Αρχείο | Ιούλιος 9, 2016

ΣΟΥΡΟΥΠΟ…!

13600182_1793540457542948_774562153214881044_n

Εκεί στη μαγευτική ακτή με βρήκε
το σούρουπο !
Κι ένα άπαλό δροσερό αεράκι με
τύλιξε στη μαγεία του, ευχάριστη
θαλπωρή, μετά απ´το χάιδι του ήλιου .
Το νησιώτικο σούρουπο κάνει τα
χρώματα πιο τρυφερά , τριανταφυλλένια !
Μενεξεδένια η δύση, με το ζαφειρένιο
ουρανό, τη θάλασσα και την πευκόφυτη
βουνοπλαγιά με την αστείρευτη πηγή
ανάβλυζε κρυστάλλινο νερό .
Η πλάση μια βάθια αγκαλιά το αχνό
της εύλογίας το χέρι .
Όλη αυτή η γλυκιά ατμόσφαιρα της
ώρας και του τοπίου μέσα στην απόλυτη
ησυχία κάνει τις καρδιές να συνεννοούνται
μ’ ελάχιστα λόγια …!
Κι απ´το βάθος της θάλασσας αναδύεται
μεγαλόπρεπα από τα κύματα η θεά της
ομορφιάς, της αγάπης και του έρωτα!
Soula Maropaki

Ομορφο δροσερό απόγευμα σας εύχομαι !!!!

13654325_1188849947832011_1490605952431047847_n

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
γεμίζουν το άδειο το τραπέζι.
Μα της μοίρας τα αιχμηρά καρφιά
κάνουν το δάκρυ μου αμέσως να τα μαραίνει.

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
με το άρωμα σου μιλάνε
μα τα γλυκά τους λόγια χάνονται
σε μια λίμνη από κλάματα που πολύ πονάνε.

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
την αγάπης μας θυμίζουν
μα είσαι τώρα μακριά
και έπαψαν πια να μοσχομυρίζουν

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
μου τα χάριζες σε κάθε ραντεβού μας.
Μου ’λεγες πώς η αγάπη μας
σαν το άρωμα τους θα μοσχοβολάει.

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
τον πόνο μόνο μου θυμίζουν.
Ήταν της μοίρας μας γραφτό
τώρα οι δρόμοι μας χωρίζουν.

Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
δεν αντέχω άλλο την οσμή τους
με πιάνουν τα αναφιλητά
κλαίω κι εγώ μαζί τους.

Στίχοι Ατικ .

http://youtu.be/qCEbVffCnSs

Η ευλογία της έλλειψης – Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

13612405_1188850464498626_1405870881111118116_n

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

Elias Karavitis

13606775_1793751810855146_8273855455014842506_n

Αναπνέω τη νύχτα
Πινω από απόσταγμα αστέρων
Ομιλω στο χλωμό το φεγγάρι
Αφήστε τον αυτόν αρχίζει τα χάνει.

Βλέπω την αλμυρα θαλάσσης
Στα μάτια μου αυτή δάκρυα φέρνει
Ποτάμι γίνονται και κυλάνε
Αφήστε τον αυτός είναι ταλας.

Ακουμπαω τον ήλιο
Δεν με καίει καμμία του ακτίνα
Αντίθετα αισθάνομαι τη δροσιά του
Αφήστε τον αυτόν τον κυριεύει μανία.

Αδελφός μου είναι ο πόνος
Δίδυμοι είμαστε, πρώτα βγήκε εκείνος
Εγώ μετά, πάντα από πίσω του είμαι
Αφήστε τον αυτόν, δεν το ξέρει, έχει πεθάνει.
Elias Karavitis

Η Μνήμη, έχει την καλύτερη ζωή Δ Ο ΡΑ . Σ Τ Ρ Α Τ Ο Υ – Φ Ι Λ Ο Π Α Π Π Ο Υ Η Κυρία των Ελληνικών Χορών, η Α ι ώ ν ι σ σ α Του Ηλία Τσέχου

13612366_1793763197520674_1172304042724116162_n

Πάντα η χαμογελούσα ομιλώντας στους άλλους, η αέρινη, η πιο λεπτή κλωστούλα, όχι αψηλή, χιλιοσεβάσμια στο τέλος της ζωής, στρατηγός, όπως την αποκαλούσαν από κοριτσούδι, με μια πειθαρχία που όριζε τις ιδέες της και τις κατανικούσε, τιμώντας αυτό που την κέρδισε, ο ελληνικός χορός !
» Η μοίρα σου φέρνει όσα μπορείς να αντέξεις… Έχω την αίσθηση πως είμαι ένας ιεραπόστολος ανάμεσα σε ανθρωποφάγους, πληρώνοντας γενναιόδωρα πράγματα φτηνά , για να πραγματοποιήσω τα αυτονόητα, τα άξια , τα ιερά…» τόνιζε.

Τι δε λέγαμε, πόσα χαλαλίζαμε και χαραμίζαμε, μέρες , βραδινά, δίχως παύσεις πέντε μήνες καλοκαιρινά, στο ασύλληπτο στολίδι της φύσης, στο θεατράκι της, στο λόφο Φιλοπάππου, στην Αθήνα, απέναντι από τον Παρθενώνα, την Ακρόπολη, ανατολικά καθρεπτιζόμενο στο Φάληρο, στον Πειραιά και συχνά στην Αίγινα και την Σαλαμίνα, με καθαρό καιρό.

Έλιωνε, έβραζε στην πρόβα τζενεράλε, αφιόνι…Τι στα βήματα παρατηρήσεις, τι στα ζωνάρια, στα τσεμπέρια, στις ποδιές, τι στα μουσικά και στα κοστούμια, κυρίως της γυναίκας…» Χαμόγελο, χαμογελάτε, φαντάζει , μην σας λήψη χαμόγελο στην παράσταση, έστω κι αν κάνετε λάθη, έστω κι αν φεύγουν τσεμπέρια , σκουφιά, ζώνες και πέφτουν μαντήλια…Μην σκύψετε, μην σκύβετε να τα πάρετε…ο κόσμος κατανοεί τις ζωντανές παραστάσεις , τα ζωντανά εσάς…» , χαμογελούσαμε εμείς, δεχόμασταν τη διδαχή της, τη σοφία της.
Στην πρεμιέρα έλαμπε, αρνάκι, δεν πολυνοιαζόταν για τυχόν άτυχα συμβάντα στη σκηνή, άλλος άνθρωπος από την πρόβα τζενεράλε, λάτρευε και τα μωρά, άνοιγε την αγκαλιά της στα μικρά, όσο ήταν φρόνιμα!

Έφερνε ένα δυο ζευγάρια, απ’ όλα τα μέρη της πατρίδας να μας διδάξουν τους χορούς του τόπου τους και δεν νοιαζόταν για ηλικίες, ομορφιές, χοντρούς κι αδύνατες, την ενδιέφερε η αυθεντική στιγμή του βήματος, που κουβάλαγε κι έλεγχε όλο το σώμα και τη χάρη του, ήθελε πάντα την ιδιαίτερη πνοή του τόπου που προέρχονταν ο χορός, την ευωδιά του, το άνθισμα των τσαλιμιών του…Έτσι μαθαίναμε τους χορούς κι εμείς , κράταγε τα ζευγάρια μία ή δυο εβδομάδες, τους έβαζε πρωτοχορευτές στην παράσταση και μαθητεύαμε στα άριστα!

Μέσα σε πέντε μήνες, παρουσιάζονταν στο θέατρο γύρω στους χίλιους χορούς, εναλλάξ κι ανά μία ή δυο εβδομάδες, απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας, κρατώντας όμως για φινάλε, όλο το καλοκαίρι, τον Τσακώνικο, τον Τσάμικο και τον Καλαματιανό χορό, που ήταν τόσο θεαματικός στον λαβύρινθο του ο Τσακώνικος, στον ομαδικό και ατομικό θρίαμβο του Τσάμικου και στον χαριτωμένο και χαρούμενο Καλαματιανό, γεμίζοντας τη σκηνή , πάνω κάτω εξήντα χορευτές και χορεύτριες.
Εμείς, σχεδόν περήφανοι, παραφράζαμε ευτυχείς τους στίχους του Σεφέρη » Όπου και να ταξιδέψω / η Ελλάδα με πληγώνει » σε: » Όπου και να ταξιδέψω στην Ελλάδα / Μπορώ να χορέψω μαζί της » !!!

Τα έχω χαμένα … τι να πρωτοθυμηθώ, πόσα να θυμάμαι κι έζησα για δέκα χρόνια,σ’ αυτόν τον πανέμορφο χώρο, με τόσο κόσμο, πολλούς χορευτές, σπουδαίους επισκέπτες, χορεύοντας , ιδρώνοντας , κάθε βράδυ…Τετάρτη Κυριακή δύο παραστάσεις, τις άλλες πέντε βραδιές 8-9.30 πρόβες, 10.30 – 12 παράσταση, και στη συνέχεια κατακλύζαμε Φιλοπάππου, Κουκάκι, Πετράλωνα ταβερνεία και ουζερί ! Ναι! Ας προσπαθήσω το ιστόρημα…

Έμενα για δυο χρόνια στην πλατεία Φιλοπάππου, Μεσσαπίου 21, προς την Πλευρά Πετραλώνων, με πολλές μουριές και σε απόσταση 500 μέτρων το προαύλιο και η ανατολική είσοδος του θεάτρου » Ελληνικοί Χοροί Δόρα Στράτου ». Με φιλοξενούσε ο Τάκης Βαμβακίδης, μόλις είχε περάσει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κοντά μας κι αυτό, μέναμε σε ένα δωμάτιο οι τρεις μας , ο τρίτος είναι ο Γαβρήλος και αυτός Παντείου, κοντά έξι μήνες!!! Ο Τάκης με παρέσυρε ένα βράδυ να πάμε να γιορτάσουμε να χαρούμε, πήρε μια υποτροφία, αφού πέρασε στις εξετάσεις και βρέθηκε ανάμεσα στους πρώτους είκοσι, είχε τα λεφτά που πήρε αριστεύοντας…Βρεθήκαμε στην Καλλιθέα, στο » Κορτσόπον » , τραγουδούσε ο Χρύσανθος, ανέβηκα στην πίστα και δεν κατέβηκα, με πλησίασαν η Βάσω , η Μιρέλλα και η Ελένη, » βγάζεις φωτιές » είπαν, χόρευαν στη Δόρα Στράτου, αγαπηθήκαμε, δεν είχε αρχίσει η σαιζόν, με κάλεσαν στις πρόβες, με επέλεξε η Δόρα Στράτου, θυμούμαι που με ρώτησε » χορεύεις από καιρό; » και της απάντησα: » από τότε που γεννήθηκα »και εννοούσα τους ποντιακούς χορούς…

Άρχισαν οι παραστάσεις, λαμβάναμε 100 δραχμές τη βραδιά, τα δυο πρώτα χρόνια τουλάχιστον, απορούσα και με κορόιδευα, χορεύεις και παίρνεις και λεφτά μπαγάσα; Δεν μας έφταναν βέβαια, χειμώνα αναχωρούσα για Ελβετία, δουλεύοντας σ’ ένα τσίρκο και το καλοκαίρι Ελλάδα, με τη Δόρα Στράτου, 10 χρόνια
παρακαλώ, ας το επαναλαμβάνω, μια δεκαετία 1978-1988… Εκεί γεννήθηκαν και τα πρώτα βιβλία μου, εκεί σπούδασα την Ελλάδα κομμάτι κομμάτι, έμπαινα στο λόφο και τα μονοπάτια του και η πολύβουη και θλιβερή Αθήνα αφανιζόταν…Ανέβαιναν και γέμιζαν το θέατρο γύρω στα 8οο άτομα κάθε βράδυ, όλα σε γιορτή, με λεωφορεία, με τα πόδια…
Ο Τσαρούχης είχε σχεδιάσει αρκετά κοστούμια, ανέβαινε στο Θέατρο κάποια βράδια του καλοκαιριού… Ένα κατάφωτο βραδινό , με το τέλος της παράστασης, μας περιμένει στη σκηνή, του άρεσαν οι χοροί, συνεχάρη όλους τους χορευτές, στέκεται εμπρός μου » ξέρεις πόσο λεβέντης είσαι στους χορούς; Θέλω να σε ζωγραφίσω…» Μεσουρανούσε στην καλλιτεχνική κοινωνία της Αθήνας τότε…Ήρθε κι άλλες βραδιές, είχα βγάλει δυο βιβλία ήδη, » Έρημη Αλήθεια » 1978 και»Ταγμένα » 1980 κι ετοίμαζα το » Δάφνε Πόταμε » καθώς κατηφορίζαμε προς την έξοδο και το κυλικείο του θεάτρου, συνεσταλμένα, του λέω πως ετοιμάζω το τρίτο βιβλίο και θα ήμουν τυχερός αν είχα ένα σχέδιο για το εξώφυλλο…» Έλα να με βρεις στο σπίτι μια μέρα, φέρε και τα ποιήματά σου…», δείλιαζα και ένα τυχερό βράδυ, μας ξαναεπισκέπτεται , μου λέει πως δεν έδωσα σημεία ζωής και ορίσαμε την αυριανή μέρα ως συνάντησή μας.
Πήγα, με μια αγκαλιά ηλίανθους, στο Μαρούσι, έτρεμε η ψυχή μου, με καλωσορίζει, παίρνει τα ποιήματα και αποσύρεται, » βόσκησε εσύ, μελέτησε σχέδια και πίνακες…» , επιστρέφει, η λαχτάρα ψηλά,και μου ανακοινώνει: » Και λεβέντης είσαι και ωραία λουλούδια έφερες κι όμορφο παλικάρι είσαι…τίποτα απ’ όλα αυτά…γράφεις ωραία…» , σκάω γερά χαμόγελα, κάθομαι πλάι του,ζωγραφίζει τρία τέσσερα σχέδια, » διάλεξε » μου αποτείνεται…τα χάνω , δεν ζωγραφίστηκα, μα ήδη λάμπει το βιβλίο με υπογραφή Τσαρούχη, 1981…Μεγαλεία!!! Το επόμενο βιβλίο κοσμεί μια πέτρα του Γιάννη Ρίτσου…από τότε πουλάκια μου είμαι ποιητής, 1978-79 – 80 – 81- 82…
Ανέβαιναν κι άλλοι σπουδαίοι καλλιτέχνες, απ’ όλο τον κόσμο στο θέατρο…Και ο Αλέξης Κωστάλας ,η Ντένη Βαχλιώτη και η Μυρτώ Λιάτη και ο Ρίτσαρντ Σβάρε, η Αγγελική Κώττη, ο Κώστας Κουτσαφτίκης, έρχονταν και τραγούδαγαν η Ευλαμπία Χαραλαμπίδου,σπουδαία φωνή, αδερφή του εθνικού τραγουδιστή των ποντίων, Χρύσανθου…ο Γιάννης ο Σαμψιάρης, η Πόπη, στο σαντούρι ο Αραπάκης…ποιητές , ποιήτριες, σκηνοθέτες…Κόσμος και Κοσμάκης ανέβαινε…Δεν πρόλαβα, ανέβαινε και ο μουσουργός Δημήτρης Μητρόπουλος, τον αγαπούσε η Δόρα Στράτου και έλεγε : » Είναι ο άνθρωπος που αγάπησε την μουσική σαν πολυαγαπημένη του, της θυσιάστηκε, της δόθηκε, σπάνια φυσιογνωμία, τον ζήλεψαν, τον κούρασαν, τον πόνεσαν τη ψυχή οι Έλληνες…», λάτρευε τον Σπύρο Βασιλείου, που έκαμε και τα σκηνικά !!!

Η Δόρα Στράτου, πάντα με όμικρον , Δόρα Στράτου, όπως και ο Χατζηδάκις, με γιώτα, με καλοδέχτηκε μετά το δεύτερο χρόνο θητείας μου, είχε σπουδαίους χορευτές στο σχήμα της, ο Γιάννης Δοντάς, Βαγγέλης Δημούδης, Γιώργος Πατήσης, Νίκος Ζουρναντζίδης, η Βαγγελιώ, Η Λίτσα Μάνου, η Ελένη Πατίση, η Νατάσα Δημούδη κι άλλοι κι άλλες, άξιοι και άξιες, ο Μενέλαος στα ηπειρώτικα…
Εντάχθηκα στην παρέα τους, με αγκάλιασε η Δόρα Στράτου, στον δεύτερο χρόνο, κυρίως, όταν ένα βράδυ στο θέατρο, στις πρόβες, μου ζήτησε ένα παραπάνω κουπλέ να γράψω, σε μια ήδη έτοιμη, διάσημη καντάδα κεφαλλονίτικη, που έπρεπε να προστεθεί , να μην υπάρχει κενό, χάσμα, » Σκοτώσαν το Γιαννάκη / Το γάργαρο νερό…» αν θυμάμαι καλά, έγραψα ! Έγινε χαμός, οι χορευτές και η Δόρα Στράτου χειροκροτούσαν…αν είχα αποτύχει , θα μαζευόμουν στα σκέλια μου !

Έβγαινε η Κυρία των Ελληνικών Λαϊκών Χορών στη σκηνή και παρουσίαζε η ίδια το πρόγραμμα στο κοινό, ελληνικά, γαλλικά , αγγλικά, τρεις φορές νομίζω, ανάλογα τις περιοχές που παρουσίαζε , κατά ενότητα, κάθε βράδυ…Αν απουσίαζε χορευτής , χορεύτρια, ένα ή δυο βράδια, έπαιρνε » παπούτσι », πολύ αυστηρή, εγώ γλίτωσα δυο φορές την απόλυση…Δούλεψε σκληρά για το θέατρό της, δούλευε, είχε πολλές καρτ ποστάλ με χορούς , κοστούμια , από όλες τις περιοχές της Ελλάδας,είχε το φροντισμένο πρόγραμμα της, κάπου δεκαπενταριά δίσκους 33 στροφών με μουσικές και τραγούδια, ήρθε και η ΕΡΤ τότε, έκαμε καμιά εικοσαριά μισάωρα και τα ενέταξε στο πρόγραμμά της, πανζουρλισμός…Να γεμίζει το θέατρο κάθε βράδυ, εμείς του δίναμε να καταλάβει, αλλάζαμε κοστούμια σε δύο λεπτά για να βγάλουμε χορούς της επόμενης περιοχής, δηλαδή αν είχε η παράσταση 15 ή 20 χορούς, εμείς ήμασταν αντίστοιχα στους 10 – 15 χορούς, τρελαινόμασταν σου λέω, αλλά όλο κέφι και χαρά, έπρεπε να βγει η παράσταση ως η καλυτέρα,κάθε φορά…

Αρρώστησε μια εποχή, σοβαρά, είχαμε να τη δούμε τρεις μήνες, χειμώνας, μετά από καιρό δεχόταν κόσμο στο σπίτι της, ένα διαμέρισμα πίσω ακριβώς από την Μητρόπολη Αθηνών, πάω να την επισκεφτώ, την επιθύμησα κιόλας, στο κρεβάτι, ξαπλωμένη, ανοίγει την αγκαλιά της, την ασπάζομαι κατασυγκινημένος, ανταλλάσσουμε νέα, κάποια στιγμή πιάνει το χέρι μου, γέρνει την κεφαλή της προς αριστερά, στο κομοδίνο…» εδώ έχω τα βιβλία του Καβάφη και τα δικά σου…η παρέα μου…» κοιτώ προς το κομοδίνο, όμως δεν έβλεπα, γέμισαν τα μάτια μου, την φίλησα, την αποχαιρέτισα, μένοντας αιώνια η σκηνή στους οφθαλμούς μου, γέρνοντας κεφαλή προς κομοδίνο…Ω! Αγαπημένη Δόρα Σράτου, εύθραυστη υπερδύναμη!

Τα υπόλοιπα καλοκαίρια, τα κάθε βράδια, έπινε με τη συμβουλή του γιατρού , δυο ποτήρια ουίσκι, έφτανε με τον οδηγό της , χαιρετούσε, » Ηλία το ουίσκι μου…» της έλεγα έναν ή δύο στίχους και της έφερνα το ποτό της, με ένα μικρό ματσάκι άνθια, γεράνια πολλών διάφορων χρωμάτων, βασιλικούς ή κατιφέδες και δυο τριαντάφυλλα, ανάλογα τους μήνες…Ένα βραδινό μου λέει: » Θέλω να με συνοδεύσεις…», ήταν καλεσμένη από τη νύφη της, την Κυρία Νία Στράτου, ο Στράτος αδερφός της, περάσαμε υποχρεωτικά καλά… » Τσέχο όλα ομορφαίνουν ουράνια προς το τέλος της ζωής » της απαντούσα πως δεν έχουν τέλος οι μεγάλες δημιουργίες μεγάλων δημιουργών, το βλέμμα της έλεγε πολλά, σαν Μόνα Λίζα…ωχ …Πλάνταξα, δεν αντέχω στον Μαραθώνιο της Μνήμης , πολλά αποσιωπώ… ένα βιβλίο δεν τα χωρά…Θέλω να χορέψω τώρα, ασταμάτητα και ασταμάτητα…

Ας παραθέσω όμως λίγα ποιήματα εκείνης της εποχής, κλείνοντας, που τώρα αναρωτιέμαι γιατί δεν είναι περισσότερα τα ποιήματα στη νιότη αλλά και ένα γηραιότερο!!! Και πάλι τα αφιερώνω στη Δόρα Στράτου, στην αιώνισσα , καρδιά των Ελληνικών Χορών στο Θέατρο » Ελληνικοί Χοροί Δόρα Στράτου » , , στους ταμίες του θεάτρου, τότε, τα αφιερώνω, στην Μαρία Τσουγκριάννη , την Καρπαθιώτισσα και χορεύτρια στη Δόρα Στράτου…

Το θέατρο και τώρα λειτουργεί , έστω συρρικνωμένα και το διευθύνει ο Άλκης Ράπτης, αν είμαι καλά ενήμερος και του εύχομαι δυνάμεις , αντοχές…Σας ευχαριστώ κι εγώ, όλους σας, με ατέλειωτους χορούς, φιλώντας σας, φιλώντας σε ζωντανά αγαπημένη και αιώνια Δόρα Στράτου της καρδιάς μου, όλων των ελληνικών χορών…

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΧΟΡΕΥΤΗΣ

Τρελέ χορευτή / Και απαράδοτε / Χορεύεις με τη ζωή
Σοφέ σοφέ ποιητή

Στοιχεία περισσότερα / Θα βρείτε / Στην Ασφάλεια

( » Ταγμένα » 1980 )

ΔΟΡΑ ΣΤΡΑΤΟΥ

Όνειρο δεμένο / Ελληνικά δοσμένο / Όπως το ήθελε
Όπως το θέλει / Ο τόπος αυτός / Ο τόπος

( » Δάφνε Πόταμε » 1981 )

ΗΘΕΛΑΝ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

………………………………………..στον Αλέκο και στον Κλεάνθη

Έτσι ήρθε το ποίημα
Όπως ερχόμουν κι
Έλεγα καλησπέρα
Πάντα κατά το λιόγερμα
Πάντα κι οι δυο σας
Καθισμένοι στο ταμείο

Τις πόρτες μονάχος δρασκέλιζα
Σας καλησπέριζα
Ακούονταν
Αντιχαιρετούσατε
Κοιτούσα προς Φάληρο

Χαρά σχεδόν
Ν’ αρχίζω έτσι κάθε βράδυ
Σημάδι οι τρεις μας
Στο Φιλοπάππου Θέατρο
Τέσσερα χρόνια Ελληνικοί Χοροί

( » Δάφνε Πόταμε » 1981 )

ΔΙΑΡΚΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ

…………………………………Στη Μαρία Τσουγκριάννη

Οι Καρπαθιώτες χορεύουν ασταμάτητα
Σαν μεθυσμένα τοπία
Βωμός- ζερβός – χορός
Κλείνει ανοίγει το σώμα του
Καθώς βεντάλια
Νυμφεύοντας ευθύς όλες
Τις Καρπαθιώτισσες
Έμνοστες
Ανοιχτοαγκαλούσες

Και η Μαρία;
Αυτή η Θαλασσωμένη λιγνή
Ποίηση
Με λαϊκά κεντήματα
Φούρνους ευωδιαστούς
Στην ποδιά;

» Να αγαπάς όταν καταφτάνει
Να αποσύρεσαι πριν προφτάσει…»
Θυμάμαι από την Κάρπαθο

– Ο ταχυδρόμοοοος…

( » Νόμοι Αφιερώσεων » 2012 )

………….

Μικρό Βιογραφικό

Δόρα Στράτου 1903 – 1988

Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε πιάνο, χορό, θέατρο και ερεύνησε τον ελληνικό χορό με ζήλο, από το 1922 έως το 1932, έζησε Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη, το 1952 αρχίζει την ίδρυση του χορευτικού συγκροτήματός της και για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αρχίζουν οι παραστάσεις με ελληνικούς χορούς και τραγούδια , από όλη την Ελλάδα.
Ξεκίνησε από το αρχαίο θέατρο του Πειραιά το 1954, το 1964 συνεχίζει τις παραστάσεις στον κήπο του Θησείου και από το 1965, στο πανέμορφο και ονειρικό θέατρο της, στο λόφο Φιλοπάππου .
Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών 1974, από το παγκόσμιο Θέατρο, την Ένωση Αμερικάνικου Εκπαιδευτικού Θεάτρου και κυκλοφόρησε τα βιβλία:
» Μία παράδοσις, μία περιπέτεια » 1963, » Οι λαϊκοί χοροί , Ένας ζωντανός
δεσμός με το παρελθόν » 1966, » Ελληνικοί Παραδοσιακοί Χοροί » 1986

ΘΥΜΗΣΕΣ ….! Στην Veronica V Velazguez

12717895_1123050014412005_4771919054802074143_n

Ο φεγγαροστολισμένος ούρανός
λες και καμάρωνε το καταγάλανο
Αιγαίο με τα σοκάκια τις αύλες με
τις λουλακί γλάστρες με βασιλικό,
κατιφέδες, θυμάρι και φασκόμηλο !
Θύμησες αγαπημένες ακόμα νιώθω
τον παφλασμό των κυμάτων που
γλυκοτραγουδούσε να με
νανουρίζει …!
Σε μια τέτοια αυλή έζησα τα
παιδικά μου χρόνια….!
Από πάνω μας ήταν το νυχτολούλουδο
κι ήταν ολάνθιστη η αυλή μοσκομύριζε.
Αγαπούσα πολύ τα ευωδιαστά μαβιά
λουλούδια του όλη μου η παιδική ηλικία
μύριζε γαζία, νυχτολούλουδο ..!
Χάδι του ανέμου αγεροσκόρπιζε τη
μαγική ευωδία με γεύση αλμύρας !
Είναι τα Καλοκαίρια στην πατρίδα μας ,
ξεχωριστά…! μαγικά….!
Κι έχουν γραφτεί με ανεξίτηλο μελάνι
έχει καταγραφεί…στα απόκρυφο
βιβλίο της καρδιάς μου …!
Soula Maropaki

ΑΡΝΗΣΗ

13537737_561015757416830_7690482722420432069_n

»Πάνω στην άμμο την ξανθή γράψαμε τ’ όνομά της..
ωραία που φύσηξε ο μπάτης και σβήστηκε η γραφή.»
[Άρνηση – Το περιγιάλι το κρυφό – Γ. Σεφέρης]

ΑΡΝΗΣΗ

Αν μία, δύο, δέκα και βάλε φορές,
αυτό που σου προσφέρει ο άλλος
είναι η άρνηση
ενώ εσύ του δίνεις αυταπάρνηση,
αν θες να νιώσεις λίγο άνθρωπος
αν… πονάς την αξιοπρέπεια σου
απομακρύνσου,
μάταιη θα βγει μια νέα σας συνάντηση.

Αυτά είναι παιχνίδια,
που δεν τα »σηκώνει» η ζωή σου.

Έχεις αμέτρητα κι άξια πράγματα να κάνεις, να νιώσεις,
να προσφέρεις και να μοιραστείς στη κάθε μέρα σου.
Και ξέρεις, υπάρχουν και άλλοι καλοί και υπέροχοι,
που περιμένουν ν’ ακούσουν τη Καλημέρα σου.

Γαβρίλης Ιστικόπουλος / 8 – 7 – 2016

Καλημέρα Σας…

Υ.Γ. Εμπνευσμένο από την εμπειρία ενός ανθρώπου που »ξαστόχησε», που ξεκίνησε με όνειρα, επιθυμίες, με πάθος
να προσφέρει Ομορφιά,
αλλά το μόνο που αποκόμισε από κάποιους,
ήταν η άρνηση και η αποκοτιά.

ΛΕΝΑ ΦΑΤΟΥΡΟΥ.

13645193_1741126729478973_932973134431075133_n

– Το χωριό μας Βανάκι μου – της είχε πει κάποτε ο πατέρας της,
– θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς, χωριό της αθωότητας>.
– Γιατί πατέρα;- Τον είχε ρωτήσει εκείνη γουρλώνοντας τα ματάκια της.
– Γιατί θυγατέρα μου,είμαστε αγνοί, αθώοι άνθρωποι όσοι ζούμε εδώ, δίχως κακίες και μπαμπαφέσικα-.
– Τι είναι πατέρα τα μπαμπαφέσικα;- Θυμάται πως τον ξανά ρώτησε γι αυτή τη λέξη που πρώτη φορά άκουγε, και που της είχε φανεί τόσο αστεία.
– Τα μπαμπαφέσικα, είναι τα πονηρά,που θα πει οι πονηριές του νου δηλαδή,- της είχε απαντήσει τότε, και την είχε κλείσει στην αγκαλιά του.
Του είχε αδυναμία η Συλβάνα του πατέρα της. Δέκα ετών ήταν όταν τον έχασε. Είχε ξεσπάσει ο Έλληνο Ιταλικός πόλεμος κι εκείνος με ανδρεία ψυχή πολεμούσε στις βουνοκορφές της πατρίδας. Έρχονται στο μυαλό της τα λόγια της μητέρας της όταν έλεγε στη γιαγιά της:
– Ήρωες τα παλικάρια μας μάνα, ήρωες!-
Μα αυτή την περηφάνια ήρθε να την κατασπαράξει το θλιβερό μαντάτο. Τότε ήταν που η Συλβάνα έμεινε ορφανή από αντρική φιγούρα.
Μία οβίδα είχε σκάσει τόσο κοντά στον αγαπημένο της πατέρα, που του στέρησε και τα δυο του πόδια. Η άσχημη επιπλοκή όμως του οργανισμού του που ήταν αρκετά εξασθενησμένος,του στοίχισε τη ζωή. Έτσι η μικρή Συλβάνα έμεινε απροστάτευτη από την παρουσία του,με μία φιλάσθενη γιαγιά,και τη μητέρα της που έδειχνε πως δεν είχε πια όρεξη για τη ζωή, αρνούμενη να δεχτεί την προσταγή της μοίρας της.
Έπεσε μεγάλο βάρος επάνω της ξαφνικά,και το ανέμελο χωριατοκόριτσο που ήταν μέχρι τότε, μεταλλάχτηκε σε ώριμη γυναίκα μέσα από ευθύνες και συγκροτημένη σκέψη. Μια αντίθεση τεράστια,με αυτήν της παιδιάστικης φιγούρας της.Έβγαλε το δημοτικό και το εξατάξιο γυμνάσιο με μεγάλη δυσκολία, αλλά η αγάπη της για τα γράμματα έγινε όπλο σε κάθε αντιξοότητα. Στα χρόνια που ακολούθησαν βασανίστηκε πολύ καθώς έχασε και τις δυο αγαπημένες της υπάρξεις,μένοντας εντελώς μόνη στα δεκαοχτώ της.
Η ομορφιά της θύμιζε νεράιδα. Μία νεράιδα, που αντί να κυκλοφορεί με στέμμα και ραβδάκι μετατρέποντας κάθε κακογουστιά της καθημερινότητας της σε επίγειο παράδεισο κλείνοντας την στο εσωτερικό της πύλης του, αντιθέτως, κάλυπτε ότι όμορφο της είχε χαρίσει ο Θεός μέσα σε κουρελιασμένα ρούχα και τρύπια τσόκαρα, τρέχοντας απ’ το πρωί ως το βράδυ κάνοντας όλες τις δουλειές. Πότε άρμεγε,πότε ζύμωνε,πότε έφτιαχνε το μπαξέ της, πότε έπειζε τυρί.Τα περισσότερα από αυτά, τα πούλαγε εξεικονομώντας έτσι τα προς το ζην.Κατάκοπη τα βράδια κλεινόταν στη μοναξιά του σπιτιού της,μιλώντας στις φωτογραφίες των αγαπημένων της προσώπων, και γράφοντας, γράφοντας, σε αμέτρητες κόλες χαρτί. Τα όνειρα που είχε κάνει ως μαθήτρια όλο και ξεμάκραιναν, μα την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή δεν την αποχωριζόταν.Τα χεράκια της άγρια, και τα νύχια της μαυρισμένα, έδειχναν τόσο ξένα στο αψεγάδιαστο κορμί της.Αυτό το κορμί που ένα βράδυ κρυφά, χάιδευε με την πεινασμένη ματιά του έξω από το παραθύρι της ο Νιόνιος, ο γιος της κυρά Χρυσάνθης.

ΛΕΝΑ ΦΑΤΟΥΡΟΥ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ

< ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ> ΑΝΩΝΥΜΟ ΑΛΜΠΟΥΜ.

ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Στη Γιούλα

13315538_1777512895812371_3920314114161817633_n

Θέλω να σου πω πολλά ευχαριστω
για τα τριαντάφυλλα της αγάπης
για την ομορφιά της ψυχής
μ’ενα ποίημα τρυφερό
και ευσυγκίνητο σαν κι εσένα
που δεν το εχω γράψει ακόμα
γιατί η καινούργια Άνοιξη
εχει πολλά να μας δώσει
κι η ποίηση με το όνειρο
εναν ουρανό λευκό και γαλάζιο
κι’ενα ύμνο αγγέλων!
Γιατί και η ποίηση
αγαπημένη μας Γιούλα
με τα δικά της τριαντάφυλλα
και την ευωδιά απο τους στίχους της
θέλει στο νησι το μαρτυρικό που γεννήθηκες
να σου μιλήσει για χαρούμενα πράγματα
για καλοκαίρια στις θάλασσες
που ομορφαίνουν τις ώρες μας…..
για φεγγαρόλουστες νυχτες
που αποτυπώνουν την ομορφιά
και την καλοσύνη σου,!!
~~~~ » Θεόδωρος Σάντας »~~~
8 – 7 – 2016
Υστερόγραφο
Καλά να περνάς στο όμορφο νησί που ειναι
ενα κομμάτι του ελληνισμού, !!

Δεν έχω υπομονή για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου.

13220986_1770440699852924_4445930572146116123_n

«Δεν έχω υπομονή για κάποια πράγματα, όχι επειδή έχω γίνει υπεροπτική, αλλά επειδή έχω φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μου όπου δεν μπορώ να χάνω χρόνο με ότι με δυσαρεστεί, ή με πληγώνει. Δεν έχω υπομονή για τον κυνισμό, για την υπερβολική κριτική και τις απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσης.

Δεν έχω πια τη διάθεση να αρέσω σε όσους δεν αρέσω, να αγαπάω αυτούς που δεν με αγαπάνε και να χαμογελάω σε αυτούς που δεν μου χαμογελάνε. Δεν χαρίζω ούτε λεπτό σε αυτούς που λένε ψέματα, ή θέλουν να με χειραγωγήσουν.

Αποφάσισα να μην συνυπάρχω πια με την προσποίηση, την υποκρισία, την ανεντιμότητα και τον φτηνό έπαινο. Δεν μπορώ να ανεχθώ ούτε την επιλεκτική γνώση, ούτε την ακαδημαϊκή αλαζονεία. Δεν με ενδιαφέρει ούτε το κουτσομπολιό.

Αντιπαθώ τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρίσεις. Πιστεύω στον κόσμο των αντιθέτων και γι’ αυτό αποφεύγω ανθρώπους με δύσκαμπτες και άτεγκτες προσωπικότητες. Στη φιλία απεχθάνομαι την έλλειψη αφοσίωσης και την προδοσία. Δεν τα πάω καλά με όσους δεν ξέρουν να πουν μια καλή κουβέντα, ή μια λέξη ενθάρρυνσης. Βαριέμαι τις υπερβολές και δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτούς που δεν αγαπάνε τα ζώα.

Και πάνω από όλα δεν έχω υπομονή για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου».

Της Μέριλ Στριπ.

ΠΗΓΗ: www.boro.gr , www.anapnoes.gr