόριο να μοίραζε, κάλλιστα θα γινόταν βασίλισσα κι εκείνη μου το έδινε.
-Γιατί; Γιατί σε μένα; ρώτησα.
Χωρίς να μιλήσει επέμενε να κρατάει το χέρι της, που έτρεμε, τεντωμένο. Θες λίγο από την παράτολμη προσφορά, την αδυναμία, λίγο από την ταραχή της μαγείας που οι ματιές μας είχαν ενωθεί, λίγο από τον αδιόρατο φόβο που χαρίζει η εξιχνίαση, πάντως έτρεμε και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Αυτή την αξιοπρέπεια που χαρίζει η ευγένεια είχα να τη νιώσω από άλλον άνθρωπο πολύ καιρό και μου άρεσε. Μου ξυπνούσε όσα καλά αισθήματα είχαν απομείνει ακόμη μέσα μου ζωντανά.
-Πέρασε μέσα, είναι επικίνδυνο για τη ζωή σου να εμφανίζεσαι ακάλυπτη, άμα κανένα μάτι σε πάρει να κρατάς αυτό το… θα σε σκοτώσει για να το πάρει.
Έπιασα τα κουρέλια της από τους ώμους και την τράβηξα με δύναμη μέσα στη τρύπα μου. Δεν ήταν βαριά κι έπεσε επάνω μου, στριμωχτήκαμε, μα ένιωσα το κορμί της να καίει και την καρδιά μου να χτυπάει. Τη στιγμή που τα πρόσωπα μας ήρθαν κοντά και θέλησα να την δω καλύτερα, τελείωσε το κερί κι έσβησε η φλόγα του.
-Είμαι άτυχος, ήρθες τόσο κοντά μου και δεν θα μάθω ποτέ το πρόσωπο σου. Το πρόσωπο μιας γυναίκας που θέλει να… Αλήθεια γιατί μου δίνεις το αχλάδι;
-Έμαθα πως έχεις ένα παιδί άρρωστο… Το έχεις ανάγκη λοιπόν, ψέλλισε.
Την ένιωσα που σπαρταρούσε σαν ψάρι και δεν άντεξα να περιμένω. Άπλωσα το χέρι μου κι άρχισα μέσα στο σκοτάδι σαν τυφλός να ψηλαφίζω το πρόσωπο της. Έσκυψε το κεφάλι της σαν να με διευκόλυνε, όταν βάλθηκα με περίσσια προσοχή σαν ιεροτελεστία να ξετυλίγω τα κουρέλια που ήταν σφιχταγκαλιασμένα γύρω απ’ το πρόσωπο της.
-Τι κάνεις; ψιθύρισε με κλονισμένη φωνή, όμως, σπαρακτικά τρυφερή.
Άγγιξα τα χείλη της, ένιωσα τις βαθιές χαρακιές τους. Τραβήχτηκε σαν από ντροπή, αλλά κατόπιν ένιωσα τα δάχτυλα της να ψηλαφίζουν τα δικά μου χείλια.
-Επιτέλους, άνθρωπος! Πρόφερε μέσα σε έκσταση.
Για κάμποση ώρα μείναμε με τις άκρες των δακτύλων μας να χαϊδεύει ο ένας τα χείλια του άλλου μέσα στο ξεχασμένο πια συναίσθημα της αγάπης. Όταν επιχείρησα μερικές φορές να την φιλήσω έστρεφε το πρόσωπό της.
-Γιατί; Γιατί δεν με αφήνεις να σε φιλήσω;
-Δεν έχω δόντια, πρόφερε με θλιμμένη φωνή.
-Κανείς μας δεν έχει, τόλμησα χαμογελώντας πικρόχολα κι άρχισα να ξετυλίγω τα κουρέλια κι από το δικό μου κεφάλι. Με βοήθησε. Ήταν ανάλαφρη σαν αγιάζι. Ανατρίχιασα.
Μείναμε με γυμνά κεφάλια, ακούμπησα το πρόσωπό μου στο πρόσωπο της. Οι σάρκες μας ήταν ξεφλουδισμένες, σκληρές και σε πολλά σημεία τους αιμορραγούσαν αθόρυβα, μα νιώθαμε όμορφα και μαγικά στην ένωση.
-Είσαι όμορφη κι ας μη σε βλέπω, σε νιώθω, σε αισθάνεται η καρδιά μου όμως, είσαι ένα θαύμα που δεν περίμενα να φανεί, πρόφερα σβησμένα επάνω στα χείλια της και με την άκρη της γλώσσας μου γεύτηκα της πληγές τους.
Το ίδιο έκανε κι εκείνη για μια στιγμή προφέροντας συνάμα μέσα στο στόμα μου.
-Πάρε το αχλάδι.
-Δεν έχω τίποτα να σου δώσω σε αντάλλαγμα, πρόσθεσα.
-Μου έδωσες, απάντησε εκείνη με τόνο που δεν χωρούσε αμφισβήτηση.
Κατόπιν άρχισε να τυλίγει τα κουρέλια στο κεφάλι της
-Τι σου έδωσα; ρώτησα απορημένα.
Με ένα επιδέξιο τίναγμα βρέθηκε έξω από το λάκκο μου.
-Που πας; Μείνε λίγο ακόμη, φώναξα ταραγμένος.
-Τα θαύματα λίγο διαρκούν… Ευχαριστώ! ψέλλισε απλά και ξαφνικά ανάλαφρη σαν αγέρι εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι όπως είχε εμφανιστεί.
-Ούτε το όνομα σου δεν ξέρω, μονολόγησα όχι δυνατά αλλά μέσα στην ησυχία φαίνεται πως με άκουσε.
-Ζωή, με λένε, όπως τότε… θυμάσαι; μου φώναξε και μετά απόλυτη σιωπή.
Όταν μετά από λίγο καταλάγιασε ο οργανισμός μου, ο Πάρις, αλίμονο, είχε ήδη ξεψυχήσει, χωρίς να προλάβει να φάει το αχλάδι. Η οδύνη έκοψε την ανάσα μου. Τόσο καιρό περίμενα ένα θαύμα, μόλις το κράτησα στα χέρια μου και δεν πρόλαβα να του το δώσω. Μετά από λίγο, κατά ένα περίεργο τρόπο ένιωθα ελεύθερος, επιτέλους τώρα θα μπορούσα να φύγω κι εγώ ήσυχος, να γλιτώσω αυτό το μαρτύριο.
Μοιραστείτε τη δημοσίευση:
Πηγή : Ποιείν

ΕΤΡΕΧΕΣ ΒΑΘΙΑ Στη Μαρίζα Κωχ

15219384_1863459007217759_5093675813756727508_n

Είχες μες στα μάτια σου τον ήλιο
ένα ποίημα απ’το Μαραμπού
κρύσταλλο η φωνή σου και να απλώνει
στη Μεσόγειο ως το Κατμαντού.

Έτρεχες βαθιά μέσα στα χρόνια
μες στης «Πόλης»την αστροφεγγιά
κι ήρθαν δάκρυα στα μάτια
μες στη θάλασσα του Μαρμαρά.

Είχες μες στα μάτια σου τον ήλιο
τον Θεό βαθιά μες στην ψυχή
και είπες, περιμένω έναν φίλο
που’χει ακόμα άσπρη τη ζωή!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ- ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

14322580_1822292178001109_6476691953471104199_n

Οι ποιητές, είμαστε κάτι ανάλογο,
Με επιβλέποντες εργοδηγούς
Μιας επανάστασης
Ανούσιας δυναμικής,
Στην οποία φυσικά
Ποτέ δεν λάβαμε μέρος
Και ποτέ δεν πρόκειται να λάβουμε.
Γιατί τα κοστούμια μας,
Είναι τόσο μα τόσο
«Άψογα»
Και δεν χωράνε, ούτε λάσπες,
Ούτε τον ψόγο «του μη αψόγου»,
Να δεχτούνε.
Εξάλλου μια έλλογη ποιητική οντότητα
Τι άλλο οφείλει
Πέραν του να ομιλεί…
Να ομιλεί…
Όλο να ομιλεί γραπτώς
Για χαοτικές, λέει , ανέφελες
Σκιές του πεπραγμένου,
Που τίποτα άλλο δεν είναι πέρα
Από το φαντασιώδες…
Εύγε Ποιητά…

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ
ΣΥΛΛΟΓΗ: ΕΑΡΙΝΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ, ΕΚΔ. ΝΟΩΝ ΑΘΗΝΑ 2014
Πηγή : ΛΗΚΥΘΟΣ ( Εξαμ – ART – ημα )

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ- 2 ΠΟΙΗΜΑΤΑ

13895502_1809711389259188_1468583557639639090_n

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ- Η Ρ Θ Ε Σ ..

Ήρθες του νόστου πρωτόπλαστη

με πλήρη εξάρτηση λέξεων

ευλογίας-αρμονίας-θανάτου !!

όπως γιατρεύεις τις αποστάσεις

κι απασφαλίζεις τις ιδέες

κύτταρο-φιλί-κάνιστρο !!

με την αντιστροφή του ήλιου,

με πλήρη αφύπνιση σώματος,

ηδονής-υδρίας-απέραντης !!……..

~Κώστας Καρούσος~
16/7/2016

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ-ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Το ξημέρωμα,

έχει διάφανο πρόσωπο

που κοιτάζει τα μέλλοντα

και στην αλληγορία του φωτός

υποκλίνεται !!

Το σούρουπο.

-αραχνο ύφαντο δάκρυ της ψυχής σου-

καμαρώνει τις ανάσες των παιδιών

που προ υπαντούν το όνειρο !!

Με ακολουθεί το βλέμμα

της ποίησής σου,

με ενδυναμώνει ο μανδύας

της διαίσθησής σου !!

Δώσμου ένα χαμόγελο !!

~Κώστας Καρούσος~

Ο Κώστας Καρούσος , Εικαστικός, Λογοτέχνης, Ποιητής, Πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Πηγή : ΛΗΚΥΘΟΣ ( Εξαμ – ART – ημα )