Αρχείο | Ιούνιος 2, 2016

Γιώργος Σεφέρης, Tὸ σπίτι κοντὰ στὴ θάλασσα

13339640_1778447602385567_5192258369991576845_n

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μοῦ τὰ πῆραν.
Ἔτυχε νά ῾ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει τὸ κυνῆγι
εἴταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
Μὴ μοῦ μιλᾷς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.
Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παραθυρόφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χαθῆκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.
Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω ἀκόμη
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεββάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι
πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν
μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,
πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει
ἢ μία γυναῖκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,
ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παραθυρόφυλλα,
μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,
πῶς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει
ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.
Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Από το ποιητικό έργο «Κίχλη»

Εικαστικό : Μιχάλης Οικονόμου, Σπίτια με βάρκα. Ιδιωτική Συλλογή

ΜΕ ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΝΟΥ

13335964_1778461552384172_1084540867921597068_n

Ήταν η πολυχρωμία των τριαντάφυλλων
-κόκκινα,κίτρινα, άσπρα και ρόδινα –
η ανθοδέσμη που τα συνέδεε
και τα εικοσιένα σ ‘ένα σύνολο
που οι πιο πολλοί «Αρμονία» το είπαν
με τα «Χρόνια πολλά» ανεξίτηλα.
Ήταν κι οι ανεξέλεγκτες μνήμες
εσύ ,στα ποιήματα όλα
και το φέγγος με τ’ανθισμένα
τραγούδια σου ν’ανατέλλουν
σε γαλάζια παράθυρα.
Ήσουν της Αφροδίτης το κύμα
στις ανταύγειες του ονείρου
το φέγγος του Αποσπερίτη
στις ασέληνες νύχτες
να μην με τρομάζουν τα σκότη
Κορίτσι μειλίχιο
σ’ εκείνο το θάμπος σου μένω ακόμα
στο ρυθμό που προσιδιάζει
στης Μεσόγειου τα θέλγητρα
και ζωγραφίζω το κάλλος σου.
τ’αλογάκια της θάλασσας
στου κορμιού σου τις ανεμώνες
κι έγινες ένας πόθος τρελός
απαρχής μέχρι τέλους
ο καημός να απαγγείλω
στις 21 του Μάρτη
ένα ποίημα γινωμένο από σένα
στην»παγκόσμια ημέρα της ποίησης»!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,20-3-2016
τροποποιήθηκε 1-6-2016

Ν . Βρεττάκος

13315560_1778241699072824_6774243030664439956_n

……Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο ψιχάλισμα στὰ ὅρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!
Ν . Βρεττάκος

Έξοδος

13254308_1776415775922083_5917431242707508994_n

Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελο της.
Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.
Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο, λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα, φως μέσα της κ’ επιστρέφει
στη ζωή πάλι, μ’ έναν
καινούργιο τόνο αθανασίας στο χαμόγελο της.

ΝΙΚΗΦOΡΟΣ ΒΡΕΤΤΆΚΟΣ

Γιώργος Σεφέρης, Μποτίλια στο πέλαγο

13339478_1778454572384870_4356144258769844993_n

Γιώργος Σεφέρης, Μποτίλια στο πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλῆσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη.
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.
Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.

Εικαστικό : Μιχάλης Οικονόμου, Εκκλησάκι στην Ύδρα. 2. Ιδιωτική Συλλογή. Το εκκλησάκι αιωρείται, κυματίζει, «χορεύει», ρέει προς τη θάλασσα.

Μαρία Πολυδούρη, [ΟΙ ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ ΑΝΘΙΣΑΝ ΞΑΝΑ…]

13327590_1778462095717451_3818952153440885891_n

Οἱ παπαροῦνες ἄνθισαν ξανά. Στὰ ἴδια μέρη
τὶς ἔκοψα γεμίζοντας, ὡς τότε, τὴν ἀγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερὸ κι᾿ ἂν ἔστηνα καρτέρι
δὲ σ᾿ εἶδα ξάφνου πλάι μου νὰ προσπερνᾶς καὶ πάλι.

Τὸ Δάσος σιγαλότατο στὸ λαῦρο μεσημέρι,
τὶς λεῦκες τὶς γλυκόλογες μὲ τὰ γιγάντια κάλλη,
μ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ σπιτάκι σου – καημὸ ποὺ μοὔχει φέρει,
τὰ βρῆκα δίχως σένανε καὶ δίχως ἐλπίδα ἄλλη

Νὰ σὲ ξαναβρῶ – θἄσωνα νὰ καρτεράω χρόνια.
Κ᾿ ἔκλαψα. Μὰ θυμήθηκα στερνὰ ποὺ ξεκινοῦσες
μὲ συνοδεία μουσικὴ τὰ δέντρα καὶ τ᾿ ἀηδόνια

Μὲ τὴ ματιὰ νοσταλγικιὰ στὰ γύρω ποὺ σκορποῦσες
καὶ στὴν καρδιά μου σ᾿ ἔκλεισα, μὲ σὲ νὰ χαιρετήσω
ὅλα ποὺ μ᾿ ἔκανες ἐσὺ νὰ ἰδῶ καὶ ν᾿ ἀγαπήσω.