Αρχείο | Οκτώβριος 12, 2016

ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ….!

13102898_1768759653354362_5402517611493727576_n

Ταξιδεψα μ’ ένα απ’ τα άστρα,
στην θάλασσα του έρωτα σου ….!
Μαγικό … αυτό το ταξίδι…!
Η νύχτα μου έχει γίνει ένα γλυκό
ηλιοβασίλεμα ένα σου χάδι μια
αγκαλιά τρυφερή απαλή σαν
ροδοπέταλα, σαν απαλό αεράκι
μυρωμένο από μοσχολούλουδα !
Κι οι μυστικές πηγές της φύσης
στέλνουν πνοή ανέμου ,γλυκιά
μελωδία, ανάλαφρη, μια θάλασσα
ηλιοτρόπια μεθυσμένη από ήλιους
και κύματα….!
Πόσα συναισθήματα μπορούν να
χωρέσουν μέσα σε μια λέξη με
μόνο πέντε γράμματα …!
Soula Maropaki

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ένα Bιβλίο από λουλούδια…

12717895_1123050014412005_4771919054802074143_n

Βιβλίο από λουλούδια
Είν’ άπειρη η ψυχή σου
Η αύρα του κορμιού σου
Γωνιά του Παραδείσου

Φλογίζεις τα όνειρά μας
Φαντάζεις σαν μαγεία
Τα πάντα υπομένεις
Σαν νάσουνα Αγία

Στο σπίτι, στη ζωή σου
Εξ ίσου μαρτυρία
Ενός δύσκολου δρόμου
Που ‘χει σκληρά φορτία

Εσύ η μοναδική είσαι
Θεά ίσως ή πόρνη
Μοναδική για πάντα
Ποτέ δεν είσαι μόνη…

Σε πνίγουν οι ευθύνες
Κι εσύ δεν τις φοβάσαι
Πιο πάνω στέκεις πάντα
Παντού απολογάσαι…

Σαν μην αναγνωρίζεις
Θεού πως είσαι γέννα
Πονάς μα αποδέχεσαι
Του άνδρα πεπραγμένα…

Τον άντρα τον στηρίζεις
Σαν νάσαι η κολώνα
Παρ’ ότι όλοι σε λένε
Πως είσαι «λίγη» ακόμα

Σαν Μάνα ταξιδεύεις
Στου Απείρου μονoπάτια
Και γίνεσαι Παράδεισος
Για κουρασμένα άτια…

Παιδιά διαφεντεύεις
Ζωή κι αναπνοή τους
Ποτέ δεν αναγνωρίζουν
Πως όλους ξεπερνάς

Σαν νάταν η ζωή σου
Μια εύκολη….σαν γέννα…
Σε αντιμετωπίζουν
Ακόμη περίσσιο έναν… μπελα!!!

Σε δέρνουν, σε πληγώνουν
Σαν νασαι ένα ζώο
Στην αγορά σε πάνε
Μαύροι, τζιχαντιστές…

Σε ρίχνουνε στα ζάρια
Σαν να ‘σαι το παιχνίδι
Κι έσύ χωρίς ανάσα
Δεν βγάζεις τσιμουδιά

Σε ντύνουν μεσ’ τα μαύρα
Σαν νάσαι τιμωρία
Τσαντόρ σαν σου φοράνε
Σου κλείνουν τη ματιά…

Πόσο άραγε ακόμη
Θα σε πετροβολούνε?
Δεν θέλουνε να μάθουν
Θεούς να πειθαρχούν!!!

Παράδειγμα και δύναμη
Μορφή της Παναγίας
Μπορείς και να διαφέρεις
….Διαβόλου θηλυκό…!!!

Όμως όταν γεννιέσαι
Σαν παίρνεις την αγάπη
Καλύτερη δεν γίνεται….
Κάτι είσαι ….Θεϊκό!!!!

Η αύρα σου θα λάμπει
Πάντοτε στην ζωή μας
Αν είσ’ ερωτευμένη,
Ή μάνα ή γιαγιά.

Θα λάμπεις σαν τον Ηλιο
Κι ας πίνεις και φαρμάκι
Όλα τα καταφέρνεις
Εσύ μία χαρά….!!!!

Οι άνδρες δεν σε χαίρονται
Γροικούν τη δύναμή σου
Πολύ καλά γνωρίζουν
Πως είναι νοσηροί….

Εσύ να ξέρεις σοβαρά
Είσαι η ανταρσία
Κι ας θέλουνε να φαίνονται
Τ’ αγόρια δυνατά!!!!

Όμως η Φύση μέσα σου
Όλα τάχει φροντίσει
Σου χάρισε και χάρη
Κι όλα σ’ ένα χαρτί….

΄Ομορφη και παράξενη
Καλή μα και γαλίφα
Όλα του κόσμου τα δεινά
Τα βλέπεις, δεν μιλάς…

Πρέπει και είσαι δυνατή
Ν’ αντέχεις και τ’ αστεία
Αγάπη πάντα και στοργή
Σαν έχεις στην ψυχή….!!!!

Ελβίνα Τζελέπη
Ποιήτρια

8.3.2015

Άννα Χνάρη .

13731733_1795812597315734_5779183152404956217_n

Τη πόρτα του ονείρου σου απόψε μη σφαλίζεις άσε με λίγο να σε δω τα μάτια σου σα κλείνεις!!!!…. Αν βρω κλειστή τη πόρτα σου θα μπω απ’ το παραθύρι γι αυτο άσε τη πόρτα ανοιχτή μη μου χαλάς χατήρι!!!!…. Αν αισθανθείς στον ύπνο σου βάρος στο προσκεφάλι μη φοβηθείς θα ‘μαι εγω να σ’ αγκαλιάζω πάλι!!!!!

Άννα Χνάρη Ηράκλειο Κρήτης

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,12-10-2016

14358653_1827658657464461_145696531889724117_n

ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ Σ’ΑΓΑΠΩ

Θέλω να σου πω σ’αγαπώ
μα φοβάμαι το ρήμα.
Θέλω να σου πω σ’αγαπώ
μα δες, τρέμω
και λέω ας μην προδώσω
την αγάπη που έσταξες
να γεννήσεις ήχους και χρώματα
τα Καλοκαίρια που σε βρήκαν
να γράφεις τις νύχτες
στους Κυκλαδίτικους φάρους
και σε παρέδωσαν ανέγγιχτο ποίημα.
Θέλω να σου πω σ’αγαπώ
μα πώς να τομήσω τα λόγια μου
σε σένα που ανθίζεις την Άνοιξη
κι εγώ με μια στάλα βροχής
και λίγα φύλλα του Φθινοπώρου
έχω περάσει στην αλγηδόνα της γης!
Θέλω να σου πω σ’αγαπώ
μα φοβάμαι μην και δεν προλάβω
να σου παραδώσω
τούτο το ποίημα!

Θεόδωρος Σαντάς, Θεσ/νίκη,12-10-2016

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΤΑ ΑΝΘΙΣΕΣ

Τα ρήματα που άφησες
στα ηλιόφωτα της γης
γίναν τραγούδια όμορφα
και λόγια της αυγής.
Πώς να περάσω τον καιρό
να ταξιδέψω αντίκρυ
με τόσα κιγκλιδώματα
με της ψυχής το δίχτυ.

Τα λόγια που τα άνθισες
μια νύχτα στο κορμί σου
είν’η αγάπη που κρατάει
τη γλύκα απ’το φιλί σου!
Τις νότες που τραγούδησες
μια νύχτα με φεγγάρι
ήταν οι στάλες του καημού
με τη δική σου χάρη!

Το φως που με προσπέρασε
σα να’ταν το δικό σου
ψάχνω στο ποίημα να βρω
να βρω τον εαυτό σου!
Πώς να αγγίξω το Θεό
με τα λειψά φτερά μου
με το λιτό τον στίχο μου
ξοδεύω την καρδιά μου!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,12-10-2016

«Γένεσις»——-

14716297_1837513549812305_6206612370406708069_n

Εσύ που με κοιτάς, με μάτια πράσινα, λίγο από ίριδα, λίγο από αψέντι, // εσύ όταν συνθέμελη τη γη την τάραζαν οι λάβες, // μέσα από κρίνο πού ‘σταζε της θέρμης και του νότου, // φούσκωνες τα μαλλιά σου, κένταγες πα στα χέρια σου, στα ωραία σου δάχτυλα, // τη ζύμη με τα μάτια του αντρού. // Ήσουν έτοιμη για την άμωμη γέννα. // Κι ήρθε ο Θεός και φύσηξε πάνω στου τόρνου τα νυχάκια σου // κι έλαβεν σάρκα το έτερόν σου ήμισυ. // Κι έτσι η γη μας κάρπισε λαούς….. Γυναίκα!!!!!
(Αντώνης Σαμιωτάκης)

Γιόλα Αργυροπούλου Παπαδοπούλου

14681716_1837508459812814_4229909414553388156_n

Τα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια
τής τραγουδούσαν επίμονα
τα λόγια του:
«Αυτές οι χρυσές στιγμές
δεν μπορεί να ανήκουν
σ’ αυτόν τον κόσμο
τον φθαρτό!»
Κι εκείνη,
οσφραινόμενη
το νοτισμένο χώμα,
μεθούσε από το άρωμα
του άφθαρτου έρωτά τους.

Γιόλα Αργυροπούλου Παπαδοπούλου

Γ. Α.-Π. «Αφθαρσία» (Από τη αδημοσίευτη Συλλογή «Συμπληρωματικά…»)

Η παλιά μου γειτονιά ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Από Καίτη Λιανού , 10 Οκτωβρίου 2016 10:47

14641896_1836958523201141_7155518549287606802_n

Όταν ακούω τη λέξη “γειτονιά” έρχονται αβίαστα στο μυαλό μου εικόνες της δικής μου γειτονιάς, της γειτονιάς όταν ήμουν παιδί. Μεγάλωσα σ’ ένα διώροφο νεοκλασικό σπίτι κοντά στο κέντρο της Αθήνας. Υπάρχει ακόμα. Περνώ συχνά και το βλέπω, βλέπω τα γύρω σπίτια, όλα έχουν αλλάξει. Τίποτε δε θυμίζει το τότε, εκτός… από εκείνο το διώροφο σπίτι. Ο φούρνος που ήταν απέναντι μας έχει γίνει μια πελώρια πολυκατοικία, και το ψιλικατζίδικο του κυρ Ανέστη μαζί με το λουλουδάδικο είναι τώρα σούπερ μάρκετ. Το μαγαζί του Φώτη δεν υπάρχει πια έγινε καφετέρια. Η αυλή που καθόταν η Αγγελική και παίζαμε κουτσό πάει κι αυτή, είναι τώρα πια πολυκατοικία και μάλιστα έμαθα πως ήταν η πρώτη πολυκατοικία που έγινε στην γειτονιά μου, σ’ εκείνη την παλιά γειτονιά.

Μαζευόμασταν στην αυλή της Αγγελικής και με μια κιμωλία σχεδιάζαμε κάτω ένα τετράγωνο και γράφαμε μέσα το νούμερο ένα. Από πάνω του, στη μέση ακριβώς κάναμε μια κάθετη γραμμή, έτσι δημιουργούσαμε άλλα δυο τετράγωνα, και γράφαμε τους αριθμούς δύο και τρία αντίστοιχα. Συνεχίζαμε τα τετράγωνα κατά τον ίδιο τρόπο, έως ότου φτάσουμε και γράψουμε τον αριθμό δέκα. Όταν τέλειωνε αυτή η διαδικασία παίρναμε μια πέτρα, πλακέ, και τη ρίχναμε μέσα σε κάποιο τετράγωνο. Από εκεί και πέρα άρχιζε το κουτσό. Άλλοτε σπρώχναμε την πέτρα με το ένα πόδι, προσέχοντας να μη βγει έξω απ’ τα τετράγωνα, αλλά και ούτε να σταθεί πάνω σε κάποια γραμμή – γιατί τότε χάναμε – και άλλοτε πατούσαμε και με τα δυο πόδια στα δυο διαφορετικά τετράγωνα που ήταν το ένα πλάι στο άλλο. Έτσι η κάθε μια μας προσπαθούσε να είναι νικήτρια.

Σταματώ μπροστά στην πόρτα με το τζαμένιο σαγρέ παράθυρο, με το μπρούτζινο χερούλι και τα τρία μαρμάρινα σκαλοπάτια. Κοιτάζω τριγύρω, είναι σαν να μη βλέπω τίποτε κι όμως, συναντώ τις παιδικές μου φίλες, τη γιαγιά μου να κάθεται στην εξώπορτα, μπροστά στα τρία μαρμάρινα σκαλοπάτια, και είμαι κι εγώ εκεί μαζί της. Χαίρομαι την ζωή, γελώ και παίζω. Παίζω το βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά. Πόσο μου άρεσε αυτό το παιχνίδι!

Κάποιο παιδί έκανε τον βασιλιά, καθόταν στο σκαλοπάτι και περίμενε… Οι υπόλοιποι της παρέας σχεδιάζαμε τι δουλειά θα του παρουσιάσουμε ώστε αν τη βρει να κάνει άλλος τον βασιλιά. Φωνάζαμε όλοι μαζί:

-Βασιλιά, βασιλιά με τα δώδεκα σπαθιά!
-Τι δουλειά; Ρώταγε εκείνος.
-Τεμπελιά…
-Τεμπελιά; Γρήγορα δουλειά.

Και αρχίζαμε με νοήματα και χειρονομίες να κάνουμε δουλειές, όπως πως καρφώνουμε ή σκουπίζουμε ή μαγειρεύουμε και άλλα.

Κλείνω τα μάτια για να κρατήσω μέσα μου όσο μπορώ περισσότερο τα ομορφότερα χρόνια μιας ανέμελης ζωής, που δε θα γυρίσει πίσω ποτέ. Μπορεί οι μεγάλες πολυκατοικίες να γέμισαν τους δρόμους της γειτονιάς μου, της παλιά ς μου γειτονιάς, και οι επιβλητικές σκιές τους να τύλιξαν μέσα τους τα γέλια και τα τραγούδια μας. Μπορεί να μη συνάντησα ξανά εκείνον με τη λατέρνα, ούτε εκείνον που πούλαγε σαλέπι. Μπορεί ο ήλιος να μην μπόρεσε να μπει ξανά μέσα στο παλιό μας σπίτι κι έρημο πια με τα παντζούρια του κλειστά να είναι μόνο, κάτι σαν κειμήλιο στο στενό δρομάκι. Μπορεί ακόμα και η ίδια εκείνη η γειτονιά να με έχει ξεχάσει, όμως το ξέρω, πως τίποτε δε θα σβήσει κι έτσι βυθίζομαι στο μακρινό χθες δημιουργώντας τον δικό μου μυστικό κόσμο απαλλαγμένο από τους γύρω θορύβους.

Περνώ μπροστά από τον κύριο Αχιλλέα, κάθομαι πλάι του να ακούσω το βιολί του, να τον ακούσω να τραγουδά. Ξέρω πως τον έδιωξαν από εκείνη τη γωνιά που καθόταν ολημερίς. Επαίτης είπαν πως είναι. Βλέπω στο κατώφλι του πλαϊνού σπιτιού την Κικίτσα με τη δική της τη γιαγιά. Σ’ αυτό το δρόμο παίζαμε αμέτρητες φορές τα αγάλματα. Μαζευόμασταν πολλά παιδιά, κάποιο απ’ όλα έκανε την μάνα. Έκλεινε τα μάτια κι έλεγε δυνατά: Ένα, δύο, τρία έτοιμη η φωτογραφία; Τα άλλα παιδιά έπρεπε να πάρουν μια πόζα και να σταθούν ακίνητα μόλις η μάνα χτύπαγε τα χέρια της, παριστάνοντας έτσι τα αγάλματα. Όποιο άγαλμα άρεσε περισσότερο στην μάνα έπαιρνε τη θέση της για τον επόμενο γύρο. Παιχνίδια που ξεχάστηκαν κι όμως αυτά και πόσα άλλα ακόμα μας κρατούσαν συντροφιά.

Να μπορούσα να τρέξω στα σοκάκια, όπως τότε που ήμουν παιδί. Να μπορούσα να πηδήξω πάνω απ’ τις φωτιές που στήναμε στη γιορτή του Άι-Γιαννιού, καθώς καίγαμε τα στεφάνια του Μάη. Να μπορούσα να ανέβω στην ταράτσα εκείνου του παλιού σπιτιού, που κράτησε μέσα του στιγμές ζωής, και να κοιτάξω μακριά τα φώτα της Αθήνας. Είναι τεράστιες οι αποστάσεις του χρόνου κι όμως εγώ τις νιώθω τόσο κοντά μου, σαν ένα απλό περίπατο, μέχρι που ακούω τα ξεφωνητά μας, μόνο που δεν μπορώ πια να τα ζήσω, να τα ζήσω όπως τότε, αληθινά…

Οι ακτίνες του ήλιου έμοιαζαν ξεφτισμένες καθώς τα πρώτα κρύα του Φθινοπώρου έφεραν μαζί τους τις βροχές. Τα δέντρα έριξαν τα φύλλα τους και γέμισαν τους δρόμους. Αυτό το τοπίο δεν άλλαξε. Παρέμεινε το ίδιο, όπως τότε… που άρχιζε η σχολική χρονιά. Είχαμε γυρίσει όλοι απ’ τις διακοπές μας και για το μόνο που χαιρόμασταν ήταν, που θα ανταμώναμε ξανά με τις παρέες του χειμώνα. Θα αγοράζαμε καινούρια τετράδια και βιβλία. Θα συνεχίζαμε να παίζουμε στους δρόμους και τις αυλές. Θα κτυπάγαμε τα κουδούνια των σπιτιών και θα τρέχαμε μετά σαν κυνηγημένοι. Θα πηγαίναμε κι εμείς πίσω απ’ τη λατέρνα τραγουδώντας. Θα βοηθούσαμε τον λουστράκο της γειτονιάς να βρει πελατεία μια και οι δρόμοι ήταν όλο λάσπη και σκόνη και μετά… όταν ο ήλιος θα κρυβόταν για μια ολόκληρη νύχτα θα επιστρέφαμε στα σπίτια μας και με το πρώτο χάραμα θα άρχιζε πάλι η ίδια όμορφη περιπέτεια της ζωής.

Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου
Μουσικός-υψίφωνος-συγγραφέας

Σημείωση: Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε στο mcnews.gr στις 16 Οκτωβρίου 2014 και αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παλμός Γαλατσίου στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους

 

Φωτεινή Γεωργαντάκη Ψυχογυιού Μαργαριτάρι

14713802_1836960176534309_6160437838279853557_n

Ξεχνιέσαι στο απέραντο της δίνης
στης στιγμής το υπερφίαλο
σάρκα μοναχική,
δάκρυ κλειστό του μαργαριταριού.
Την ύφανση των κυμάτων
για σκέπαστρο έχεις, για μαξιλάρι,
των παφλασμών την κλαγγή.
Στη μήνι της άμμου
ξοδεύεις τις μέρες σου,
τις νύχτες,
χαρισμένες στο μυστικό ταξίδι
που σφραγίζει της ψυχής σου την έρημο.
Μεστώνεις το σπόρο σου
στο θαλασσί του πέλαου,
στο γυμνό μάτι του βράχου που σε φροντίζει.
Μη ρωτάς για μένα…
Εγώ, ψες σ’ ονειρεύτηκα
το λαιμό να κοσμείς της αγάπης μου,
σ’ ένα δώρο που δεν φτάνει η δούλεψη,
μα περισσεύει της καρδιάς η φωνή.
Αυθεντικό, του έρωτα μαργαριτάρι.

27/9/2016

Φωτεινή Γεωργαντάκη Ψυχογυιού

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟΝ 1ο ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ BONSAISTORIES

14595633_1836966146533712_7509011753642160260_n

Σε ένα ταξίδι μαγικό…

Ανασαιμιά μου Ξάγρυπνη

Αστέρι της ψυχής μου

Στις φλέβες μου κυλάς, σαν λάβα…

Φτερούγισμα στον άνεμο

φύσηξες στην Πνοή μου

πέπλα μυστικά ξεχύθηκαν

στου Έρωτά σου, την σαγήνη!

Στο φως του φεγγαριού

στάθηκα ακούγοντάς σε

να ψιθυρίζεις στους χτύπους μου…

η καρδιά μου σκίρτησε ξανά

στο άγγιγμά σου…

Δεν υπάρχει πληγή, που δεν γιατρεύεται

Δεν υπάρχει θαύμα, που δεν γίνεται

Όταν μου χαμογελάς, Υπάρχω, Είμαι Εδώ!

Είναι η φωνή σου που με καλεί,

στα άδυτά σου μονοπάτια

Στο αίμα μου κύλησε, ΝΕΑ ΖΩΗ

σφραγίζοντας κάθε κύτταρο του κορμιού μου,

το Είναι μου, το Είναι σου!

Έγραψα όρκους Αιώνιους Πίστης

Στον πάπυρο της Ζωής μας!

«ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΓΙΚΟ

ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ»

Μίνα Μπουλέκου

Πηγή : BONSAISTORIES . CR

ΠΑΝΑΓΩΤΑ ΖΑΛΩΝΗ-ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΑ

14563325_1837374109826249_8075624317946088715_n

Σαν ταξίδι ουτοπίας
με αντίλαλο τη μνήμη
ήχοι μιας μελαγχολίας.

Στης χαμένης ευτυχίας
κολυμπάνε μες στη λίμνη
σαν ταξίδι ουτοπίας.

Οι στιγμές της νοσταλγίας
στης επιθυμιάς τη δίνη
ήχοι μιας μελαγχολίας

με κανόνες αρμονίας
που στον χρόνο όλο φθίνει.
Σαν ταξίδι ουτοπίας
ήχοι μιας μελαγχολίας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΖΑΛΩΝΗ -ΕΛΑ ΠΡΙΝ

Σ’ανταμώνω σ’ένα δάκρυ
σ’ένα ξύπνημα της μέρας
και του ουρανού μιαν άκρη.

Στου απέραντου τα μάκρη
στης Αμάλθειας το κέρας
σ’ανταμώνω μ’ένα δάκρυ.

Τόση αγάπη, έλα παρτ’τη
πριν φυσήξει ο αγέρας
εις του ουρανού μιαν άκρη

κι η καταστροφή ξανάρθει
της ερωτικής μας σφαίρας.
Σ’ανταμώνω σ’ενα δάκρυ
και στου ουρανού μιαν άκρη.

ΣΗΜ: Τα παραπάνω ποιήματα εμπεριέχονται στο 57ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού ΚΕΛΑΙΝΩ και περιλαμβάνονται στο βιβλίο της «Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΙΧΟΣ»)
Πηγή Λίκιθος