Αρχείο | Σεπτέμβριος 7, 2016

Η ΣΥΝΝΕΦΟΥΛΑ ΚΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Έτρεχε η Συννεφούλα στον Άνεμο
κι ο Άνεμος γλιστρούσε σαν έρωτας
Αγκαλιάζονταν οι Καιροί κι άστραφτε η Θάλασσα
με σταγόνες των όρκων
Χάραζε ο Άνεμος τους Ατλαντικούς με πυξίδες
κι η Συννεφούλα κεντούσε το όνειρο .
Έτρεμαν οι καημοί και μελαγχολούσαν οι στίχοι
παραλήρημα η νύχτα ,πεταγόταν στον ύπνο της.

Το μήλο κουβαλούσε το φίδι στις νεροσυρμές
στου μεσημεριού το λιοπύρι
Έκρωζαν τα πουλιά να της προσφέρουν το μήλο
την ανυπακοή του παράδεισου .
Μα εκείνη τυλιγόταν της υπομονής τον καιρό.
Έβαζε μια κουκκίδα στου Ανέμου το ρόμβο
και ξόδευε το τραγούδι της ,στους κύκλους των οριζόντων
στο ακρωτήρι της Μεσοποταμίτισσας.. .

Σκιά η Συννεφούλα στου δειλινού την καμπή
βραχάκι στου φάρου τα πόδια.
Σε μεσημβρινούς χιμούσε και σε παράλληλους
στους καρφωμένους τους χάρτες, στου μεσονυχτίου τα άστρα.
Κεντούσε η Συννεφούλα της Αγάπης το Άλφα
το μονόγραμμα του Ανέμου .
Ώσπου αναταράχτηκαν οι γιαλοί καταμεσήμερο τ ’ Άι -Λιως
κι ο στρατολάτης ο Άνεμος ξεπέζεψε
στους χλωροπλάστες της Συννεφούλας
Μια Κυριακή της αγάπης στο «ρυθμό της βασιλικής»
τα λευκά τα πουλιά άκουσαν την ευχή τους
«και έσονται οι δύο εις σάρκαν μία.»
Ο πυροδότης ο ήλιος πυρπόλησε τις καρδιές τους
και ξεχάστηκαν στων αγγέλων τους ύμνους.

Θ.Σαντάς 14-7-99

Της Ελένης Μπετεινάκη

ygoystos-2016c

Από το ξημέρωμα κατέβηκα στο λιμάνι, πριν ακόμα βγει ο ήλιος…

Μεγάλη η μέρα σήμερα… Ήθελα να νοιώσω τον κτύπο της καρδιάς του. Ήθελα να δω ποια χρώματα θα κρατούσε για τη βραδινή του φορεσιά. Απόψε θα φτάσει η φωνή, η ψυχή του, ίσαμε το ολόγιομο φεγγάρι και το χαμόγελό του θα φωτίσει ακόμα πιο πολύ τον Καστρινό ουρανό.

Το Φρούριο της Θάλασσας, το σύμβολο της πόλης μας, ο ένας και μοναδικός Κούλες ανοίγει τις πόρτες του και μας υποδέχεται όλους από σήμερα και για όσα χρόνια μας αντέξει…

Χρόνια τώρα,η αγέρωχη κορμοστασιά του, ο αμίλητος όγκος του, συντροφεύει το άνοιγμα της μέρας μου. Τούτη η καλημέρα όμως ήταν αλλιώτικη. Από χθες το βράδυ που ανάψανε τα φώτα του, τον είδα, τον ένοιωσα, πως ήταν χαρούμενος. Τον ακούμπησα απαλά, αφουγκράστηκα την ανάσα του, κι ήταν σαν να΄νοιωσα εκείνο το σκίρτημα, σαν να τον είδα να υψώνει πιο πολύ το μπέτι του, κάθε ίντσα του «κορμιού» του στολισμένος με τα καλύτερά του, να καλέσει όλους τους γλάρους, όλα τα στοιχειά της φύσης, να σιγοψιθυρίσει στη θάλασσα πως έφτασε η ώρα να περπατήσουν όλοι  πάνω του ξανά, να ανοίξει τις κάμαρες του, να δεχτεί κόσμο, να γιορτάζει κάθε μέρα. Να πει στους Καστρινούς πως «Γύρισα…» και απόψε θα πούμε μια μεγάλη καλησπέρα στο φεγγάρι,το ολόγιομο, το Αυγουστιάτικο, όλοι μαζί!

«Κι εσύ το ξέρω πως θα΄σαι ακόμη πιο πολύ συγκινημένος απ΄ όλους γιατί τούτη τη φορά θα γεμίσεις με εκατοντάδες χαμόγελα, βήματα, μουσικές και φωνές διαφορετικές από όλα τα χρόνια που ήσουν στη σιωπή.»

Κάθισα χαμηλά στην είσοδο και κοίταξα ψηλά. Ένας  από τους λέοντες τα σύμβολα της Γαληνοτάτης  του Αδρία, άστραφτε στον ήλιο, κάτασπρη ομορφιά κι ας του έλλειπαν κομμάτια. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε μέσα από την ψυχή μου, για όλη τη ζωή, την ιστορία τούτου του κτίσματος που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Εικόνες ελάχιστες σώζονται. Εδώ δουλεύει η φαντασία  και τα γραφούμενα. Κι είναι οι εικόνες της ψυχής πιο δυνατές σαν πρέπει να θυμηθείς, να αφηγηθείς ή να γράψεις για τούτο το θεριό. Γιατί τη θάλασσα λέμε άγριο κι απάλευτο στοιχειό, θεριό ανήμερο, όμωςΕΚΕΙΝΟΣ είναι   που τα άντεξε όλα και δεν βαρυγκώμησε ποτέ του!

Λένε πως τον πρωτόφτιαξαν οι Σαρακηνοί και αργότερα  στο ίδιο σημείο οι Ενετοί, σαν πρωτόρθαν στην πόλη, έφτιαξαν ένα μικρό φρούριο, να προστατεύει τις γαλέρες από τα κύματα το λιμάνι. Να είχε ανεφοδιασμό το κάθε μικρό καΐκι, γρίπος, σκιράτσα, γαλιόνι, σαΐτα, νάβα και εμπορικό πλοίο κι ο καθείς που πάλευε με τη θάλασσα κι ήθελε να βρει απανεμιά στην αγκαλιά του Χάνδακα. Ο Στέφανος Ξανθουδίδης πίστευε πως οι ογκόλιθοι που αποτέλεσαν την υπόβαση για το ενετικό φρούριο που σώζεται σήμερα, δεν ανήκουν στην ενετική εποχή αλλά σε πολύ παλιότερη. Το ονόμασαν Καστέλλιον ( Casteli και Roca) αλλά στους σεισμούς του 1303 δεν άντεξε και σχεδόν κατέπεσε. Το επισκεύασαν ξανά αλλά και πάλι στα 1500 κρίθηκε ετοιμόρροπο και ακατάλληλο κι έτσι κατεδαφίστηκε ολόκληρο σχεδόν. Πέρασε λίγος  καιρός ακόμα  κι οι Ενετοί που θελαν να φτάσει τα όνομα τους στα πέρατα του κόσμου, που΄χαν βαφτίσει το Βασίλειο της Κρήτης και την πόλη τους, την πόλη μας, «Βενετία του Νότου» είπαν να φτιάξουν πιο στέρεα τείχη, πιο μεγάλα φρούρια, πιο απόρθητα από τους τυχόν κατακτητές. Κι ήταν στα 1523 σαν ξεκίνησε τούτη η κατασκευή από ογκόλιθους που μεταφέρονταν από την Ντία και από τον κόλπο της Ροδιάς εκεί  στα Φρασκιά. Και κράτησε τούτη η κατασκευή ίσαμε τα 1540 με δυσκολίες πολλές με εκατοντάδες ανθρώπους να δουλεύουν ώρες ατέλειωτες με μύθους και θρύλους να σώζονται για την θεμελίωση του..

Η αείμνηστη Χρυσούλα Τζομπανάκη  γράφει  στο μεγάλο βιβλίο για τον Χάνδακα *  πως « …Τα πρώτα έγγραφα που κάνουν μνεία για το φρούριο στην είσοδο του λιμένα ανάγονται ήδη στις αρχές του 14ου αι. Το1303, ο δούκας Quido da Canal αναφέρει στη Γαληνοτάτη ότι το παλαιό φρούριο στην είσοδο του λιμένα, το οποίο ονομάζει Castellum Comunis, ήταν μεταξύ των κτισμάτων της πόλης που έπαθαν σημαντικές βλάβες από το σεισμό αυτού του χρόνου… Στα 1429 στα σχέδια τουBuondelmonti απεικονίζεται ένας ψηλός, τετράγωνος πύργος με διευρυμένη στέψη να δεσπόζει στην είσοδο του Χάνδακα… Στα 1486 ο Erardo Rewich με αρκετή ρομαντική διάθεση και αρκετή αυθαιρεσία σχεδιάζει ένα υψηλό κυκλικό πύργο με επάλξεις, που έχει εδραστεί σε καμπύλο βαθμιδωτό κρηπίδωμα. ..».

Κανείς  δεν ξέρει με ακρίβεια το σχήμα του τότε οικοδομήματος. Ίσαμε το καλοκαίρι  του 1523 που δυο σπουδαίοι μηχανικοί έρχονται  στην Κρήτη. Ο Antonio Saracini και ο αρχηγός του πεζικού Giovanni da Como. Συνεργάζονται με τον δούκα Μarco Minio και διαπιστώνουν πως το παλιό φρούριο δεν επαρκεί για τις αμυντικές τους ανάγκες. Νέα σχέδια ετοιμάζονται, το φρούριο κατεδαφίζεται εντελώς και δυο χρόνια αργότερα ο Capitano Generale Tomaso Mocenigo αναφέρει στη Βενετία πως οι εργασίες για τη νέα κατασκευή έχουν ξεκινήσει με πρότυπο τις οχυρώσεις στη Ρόδο  του γάλλου bombardiere Bernardo. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια αν ήταν όλων εκείνων τα σχέδια που εκπονήθηκαν για τούτη την κατασκευή, ωστόσο συνεχίστηκαν οι εργασίες παρά και  την μεγάλη έλλειψη χρημάτων. Λένε ακόμα, πως όπως γράψαμε και πιο πάνω οι πέτρες και οι ογκόλιθοι ήρθαν από την Ντία και τα Φρασκιά κι ακόμα πως για την ευρύτερη υπόβαση του νέου φρουρίου χρησιμοποιήθηκαν άχρηστα καράβια και βάρκες, τα οποία γέμιζαν με πέτρες και μαζί με το φορτίο τους τα βύθιζαν στα σημεία που έπρεπε να επεκτείνουν ή να το ενισχύσουν.

«…Στα 1533 τέλειωσε το μεγαλύτερο τμήμα των έργων κι άρχισε να εντειχίζεται επάνω από την κεντρική είσοδο το ιδιαίτερα μεγάλο ,από λευκό μάρμαρο, έμβλημα της Γαληνοτάτης με τον ανάγλυφο Λέοντα του Αγίου Μάρκου. Μια άλλη επιγραφή, που εντειχίζεται στα 1539 στο εσωτερικό του Φρουρίου, επάνω από την κλίμακα ανόδου στον όροφο, πιστοποιεί την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης όλων των εργασιών…»*. Όμως οι Ενετοί έχουν να παλέψουν διαρκώς με τα κύματα  και θα πάθουν πολλές ζημιές σε όλη τη διάρκεια της κατασκευής. Σχέδια αλλάζουν, ανακατασκευές γίνονται συνέχεια οι τοιχοποιίες όλο και πιο πολύ ενισχύονται ή μεγαλώνουν και η ζήτηση βοήθειας από την Βενετία είναι πια διαρκής και επίμονη. Κι ενώ τα πράγματα δυσκολεύουν, οι επιχωματώσεις αποτυγχάνουν από τη δύναμη της θάλασσας και οι απογοητεύσεις μεγαλώνουν. Φτάνουμε πια  στα 1580 και η Βενετία θορυβημένη από την αργοπορία της αποπεράτωσης του έργου στέλνει επιτέλους αρκετά χρήματα ώστε να ενισχυθεί το Φρούριο από την βάση του, με ογκόλιθους στερεωμένους όχι πια με συνδέσμους από σίδηρο αλλά από χαλκό. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης πολιορκίας του Χάνδακα το Φρούριο θα σταθεί λίγο αδύνατο στην δύναμη του πυρός και η συμβολή του δεν θα είναι πια τόσο σημαντική ενάντια στους κατακτητές. Η βορινή του μεριά σχεδόν θα καταρρεύσει … Κι είναι η ώρα εκείνη η στερνή που από τον Αύγουστο του 1669 σαν άρχισαν οι φορτωμένες γαλέρες με όλους τους θησαυρούς του Χάνδακα να ανοίγονται στο πέλαγος,  το Φρούριο θα νοιώσει πως χάνεται, πως η ψυχή του κοντεύει να σπάσει, να πετάξει μακριά μαζί με όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του ανθρώπους του. Πρόσφυγας να γίνει κι εκείνος σε μέρη άγνωστα, αλαργινά. Όλες οι ψυχές που αγάπησε θα φύγουν κι εκείνος εκεί, Βράχος ακούνητος, σιωπηλός, ρημαγμένος, μόνος, στο έλεος του νέου κατακτητή που προσπαθεί να τον κάνει να αλλάξει κι Εκείνος την Πίστη του. Η εκκλησιά που ΄χε πάνω του θα αποκτήσει μιναρέ σαν περνά οριστικά στα χέρια των Οθωμανών. Τότε αλλάζουν και τα όνομά του και οι Τούρκοι θα τον αποκαλούν Κουλέ κι εκείνος θα νοιώσει για μια ακόμα φορά  ανήμπορος να στηριχτεί και στηρίξει το λιμάνι, την πόλη και τον ίδιο του τον εαυτό. Κι έτσι άρχισαν πάλι ένα σωρό εργασίες ….

Γράφει ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης στην Χωρογραφία της Κρήτης: «…Εξερχόμενοι δε της Πύλης του λιμένος, εκ δεξιών βλέπομεν το μικρόν Κουλά ή Πύργον,τον οικοδομηθέντα υπό των Οθωμανών, εξ αριστερών δε, τον υπό Σαρακηνών, οκτώ δέκα χρόνους πριν της οικοδομής όλου του τείχους οικοδομηθέντα μέγαν Πύργον, εις τον οποίον ευρίσκονται διάφοραι αποθήκαι, και μια Σκάλα, έχουσα γύρωθεν θυρίδας πολεμικάς, άλλαι μεν ούν από τας ρηθείσας αποθήκας εισί κεναί, άλλαι δε πλήρεις σφαιρών κανονίων και άλατος θαλασσίου τοσούτον πεπηγότος, ώστε μόλις συντρίβεται με σιδηρούν σφυρίον. Ευρίσκεται εκεί και μία αποθήκη πλήρης διπύρου άρτου ή παξιμαδίου, και άλλη πάλιν φακών ημιβρασμένων, αλατοσμένων και ξηραμένων υπό των Ενετών από τον καιρόν της πολιορκίας.Παράδοξον φαίνεται το να σώζονται αβλαβείς αι φακαί αύται προ εκατόν σαράνατα εξ χρόνων, βαθύτερον δε τούτου του εδάφους έως δώδεκα βαθμούς καταβάθρας, ευρίσκεται έτερον υπόγειον, όπου πήγουσι τους κακοποιούς Τούρκους και πλησίον της θύρας, αυτού εστίν η αναβάθρα, δι ης αναβαίνουσιν εις το άνωθεν μέρος του Πύργου, όπου ευρίσκεται ο φάρος, και εν τζαμίον και η οικία των φυλάκων…»**

Κατάφερα τούτες τις μέρες που τον ετοίμαζαν να μας τον παραδώσουν ξανά οι αρχαιολόγοι  στην δική μας τέρψη και αγκαλιά να περπατήσω μέσα του, να νοιώσω όλους τους κτύπους που ακούστηκαν από την θεμελίωση του ίσαμε τις μέρες μας. Να ακούσω ακόμα τις χιλιάδες φωνές ανθρώπων βασανισμένων που κλείστηκαν  στα υπόγεια του, στη φυλακή, στα κάτεργα  και νομίζω πως στάθηκα μια στιγμή να θυμηθώ, να νοιώσω, να αφουγκραστώ και πάλι την ιστορία. Κι ήταν σαν να μύρισα και να άκουσα τις ανάσες, βαριές  κι  ίσως και μια φωνή από εκείνο το μαρτυρικό καλοκαίρι που μέσα του κλειστήκαν τα ατρόμητα παλικάρια της Κρήτης οι 75 οπλαρχηγοί, ο Πρωτόπαππας και άλλοι έξι παπάδες, ο Δασκαλογιάνης, ο αδελφός του και τα πρωτοπαλίκαρα τους.

Πως το άντεξες Άρχοντα τούτο το μοιρολόι, πως κρατήθηκες εκείνες  τις βάρβαρες ώρες να βλέπεις αλυσοδεμένα τα ίδια σου τα «παιδιά», να βαρυγκωμούν και να βασανίζονται φρικτά. Κι είχε κι άλλες τέτοιες στιγμές η πορεία της ζωής σου, με Καστρινούς, με άλλους Κρητικούς αλλά και με αλλόθρησκες ψυχές που και αυτές βασανίστηκαν. Προσπάθησα να πάρω τις μνήμες μου από τούτες τις στιγμές γιατί ένοιωσα την ψυχή σου να μαυρίζει και σήμερα είπαμε πως είναι μέρα χαράς.

«Μην σκιάζεσαι…» σιγοψιθύρισα,«…ξέρω πως δεν ήθελες, όμως συμβαίνει πάντα να μην μπορεί κανείς να διαλέξει τι θα του τύχει στη ζωή, πόσο μάλλον σαν άλλοι αποφασίζουν για τη δική σου. Κι εσύ είσαι φτιαγμένος από πέτρα, άψυχο υλικό λένε, σκληρό, όμως εγώ ξέρω πως λύγισες τότε, πως δεν είσαι περήφανος για εκείνες τις ώρες, τα χρόνια, πως ακόμα κι οι πέτρες κάποιες φορές ματώνουν και δακρύζουν…»

Κι ύστερα περπάτησα στο ανώγειο ανηφορίζοντας τον κεντρικό διάδρομο, αργά γιατί είχα χρόνια να το ζήσω κι έφτασα πάνω ψηλά εκεί που η θέα σε μαγεύει κι απλώνεται μπροστά στα μάτια σου όλο το γαλάζιο της θάλασσας, η πόλη που ζεις και χρόνια τώρα εσύ ο ίδιος Άρχοντα μου την βλέπεις να αλλάζει πρόσωπα και ανθρώπους και μετράς όλα τα συμβαίνοντα, κι όλες τις παραξενιές του καθενός που θέλει να αφήσει το σημάδι του στο πέρασμα του από τούτη τη ζωή… Ακούμπησα στις επάλξεις, είδα τα κανόνια να΄ναι έτοιμα να ρίξουν τα βόλια τους στα πλοία τα πειρατικά, στους ξενομπάτες τούτης της πόλης που δεν είχαν έρθει για καλό σκοπό. Κι ύστερα γύρισα  κι είδα το χώρο ξανά. Θυμήθηκα πάλι πως εδώ πάνω υπήρχε φούρνος και μύλος και εκκλησιά κι εκεί στη βορινή πλευρά στέκει ότι απέμεινε από τον μιναρέ που είχαν ανεγείρει οι Τούρκοι. Αργότερα στη θέση του μιναρέ λειτούργησε ξανά  ο φάρος κι έχει κι αυτός ιστορίες απίθανες για τη λειτουργία και την χρήση του. Λένε πως υπήρχε από τα χρόνια τα πολύ παλιά κι αργότερα στα χρόνια τα υπό την Οθωμανική κυριαρχία  ανακαινίστηκε και λειτούργησε με νέο φως. Στα 1864, η κυριότητα του Φάρου, πέρασε στη δικαιοδοσία της Γαλλικής Εταιρείας Οθωμανικών Φάρων, και ο φωτισμός του εκσυγχρονίζεται και πάλι. Το 1913, με τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, πέρασε στη δικαιοδοσία της Ελληνικής Υπηρεσίας Φάρων και το 1930 ανακαινίστηκε με οικτρά αποτελέσματα ως προς την αισθητική του, αφού προστέθηκαν τσιμεντένιες ενισχύσεις που αλλοίωσαν την όψη του. Κι έμενε μέσα εδώ για χρόνια πολλά ο Σήφης ο Αλεξίου, ο φαροφύλακας που φρόντιζε πάντα μετά το δειλινό να ανάβει το μεγάλο φανάρι να ΄χουν να φέγγουν οι τράτες και τα μεγάλα βαπόρια όλη τη νυχτιά. Πότε δεν έσβησε τούτο το φανάρι, όσο ήταν ζωντανός ο κυρ Σήφης. Ξαγρυπνούσε όλη τη νύχτα και την ημέρα κοιμότανε. Οι πολύ παλιοί Καστρινοί, λέγαν πως, τα απογέματα ο γέρο Σήφης έβγαινε από τον Κούλε για να παίξει την ντάμα του στον καφενέ του Αντωνάκη στου Ταζέδικου στο Αμπάρ Αλτί, απέναντι από το φαρμακείο του Γεωργιάδη. Κι ήταν, λένε, ένας πολύ ήσυχος άνθρωπος που παίζε κομπολόι και κάθε βράδυ έμπαινε μέσα στον Γίγαντα, τον Άρχοντα, όπως μ΄αρέσει εμένα να τον φωνάζω για να ξορκίσω όλα τα κακά που έζησε στην πολύχρονη πορεία της ζωής του, στον Κούλε, ολομόναχος. Κι εκεί ο Σήφης ο Αλεξίου είχε συντροφιά μόνο τον ήχος της θάλασσας, τις άγριες φουρτούνες της, τις ήρεμες μπουνάτσες και δεν φοβήθηκε ποτές του. Ούτε τον επηρέασαν ποτέ οι θρύλοι που ‘θελαν να’ χει το Φρούριο κάποτε τα «φανταξά» του που οι Καστρινοί διέδιδαν πως ήταν πέρα για πέρα αληθινές οι ιστορίες τους. Κι ακούγονται λένε τις νύχτες όλες οι βαριές αλυσίδες να σέρνονται στα λιθόστρωτα πατώματα, και δεν ήταν λίγες οι φορές που χανε δει εκείνον τον αλυσοδεμένο «Μελήτακα» να τριγυρίζει και να κλαίει  στις ανήλιες στοές του ισογείου  και πιο κάτω των μπουντρουμιών του. Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, ο Φάρος καταστράφηκε. Με τη λήξη του πολέμου ανακαινίστηκε και λειτούργησε ξανά, μέχρι το 1960, όταν με την επέμβαση της αρχαιολογίας, ανακαινίστηκε και αφαιρέθηκαν τα τσιμεντένια παραπήγματα

Και περάσανε τα χρόνια και γκρεμίστηκε ο μιναρές κι έσβησε ο φάρος για πάντα πάνω από το αμίλητο Φρούριο, και χάθηκε κι αυτός όπως χαθήκανε πολλά στο πέρασμα του χρόνου. Κι ένοιωσα πόσο πολύ πόνεσε η ψυχή σου σαν γκρεμίσαμε τον μικρό σου αδελφό, τον μικρό Κούλε, στα 1936, το μόνο οχυρωματικό έργο των Τούρκων στην πόλη, όσα χρόνια έμειναν. Γκρεμίστηκε  γιατί απλά εμπόδιζε, γιατί έπρεπε να γίνει  πιο μεγάλο το άνοιγμα του λιμανιού. Κι εσύ πάντα ασάλευτος και λυπημένος, ώσπου σκέφτηκαν κάποιοι άνθρωποι να μην σε αφήσουν άλλο στην μοναξιά και την πίκρα της ζωής που προορίστηκες να ζήσεις. Κι άνοιξαν τις πύλες σου και μπήκε μέσα κόσμος πολύς, κι έγινες χώρος πολιτισμού, τέχνης, αναψυχής και παρατήρησης. Όμως ο καιρός σε πλήγωσε ξανά κι έπρεπε να ξανακλείσουν οι πόρτες της ψυχής σου, να γιατρευτείς πάλι για να μπορέσεις να διατηρηθείς και τους επόμενους αιώνες, να πεις σε εκείνους που θάρθουν τις παλιές σου ιστορίες μα και τις νεότερες. Να θυμηθείς κάτι και για μας τους απλούς καθημερνούς ανθρώπους που θέλουμε να βλέπουμε μόνο χαμόγελο και ομορφιά στην ψυχή σου…

Κι απόψε… απόψε θα λάμψεις. Θα΄ρθει πολύς κόσμος Άρχοντα, όλοι θα θέλουν να σε γνωρίσουν πιο καλά. Θα΄ναι μια νύχτα τεράστια, με το λαγούτο του Λουδοβίκου των Ανωγείων και με τη συντροφιά ενός  από τους πιο γκαρδιακούς σου φίλους, του φεγγαριού που κι εκείνο απόψε να φορέσει την πιο σπουδαία του στολή, την μεγαλόπρεπη, την Αυγουστιάτικη, την ασημένια του!

Χίλια καλώς σε βρήκαμε… Γίγαντα κι Άρχοντά μου

Εμείς θα συνεχίσουμε να τα λέμε κάθε πρωί κι άλλοτε τα βράδια γιατί οι ιστορίες που λέμε χρόνια τώρα δεν νομίζω πως θα τελειώσουν ποτέ…

http://zhtunteanagnostes.blogs…

 

Πηγές :

Χάνδαξ – Ηράκλειον, Στέφανος Ξανθουδίδης,1927

Το Ηράκλειον στο πέρασμα των αιώνων, Στεργ. Σπανάκη, 1990

*Χάνδακας, η πόλη και ατ τείχη, Χρυσούλα Τζομπανάκη,ΕΚΙΜ 1996

**Χωρογραφία της Κρήτης, νέα έκδοση, Ζαχαρία Πρακτικίδου, 1983

Το Ηράκλειο εντός των τειχών, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2000

Ο Κρητικός Πόλεμος, Χρυσούλα Τζομπανάκη, 2008

Εφημερίδα Πατρίς,

Εφημερίδα Εθν. Φωνή 1972

ΑΧΤΙΔΕΣ ΑΓΑΠΗΣ

13873051_1804860529744274_8343794384445353004_n

Έχεις το χάραμα χαμόγελο στα χείλη
παίζει με τ ‘ όνειρο η άδολη ψυχή
διψάς για λίγο φως και περιμένεις ………
Το ξέρεις όμως ……μόνο δε θα΄’ ρθει …

Οι αχτίδες της αγάπης θα χαϊδέψουν
μα εσύ μένεις κρυμμένος στη σκιά
πώς θες ν ’ανθίσουν τα λουλούδια της καρδιάς σου
άμα δε «βγεις» με τόλμη στη θωριά ;

Κι άμα σε κούρασαν οι μπόρες του χειμώνα
το καλοκαίρι ρέει ακόμα ,σαν πηγή
πάρτο σαν δίδαγμα και φτιάξε ουράνιο τόξο
κι εκεί …… κάπου στην άκρη είσαι ΕΣΥ .

Άσκοπα τα ταξίδια της ζωής σου
σε πλήγωσαν οι τόσοι σου «σταθμοί»;
Αν δε βραχείς ,αν δεν πονέσεις κι αν δεν κλάψεις
πώς θες να΄ναι καθάριοι οι «ουρανοί» ;

Πίσω απ’τα σύννεφα η ζωή σου ψιθυρίζει ……..
«είμαι εδώ , σε περιμένω για να ‘ρθεις»
δεν είσαι πια στη γη των Λωτοφάγων
Την άφησες και πέταξες μακριά της .
Δεν το κατάλαβες στην τόση την ορμή σου
δε «βόλευε» κανένα να στο πει ……..
Συνέχισε το πέταγμα και φτάσε εκεί
που το «παιδί» σε οδηγεί !

Έχει το ένστικτο το ατόφιο ,το καθάριο
τη σπίθα ζωντανή μες στη ματιά
τα κάγκελα που σου ‘βαλαν σκουριάσαν
δεν είναι στα κλουβιά η ομορφιά !

Στα δώσανε για στήριγμα οι «άλλοι»
και συ τους πίστεψες παλιά
σε πείσαν και συ τα ΄βαλες τριγύρω
δεν είναι προστασία η σκλαβιά !

Κλειδώθηκες στα τόσα ψέματά τους
στη δήθεν «καθώς πρέπει» ανθρωπιά !
Μην αγαπήσεις ποτέ τα κάγκελα τα σάπια
ρίξτα ένα -ένα στη φωτιά !

Όρθωσε τώρα το ανάστημά σου
και μη φοβάσαι να φωνάξεις «είμαι ΕΓΩ» !
Κι αν φύγουν ,ποτέ δεν ήτανε κοντά σου
ήταν εχθροί που σου πουλήσαν «σ’ αγαπώ».

Αυτοί που σου ‘ χαν δέσει τα φτερά σου
που σε κατείχαν ,σ’ είχαν όμηρο ,γι ‘αυτό !
Μα σαν θα φύγεις ,θα το δεις πως ήταν «λίγοι»
χαμένοι στο δικό τους το «κενό» .

Κάποιοι ποτέ δε θα τολμήσουν να πετάξουν
ποτέ δε θα αγγίξουν ουρανό
με φτώχια ,δίχως φως μες στο σκοτάδι
όμηροι στο θανάσιμο «εγώ».

Αυτό που’ναι αρρώστια που σε πνίγει …….
τον δούλο να τον λες «αφεντικό».
Δε βλέπεις τη δική σου την ευθύνη
στης γης το δύσκολο ,στο επίπονο ταξίδι
να επιλέξεις το καθάριο ,το λευκό ;

Πέννυ Μουρελάτου 14 /6/2016

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 7, 2016, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

Μια σπουδή πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Marie Moran, Μαριάννας Τσαντίλη. ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ.

14117699_1817479788482348_590047167033217527_n

Τα μάτια σου δυο αποξηραμένα ηλιοτρόπια.
Τα χείλη σου αφυδατωμένοι παραπόταμοι.
Τα χέρια σου, μια αγκαλιά νεκρή.
Φιγούρα σκιας απέμεινες,
στο κύκλο μιας ατέλειωτης ερήμου.
Σαν τέλος ορίζεσαι,
μιας απελπισμένης αγάπης.
Σαν φόβος ορίζεσαι,
που τον γελούν, μύριοι θανάτοι.
Κι η ομορφιά του έρωτα,
χάνεται στην αχλύ της σκόνης.
Κι οι άνθρωποι,
γλώσσες δυσνόητες και,
ενδεδυμένες υποκρισίες γινήκαν.
Χάρτινοι, απατηλοί Θεοί,
οι σκέψεις κι οι αλήθειες.
Τίποτα, δεν θυμίζει την αρχή.
Παγώνει και, νυχτώνει
από νωρίς, στις ερήμους.
Καυτό το φως εκεί και, πονά.
Παγωμένο το σκοτάδι και, σκοτώνει.
Δεν είναι παιχνίδι, μια έρημος.
Δεν είναι παιχνίδι εκεί,
που η ψυχή αλυχτά και,
το κορμί βιάζεται.
Να θυμάσαι.
Εκεί, στο τέλος του κόσμου,
την όαση την κρύβεις μέσα σου.
Να θυμάσαι πως,
οι ψίθυροι, στην έρημο,
δεν φέρνουν, μόνον ευτυχία.
Παγώνει και νυχτώνει,
πολύ νωρίς εκεί,
που δεν φυτρώνουν, Μαργαρίτες.

Νάγια Κωστοπούλου .
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙΡΟΥ.Ν.Κ.

Marie Moran

14224792_1817534381810222_8334726655590566152_n

Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» από καρδιάς στην αγαπημένη φίλη ΝΑΓΙΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Υπεύθυνη Λεσχών Ανάγνωσης Δυτικής Αττικής, για την εξαιρετική και τόσο αναλυτική κριτική του βιβλίου μου: Η άποψή μου για το βιβλίο της Μαριάννας Τσαντίλη
«ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ».
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.
«Ουδέν, ως αληθώς, των εν ανθρώποις έχει το στάσιμον ή βέβαιον»….
Αγ. Ανδρέας Κρήτης, (660-740 μ.Χ.)
Δανείστηκα την ρήση του Αγ. Ανδρέα γιατί απεικονίζει απόλυτα την ηρωίδα του βιβλίου.
Κι έτσι συνεχίζω με τα λόγια της συγγραφέως.
«Και απέμενα μόνη μου, στο μεταίχμιο. Ολοκληρωτικά χαμένη.
… Έμεναν οι ώρες μου κενές, χωρίς σημασία, χωρίς λόγο ύπαρξης.
Ένα τίποτα χρόνου χαμένου στο άπειρο.
Πώς να αθροίσω το τίποτα;
Τι περιεχόμενο να του δώσω»;
Σελ 425
Ψίθυροι στην Έρημο, ψίθυροι στην σκέψη, ψίθυροι στην ψυχή.
Αγαπημένοι κι αλύτρωτοι ψίθυροι.
Μισητοί κι άσπονδοι ψίθυροι.
Κι όμως το ταξίδι της Μαριάννας Τσαντίλη είναι διάστικτο από ερήμους έρωτες κι ερήμους δήμιους. Είναι ένα καραβάνι συναισθημάτων, σε μια διαδρομή δράσης, πάνω στους καυτούς κόκκους μιας απέραντης ψυχικής δύναμης.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή που το κρατάς στο χέρι σου, αισθάνεσαι την ειδική βαρύτητα του βιβλίου.
Την νιώθεις, την οσφραίνεσαι, την αντικρίζεις.
Αυτό το ζεστό σε χρώματα εξώφυλλο. Από τα δυο ζωντανά άνθη με τους στήμονες και τους κάλυκες τόσο ευδιάκριτους. Από το ότι κείτονται αγκαλιασμένα, το ένα δίπλα στο άλλο κοιτώντας παράλληλα διάφορες κατευθύνσεις, σου δίνουν αμέσως την εντύπωση, ότι εδώ κάτι πάλλεται γεμάτο από προσμονή. Εδώ η ζωή, ανασαίνει προστατευμένη από τα όμορφα πέταλα που αγκαλιάζονται με τρυφερότητα, εδώ κάτι ζει.
Κι ύστερα έρχονται υπέροχα να σε κατατοπίσουν, οι προθεματικοί στίχοι του Γ. Σεφέρη, που καθώς φτάνεις στο τέλος κι, επιστρέφοντας και πάλι στην αρχή, διαπιστώνεις πως ναι, τελικά αυτοί οι στίχοι, για άλλη μια φορά είναι καθ’ όλα αληθινοί.
«Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν αντικρύσετε τον άνθρωπο».
Πικρή επαλήθευση, μα, που όλοι μας καθημερινά την διαπιστώνουμε, βιώνοντας τούτη την αλήθεια. Μια πικρή αλήθεια που μας παραλύει. Που μας βουβαίνει. Που μας κωφεύει. Που μας συνθλίβει. Που μας αφήνει, μια γεύση σαν αλμυρή-πικρή-ατέλειωτη έρημο.
Κεφ. 1ο: Σαν.
«΄Εχω ένα μπολ γεμάτο κοχύλια. Γυαλιστερά. Όμορφα. Άλλα με κουκκίδες πάνω τους, σαν στίγματα χρόνου, κι άλλα γεμάτα γραμμές, όμοιες με φλέβες ζωής. Φέρνουν ένα κομμάτι θάλασσας μες στο σπίτι». Σελ.11
Εκπληκτικά εύστοχη και ευρηματική εισαγωγή. «Σαν», ονομάζει το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας της η δημιουργός. Σαν, στοιχείο παραμυθίας στοιχείο ονειρικού δανεισμού, Σαν, όμορφη σχηματοποίηση, Σαν στοιχειό, Σαν να μην υπήρξε αυτή η ζωή που θα ακολουθήσει, Σαν να θέλει να ξεφύγει, Σαν, σαν… Σαν ψίθυρος, σαν έρημος, σαν παραμύθι, σαν ταξίδι. Σαν όαση επιφωνημάτων και, σημείων στίξεως.
Μια ανάγκη φυγής επιβεβλημένη εξαρχής. Μια ανάσα, σαν συνωμοσία, για να δώσει χώρο και χρόνο στον αναγνώστη ν΄αντέξει. Για να επιτρέψει και στην ίδια την δημιουργό, να φτάσει με μιας στιγμούλας σκέψη και μόνο, ως το τέλος. Σαν… Τέλος. Κι όλα τα σκληρά ενδιάμεσα, να περάσουν ξυστά από το νου και την καρδιά όσο διαρκεί μια πινελιάς τροχιά στον απέραντο καμβά της μοναξιάς και της ζωής της. ΄Ετσι, σαν μιας αμυχής γρατσουνιά, που αμέσως θα σβήσει το σημάδι της. Σαν μια στιγμούλα πόνου, σαν μια σταγόνα δάκρυ, σαν κυνηγημένος εφιάλτης, που δεν θα επιστρέψει πια.
Σαν… έρημος. Σαν… ζωή. Σαν τη ζωή. Αυτό είναι το ζητούμενο. Πως τελικά η ζωή διαγράφει την πορεία της λες και της επιτρέπεται να μας αφήνει στην άκρη. Λες κι εκείνη, έτσι αυθαίρετα, δικαιούται να μας παρασύρει στα σοκάκια της, χωρίς να μας ρωτά. Σαν να ‘μαστε κομπάρσοι στο έργο και στο θίασό της.
«Την άγουρη νιότη, όσο μεγαλώνω μαθαίνω να την φοβάμαι».
΄Ετσι και η Μαργαρίτα, η ηρωίδα, θέλησε να ανθίσει κάπου μακριά, σε μια μακρινή όχθη, στην άγνωστη έρημο. Ο θάνατος κι, ο έρωτας την βρήκαν εξίσου παντελώς απροετοίμαστη.
Αναζητώντας με αγωνία το φως, κατέληξε να οδοιπορεί στο σκοτάδι.
Αναζητώντας με αγωνία την αγάπη, κατέληξε να αγκαλιάζει τον φόβο.
Αναζητώντας με αγωνία τον άνθρωπο, κατέληξε να συνοδοιπορεί με το θάνατο.
«Ό, τι λείπει στον άνθρωπο το δημιουργεί με τη φαντασία του. Το μεγεθύνει ή το συρρικνώνει ανάλογα. Κι ύστερα το πιστεύει. Αυτή η πίστη του γίνεται σύντομα μύθος και σύμβολο και πραγματικότητα. Η πραγματική πραγματικότητα. Η προσωπική εκδοχή του κόσμου του».
Σελ 233
Αυτός είναι ο χτύπος, η ψυχή, η ανάσα του έργου,
«ΣΑΝ ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ», της Μ.Τ.
Όλα όσα διαπραγματεύεται η δημιουργός στις 516 σελίδες του βιβλίου της, κρύβονται σ΄ αυτήν την υπέροχη παράγραφο.
Εδώ λοιπόν, κάπου στο μέσον του βιβλίου, δίνεται έμμεσα και η απάντηση.
Το κείμενο ακολουθεί μια περίεργη τεχνική. Την τεχνική της διαστρωμάτωσης που ακολουθεί ένας ζωγράφος πάνω στο καμβά του. Παίζει με το θερμό και το ψυχρό περιβάλλον των χρωμάτων, για να αποδώσει όσο πιο πιστά μπορεί μια προσωπογραφία. Πινελιά πινελιά το θερμό υπόστρωμα, κι ύστερα πάλι το ψυχρό, έτσι ώστε το χρώμα, να αποδώσει στο άριστο, το εικονιζόμενο πορτρέτο. Άλλωστε για τη συγγραφέα, είναι απλά παρά μια ακόμη οικεία παρέμβαση, χρήση της ιδιότητας της ως ζωγράφος. Βασιζόμενη στις τεχνικές του χρώματος και των φωτοσκιάσεων, στήνει σιγά και σταθερά, την ιστορία της, σελ. 422. Σχηματοποιεί τις ιδέες, τον ήρωα, τα σύμβολα- ιστορία, προορισμό- διαδρομή κι ύστερα με γρήγορες πινελιές πια, μας καθορίζει την ψυχή και τον έτερο κόσμο της.
Ακριβώς μ΄ αυτήν την τεχνική της διαστρωμάτωσης , εξελίσσεται το έργο και κλιμακώνονται οι δράσεις κι οι αντιδράσεις. Στήνονται οι ήρωες και μας συστήνονται οι ψυχισμοί. Γαλάζια μάτια, κλειδωμένα στόματα, σώματα καλυμμένα, ψυχές αλλόκοτες, λέξεις δυσνόητες, συναισθήματα ακατανόητα. Ολόγυρα η έρημος. Και πάνω ψηλά, ένας θεός φιλεύσπλαχνος που αναζητείται ως όαση. Κι όσο διαβαίνουμε ανάμεσα στις σελίδες, οι θερμοκρασίες παίζουν με τα όρια των ανθρώπινων αντοχών. Οι φιλίες δοκιμάζονται σκληρά από σιωπές. Οι γυναίκες καλύπτουν τα θέλω των αναγκών στα βαριά μακριά ρούχα. Οι μητέρες νανουρίζουν με μοιρολόγια τα παιδιά που δεν τους ανήκουν. Οι έρωτες, χάνονται με τις πρώτες βροχές. Ο γάμος είναι υπόθεση τρίτων. Η οικία δεν είναι άσυλο, παρά κοινή ιδιοκτησία. Εδώ, που όλα μα όλα είναι αλλιώς, οι ΨΙΘΥΡΟΙ μόνο ζουν ελεύθεροι, οι ΨΙΘΥΡΟΙ μόνο μπορούν ολοκληρωτικά να σου ανήκουν. Εδώ, οι ψίθυροι είναι ικεσίες, όνειρα, έρωτες, αγάπες, θεοί.
Εδώ, οι ψίθυροι είναι οδυρμοί, εφιάλτες, μίση, θάνατοι, δαίμονες.
Τα πάντα ολόγυρα ψιθυρίζουν όπως και η έρημος. Γεμάτη από εκατομμύρια κόκκους –ψίθυρους δεν είναι άραγε η ύλη της; Γεμάτη από ψυχές, δάκρυα κι αστέρια δεν είναι η σύστασή της;
Σ’ αυτή την κόλαση η Μαργαρίτα ανακάλυψε ότι τελικά η δύναμη που έκρυβε μέσα της, ήταν η όαση, κι ο Θεός που εναγωνίως αναζητούσε, όλα αυτά τα χρόνια.
«Ο ενεστώτας δεν με αντιπροσώπευε πια. Από καιρό ένιωθα απούσα» σελ. 457
Σ αυτό το βιβλίο, αυτό που με ξάφνιασε ως αναγνώστη, ήταν ο υψηλός δείκτης ευαισθησίας της δημιουργού. Το μπολ με τα κογχύλια, και η εκπληκτική ποιητική πένα της στα σημεία της υψηλής φόρτισης του έργου σε αντιπαράθεση με τις συχνές εισαγωγές ποιημάτων από όχι και τόσο γνωστούς ποιητές, που αποδείκνυε αυτόματα πως η ποίηση αποτελεί επίσης άλλη μια σπουδή κι αγάπη της δημιουργού. Αξιοσημείωτο σημείο επίσης, αποτελεί ο ρόλος της παν εποπτικής παρέμβασης της. Ναι, είναι εκπληκτικός ο τρόπος που εναρμονίζεται στο κείμενο. Σαν να εγκιβωτίζεται, αλλά παράλληλα και, σαν να οδοιπορεί διάφορος, κάθε φορά. Θα έλεγε κανείς πως γράφτηκε ξέχωρα κι ύστερα ενσωματώθηκε. Λειτουργεί ως το ημερολόγιο της συγγραφέως, μα καθώς ενσωματώνεται γίνεται οδηγός πλοήγησης τόσο ως προς την ηρωίδα της, αλλά και ως προς τον αναγνώστη.
Το έργο εξυψώνεται και αυτονομείται, καθώς περιβάλλεται από έναν επιλεκτικά δοσμένο λυρισμό, από μια συνετή και δυνατή καλαίσθητη δομημένη γλώσσα, ενώ ο ρυθμός που την ακολουθεί, αλλάζει συνεχώς. Εκπληκτική επίσης βρήκα την χρήση της τριτοπρόσωπης αφήγησης, που ενώ ακολουθεί ένα έργο τόσο μεγάλης διάρκειας δεν παραπαίει. Αξίζει φυσικά να παρατηρήσουμε ότι αυτό αποτελεί την απόλυτη αρμονία με το εξωτερικό ιδιαίτερο περιβάλλον όπως είναι αυτό της ερήμου. Απόλυτη ισορροπία, θα την ονόμαζα την τεχνική της. Κι έτσι λοιπόν η Μ.Τ. μας αποδεικνύει περίτρανα πως όλα οφείλουν να συμμετέχουν παράλληλα. Άλλωστε το περιβάλλον καθορίζει και διαμορφώνει τους χαρακτήρες κι αυτό πάλι ορίζεται και αποδεικνύεται και από τους ελάχιστους μικροπερίοδους διάλογους που συναντούμε, χωρίς όμως να στερούνται αξίας, ουσίας και δυναμικής.
Εκεί στην έρημο, ο ήχος του αέρα έχει άλλη ακουστική. Έχει άλλο ρυθμό. Μεταφέρει μαζί του έναν παραπονιάρικο ψίθυρο, όπως ακριβώς είναι και το ύφος του έργου, που ενδυναμώνεται από την υγρή πυκνότητα της γλώσσας, που στηρίζεται στα ρήματα και δονείται με τις μετοχές.
Απουσιάζουν τα επίθετα, τα επιρρήματα, οι αντωνυμίες, οι υπερβολές κι είναι φυσικό. Μια ζωή δύσκολη μουρμουρίζει δεν φωνασκεί. Μια πληγή που αιμορραγεί, αγγίζεται δεν αγκαλιάζεται. Μια γυναίκα μοναχή δεν στέκεται όρθια στο σταυροδρόμι, παρά σκυμμένη κρύβεται συνεχώς στις εσοχές των τοίχων και της σιωπής.
Μα το ταξίδι δεν τελειώνει έτσι.
Υπάρχει ένα γαλάζιο ουρανού κι ένα περιστέρι που στο τέλος της δείχνουν, ότι τα αδύνατα, γίνονται δυνατά.
«Αχ, πόσο σ΄ αγάπησα, ρε Μαργαρίτα.
Ονειρέψου, ζήσε, φώναξε, κλάψε.
Κι όποτε με χρειαστείς είμαι εδώ.
Μην το ξεχάσεις ποτέ. Για σένα πάντα θα είμαι εδώ».
Σ ευχαριστώ Μαργαρίτα.
Σ ευχαριστώ Μαριάννα.
ΝΑΓΙΑ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΛΕΣΧΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ.

Στρατής Φάβρος

14064181_1817587541804906_997965906014822662_n

Η εποχή είναι μια εσωστρεφής περιδίνηση στη σιωπή,
είναι μια ερμητική απορία μια βομβώδης αλαλία
μια συσσωρευόμενη απέχθεια μια ανέκφραστη αγανάχτηση
ένας συναισθηματικός «μογιλαλισμός», ήττα και κατάκτηση

Όταν μιλήσει θα είναι κραυγή
Σκέψη σε μια ξένη σκέψη, επιπόλαιη
Τον χρόνο κυλώ ανέκφραστος και ενεός
από την ομορφιά και την ασχήμια μαγεμένος, βουβός

Κι αν πω θα κυλήσει το δάκρυ στου ανέμου την άκρη, κι αν κάνω
θα αδικήσω τη σιωπή που είναι τέλεια ξαναμμένη μάγισσα πηχτή
και βλέπω το κόσμο σαν παντοδύναμος δίκαιος και ωραίος
και έτσι αντέχω τη βλακεία την οίηση και τη μωρία που τα φτερά τους με ντύνουν

Σοφός και φτωχός αναρχικός όχι πλούσιος αναρχικός και βδελυρός
γιατί τα καμώματα μου κι οι αμαρτίες ακόμη με της φαιδρότητας φόρεμα φτωχό
την αγάπη τη βρίσκω στη συγκατάβαση στην μετάβαση και την κατάβαση
στον ανθρώπινο πόνο δίχως συφέρο και εκλεκτισμό με δημοκρατικό ρομαντισμό

Κι όλους όσοι διαφέρουν στης στιγμής την αγχόνη που έθνη ματώνει
στης αμετροέπειας τον ζυγό πνιγηρό και της μισανθρωπίας υψιπετή το σκοπό
του Οιδίποδα τον ανθρώπινο νόστο λαλώ μέσα στου λαού το ρυθμό
το δημοτικό δίκαιο αχό το πολυσήμαντο φολκλόρ τον ορθόδοξο καημό

Αυτά με συνέχουν αυτά με κρατούν της ζωής τον πνιγμό ν’ αναιρώ
Και γνωρίζω πως πάλι του απείρου ο βρόχος τα λόγια καρτερά
στης αγχόνης τη λήθη τη σκελετωμένη σκιά να τα πνίξει
Τ’ αψηφώ στωικά αφού της στιγμής ο λυρισμός είναι σύντροφος ηδονικός

Στρατής Φάβρος Ανέκδοτο
Δεκέμβριος 2015

Αυτή η καταχώρηση δημοσιεύτηκε στις Σεπτέμβριος 7, 2016, σε Uncategorized. 1 σχόλιο

ΓΚΡΟ – ΠΛΑΝ

12871485_1777522179144776_6954717547835420916_n

Χαμόγελα,ξεθωριασμένης φωτεινότητας
Βλέμματα,παραπειστικής νηφαλιότητας
Ήχοι,παράφορης πιστότητας

Ξεφτίδια,αλλοτινής εγκαρδιότητας
Μνήμες,χειροπιαστής φαυλότητας
Προφάσεις,αυτονόητης ιλαρότητας

Πειστήρια,παραμορφωμένης θηλυκότητας
Έρωτες,έκδηλης πεζότητας
Εφαρμογές,καθημερνής ασημαντότητας

Στίχοι,εξόφθαλμης ρηχότητας
Όνειρα,απατηλά,κάποιας νεότητας
Λυγμοί μου,μες στη νύχτα,ματαιότητας!…

Τάσος Σ.Μάντζιος

Κώστας Καρούσος ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ—με την αγάπη μου !!!–το ποίημά μου…. 9ο-Στίχε περπατητή..

13336071_1777849342445393_6479339224979960370_n

Στίχε περπατητή,στους κρασόβιους αιμοδότες
των λιμανιών παραβγαίνεις…
απαλύνεις τις πληγές του ήλιου
όταν χορευτής μαντατοφόρος
περνάς τις γειτονιές μας !!…
Στίχε !! βιάσου την περιφορά της γης.
Σ΄ακολουθούν οι πλανήτες-απορημένα μάτια
στη δυναμική σου εμβέλεια !!

Χωρίς αναπαμό περιφέρεις
την ανθρώπινη καρδιά στους αιώνες.
Περνάς το χέρι σου-σκληρά μελετώντας-
στην πολύπαθη μέση της ιστορίας.
Σέρνεις τον χορό, στα αινίγματα της αυγής.
Διάφανη αντίληψη του χτες-κυλάνε τα μάτια σου !!…

Στίχε,αγγείο μυκηναίκό-τροφός του μεσαίωνα,
ήχος καθαρόαιμης ποίησης των λατόμων !!

Τη σιωπή σου κρατώ,
όταν η ώρα του ανθρώπου σιωπά
και σιωπηλά οι ορδές σου χυμάνε…
κλείνεις τα βλέφαρα του πρώτου στίχου !!

Στίχε- της αφής του πράσινου
—–της όσφρησης του γαλάζιου
—–της γεύσης του ιδρώτα,
—–στίχε πλάνητα !!

Επιβήτορα,στην ασθματική σου πειθώ !!…

΄Τέσσερις Συλλογές΄΄ 3η εκδ.2009- Κ. Καρούσος-29/8/2016

Η ΜΑΝΑ ΕΝΟΣ ΓΟΡΤΥΝΙΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

14141705_1817642445132749_8955521654407319659_n

Στο δρόμο που πηγαίνω , γυναίκα συναντώ
σιμώνω να ρωτήσω στα μάτια την κοιτώ .
-Ψάχνω μια μάνα χήρα μαντάτα να της πω ,
είχε ένα παλικάρι σταλμένο στον στρατό ….
Τα μάτια της βουρκώσαν .
-Εκείνον καρτερώ .
Μου λέει και περιμένει τι έχω να της πω .

Τα πόδια μου λυγίσαν , τα χείλη μου σφραγίσαν ,
πως να της ξεστομίσω τόσο βαρύ κακό .

Σκύβω και της φυλάω τα χέρια της τα δυο .
-Κυρά –Μαρία ,λέω , κομπιάζω , ιδροκοπώ ,
είχες έναν λεβέντη γενναίο αρσενικό , δεν δίστασε να πάει ενάντια στον εχθρό .
Έδωσε την ζωή του για ένα ιδανικό για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και τον ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ .
Μου ‘πε πριν ξεψυχήσει να ψάξω να σε βρω και να σου δώσω τούτα , σταυρό και φυλαχτό .

Και ενώ ψάχνω κουράγιο να ξανασηκωθώ , εκείνη
μ’ αγκαλιάζει και λέει με στεναγμό :
-Να είσαι καλά παιδί μου και σε ευχαριστώ .
Στην χούφτα της κρατάει σταυρό και φυλαχτό
και μ’ αποχαιρετάει :
-Πάω για να τον βρω !

Βασιλική Μουργελά

Σεπτέμβρης

14212558_1818131238417203_3583174238277605195_n

Ανομολόγητα χαράχτηκε το καλοκαίρι και κολυμπήσαμε σε κόκκινες θάλασσες με αχρωματοψία αθεράπευτη, αφού, ξένη η λύπη, ξένος ο θάνατος, αριθμός είναι που περνάει στις οθόνες βιαστικά.
Σκάφη λευκά στο πέλαγος, έχουν παράταση Αυγούστου και στο κατάρτι με τιμές πλειστηριασμού, αγορασμένα σκέλη.
Στις γειτονιές φυσάει θυσίες, σάρκες, οργή, αποκεφαλισμούς. Αλλόκοτη του χάρου ηδονή, πείνα, σφαγείο στο φως κι ο πόνος να φτύνει τις χαρές κάθεξημέρωμα.

Σε λίγο θάρθουνε τα χελιδόνια του Σεπτέμβρη. Μέσα σε αίθουσες ονείρων θα γράφουνε την αλφαβήτα με τα καθαρά τους μάτια. Θα στέλνουνε φιλιά απ’ το παράθυρο, να ταξιδέψουν όπου αγαπούν.
Με τα μικρά τους χέρια θα πάρουνε τις λερωμένες μας ζωές μέχρι τον Ιορδάνη. Κάποιοι θα φτάσουν, άλλοι θα διπλωθούν στα δύο.
Μην πεις και πάλι τρεις φορές »ουκ οίδα’’.

Μαρία Σκουρολιάκου .

»ΤΟ ΚΥΡΙΩΣ ΣΩΜΑ»