Αρχείο | Οκτώβριος 29, 2016

ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ

13895097_1807893479440979_613343695631540157_n

Μάνα ! ο βασιλικός στον πόρτα μου
πήρε και ευωδιάζει
και η βιγόνια στην αυλή
τα χρώματα αλλάζει .
Μα ΄γω αυτό που καρτερώ
με λούλουδο δεν μοιάζει ,
η πεθυμιά του Έρωτα
μόνον φωτιές διαβάζει .

Μανούλα μου ο Έρωτας
πουκάμισο δεν έχει ,
πάνω στα κάστρα του γυμνός
με μία δάδα τρέχει .
Φωτιές ανάβει στις καρδιές
στα πόδια και στα χέρια
και σαν σμιχτούν οι αγκαλιές
ανάβει και τ΄ αστέρια .

Μάνα ! η θάλασσα γαλήνεψε
και οι ψαράδες πάνε
και τα δελφίνια απ΄τα βαθιά
βγαίνουν και τραγουδάνε .
Μα ΄γω αυτό που καρτερώ
με θάλασσα δεν μοιάζει ,
ειν΄ η αγάπη ασύνορη
κι άλλους Θεούς διατάζει .

Νίκος Δημογκότσης

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΠΟΥ ΓΗΣ!!!!!!

14639772_1846401975590129_5843593737726623140_n

Μια τέτοια ημέρα, σαν αυτή , η Ελλάδα μας έγραψε άλλη μια ηρωϊκή και ένδοξη σελίδα στην Ιστορία της, σ’ αυτή την Ιερή Γη που παντού μοσχοβολάει ο τόπος γιασεμί,θυμάρι,δυόσμο ,μέντα και ρίγανη κι απλώνεται το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας ,. Γεμίζω την ψυχή μου με φως και τις χούφτες μου με δαφνόφυλλα και τα σκορπίζω ,Πατρίδα μου ευλογημένη να πω ευχαριστώ θεέ μου που γεννήθηκα Ελληνίδα και μιλώ την ελληνική,αυτή την ένθεη γλώσσα με την οποία οικοδομήθηκαν οι επιστήμες και διαμορφώθηκε της υφηλίου το πνεύμα με τη διάνοια των δικών σου φιλοσόφων και επιστημόνων!
Soula Maropaki 28/10/16

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΠΟΥ ΜΑΤΩΣΕ

13645294_1793511757545818_2104425211950241284_n

Στα χρόνια εκείνα που στο ξεφάντωμα της βροχής το ουράνιο τόξο άνοιγε δρόμους για να διαβούν τα όνειρα και ο ήλιος ξάμωνε τις φτερούγες των πουλιών στο νοτιά…….. οι μενεξέδες χάριζαν το όνομα τους στις πολιτείες . Ήταν τότε που τα άστρα γιόμισαν τον ουρανό , δεν βρίσκανε πια χώρο και γύρεψαν άλλους τόπους να ξαποστάσουν. Κάπως έτσι γινήκανε οι πολιτείες των λουλουδιών , όταν έτρεξαν να τις κατοικήσουν οι ταξιανθίες των αστεριών…………… ..και ανάμεσα τους βλάστησε ένα ολόλευκο άνθος , ρόδο το φώναξαν αμέσως σαν το αντίκρισαν κάποια ξέχωρη αυγή.
Εκείνο μοναχά τον ήλιο θωρούσε , τα χαράματα μάρμαιραν το κορμί του και τα δειλινά τρέχανε να κρύψουν τα χρώματα τους κοντά του. Η νύχτα το προστάτευε , έπλεκε δίχτυα με τα νήματα της Άρκτου να ψαρέψει το φεγγάρι, μη θελήσει να το κόψει και το πάρει μαζί του…………… Τα καλοκαίρια το ζητούσαν για ταίρι τους με την υπόσχεση να το κρατούν πάντα στολισμένο και οι χειμώνες γύρευαν να ζευγαρώσουν μαζί του με αντάλλαγμα να αφήνει ξέσκεπη τη θωριά του ο χιονιάς. Μέσα σε τούτες τις αρχέγονες αγκαλιές των εποχών που περιδιάβαιναν, το ρόδο παρέμενε ολόλευκο, σαν να του έραβε φορεσιές η αγνότητα.
Όμως κάποια μέρα το αντάμωσε το αγιάζι , το πλησίασε έκθαμβο από την περισσή ομορφιά του και στάθηκε δίπλα του να το κοιτά. Μονομιάς σταμάτησε την βοή του και ζήτησε από το ρόδο να μείνει για λίγο κοντά να του σιγοτραγουδά. Ψίθυρος αγγέλου έμοιαζε η φωνή του, μουσική πρωτάκουστη στην πολιτεία. Το ρόδο για πρώτη φορά σταμάτησε να κοιτά τον ήλιο, συγκινήθηκε από το γέρσιμο της μουσικής και το επόμενο πρωί δροσοσταλιές γέμισαν το κορμί του. Το αγιάζι έμεινε κοντά του, και το ρόδο μαγευόταν ακόμα και με τα ακούσματα της βροχής που τα λόγιαζε τραγούδι αστεριών τη νυχτιά. Μα κάποια στιγμή, ο χειμώνας ενοχλήθηκε και σταμάτησε να ξεδιψά τις πολιτείες των λουλουδιών, το αγιάζι θυμήθηκε το σκοπό του, οι ψίθυροι σώπασαν και η ανατριχιαστική φωνή του ήχησε και πάλι μετά από τριάντα μέρες. Τα ρόδο τρόμαξε με το φευγιό του, πόνεσε πολύ , την επόμενη αυγή μάτωσε το κορμί του, έχασε πια τη λευκότητα, έγινε κόκκινο, κάποια φύλλα του έπεσαν στο ματωμένο χώμα και στη θέση τους βγήκαν αγκάθια. Σιμά του, φύτρωσε ένα δέντρο – ροδιά το φώναξαν αμέσως για να θυμίζει το χαμένο ρόδο – που οι καρποί του σκάνε στου φθινοπώρου το γιορτάσι, μέχρι να φανούν όλες οι μενεξεδένιες ψυχές που ματώνουν…………. Ο ήλιος δεν πειράχτηκε, ένοιωσε σαν να κάπνισε στην πλάση τα χρώματα του, φώναξε δυνατά ¨ Πιότερο να αναδεύεται η λευκότητα για να φανούν τα χρώματα μου…….. κόκκινο τριαντάφυλλο της ΑΓΑΠΗΣ ¨

Νεκταρία Παπαθανασάκη ( ΗΛΙΟΚΑΠΝΙΣΜΕΝΑ )

28η Οκτωβρίου, σωτηρίου έτους 2016

13895502_1809711389259188_1468583557639639090_n

 

Ανέτειλε o Κύριος το ΟΧΙ του γένους.
Μνήμες προπατόρων ρέουν στο αίμα
και πλανήθηκε ο νους
στου Οδυσσέα τα μέρη .
Ταλαιπωρημένο κι ανίσχυρο πλέον το σώμα
εις την γηραιά Αλβιώνα
αναζητά τη χαμένη του αίγλη.
Ανήμπορο ήδη
στο βλέμμα του ο νόστος διακαής
και της ψυχής του τα δάκρυα
ρομφαίες κι αγχόνες .
Μακράν κείται ο ποιητής….
από οσμές θυμαριού κι ανθούς λεμονιάς
απ’ του Μυροβλύτη τη χάρη
και την εναλία γη,την Κυπρία
Ξαπλωμένος χαμαί
θρηνεί για τα απολεσθέντα….
Η πένα βαραίνει στο άλγος των λέξεων
Της φρυκτωρίας η λάμψη
δεν ανεφάνη εις τούτον τον τόπο .
Απομακρυσμένος από οικείους και φίλους
θρηνεί κι οδύρεται ο ποιητής…
Δεν αισθάνεται πια
της Παντανάσσης τη χάρη .
Τιμωρία στους προδότες αναζητά
ν’ αποδώσει, να διώξει το μένος
απ΄’ του νου του τα έλυτρα.
Μένος για του ιθύνοντες
που τους Έλληνες έπεμψαν
εις γην αλλοτρίαν
κι έκρυψαν απ’ τη χώρα του
της δικαιοσύνης τον ήλιο
Γιατί οι Ερινύες φυγομαχούν;
Πότε επιτέλους θα τιμωρηθεί
τούτη η ασυγχώρητη ύβρις;
Γιατί μακριά εκδιώχτηκε
απ’ της Τροοδιτίσσης τη χάρη;
Αναπάντητα ερωτήματα και άσκοπα δάκρυα
Κάπως έτσι, στην αχλή του χειμώνα
μες στο σκότος της κάμαρης
μετά του ετέρου ημίσεως αναμένει ο ποιητής
Προσδοκά τη μεγάλη στιγμή
που θα επιστρέψουν ,να προτάξουν το στήθος
τα φοβερά των βράχων αγάλματα
να επέλθει η πολυπόθητη ανάσταση.

Μαρία Σαντά

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΑΛΕΞΙΟΥ «Σ’ ευχαριστώ , Κύριε, που με αξίωσες να ζήσω σε τούτο το γαλαζοπράσινο παράδεισο ,που λέγεται Ελλάδα» ….Είναι στίχοι από το ποίημα «ΩΔΗ» που περιέχεται στο βιβλίο«Μεγαλυνάρια» της ποιήτριας Γ. Αλεξίου.

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

Ας ζήσουμε κι εμείς για λίγο με όνειρο,όπως έζησε την παιδική ζωή της η ποιήτρια και την αποτυπώνει στο ποίημά της
ΑΥΓΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ
Φεύγει η ψυχή μου ,τρέχει….
πισωγυρίζει η φαντασία μου
στις αυγινές μου μέρες.
Εκεί που ξέγνοιαστα πετούσα
που αλαφοπατούσα
………………………………………….
Εκεί στις πλαγιές του Βελουχιού
στους θάμνους τους αγκαθωτούς
ανάμεσα στα φρύγανα, στα λιόπορνα
στου θυμαριού τις αγκαλιές…
Τα πρώτα σκιρτήματα της ποιήτριας ,οι πρώτοι της έρωτες ,για ό,τι πρωτοαντίκρισε, για ό,τι χάιδεψε με τα μάτια και τις αισθήσεις της, ένα κορίτσι που αλαφοπατούσε στο αγαπημένο χωριό της, τη Μερκάδα που είναι σκαρφαλωμένη στο Βελούχι(Τυμφρηστό)
Το «νους υγιής εν σώματι υγιεί»των αρχαίων Ελλήνων, το έκανε πραγματικότητα η Αλεξίου. Έγινε καθηγήτρια Σωματικής αγωγής ,χωρίς όμως να απεμπολήσει την ποίηση, που τη θέλγει, τη μαγεύει και τη ζωογονεί,το τάλαντο με το οποίο την προίκισε ο Θεός.
Δεν άφησε τον ψίθυρο της καρδιάς της να τον σκορπίσουν οι άνεμοι , τον έκανε ποίημα ,τραγούδι ερωτικό, έκσταση, αγωνία ,τον έκανε Ύμνο για την Ελλάδα, για το ξωκκλήσι του χωριού της και της περιοχής της , τον έκανε πόνο για τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της με «To τελευταίο μειδίαμα» ,οδύνη και σπαραγμό για το παιδί της που έφυγε πρόωρα .
Το έργο της Αλεξίου μοσχοβολάει Ελλάδα ,με άρωμα απ’τον έλατο του βουνού κι απ’τις αμμουδιές του Ομήρου.
Ας ζήσουμε κι εμείς της ποιήτριας τα
ΕΥΩΔΙΑΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ
………………………………
Στα ξέφωτα έπιανες χορό μαζί με τις ξωθιές..
κι οι γρύλοι
περήφανοι του ασημοφέγγαρου εραστές,
ακούραστοι της νύχτας αοιδοί
σου γλυκοτραγουδούσαν..
Ζει την ομορφιά της ποιητικής του Θεού μες στα καταπράσινα δάση, το μυστήριο της νύχτας, το ασήμι του φεγγαριού.Της κρατούν συντροφιά οι ήχοι των γρύλων , οι υλακές απ’ τ’αγρίμι που χάνεται μες στο λόγγο.
Αισθαντική και ευαίσθητη η ποιήτρια μας ,αφουγκράζεται το κάθε τι γύρω της, αγαπάει κι ερωτεύεται κάθε τι που της στέλνει υμνωδία αγάπης και φως.
ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ
Μερκάδα τ’όνομά σου
σκουροπράσινο πετράδι
στολίδι της γης
Εκεί στα σκοτεινά οι νιοι
ερωτεύονται τις νιες
………………………
Συγκινείται με της πατρίδας της το χιλιοτραγουδισμένο ποτάμι ,τον Σπερχειό, και ξετυλίγοντας το νήμα του χρόνου φθάνει ως τη Μυθολογία.
Ας δούμε ένα απόσπασμα από το ποίημα
ΣΤΟ ΣΠΕΡΧΕΙΟ
…………………
Στα γάργαρα νερά σου οι νύμφες
άπλωναν τα αφροδίσια τους κορμιά
κι έλουζαν τα μακριά μαλλιά τους
Στις κρουσταλλιασμένες βάθρες σου
κι εγώ μικρό παιδί κολύμπησα.
……
Όμορφες εμπειρίες για ένα παιδί του χωριού, εμπειρίες που λείπουν απ’τα παιδιά της πόλης που δε βούλιαξαν με γυμνό πόδι στη λάσπη και δεν είδαν πως έρπει το φίδι ή τον σκορπιό τις νύχτες πάνω στους τοίχους.
Πλούσια η ποιήτρια σε εικόνες ,σε φαντασία και έμπνευση.
Και συνεχίζοντας για τον Σπερχειό,διαβάζουμε
Σπέρνεις αφειδώς τα δώρα σου…..
Ακολουθώντας το δρόμο σου
μέχρι στους μυχούς της ερωμένης σου να βρεθείς
στα αστραφτερά νερά του Μαλιακού να χυθείς
Το ξωκκλήσι των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου που βρίσκεται σε μια ραχούλα του Τυμφρηστού, γίνεται ποίημα τρυφερό, γεμάτο παράπονα για την εγκατάλειψη.
…………..
Πέτρινοι είναι οι τοίχοι σου
λευκοί, ασβεστωμένοι
κι ολημερίς τους δέρνει
το χιόνι κι η βροχή
Δεν έχει ψάλτη, ούτε παπά
μόνο ένα σήμαντρο μικρό..
Όλα του Χωριού της η Γεωργία τα θεωρεί δικά της παιδιά ,θέλει να τα χαϊδέψει να τα περιποιηθεί, να γίνει ένα με την ανάσα τους ,να δείξει την αγάπη που κρύβει στα έγκατά της. Μιλάει με πάθος για την Αηλιόβρυση του χωριού της.
ΑΗΛΙΟΒΡΥΣΗ
Η όμορφη και πέτρινη θωριά σου
κατάντησε φιγούρα μαυρισμένη
αχνάρι βιβλικής καταστροφής
Γύρω ένα μαύρο
βαριά η μυρουδιά απ’τα αποκαΐδια
θυμίζει θάνατο.
Αγαπάει τον τόπο που γεννήθηκε. Πάντα θυμάται κάτι απ’τη Μερκάδα, απ’του δάσους το μοσχοβόλημα .
Ένα άλλο έργο της Αλεξίου είναι τα Ηλιοτρόπια, το οποίο εκδόθηκε το 1997 και επανεκδόθηκε το 2000 μεταφρασμένο στην αγγλική από τον κ Πασχάλη .Χριστοδούλου.
Είναι ένα βιβλίο ύμνος στον ήλιο ,στη φύση, όπου ξεχειλίζει η ερωτική διάθεση της ποιήτριας. Πονάει και πικραίνεται η ποιήτρια , όταν βλέπει ότι κάποιοι άμυαλοι όπως λέει κι η ίδια του βάζουν φωτιά κι εκεί που έσφυζε η ζωή ,τώρα η μαυρίλα και τ’ αποκαϊδια .
«Το δάσος που λαχτάριζες
ώσπου να το περάσεις
τώρα να το ξεχάσεις
διαβάτη αποσπερνέ»
όπως μας λέει κι ο Μιλτιάδης Μαλακάσης
Θυμίζουν σεληνιακό τοπίο, γκρίζα κορμιά όπως λέει στο ομώνυμο ποίημά της η ποιήτρια.
ΓΚΡΙΖΑ ΚΟΡΜΙΑ
(3 χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαγιά της Θάσου)
Οι λόφοι άρχισαν πάλι να ντύνονται
την πράσινη φορεσιά τους.
Ανάμεσα στο πράσινο
νεραϊδόμορφα ξωτικά
παλικάρια νεκρά
κείτονταν τα δέντρα
που τα’γλειψε με λαιμαργία η φωτιά.
Κι ένας πόνος βαθύς για την καστανιά της αυλής της,για τα δένδρα που σβήνουν όρθια .
ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΡΘΙΑ
Στο σπίτι μου μπροστά
πλάι στην αυλόπορτα
στέκεται ολόρθη
μια πεθαμένη από χρόνια καστανιά
Τεράστια ,θαρρείς μαγεμένη φιγούρα
ξεγελά το μάτι του χρόνου
…………….
(Από τα Ηλιοτρόπια)
Η ποιήτριά μας είναι εράστρια όπως λέει κι ίδια του ήλιου.Ο ήλιος ο ζωοδότης, ο ήλιος έρωτας,ο ήλιος χαρά, , ο ήλιος με ηλιογεννήματά του, ο πολυώνυμος ήλιος είναι τα πάντα.
Διαβάζουμε ένα μικρό ποίημά της που είναι και το πρώτο στο βιβλίο αυτό
 
ΕΡΑΣΤΡΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Αιώνια ερωμένη του ήλιου
αφήνομαι στη ζεστή αγκαλιά του
ολημερίς ρουφώ τα χάδια του
με λαιμαργία πίνω τα φιλιά του
ηδονίζομαι με τα ερωτοπαίγνιά του…
ΗΛΙΟΓΕΝΝΗΜΑΤΑ
Η κόρη η Ηλιογέννητη
με πρόσωπο ηλιοειδές
Ηλιοβολεί το Ηλιόγερμα
και το Λυκαυγές
Ο νέος ο Ηλιόμορφος
ο Ηλιοκαμένος
Ηλιοφανής στην όψη
με ηλιοστάλακτες ματιές
μαγεύει τις καρδιές.
Παίζει με τα παράγωγα του ήλιου η Γεωργία .Θέλγεται από τον ήχο των λέξεων και ζει των ερωτά τους ,φαντάζεται αυγές και λιογέρματα,φαντάζεται ηλιοστάλακτες ματιές, νέους ηλιοκαμένους.Τη μαγεύει ο ήλιος. Λούζεται με φως η ποιήτρια ,γι’αυτό τα ποιήματα της μυρίζουν θυμάρι, είναι Ελλάδα ,χωρίς παρεισφρήσεις ξένων επιρροών.
ΩΡΑ ΔΕΙΛΙΝΟΥ
Υμνεί τον Ήλιο και πάλι στο ποίημά της αυτό η Γεωργία
……………….
Αύριο πάλι θ’ ανατείλει λαμπρόθωρος
χρυσοστεφανώνοντας την κορφή του λοφίσκου
ασημώνοντας τα λιόδεντρα
θα γείρει πάλι στον κόρφο της ερωμένης του
της μαγεύτρας θάλασσας πορφυρώνοντάς την.
Κι εγώ πάλι ηλιοβόρα ύπαρξη θα ρουφώ τα είδωλά του
λαμπιόνια ριγμένα στη θάλασσα
δεμένα στη σειρά με τις χρυσόξανθες πλεξούδες του.
Σε δυο στίχους της, στο ίδιο ποίημα ,γράφει η Γεωργία .
Το σύννεφο πορφυρώθηκε
κι ένα κομμάτι ουρανός λίμνη με πορφύραΤέλεια ποιητική εικόνα ,θυμίζει τον αείμνηστο τον Τάκη τον Κανελλόπουλο, που τα έργα του ήταν κινηματογραφικά ποιήματα.
Πιστεύω ότι διαβάζοντας Αλεξίου δεν μπορείς παρά να ερωτευθείς κι εσύ αναγνώστη τον ήλιο, τη φύση ,το κυκλάμινο, το λιόπορνο του χωριού της, της καστανιάς τη φιγούρα, του Κουκούλη το δάσος.
Αν αναλογισθούμε ότι η Γεωργία είναι μητέρα 5 παιδιών και έχει στο ενεργητικό της ένα τόσο πλούσιο έργο, μπορεί κανείς να συμπεράνει τον έρωτά της για την ποίηση ,ν’ αφήνει κατά μέρος τις καθημερινές έγνοιες και τριβές ,να ντύνεται την πορφύρα του ήλιου και να γράφει, να γράφει με την πλούσια πένα της, να περιμένει πότε θα λάμψη η αλήθεια για να τη δει ο ποιητής γυμνή ,χωρίς φτιασιδώματα κι αγκυλώσεις.
Εγώ πιστεύω ή μάλλον είμαι βέβαιος ότι η Γεωργία έχει μείνει κατά βάθος ένα μικρό παιδί του χωριού της ,που τρέχει σαν αγριοκάτσικο στα βουνά και στις ρεματιές του χωριού, ένα σκίρτημα της αυγής που ακούει το γλυκολάλημα του αηδονιού κι αρχίζει να χορεύει σαν νεράιδα του δάσους,εκεί που όλα είναι γιορτή και ουράνιο κάτοπτρο με
ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΚΟΥΒΑΝΤΟΥΛΕΣ
Ένας γλαυκός ερωτιάρης
ζηλιάρης Ουρανός
φυσά μες στ’αδειανά κοχύλια.
Γίνεται η ανάσα μου ηχώ
του φλοίσβου η μπαλάντα
που φτάνει μέχρι την καρδιά.
Χτυπάει το δοξάρι
τρέχει το αίμα γρήγορα
και αναπεταρίζει.
………………….
Ο ήλιος χαμηλώνει
για ν’αποσυρθεί στα βότσαλα
κι η σελήνη η όμορφη
η νυχτοπερπατούσα
να τ’αστροασημώσει.
Πλούσιες ποιητικές εικόνες, ποίηση γεμάτη ασήμια και νυχτοπερπατούσες σελήνες, νύχτες ποιητικές ,ερωτικές, συνεπαρμένες απ’τη σαγήνη των εικόνων,κι όπως λέει κι η ίδια
«Η θάλασσα, μού σιγοτραγουδάει τον έρωτα
κι οι γλάροι με κυκλώνουν
τονίζοντας την πάλευκη ερημιά μου»
και συνεχίζοντας τις
(ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΟΥΛΕΣ)
Χλωμή νεραϊδογέννητη
τρελή ονειροπαρμένη
με το φεγγάρι σεργιανάς
τις ξάστερες βραδιές
στις σμαραγδένιες αμμουδιές
σιγοτραγουδώντας
παρέα με τ’αγέρι
χορεύοντας στ’αφρόκυμα
αγνό μου περιστέρι.
«Ίσια κι ορθή σαν την ψυχή της Ρούμελης» (Ζαχ. Παπαντωνίου), είναι η ποίηση της Αλεξίου, γάργαρο νερό ,αστροφεγγιά τ’ουρανού ,γλυκιά βροχή που ποτίζει το λουλούδι της γλάστρας, τη μοναξιά του ανθρώπου, μια γιορτινή φορεσιά είναι, μια καμπάνα ευφρόσυνη, ένα ηλιοτρόπιο που συνεχώς στριφογυρνάει να ακολουθήσει την πορεία του ήλιου.
Δίχως αγάπη μαραίνεται η Αλεξίου,μα και χωρίς ποίηση δε ζει .
Η Γεωργία αγάπησε τα λουλούδια της φύσης, τα ηλιογεννημένα, τους απόηχους και τα ηλιοτρόπια κι έφτιαξε το ποίημα
ΕΝΑΝ ΥΜΝΟ ΑΝΘΕΩΝ(Ηλιοτρόπια)
Κρίνα, μενεξέδες, γιασεμιά,
ζουμπούλια, νάρκισσοι, πανσέδες,
βιολέτες πολύχρωμες
όλοι της φύσης οι ανθοί
της μάνας γης στολίδια
του παραδείσου όνειρα
…………………
της Άνοιξης μυριόλουστα φιλιά.
Λιβάνι στέλνετε ,θυμίαμα
στον Ύψιστο Δημιουργό.
Ας ξεναγηθούμε και λίγο «ΣΤΑ ΦΎΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ» που τυπώθηκαν το Φεβρουάριο του 1999 .
Οι υποσχέσεις χελιδόνια που έφυγαν
με τις πρώτες Φθινοπωρινές ψιχάλες.
Τα όνειρα φύλλα χλωμά
στη δίνη του βοριά.
Οι προσδοκίες ,μαραμένες πεταλούδες
θρηνούν τα χαμένα πουλιά..
Η θλιμμένη λαφίνα προσπαθεί να ξεδιψάσει
στην χρυσοπηγή της φαντασίας…
Μελαγχολικοί οι στίχοι, σαν τη μελαγχολία του Φθινοπώρου, όταν τα φεγγάρια του Αυγούστου δεν εμφανίζονται πια κι οι Καλοκαιρινοί έρωτες ,γίνονται κίτρινα χαρτιά στα συρτάρια με μισοτελειωμένα ποιήματα
που πήγαν να βλαστήσουν κι έσβησαν σαν την πνοή του ανέμου.
Την ειμαρμένη μας την καθορίζουν πολλοί παράμετροι, μα έτσι ήταν πάντα κι έτσι θα είναι, μια αλληλουχία χαρμολύπης .
Οι ποιητές πάντα θα ονειρεύονται, με το οξυγόνο της αγάπης,με το γυμνό σπαθί τους θα υποκινούν, θα περιμένουν στο λευκό τους το άτι καβάλα, κι ας έρχονται
ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ
Τα χρόνια περνούν
τσακισμένα πουλιά
λουλούδια πρόωρα μαραμένα
στο χώμα πεταμένα
Ζωή μισή
εγκλωβισμένη στη σιωπή
δίχως αγάπης αγκαλιά
ερωτικό χάδι ,φιλί
Λίγο νερό ζητώ να πιω
τα φλογισμένα μου χείλη
για να δροσίσω
μικρό πουλί
χαρούμενα να πεταρίσω.
 
Χωρίς αγάπη όπως λέει κι η ποιήτρια δεν μπορεί να πεταρίσει χαρούμενα η ζωή,γίνεται μισή. Χωρίς του έρωτα το φιλί, γίνεται βραχνάς ,θάνατος ,σιωπή.
ΛΕΥΚΗ ΣΙΩΠΗ
Με περίμενες ,ώριμο στάχυ
να λυγίσω στον κόρφο σου
να προσκυνήσω τα μέλη σου.
Μ’έριξες στο αλώνι σου
και μ’ αλώνισες
Τίναξες την ανθισμένη αμυγδαλιά μου
ξεφύλλισες την Άνοιξή μου
μάδησες τη λευκή μαργαρίτα μου.
…………………
Πέταξε το περιστέρι μακριά.
Λευκή σιωπή
γκρίζα ερημιά..
Μα ήρθε καιρός να φύγω
να γιάνω τις πληγές μου
να στεγνώσω τα δάκρυά μου..
Τέλειο ποίημα .Δεν έχω να προσθέσω τίποτα .Μένω κι εγώ στη σιωπή μου, να θαυμάσω το στίχο ,να δακρύσω μαζί του!
Πόσες φορές όλοι μας δε νιώσαμε έτσι, αλλά δεν είχαμε του λόγου τη δύναμη, τον οίστρο του ποιητή ,να περιγράψουμε τόσο δυνατά το ερωτικό μας συναίσθημα.
Σου παραγγέλνω ήλιε μου
για κάνε μου τη χάρη.
Στήσου μεσούρανα λαμπρός
κράτα τη μέρα ,όσο μπορείς,
σκιάξε τη νύχτα
μη βγουν απόψε τ’άστρα
και το χλωμό φεγγάρι.
Σαν τα καράβια είν’ οι αγαπημένοι που σηκώνουν τις άγκυρες να παν σε άλλο λιμάνι όταν μας εγκαταλείπουν γιατί η ζωή τους κάνει πανιά και μας αφήνει τα κρόσσια τ’ανέμου.
Και συνεχίζει η Αλεξίου
ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ
Τυφλώθηκες απ’το φως του
Πίστεψες τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του.
Χρύσωσες τα όνειρά σου με κάλπικο χρυσό
που με την πρώτη πύρινη φλόγα
φόβου θανατερού
έρευσε ως καυτός ποταμός
από οξειδωμένο σίδερο στις φλέβες σου
Εδώ μου θύμισε η Αλεξίου ,τους σπαραχτικούς στίχους της Πολυδούρη .
«Και να η αγάπη μ’ένα αστραφτερό
δρεπάνι με σιμώνει
κι αφού μου θέρισε ό,τι δροσερό
μ’ άφησε πάλι μόνη.»
ΣΤΙΓΜΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
..Οι λέξεις ξέφτισαν
το ίδιο και τα συναισθήματα.
Τα δάκρυα ξεπλένουν τις πληγές
Το μοιρολόι του κομπολογιού
πλαταίνει τη σιωπή μου..
Πλαταίνει η σιωπή κι η ποιήτρια με τους στίχους βγάζει τα εσώψυχά της στο φως, να νιώσουν κι οι άλλοι την οδύνη τής εγκατάλειψης, όταν αργοσβήνει το όνειρο της αγάπης,.
Τρέχοντας πίσω από άτυχους έρωτες ,πόσες φορές δε βουλιάξαμε στα λασπόνερα.
Όσο βίαια η σάρκα σου συμπιέζεται
τόσο το πνεύμα σου απελευθερώνεται
λέει «ΣΤΑ ΛΥΤΡΩΤΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ» η Αλεξίου
Αυτό κάνει και η ποιήτριά μας, μέσα από τη βιαιότητα προσπαθεί ν’απευθερώσει το πνεύμα της,μέχρι να ‘ρθει μια μέρα που θα φέξει αλλιώτικα ,κι ένας έρωτας φρέσκος, ανανεωμένος ,υγιής ,θα ξαναδώσει τα πρωτινά του φτερά ,η καρδιά μας να κάνει ένα κραχ ,και να διώξει τ’ απόστημα της πληγής. Όλοι το ξέρουμε.
«Η αγάπη είναι ένα αντιστύλι, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα»
ΣΤΙΓΜΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
Το ξέρω..
Κι αν φύγω, δε θα ψάξεις ποτέ να με βρεις
Κι αν λείψω, δε θα χύσεις ούτε ένα δάκρυ.
…………
Δεν πειράζει ,εγώ θα σου στέλνω πάντα
έναν ήλιο να σου χαμογελά
Αυτή είναι η Αλεξίου, ένας ήλιος πάντα να σου χαμογελά , ένα κυκλάμινο αγάπης κι ας ξέρει όπως λέει κι ο Μπρεχτ.
«Το κομμένο σχοινί, πάλι κόμπο μπορείς να το δέσεις
κρατάει πάλι, όμως είναι κομμένο.»
ΓΛΥΚΙΑ ΑΝΑΜΟΝΗ
Θα σε περιμένω ….
βυθισμένη στους στίχους κάποιου τραγουδιού
τυλιγμένη στο ρυθμό κάποιας μελωδίας.
Πάντα ο ποιητής αναζητάει το τέλειο, πάντα ονειρεύεται και στου έρωτα ξαποσταίνει το φως, αλλιώς πώς θα ήταν ποιητής. Η ποίηση είναι μια διαρκής αναζήτηση του Θεού, λέει ο Γ,Θέμελης.
ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΖΩΗ
Κοιτώ τον ήλιο
που μόλις γεννιέται
στην αγκαλιά της ροδοδάχτυλης Ηώς
……………
Καλημερίζω τη ζωή
κι αγκαλιάζω τις ηλιαχτίδες
στο χοροστάσι της φύσης.
Χαμογελώ κι αναφωνώ
Καλημέρα Ζωή
Αυτό είναι το τελευταίο ποίημα από το βιβλίο ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
Λυτρωτικό ποίημα, η καταλύτρα η Άνοιξη ήρθε, η ζωή ξαναβρήκε το γέλιο της, η γλάστρα μοσχοβόλησε στο μπαλκόνι της.Πετάει η πέρδικα στο βουνό ,κρατάει τον πρώτο παλμό της και συνθέτει και πάλι κάτω απ΄το σεληνόφως τους πίνακες της ζωής,τα τραγούδια του έρωτα, την αθάνατη ποίηση, με τη δικιά της λύρα
Φίλοι και φίλες που μας τιμάτε με την παρουσία σας απόψε ,εδώ , αυτή είναι εν ολίγοις η ποιήτρια Γεωργία Αλεξίου. Για να τη γνωρίσουμε σε βάθος, πρέπει να σκύψουμε με προσοχή και αγάπη για μήνες, στο πολυποίκιλο έργο της.
Εγώ σας μίλησα όσο πιο σύντομα μπόρεσα ,για τρία έργα της.
Τα υπόλοιπα έργα της ποιήτριας έχουν παρουσιασθεί παλαιότερα από άλλους λογοτέχνες όπως π.χ., από τον πρώην Πρόεδρο της ΕΛΒΕ κύριο Δ.Α.Κύρου .
Την ποίηση της Αλεξίου θα τη νιώσουν πιο καλά αυτοί που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ορεινά χωριά της σε Ελλάδας και έχουν τις ανάλογες εμπειρίες. Μα πάνω απ’όλα η ποίηση θέλει ομορφιά και ευαισθησία .Η ζωή έχει το εργαστήρι της ,φοράς τη δικιά σου φυλλωσιά κι αρχίζεις το θρόισμα να γίνει ο κόσμος γιορτή .
Χαρείτε τη ζωή διαβάζοντας και γράφοντας ποίηση αν έχετε αυτή τη χάρη,
,όπως τη χαίρονται οι υμνωδοί του έρωτα, όπως απαράμιλλα την ύμνησε η Αλεξίου, με «ΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΗΣ»
Και πάνω απ’όλα Κρατήστε το ρήμα ,το ουσιαστικό το επίθετο,το επίρρημα/τη γραφή μας με πάθος,την Ελλάδα στο είναι σας.
Τούτοι οι καιροί ,πολύ μας λιγόστεψαν κι απειλεί να μας καταπιεί το Αιγαίο Κι ως λέει κι ο ποιητής του
«Μα παν ,μας φέρνουν πίσω,μπρος/μας τρώνε και το λίγο βιος «
Θεόδωρος Σαντάς 22-2-2002
τροποποιήθηκε στις 5-10-2016