Αρχείο | Ιούνιος 13, 2016

William Clifford:«My faith is strongly supporting my optimism» ΚατηγορίαΣυνεντεύξεις


William Clifford grew from a small town farm boy to an industrial city dweller. Falls and ailments led to an early forced retirement. He had plans to write books and was encouraged to follow up on these plans by friends and family and medical caregivers.

In November of 2013, he began writing his first book in a series. That book was «Amy». He wrote 4 books that year and published the first two. «Amy’s Love” took the story in a different direction so cinched his decision to keep following the serial path. He wrote song lyrics and poetry for many years prior to starting doing the novel idea. He is married with three children and eight grandchildren. He lives with his wife in their empty nest. Their children have homes and families of their own.

Interviewer: Vassiliki V. Pappa
Vassiliki V. Pappa: Mr. Clifford, you grew up on a small farm but now you live in Hamilton, Ontario, Canada. Which parts of your life on a small farm do you remember most vividly and how does this compare to living in a metropolis?

William Clifford: I lived in two different parts of the county. Both were filled with adventurous places. One area was a deep valley with a stream and railroad running down the middle of it. The farm was also blessed with a stream but had wide rolling hills. It gave room to our imaginations to soar. The town and city life was more restrictive but had its attractions.

Vassiliki V. Pappa: You seem a balanced and an optimistic person. Where do you draw your optimism from? Did you have a happy childhood?

William Clifford: I did have a widely happy childhood with many people around to give positive influence on us. Although I have been diagnosed with clinical depression, I find it hard to stay locked down by it. I have a very inspiring group of people around me to keep me balanced. My faith is strongly supporting my optimism.

Vassiliki V. Pappa: You became a writer after some illnesses which made you take an early retirement. But, let’s start from the beginning. What did this life journey teach you?

I had normal illnesses for the times. I was adventurous and trusting in my unformed qualifications to keep me out of trouble. I fell often and was hurt many times that made the one illness that stayed with me, more pronounced as I grew. I learned to use my imagination firstly. I did not have good memory recalling for the short term. I quite often made up for that with imagination. I learned to turn off my senses as needed, when pain and sensitivity became more intense. I found my faith and that pulled me out of the darkest times while working in the steel mills. I became hopeful. I learned the things that would give me something to write about.

Vassiliki V. Pappa: Your book «Amy’s Love» is a success. Which is the most charming trait of your heroine?

William Clifford: Amy’s determination is her most charming feature. She remembers her previous life which had been torn away from her. She was set in her focus on making this life worthwhile and happy. She was going to be bigger and more outgoing and forceful this time around. When God asked for souls to volunteer to take on this experiment, she did not hesitate to take up the challenge!

Vassiliki V. Pappa: Is it easier to write when you’re sad or happy?

William Clifford: When I am writing, I am always happy to start with. If something in the story saddens me, it doesn’t change my writing pace at all except maybe giving me an anxiety attack. I am always prepared to handle that. I am almost always happy while I write.

Vassiliki V. Pappa: You are married with three children and eight grandchildren. Was it difficult to combine work and family responsibilities?

William Clifford: It was only difficult when I was away from my family. I tried to establish myself in businesses to get me out of the steel mills. I was never successful with any of those and that made life at home much harder. My children are all gifted and strong people. They all had to leave home to have their own families before I was retired. When I did start writing, their families were well established. It is quite quiet here because they are so busy in their lives.

Vassiliki V. Pappa: Do you think that there is a secret to a long lasting relationship?

William Clifford: Hard work shared! Remember why you got together in the first place and talk that into existence. Sharing the load and adjusting to the requirements of the situation at hand. It is a partnership.

Vassiliki V. Pappa: You are 64 years old. Does aging bother you?

I never wanted to get old but my body was old when I was just becoming a man. It was broken many times over before I was thirty. At 64, I am being validated. I have become younger as I aged, because I became attuned to the body I had to live with.

Vassiliki V. Pappa: Once, a Greek poet wrote that all people are running in the same race with death and death always wins. What do you think? Is there a way to win in such a race?

William Clifford: I got to know death in stages and quite personally. Right now we seem to be on the same team. I have been ready for him for decades and now he is just waiting for me to finish my job. I expect he will take over by me and let my work keep going.

Vassiliki V. Pappa: Mr Clifford, Which is the most important: Τhe things we read, the things we learn or the things we experience?

William Clifford: Yes. All of those three make us adjust our outlook to some degree. Things we experience are able to help us learn more accurately. Things we read help us want to experience more fully. Things we learn help us read more clearly. I would not diminish the importance of any of those.
Thank you for giving me this chance to share the thoughts others want to know.
Vassiliki V. Pappa



Μ’ένα φιλί του αγέρα ενώνονται οι ψυχές
κι αγαπιούνται οι άνθρωποι
και ξοδεύουν την καλημέρα οι ποιητές
να ομορφύνει η μέρα μας..
Μ’ένα φιλί του αγέρα
αρχίζει της αυγής το τραγούδι ο έρωτας
όταν οι καρδιές αποφασίζουν από κοινού
να προχωρήσουν με περισσότερο φως!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,13-6-2016

Th. Wilmer Dewing, το τραγούδι και το τσέλο. 1910. Ιδιωτική Συλλογή.



Με συνεπαίρνει η μουσική σα θάλασσα συχνά!
Τότε προς το χλωμό μου αστέρι,
κάτω από καταχνιάς σκεπή ή στον αιθέρα, να!
ανοίγω τα πανιά στ’ αγέρι·

και με τα στήθεια καταμπρός και τα πλεμόνια φουσκωτά
σαν τα’ ανοιχτά πανιά μου,
σκαλώνω απά στα κύματα που ’ρχονται απανωτά
και που τα κρύβει η νύχτα απ’ τη ματιά μου·

όλα τα πάθη μέσα μου να νιώθω να τρεμίζουν·
σαν πλοίο πονεμένο με λικνίζουν
το πρίμο αγέρι, η θύελλα με κάθε της σπασμό

πάνω απ’ το βάραθρο που χάσκει ολανοιχτό·
– Κι άλλοτε η κάλμα, ίσιος, τρανός καθρέφτης ομπροστά μου
όλη η απελπισιά μου!

(CHARLES BAUDELAIRE, Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης.
Από το βιβλίο: Μπωντλαίρ, «Τα άνθη του κακού», μετάφραση Γιώργης Σημηριώτης, Εκδόσεις Μαρή, Αθήνα, χχ, σελ. 112.)

Isaac Israëls (1865-1934), Mία κυρία στην παραλία. Ιδιωτική Συλλογή

ΣΑΠΦΩ Αποσπάσματα


i) μια παιδούλα τρυφερή λεπτή που μάζευε
αγκαλιές λουλούδια που η φωνή της κι
απ’ της λύρας είναι ακόμη πιο γλυκιά
πιο λευκή κι απ’ το γάλα πιο γλυκόπιοτη α-
πό το νερό πιο μελωδική απ’ τη λύρα πιο
γαύρη απ’ της φοράδας πιο βελούδινη απ’
το ρόδο πιο τρυφερή απ’ το ρούχο το απαλό
πιο πολύτιμη από το χρυσάφι.»

ii) αρχινώ το τραγούδι μου μ’ αιθέρια λόγια
μα γι’αυτό κι απαλά στ’ άκουσμα
την Ομορφιά διακόνησα-τι ποιο μεγάλο θα μπορούσα
που μ’ αξίωσαν (οι Μούσες) τη δική τους
δύναμη δίνοντας να λέω: αλήθεια
σε μελλούμενους καιρούς κάποιος
θα βρίσκεται να με θυμάτ’ εμένα.»

«Τον καιρό της Σαπφούς», έργο του Τζον Γουίλιαμ Γκόντγουαρντ, Μουσείο J. Paul Getty (1904).

Ὀρφικὸς Ὕμνος


Ἔξω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῶν ἀστόχαστων,
λειτουργὸς καὶ ψάλτης ὀρφικός,
ἕναν ὕμνο ξαναφέρνω
μιᾶς λατρείας πανάρχαιας πρὸς τὸ φῶς.
Ἔτρεξε ὡς τὰ τώρα ὁ λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμὸς
ξάφνισμα στὸ βούισμα τῶν ἀνθρώπων
τῆς κιθάρας μου ὁ ρυθμός.
Νύχτα ξεκινῶ, νύχτ᾿ ἀνεβαίνω
τὴ δυσκολανέβατη κορφὴ
θέλω μόνος, θέλω πρῶτος
τ᾿ ἀπολλώνιο φῶς νὰ χαιρετίσω,
ἐνῶ κάτου στοὺς ἀνθρώπους
θὰ εἶν᾿ ἀκόμα ὁ ὕπνος καὶ τὸ σκότος.
Κάποτε κάπου…

Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό,
κάποτε, πρώτη καὶ στερνὴ φορά· καὶ δὲν τὸ βρίσκω
γιὰ νὰ τὸ ξαναπῶ.

Στ᾿ ἄδειο σεντούκι του γυρτὸς ὁ σφιχτοχέρης, ἴδιος,
πάθος, χαμός, ὢ λύπη!
Τοῦ τρέμουνε τὰ δάχτυλα σὰ νὰ μετρᾶν ἀκόμα
τὸ θησαυρὸ ποὺ λείπει.

Βαστῶ μιᾶς φλόγας τὸν καπνὸ κ᾿ ἑνὸς καπνοῦ τὸν ἴσκιο
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό.
Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανὰ δὲ θὰ τὸ πῶ.

Κωνσταντίνος Παρθένης, Ορφέας και Ευρυδίκη, ελαιογραφία, περ. 1925-1930. Αθήνα, Συλλογή Υπουργείου Εξωτερικών.
Πηγή: Τέχνης Σύμπαν και Φιλολογία

ΓΚΙΜΠΡΑΝ, [ Για τη μουσική]


Κάθισα πλάι σε μια κοπέλα που η καρδιά μου αγαπάει, κι άκουγα τα λόγια της… Η μαγευτική φωνή της Αγαπημένης μου μπήκε στην καρδιά μου. Τούτη είναι η μουσική, ω φίλοι μου, γιατί την άκουσα μέσα απ’ τα στενάγματά εκείνης που αγαπούσα… Με τα μάτια της ακοής μου, είδα την καρδιά της Αγαπημένης μου.

Θεϊκή μουσική
Κόρη της ψυχής του Έρωτα
Δοχείο της πίκρας και της Αγάπης
Όνειρο της ανθρώπινης καρδιάς
Καρπέ της θλίψης

Ανθί της ευτυχίας, ευωδιά και
Μπουμπούκι της χαράς
Γλώσσα των εραστών
Που φανερώνεις μυστικά
Μάνα των δακρύων του κρυφού έρωτα
Εμπνεύστρια ποιητών…
Ενότητα σκέψης μέσα
Σε κομμάτια από λέξεις
Που παίρνεις ομορφιά
Και πλάθεις έρωτα
Κρασί της χαρούμενης καρδιάς
Μέσα στον κόσμο των ονείρων…

Ω μουσική
Στα βάθη σου αφήνουμε τις καρδιές
Και τις ψυχές μας
Εσύ μας δίδαξες να βλέπουμε με τ’ αφτιά μας
Και ν’ ακούμε με τις καρδιές μας.

(Χαλίλ Γκιμπράν, Η φωνή του δασκάλου, εκδ. Μπουκουμάνης)

George Goodwnin Kilburne, Μελωδίες μνήμης.



Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή και μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας
αυτής που ονειρεύεται γυμνό το σώμα της. Έχει πολλούς ορίζοντες,
πολλές πυξίδες, και μια μοίρα που καίει ακούραστη κάθε φορά και τα
πενήντα δύο χαρτιά της. Ύστερα ξαναρχίζει με κάτι άλλο – με το
χέρι σου, που του δίνει μαργαριτάρια για να βρει έναν πόθο, ένα νη-
σίδιο ύπνου.
Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή κι αγκάλιασε την πελώριαν
άγκυρα που ηγεμονεύει στους βυθούς. Σε λίγο θα ‘ναι στα σύννεφα.
Κι εσύ δε θα καταλαβαίνεις, μα θα κλαις, θα κλαις για να σε φιλήσω,
κι όταν πάω ν’ ανοίξω μια σχισμή στο ψέμα, έναν μικρό γαλανό φεγ-
γίτη στη μέθη, θα με δαγκάσεις. Μικρή, ζηλιάρα της ψυχής μου
σκιά, γεννήτρα μιας μουσικής κάτω απ’ το σεληνόφωτο
Στάσου λιγάκι πιο κοντά μου.
Εδώ – μέσα στα πρώιμα ψιθυρίσματα των πόθων, ένιωσες για πρώτη
φορά την οδυνηρή ευτυχία του να ζεις! Μεγάλα κι αμφίβολα πουλιά
σχίζαν τις παρθενιές των κόσμων σου. Σ’ ένα σεντόνι απλωμένο
έβλεπαν οι κύκνοι τα μελλοντικά τους άσματα κι από κάθε πτυχή της
νύχτας ξεκινούσαν τινάζοντας τα όνειρά τους μες στα νερά, ταυτίζον-
τας την ύπαρξή τους με την ύπαρξη των αγκαλιών που προσμέναν.
Μα τα βήματα που δεν έσβησαν τα δάση τους αλλά στάθηκαν στη
γλαυκή κόχη τ’ ουρανού και των ματιών σου τι γύρευαν; Ποιο ένα-
στρο αμάρτημα πλησίαζε τους χτύπους της απελπισίας σου;
Μήτε η λίμνη, μήτε η ευαισθησία της, μήτε το εύφλεκτο φάντασμα
δυο συνεννοημένων χεριών δεν αξιώθηκαν ποτέ ν’ αντιμετωπίσουν
ένα τέτοιο ρόδινο αναστάτωμα.
Έμβρυο πιο φωτεινής επιτυχίας – μέρα λαξεμένη με κόπο πάνω στ’
αχνάρια του αγνώστου.
Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει απ’ τον ήλιο.
Κι εσύ που μασάς τις ώρες σου σαν πικροδάφνη γίνεσαι οιωνός τρυ-
φερού ταξιδιού μες στην αθανασία.
Πέντε χελιδόνια – πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό. Κάθε
λάμψη κλείνει απάνω σου. Πριν απλοποιηθείς σε χόρτο αφήνεις τη
μορφή σου απάνω στο βράχο που πονεί ανεμίζοντας τις φλόγες του
προς τα μέσα. Πριν γίνεις γεύση μοναξιάς τυλίγεις τα θυμάρια θύ-
Κι εγώ, φτάνω πάντοτε ίσια στην απουσία. Ένας ήχος κάνει το ρυ-
άκι, κι ό,τι πω, ό,τι αγαπήσω μένει άθικτο στους ίσκιους του. Αθωό-
τητες και βότσαλα στο βυθό μιας διαύγειας. Αίσθηση κρυστάλλου.
Περνώντας και παίρνοντας το χνούδι της ηλικίας σου ονομάζεσαι
ηγεμονίδα. Φέγγει το νερό σε μια μικρή παλάμη. Όλος ο κόσμος
ανακατώνει τις μέρες του και στη μέση της μέθης του φυτεύει ένα
μάτσο γυακίνθους. Από αύριο θα’ σαι η επίσημη ξένη των αποκρύ-
φων σελίδων μου.
Μέσα στα δέντρα τούτα που θα επιζήσουνε το αίθριο πρόσωπό σου.
Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της. Ο κόσμος
που θα μείνει χαραγμένος εκεί.
Ω τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μες στους φλοιούς των ελπίδων,
στους βλαστούς των νιόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μέρας – τα
κλεισμένα λόγια που πικράνανε τ’ ομοίωμά τους κι έγιναν οι Υπερη-
Συγκίνηση. Τα φύλλα τρέμουν ζώντας μαζί και ζώντας χωριστά πάνω
στις λεύκες που μοιράζουν άνεμο. Πριν απ’ τα μάτια σου είναι αυτός
που φυγαδεύει αυτές τις θύμησες, αυτά τα βότσαλα – τις χίμαιρες! Η
ώρα είναι ρευστή κι εσύ στυλώνεσαι πάνω της ακάνθινη. Συλλογίζο-
μαι αυτούς που δε δεχτήκανε ποτέ ναυαγοσωστικά. Που αγαπούν το
φως κάτω απ’ τα βλέφαρα, που σαν μεσουρανήσει ο ύπνος άγρυπνοι
μελετούνε τ’ ανοιχτά τους χέρια.
Και θέλω να κλείσω τους κύκλους που άνοιξαν τα δικά σου δάχτυλα,
να εφαρμόσω επάνω τους τον ουρανό για να μην είναι πια ποτέ ο
στερνός τους λόγος άλλος.
Μίλησε μου· αλλά μίλησε μου για δάκρυα.
Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα σ’ ακολουθούν μετουσιωμέ-
να. Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώ-
σφορο στην παλάμη σου κυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της
πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σου ποτισμένα στην Ενάτη καμπυ-
λώνουν τις θύμησες και περνούν τους φθόγγους στο στερνό αέτωμα
της αμφιλύκης.
Πρόσεξε! Η φωνή που άλλοτε ξεχνούσες ανθίζει τώρα στο στήθος
σου. Το κοράλλι αυτό που ανάβει ολομόναχο είναι το τάξιμο που δεν
έστερξες ποτές σου. Κι η μεγάλη πυρά που θα σ’ αφάνιζε είναι αυτός
ο ανάλαφρος ίλιγγος που σε δένει μ’ απόχρωση αγωνίας στα λοίσθια
των μενεξέδων.
Στο βυθό της μουσικής συνταξιδεύουμε…
Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο. Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείρι-
στη φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και
τις θάλασσες. Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέ-
ξεις και τις άφηνε πέρα σαν ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα.
Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος, στο ένστιχτο. Γι’ αυτό
κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ,
εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας
μια μοναξιά Θεού μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία.
Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από κείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε
Ακόμα μια φορά μέσα στις κερασιές τα δυσεύρετα χείλη σου. Ακόμα
μια φορά μέσα στις φυτικές αιώρες τ’ αρχαία σου όνειρα. Μια φορά
μέσα στ’ αρχαία σου όνειρα τα τραγούδια που ανάβουν και χάνονται.
Μέσα σ’ αυτά που ανάβουν και χάνονται τα ζεστά μυστικά του κό-
σμου. Τα μυστικά του κόσμου.
Ψηλά στο δέντρο των άσπρων ταξιδιών με το εωθινό κορμί σου χορ-
τάτο από μαΐστρο ξεδιπλώνεις τη θάλασσα που γυμνή παίρνει και δί-
νει τη ζωή της στα γυαλιστερά φύκια. Φέγγει το διάστημα και πολύ
μακριά ένας άσπρος ατμός σφίγγεται στην καρδιά του σκορπίζοντας
τα χίλια δάκρυα. Είσαι λοιπόν εσύ που ξεχνάς τον Έρωτα μες στα
ρηχά νερά, στα ύφαλα μέρη της ελπίδας. Εσύ που ξεχνάς μέσα στα
μεσημέρια φλόγες. Εσύ που σε κάθε λέξη πολύχρωμη βιάζεις τα φω-
νήεντα συλλέγοντας το μέλι τους στην καρποδόχη!
Όταν γυρίσει το φύλλο της ημέρας και βρεθείς άξαφνα ξανθή κι η-
λιοκαμένη μπρος στο μαρμάρινο αυτό χέρι που θα κηδεμονεύει τους
αιώνες θυμήσου τουλάχιστον εκείνο το παιδί που φιλοδοξούσε κατα-
μόναχο μες στην οργή του πόντου να συλλαβίσει την ανυπέρβλητη
ομορφιά της ομορφιάς σου. Και ρίξε μια πέτρα στον ομφαλό της θά-
λασσας, ένα διαμάντι μέσα στη δικαιοσύνη του ήλιου.
Πάρε μαζί σου το φως των γυακίνθων και βάφτισέ το στην πηγή της
μέρας. Έτσι κοντά στ’ όνομά σου θα ριγήσει ο θρύλος, και το χέρι
μου νικώντας τον κατακλυσμό θα βγει με τα πρώτα περιστέρια.
Ποιος θα προϋπαντήσει αυτό το θρόισμα, ποιος θα τ’ αξιωθεί σιμά
του, ποιος είναι αυτός που θα σε προφέρει πρώτος όπως προφέρει ο
μέγας ήλιος το βλαστάρι!
Κύματα καθαρίζουνε τον κόσμο. Καθένας ψάχνει το στόμα του. Που
είσαι φωνάζω κι η θάλασσα τα βουνά τα δέντρα δεν υπάρχουν.
Πες μου τη νεφελόπαρτη ώρα που σε κυρίεψε όταν η βροντή προη-
γήθηκε της καρδιάς μου. Πες μου το χέρι που προχώρησε το δικό
μου χέρι μέσα στην ξενιτιά της θλίψης σου. Πες μου το διάστημα και
το φως και το σκοτάδι – το παρείσαχτο κυμάτισμα ενός τρυφερού
ιδιωτικού Σεπτέμβρη.
Και σκόρπισε την ίριδα, στεφάνωσε με.
Να ξαναγυρίζεις στο νησί της αλαφρόπετρας μ’ ένα τροπάριο ξε-
χασμένο που θα ζωντανεύει τις καμπάνες δίνοντας θόλους ορθρι-
νούς στις πιο ξενιτεμένες θύμησες. Να τινάζεις τα μικρά περβόλια
έξω από την καρδιά σου κι υστέρα πάλι να φιλεύεσαι απ’ την ίδια
τους θλίψη. Να μη νιώθεις τίποτε πάνω απ’ τους αυστηρούς βράχους
κι όμως η μορφή σου ξαφνικά να μοιάζει με τον ύμνο τους. Να σε
παίρνουν τ’ ανώμαλα πέτρινα σκαλιά ψηλά ψηλά κι εκεί να καρδιο-
χτυπάς έξω απ’ την πύλη του καινούριου κόσμου. Να μαζεύεις δάφνη
και μάρμαρο για την άσπρη αρχιτεκτονική της τύχης σου.
Και να ‘σαι όπως γεννήθηκες, το κέντρο του κόσμου.
Η μαγνητική βελόνα κινδυνεύει. Όπου και να γυρίσει θαμπώνεται
από το φλογοβόλο πρόσωπο της εγκάρδιας ανατολής. Πέτα λοιπόν
τους γυακίνθους, τρέξε πάνω από τρυγητούς αφρών προς το ευοίωνο
εξαφτέρυγο άγγελμα!
Η ανάσα του μέλλοντος αχνίζει έμψυχα δώρα.
Κρύψε στο μέτωπο σου τ’ άστρο που θέλησες να βρεις μέσα στο πέν-
θος. Και μ’ αυτό προχώρησε και μ’ αυτό πόνεσε πάνω απ’ τον πόνο
των ανθρώπων. Κι άφησε το λαό των άλλων να χαμηλώνει. Εσύ ξέ-
ρεις πάντοτε περισσότερα. Γι’ αυτό άλλωστε αξίζεις και γι’ αυτό σαν
σηκώνεις τη σημαία σου ένα χρώμα πικρό πέφτει στις όψεις των
πραγμάτων που παρομοιάζουν τον τιτάνιο κόσμο.
Τίποτε δεν έμαθες απ’ αυτά που γεννήθηκαν κι απ’ αυτά που πεθάνα-
νε κάτω απ’ τους πόθους. Κέρδισες την εμπιστοσύνη της ζωής που δε
σ’ εδάμασε και συνεχίζεις τ’ όνειρο. Τι να πουν τα πράγματα και ποια
να σε περιφρονήσουν!
Όταν αστράφτεις στον ήλιο που γλιστράει επάνω σου σταγόνες κι α-
θάνατους γυακίνθους και σιωπές, εγώ σ’ ονομάζω μόνη πραγματικό-
τητα. Όταν γλιτώνεις το σκοτάδι και ξανάρχεσαι με την ανατολή,
πηγή, μπουμπούκι, αχτίδα, εγώ σ’ ονομάζω μόνη πραγματικότητα.
Όταν αφήνεις αυτούς που αφομοιώνουνται μες στην ανυπαρξία και
ξαναπροσφέρεσαι ανθρώπινη, εγώ από την αρχή ξυπνώ μέσα στην
αλλαγή σου…
Μην παίζεις πια. Ρίξε τον άσο της φωτιάς. Άνοιξε την ανθρώπινη
Μελαχρινή μαρμαρυγή – νανούρισμα των βλεφάρων πάνω απ’ τη
μυθική απλωσιά του κόσμου.
Είναι καιρός που ρίχτηκε η σιωπή κατάστηθα στον άνεμο, είναι
καιρός που ο άνεμος ένα ένα ονομάτισε τα σωθικά της.
Τώρα η φύση πιάνεται απ’ το χέρι τρέχοντας πέρα σαν παιδί, ξαφνιά-
ζοντας τα μάτια της μ’ έναν γαλάζιο παραπόταμο μ’ ένα φωταγωγημέ-
νο φύλλωμα, μ’ ένα σύννεφο καινούριο σε μορφή αιθρίας. Κι εγώ –
σκαλίζοντας την καρδιά της καρυδιάς, πασπατεύοντας την άμμο της
ακρογιαλιάς, βυθομετρώντας το απέραντο διάστημα έχασα τα σημά-
δια που θα σε γεννούσανε. Πού είσαι λοιπόν όταν στερεύει την ψυ-
χή ο νοτιάς κι η Πούλια νεύει στη νυχτιά να λευτερώσει το άπειρο,
πού είσαι!
Αυτό το μπουμπούκι της φωτιάς θ’ ανοίξει όταν εσύ βαφτίσεις αλ-
λιώς την παπαρούνα σου.
Από τότε, όπου και να γεννηθείς πάλι, όπου και να καθρεφτιστείς,
όπου και να συντρίψεις τ’ ομοίωμα σου, το πάθος μου θα βρίσκεται
στον Απρίλη του ανοίγοντας με την ίδια οδυνηρή ευκολία τις εφτά
συλλογισμένες φλόγες του.
Τόσο φως, που κι η γυμνή γραμμή απαθανατίστηκε. Το νερό σφάλισε
τους όρμους. Το μονάκριβο δέντρο ιχνογράφησε το διάστημα.
Τώρα δε μένει παρά να ‘ρθεις εσύ ω! σμιλεμένη από την πείρα των
ανέμων και ν’ αντικαταστήσεις το άγαλμα. Δε μένει παρά να’ ρθεις
εσύ και να γυρίσεις τα μάτια σου προς το πέλαγος που πια δε θα ‘ναι
άλλο από τ’ ολοζώντανο το αδιάκοπο το αιώνιο ψιθύρισμά σου.
Δε μένει παρά να τελειώσεις στους ορίζοντες.
Έχεις μια γη θανάσιμη που τη φυλλομετράς αδιάκοπα και δεν κοιμά-
σαι. Τόσους λόφους λες, τόσες θάλασσες, τόσα λουλούδια. Κι η μια
καρδιά σου γίνεται πληθυντική εξιδανικεύοντας την πεμπτουσία
τους. Κι όπου κι αν προχωρήσεις ανοίγεται το διάστημα, κι όποια λέ-
ξη κι αν στείλεις στο άπειρο μ’ αγκαλιάζει. Μάντεψε, κοπίασε,
νιώσε: Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.


Francois Boucher H αλληγορία της μουσικής

γερασμένο σκοτάδι


Θάλασσες ώχρες
τα λυμένα σώματα
που σκεπάζει η νύχτα
σε ρόες σεντονιών
το πρωτόγαλα
του φεγγαριού
και το δάκρυ
της αρχαίας πυξίδας μας

θαρρείς πως
γεννηθήκαμε πριν τον κόσμο…κ.φ.
κωνσταντία φαγαδάκη

‪#‎konstantiafagadaki‬, ‪#‎ποίηση‬,‪#‎poetry‬ ‪#‎art‬, ‪#‎pastel‬



Πάνω απ’όλα είσαι εσύ
που μετράω έναν -έναν τους χτύπους σου
και ζωγραφίζω το αύριο
με τα θέλω σου όλα
με ένα ρήμα αγάπης
με ένα Λόγο θεού
με λευκό και γαλάζιο
στα πιστεύω σου όλα!
Μη με ρωτάς αν πονάω
το βλέπεις στα μάτια μου
κι αν το στίχο μου τον λούζει το φως
για σένα το κάνω
να περνάς μες στην Άνοιξη
με των υακίνθων τα χρώματα
και το φιλί των αμαρυλλίδων
να είσαι ο έρωτας
της ασπροκόκκινης κλωστής των χελιδονιών
που ραμφίζουν τη στέγη μας!

Θεόδωρος Σαντάς

Marw Vlahaki.


Δεν με εκπλήσσεις έρωτα γνώριμε
και ούτε με φοβίζεις.
Τα δώρα σου ποτέ μου δεν τα τίμησα.
Τι κι αν ερχόσουν πάντα μ’ ένα λάβαρο υψωμένο;
Ποτέ δεν το προσκύνησα.
Ούτε το κράτησα ανέπαφο
να μου θυμίζει τη δόξα της στιγμής.
Δεν το ’ριξα στους ώμους μου
όταν τ’ ανθρώπινα μ’ ανέβαζαν σε βάθρο.
Κι αν άπλωνα το χέρι μου
ήταν για να το δέσω σε λυγαριά τετράκορφη
οι τέσσερις ορίζοντες να ’ναι η δική μου σκέπη.
Και πόναγε το χέρι μου για να το σφιχτοδέσω
μήπως κι’ αντέξει πιο πολύ στην πονηράδα του καιρού
πριν να με παραδώσει.
Κάτω απ’ αυτό το στέριωμα
πού να τολμήσει η λησμονιά τον ήλιο να κοιτάξει.
Στα σκιερά και ταπεινά χαϊδεύουν οι αναμνήσεις.
Πώς τις απλώνει η ζωή!
Σαν σπιτικιά της μάνας μαρμελάδα σε ζυμωτό ψωμί.
Έρχεται όμως η στιγμή που ο χρόνος το ξεφτίζει
το ματωμένο λάβαρο της κάθε προσδοκίας.
Ο ήχος κάθε μιας κλωστής σπασμένο τέλι της ψυχής
κι έτσι έρωτά μου γνώριμε σαν μουσική σωπαίνεις.
Marw Vlahaki.