Αρχείο | Ιούλιος 14, 2016

Γιάννης Ρίτσος, “Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο”

13620259_1795373807359613_7822538403668891650_n

Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο
κάνω τον πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.
Εσύ της θάλασσας ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι,
πώς σου μαδήσαν τ΄άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.
Τι θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια
κι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.
Κουράγιο, μικροκόρη μας, που μας εγίνης μάνα
Ύμνος και Θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα.

«ΑΦΑΝΤΑΣΤΟ ΠΟΣΟ ΠΙΣΤΟΙ ΕΜΕΙΝΑΝ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ» Η Κύπρος του Γιώργου Σεφέρη: Χιλιάδες ψυχές από την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη

13692713_1795374700692857_8411589278832932779_n

Ο Νομπελίστας ποιητής και διπλωμάτης είχε μια στενή σχέση με την Κύπρο, την αγάπησε βαθιά και ενίσχυσε μέσα του την έννοια της Ελληνικότητας. Μίλησε και έγραψε πολλές φορές για την Κύπρο στους οικείους του εκφράζοντας αυτά τα συναισθήματα.

Στις 12 Μαρτίου 1954, έγραψε στον Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή :
«Στο μικρό διάστημα που έμεινα στην Κύπρο, άρχισαν πολλά πράγματα και νομίζω θα με κυνηγούν αδυσώπητα ώσπου να πάρουν μορφή. Παραξενεύομαι όταν το συλλογίζομαι. Η Κύπρος πλάτυνε το αίσθημα που είχα για την Ελλάδα. Κάποτε λέω πως μπορεί να με πήρε για ψυχοπαίδι της». Λίγους μήνες νωρίτερα έγραφε από το νησί στην αδελφή του: ««…Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο. Ίσως γιατί βρίσκω εκεί πράγματα παλιά που ζουν ακόμη, ενώ έχουν χαθεί στην άλλη Ελλάδα… ίσως γιατί αισθάνομαι πως αυτός ο λαός έχει ανάγκη από όλη μας την αγάπη και όλη τη συμπαράστασή μας. Ένας πιστός λαός, πεισματάρικα και ήπια σταθερός. Για σκέψου πόσοι και πόσοι πέρασαν από πάνω τους: Σταυροφόροι, Βενετσιάνοι, Τούρκοι, Εγγλέζοι – 900 χρόνια. Είναι αφάνταστο πόσο πιστοί στον εαυτό τους έμειναν και πόσο ασήμαντα ξέβαψαν οι διάφοροι αφεντάδες πάνω τους.»

Την ίδια χρονιά έγραψε στον Γιώργο Θεοτοκά: «Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Ελληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων».

H Kύπρος στην ποίηση του Σεφέρη

Φυσικά δεν έλειψε και η αναφορά της Κύπρου στην ποίησή του. Το 1955 εδημοσιεύθηκε η συλλογή του «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν» με την αφιέρωση«Στον κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και Αγάπη». Στη συλλογή αυτή ανήκει και το περίφημο ποιημά του Ελένη. Ξεχωριστή θέση στην ποίησή του έχει το ποίημα «Σαλαμίνα της Κύπρος» που έγραψε τον Νοέμβριο του 1953:

…Σαλαμῖνα τε
τᾶς νῦν ματρόπολις τῶνδ’
αἰτία στεναγμῶν.
ΠΕΡΣΑΙ

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια. Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.

5 Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα· παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου. Κύριος επί υδάτων πολλών, 10 πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια. Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει. Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού, έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας 15 μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:

«Η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι. 20 Και τούτα τα κορμιά πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν, έχουν ψυχές. Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν, δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν 25 αν ξεγίνουνται οι ψυχές. Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ δε χρειάζεται μακρύ καιρό για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι, δε χρειάζεται μακρύ καιρό 30 το κακό για να σηκώσει το κεφάλι, κι ο άρρωστος νους που αδειάζει δε χρειάζεται μακρύ καιρό για να γεμίσει με την τρέλα, νῆσός τις ἔστι …».

35 Φίλοι του άλλου πολέμου, σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα— Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη· εκείνοι που είδαν την αυγή μεσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου 40 ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα, νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής· κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια: 45 «Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό· την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης· Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».*

50 —Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια· δε φελά να μιλάμε· τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει; ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί; Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.

55 —Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.

Πηγή: Η Κύπρος του Γιώργου Σεφέρη:

Το ερειπωμένο σπίτι του Λιπέρτη

13726587_1795798563983804_4285940629989550844_n

Το 1952 η συγγραφέας και λαογράφος Αθηνά Ταρσούλη σε επίσκεψή της στη Θέρμια, μικρή κοινότητα στα περίχωρα της Κερύνειας, σχεδίασε το ερειπωμένο σπίτι γνωστό ως «Σπίτι του Λιπέρτη». Ο ποιητής Δημήτρης Θ. Λιπέρτης (1866-1937) γεννήθηκε στη Λάρνακα, όμως η οικογένεια του πατέρα του Θεοφάνη καταγόταν από τη Θέρμια, όπου βρισκόταν και το οικογενειακό τους σπίτι.

Σημειώνει η Ταρσούλη : «Βλέποντας το ερειπωμένο σπίτι αναλογιζόμαστε τον τρυφερό τραγουδιστή της λαϊκής κυπριώτικης ψυχής ν’ ανεβοκατεβαίνει αυτή τη σκάλα, να ζει κάτω απ’ τη στέγη του και να γράφει, τον χειμώνα δίπλα στο παραγκώνι ή την άνοιξη κάτω απ’ τα δέντρα, τα πιο χαριτωμένα του Τζιυπριώτικα Τραούδκια, γεμάτα έρωτα και πάθος νοσταλγικό…»

Για το «παππογονικό» σπίτι του Λιπέρτη ο συγγραφέας Δώρος Χρίστης μάς πληροφορεί : «Το σπίτι ήταν διώροφο. Μια πέτρινη σκάλα ανέβαζε στα ανώγεια δωμάτια. Στην πόρτα εισόδου του ανωγείου, πάνω από την πόρτα στο κέντρο, υπήρχε μέχρι της εισβολής εντοιχισμένο τετραγωνισμένο ξύλο που εξείχε πάνω από τη σκάλα και το οποίο, συμφωνα και με τα γραφόμενα του Λοΐζου Φιλίππου, αποτελούσε τη βάση, από την οποία ξεκινούσε και αιωρείτο πάνω από τη σκάλα οικογενειακό οικόσημο».

Έως την τούρκικη Εισβολή του 1974 το σπίτι του Λιπέρτη επιβίωνε, έστω ερειπωμένο. Η τύχη του σήμερα δεν μας είναι γνωστή.

Πηγή : Η Άλλη Κύπρος

Γιασεμιά, ένας κήπος Στέλλα Σπύρου

13731733_1795812597315734_5779183152404956217_n

Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου
Λευκωσία 2005

Δειλινά καλοκαιριού. Μαζεύω κορούδες γιασεμιού, τους κλειστούς δηλαδή ανθούς, τους περνώ σε κλωστή. Στα χέρια μου μυρωδάτος κήπος, μεθά ο ήλιος λίγο πριν βυθιστεί στη θάλασσα, δεν αντέχει την τόση ευωδιά στην προκυμαία. Περπατούν οι κοπέλλες, στο στήθος τους κήπος κάτασπρος, τα γιασεμιά. Είναι κι οι σιταροπούλλες που ψήνονται στα κάρβουνα, και το αμαξούδι του Γιωσήφη με ολόφρεσκα στραγάλια και κουδαμέ. Η ξεγνοιασιά ξαπλώνει στα παγκάκια της προκυμαίας, στις καρέκλες του καφενείου του Βράχα, του «Μαραμπού», και των άλλων κέντρων της παραλίας. Τα φώτα αντανακλούν χλωμάδα στα νερά, σβήνουν τα ψαλιδίσματα των χελιδονιών. Οι άνθρωποι της Κερύνειας απογειώνονται σε γειτονιές ονείρου, στιγμές ακριβές. Ένας σε βάρκα αργολάμνει, ύστερα άλλος, άλλοι… Είναι όσοι δεν αντέχουν να θωρούν τ’ όνειρο εξ αποστάσεως, θέλουν να το ανταμώνουν, ταξιδεύουν… Αυτό γίνεται τις νύκτες του καλοκαιρού, αν δεν πιστεύετε, ρωτήστε όποιον Κερυνειώτη, όποιαν Κερυνειώτισσα.

Αύριο, με την απαλή όστρια σαλπάρουν τα καΐκια, η άγκυρα ανεβαίνει, κτυπά η καδένα, μια αριστερά, μια δεξιά, στο πλευρό του καϊκιού. Όλοι ξέρουν πως καπετάνιος παίρνει δρόμους θαλασσινούς, με τη ματιά αγκιστρωμένη στη σημαία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη στο μπροστινό κατάρτι. Η γιαγιά λαλεί πως την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ φέρνουν τα κύματα, ενθύμιο από τη Μεγάλη Μονή του Πανορμίτη της Πανόρμου της Σύμης, να προστατεύει όλα τα καράβια, λαλεί και για το ναυάγιο του τρικάταρτου καραβιού με τα τετράγωνα πανιά, των αδελφών Βασιλείου, κοντά στη Μερσίνα της Μικράς Ασίας, και για το πόσο θαυμάζει τον καπετάν Κασιώτη, που βαφτίζει πολλά παιδιά Κερυνειωτών.
Πηγή : Ιστιολογιο Της Κερύνειας μας

Της Κερύνειας Ο Φιλελεύθερος Για την αγαπημένη Κερύνεια γράφει η Αλέκα Γράβαρη-Πρέκα….

13690728_1795801887316805_4316511729651314929_n

Ήρθε πρώτα η «συνταγή» της Στέλλας Σπύρου που επιμέ­νει όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου της αενάως να ιστορεί πώς φτιάχνεται το κέικ της Ιούς: Παίρνετε επτά ροδοπέταλα κόκ­κινα από ρόδο του δειλινού, επτά ροδοπέταλα λευκά από ρό­δο του πρωινού, πέντε κυκλαμινοπέταλα ροζ από αυριανό κυ­κλάμινο, μέλι, αλεύρι, ανθόνερο ανοιξιάτικης βροχής, τ’ αφή­νετε λίγη ώρα στ’ αεράκι να τα χαϊδέψει ελαφρά από παρά­θυρο κατά τη μεριά της Κερύνειας να πάρει τη θαλασσινή αύ­ρα της ώσπου να γίνει μείγμα απαλό σαν πούπουλο χελιδονιού που ψάχνει τη φωλιά του.

Και σε πλημμυρίζουν οι μυρωδιές, σου τρυπά πύρινη ρομ­φαία την καρδιά τ’ αναβοσβήσιμο του φάρου, πληγιάζουν οι πατούσες από λαχτάρα για κείνο τον περίπατο στην προκυ­μαία, να σε ραντίζουντα κύματα δροσιά μετο φύσημα της αύ­ρας, την τραμουντάνα απ’ τα βουνά της Τουρκιάς, ούτε που την οσμιζόσουν. Ήρθε μετά η εφημερίδα με κείνη τη φωτογρα­φία, όλα τα τμήματα του Γυμνασίου Κερύνειας του 1973. Και πού συγκεντρώθηκαν ξανά κάποιοι απόφοιτοι; Στο κάστρο, στον Αρχάγγελο σεργιάνισαν πριν βάλουν τα καλά τους για τη συνάντηση; Ανθούς απ’ τα περιβόλια έφεραν μαζί τους;

Και βγαίνεις στο δρόμο. Πού βρέθηκε μπροστά σου το γκρί­ζο αυτοκινητάκι με την επιγραφή «Η Κερύνεια δεν είναι για πούλημα»;
Το στομάχι κόμπος και ροβολάς με τη μνήμη να προλάβεις το κονβόι που περνά απ’ τα Πάναγρα, ν’ ανέβεις την κορφούλα κι αμέσως η θάλασσα (ναι, αυτή που μας τους έφε­ρε, η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας) ν’ απλώνεται σαν ερωμένη δεκτική να χωθείς μέσα της με ξεφωνητά χαράς. Πέ­ντε μίλι, πράσινο και γαλάζιο και σμαραγδί, απλωμένο στρω­σίδι στην άμμο, μια πίττα σουβλάκια στα τέσσερα (δυο σελί­νια, ήταν ποσόν!), ο Δημήτρης, ο Αντρέας, η Ιωάννα, μοιρα­σιά δίκια (πού λεφτά για μπίρα!) κι ύστερα καρπούζι, τι έγινε αλήθεια από τότε κείνη η γεύση;

Κι εσύ που δεν νογάς από παζαρέματα και τερτίπια των δυ­νατών την κουβαλάς την Κερύνεια στην καρδιά σου, το σερ­γιάνι στον τρυφερό της κόρφο, τα φωτάκια βραδάκι στο Μαραμπού, γίνεσαι όπως το λέει η Στέλλα ελιά ασημόφυλλη και ρίζωνες στα χώματά της κι ας μην είχες ποτέ να «ρίσεις» κόκ­κο απ’ τις αμμουδιές της. Και νιώθεις «τη θεία βροχή να ρυτι­δώνει τη θάλασσα, σιγανούς ψαλμούς να τυλίγουν τα μπαλ­κόνια», θέλεις, ναι, να το κρατήσεις σαν το λέει στο ποίημα της η Στέλλα το ουράνιο τόξο ενέχυρο και την κουβαλάς την Κερύνεια σαν βάρος ασήκωτο μαζί με τους Κερυνιώτες «ν’ αντέχουμε την παγωνιά του ταξιδιού, όλοι οι Κερυνιώτες και όσοι ακόμα δεν έχουν γεννηθεί».

Δημοσιεύτηκε 5th May από τον χρήστη Loukas Louka
Ετικέτες: Στέλλα Σπύρου Τύπος

Πηγή : Ιστιολογιο Της Κερύνειας μας

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

13627089_1794264100803917_987048165442055482_n

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο κι αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαϊκή κορώνα, ω! να η καμάρα!
Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ’ ολόχαρο τραγούδι
προς το παιδί· γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,
στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.
Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.

Κωστή Παλαμά

Στέλλα Σπύρου

13645267_1795791893984471_6366884993115417802_n

Να είναι η έλλειψη της Κερύνειας οδυνηρή,
Να είναι η θάλασσα της παλίρροια να μας κυκλώνει
Να γευόμαστε την αλμύρα της χειμώνα — καλοκαίρι,
Να φέρνει η αύρα της μουσικές Μικρασιάτικες πλουμιστές,
φωνές των ναυτικών και των γιαγιάδων,
Ελεύθεροι να είναι οι θαλάσσιοι δρόμοι,
οι μητέρες να κεντούν τον κόσμο τους και τον κόσμο μας,
Ν’ ανασταίνει η βροχή δεντρά και θάμνους
Να σβήνει την ασχήμια της πόλης και τη σημαία
την ξένη, στον Πενταδάκτυλο,
Να είναι η έλλειψη της Κερύνειας ΜΝΗΜΗ ΠΥΡΟΣ,
Να είναι η έλλειψη της Κερύνειας αβάστακτη,
Να μην αντέχω πλέον τους θανατερούς συμβιβασμούς,
Στις πηγές της να ξεδιψώ, χωρίς ποτέ να ξεδιψώ,
Να προσμένω στον κήπο του σπιτιού μας
την πρώτη πρώτη ανάσα του κυκλάμινου
την ώρα που ανθίζει,
την ώρα που ανθίζει
την ώρα που ελεύθερο θ’ ανθίζει

Πηγή : Ιστιολογιο . Της Κερύνειας μας .

Μίμης Μάζης

13692690_1795788477318146_5992562815811653428_n

A

Ο όρκος, πανάρχαια σκέψη,
δώρο Θεών!
Του Πενταδάκτυλου οι πλαγιές
ελληνικές φλέβες .
Στη θάλασσα τα πολυβόλα
αντιλαλούν πιότερο ρυθμικά,
ματώνοντας τες.

Ξεπετάχτηκα στις ανώνυμες σειρές,
το δάκρυ μου
στην ανάβρα της ιστορίας
σμίγει με τις πηγές των πατημένων χωμάτων.
Yγραίνει τους τάφους
της προδομένης τιμής.

Τα παρδαλά κρινάκια της Κερύνειας
γυροφέρνουν τις ιδέες
πολύχρωμες
στις θαλασσόδαρτες γάστρες .
Bολβιά γιορτάζουν τη ζωή
στην αναμονή,
για το λεύτερο φύτρωμα.

Στη θάλασσα των αιώνων
οι μαρτυρίες αδιάψευστες .
Tα λαξευμένα μαδέρια της περιπλάνησης ,
ελληνικοί ταξιδιάρικοι πόθοι
γυρόφερναν ειρηνικά τον κόσμο.
Στο καταπόντισμα
η σφραγίδα ανεξίτηλη,
δαχτυλοδείχνει τους ξενόφερτους.

Μικρό απόσπασμα από το μεγάλο ποιητικό μου έργο «Αλάσια-Κύπρις»

Φωτογραφία : Η εβδομαδιαία αγγλόφωνη «εφημερίδα και επιθεώρηση» The Owl [Η γλαύκα], ιδιοκτησίας του Herbert E. Clarke, κυκλοφόρησε το πρώτο της φύλλο τον Σεπτέμβρη 1888 και συνέχισε την έκδοσή της τουλάχιστον έως τον Μάρτη 1902. Κάποια περίοδο χρησιμοποιούσε ως εξώφυλλο το πιο κάτω εντυπωσιακό χαρακτικό που απεικόνιζε την πόλη της Λευκωσίας, με την Αγία Σοφία στο κέντρο και τον Πενταδάκτυλο στο βάθος.

ΜΟΝΟ Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ

13082500_1762632550633739_4461701500734294080_n

Μόνο η ψυχή σου έφτανε
να αποδιώχνει τους φόβους μου
και να τραγουδάω στις ολονυχτίες
στους Πύργους της Ιερισσού
το φέγγος των φεγγαριών
όταν οι παλίρροιες επιστρέφουν
κι εγώ πνίγομαι μοναχός
στο ακρωτήρι της ποίησης
εκεί που κουβαλώ την ερημία μου
να μπορώ απ’τη γύμνια μου να κρατάω
όσα δεν πληγώνουν τον άνθρωπο
κι ερωτεύονται το αλλότριο
και την Άνοιξη που κυοφορείς
να ανανεώνεις το στίχο
με κοράλλι και φίλντισι!
Μόνο ένα ρήμα έφτανε
να γιατρέψω το βλέμμα μου
να ερωτεύομαι το χαμόγελο
που αναδύθηκε στων Κυθήρων το πέλαγο!
Μόνο η φωνή σου έφτανε
να αγαπήσω την αυγή των πουλιών
και το χρώμα το ήλιου σου
στην ακροστιχίδα απ’το ποίημα
που είχες γράψει για μένα
τη μέρα των γενεθλίων μου!

Θεόδωρος Σαντάς

~Ταξίδι στ’ όνειρο~

13645268_839965116137014_6422974598882049436_n

Ταξίδι στ’ όνειρο
σε προσκαλώ να πάμε..
εκεί που πιο πολύ..
κι αλήθεια αγαπάμε…

Απ’ τα ταξίδια του μυαλού
και της ψυχής..
ξανοίγει ο δρόμος..
με λουλλούδια της αυγής…

Πρώτο ξημέρωμα…
και μια καινούργια αρχή…
σε άλλο κόσμο…
που το φως κυριαρχεί…

Δώσμου το χέρι σου…
και πάρε το δικό μου…
να σ’ οδηγώ…να μ’ οδηγάς
Στο όνειρο μου…

Μαίρη Ηλιάδη
Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή
Πάντα η Αγάπη Μπορεί.