Αρχείο | Ιούνιος 2016

Ohne Horizont 7

12717895_1123050014412005_4771919054802074143_n

 

Δεν χάνονται οι ώρες, που τράπηκαν σε άτακτη φυγή,

όταν αυθαίρετες μνήμες άδολα σκόρπισαν τη σύγχυση.

Θα ξανάρθουν για να επωμισθούν το φόρτο

 μιας αδούλευτης ζωής, σαν η ιστορία συμβιβασθεί

και υποταχθεί στις απαιτήσεις της αλήθειας.

Αποσβολωμένοι απ’ της σιωπής τα σήμαντρα.

 

Τρέχεις το εκστασιακό φως να απαντήσεις

και η ζωή μια ανάσα δρόμος ως της ματιάς τη στροφή.

Κάπου εκεί η ανάγκη επιβίωσης έσκαβε με τα χέρια τη γή

και μάτωνε με λύσσα και μανία νύχια και υπομονή.

 

Για νά΄χουμε κι εμείς κομμάτι μερτικό απ΄τον κόπο των δικών μας.

Κι ήρθανε μέρες κι έφυγαν τρεχάτες, φοβισμένες.

Λες κι άνθρωπος δεν έζησε, δέν δούλεψε, δεν γλέντησε

μέσα στο φώς το άπλετο, που ήτανε λουσμένες.

Αλόγιστα κι ανεύθυνα πλανιόταν μές το χρόνο,

σφραγίζοντας με έπεεα πτερόεντα κάθε κακοκεφιά,

που ένέκρινε τ΄αδέξιο και άδειο τους κεφάλι.

 

Ώσπου το πλοίο της γραμμής με καπετάνιους ρέμπελους

και επιβάτες ύπνους ρίχτηκε απ΄αναμελιά στη θαλασσοβραχιά.

Κι όλοι ξυπνήσανε με μιάς κι ανοίξαν μπουκαπόρτες ,

θύρες και κατεβήκαν αλαφιασμένοι στο γιαλό

ο ένας με καριοφύλι κι άλλος με μαγιό.

 

Σκορπίστηκαν στις αμμουδιές μαζέψαν τις ελπίδες,

όσες εναπομείνουσες θωρούσαν τ΄αναπάντεχο κακό.

Κουβάλησαν τα βότσαλα κι αφού το νού στη γέφυρα

βάλανε να λογίζεται όλοι μαζί αποφάσισαν

να στήσουνε τιμητικά στα όνειρα τρικούβερτο χορό.

 

 

Vicky Kostenas Lagdos

Poetessa, Zürich 17. Juni 2016

————- ΣΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ———————

13450279_1786562548240739_9030949257034505704_n

Αναμάσησε η Πυθία τις δάφνες της
και τους χρησμούς της.
Στο τρίποδο του νου
θυμίαμα ζωής
σπουδές άρρητες
ατελεύτητες θυσίες.
<<Θα ξανασυνδεθείς με τον ομφαλό
των πεπραγμένων !!>>
Επτά ξεστόμιστες λέξεις
παράγωγες διφορισμού.
Αρχαία μεταφράστρια
των παλαμογραμμών…!
Τι να πεις σε μια παλάμη σκαμένη
με οριζόντιες και κάθετες χαράδρες
Ποιός αλπινιστής ίσιωσε τις πλαγιές σου
ποιός υλοτόμος ξερίζωσε τα δάση σου
ποιός ήλιος κατάκαυσε τις σάρκες σου.
Γεμάτος πυρίτιδα ο νους
εκπυρσοκροτεί παρελθόντα.
Κι’εσύ άγγελε του σκότους
μην περιμένεις να τραφείς άλλο
απο τις σάρκες μου.
Ουκ αν λάβεις παρά του μή έχοντος !!
Πνευμ.δικ. Γιάννης Φιλιππάκης [ Γραμμένο στους Δελφούς 12/6/2016]

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΦΑΖΑΝΙΔΗ Σ

13516652_1786564784907182_6967304351027111562_n

……Με ενα δροσερο καλοκαιρινο ερωτικο αγαπημενο τραγουδακι ..Γιατι ετσι…,Ειναι ωραια η θαλασσα ……,και με τα Ματια της μιαζει…..Ihttps://www.youtube.com/watch?v=vw3tpYhAEnE
Ήρθα και πάλι στην αγκαλιά σου θάλασσα, στο στέρνο σας το λυτρωτικό σίμωσα κύματα, να γίνω ένα με τους αφρούς, που ξεπηδούν στο χορό του φουρτουνιασμένου ωκεανού, στις ακτές να χυθώ και πάλι να με τραβήξει η δίνη των κυμάτων πίσω στην αγκαλιά τους. Έφερα μαζί τον εαυτό μου, να τον πάρεις στα απέραντα βάθη σου, να τον ακουμπήσεις απαλά στην δροσερή φωλιά σου, να τον νανουρίσεις σε έναν ύπνο λυτρωτικό, να τον λούσεις με φως, να τον κάμεις κύμα άφθαρτο, αμόλυντο, αδάμαστο…
Στέκω στις ακτές σου και παρατηρώ την δύναμή σου…Πώς με τρομάζει… Πώς πλημμυρίζει το μέσα μου η απεραντοσύνη σου, άναρχη, αιώνια αγαπημένη…! Προσπαθώ να φυλακίσω τους ήχους σου, την αλμύρα του αγέρα που φυσά απο τα έγκατά σου και μου φέρνει εδώ τους μυστικούς σου παλμούς. Τα σύννεφα αγκαλιά κινούν σε έναν ανεξέλεγκτο, μεθυστικό χορό, θαρρείς ο ουρανός μεθυσμένος απο τις άγριες δονήσεις της και τους αχούς της, θέλησε να γίνει ένα με αυτή τη μαγική μυσταγωγία, να πάρει μερίδιο σε αυτή την ιεροτελεστία, να γίνει θάλασσα κι εκείνος… Σύννεφα γκρίζα, φορτωμένα, τί άραγε; Φορτωμένα καημούς; Φορτωμένα ανείπωτα; Φορτωμένα αγάπες που ήταν; Αγαπές που είναι; Φορτωμένα ουσία ζωής και θανάτου. Κινούνται νωχελικά, ζαλισμένα μέσα σε αυτή τη μεθυστική μυσταγωγία και στέκουν πάνω απο τους αφρούς των κυμάτων…Ihttp://www.youtube.com/watch?v=s3Ab-OVPLrU
Μονάχα μία μικρή χαραμάδα χαρίζουν στο φως, να περάσει, να ρίξει τις ηλιαχτίδες του, να ριχτεί στης θάλασσας την αγκαλιά, να χρωματίσει το γκρίζο κάδρο με παρουσία αγγελική. Ο Θεός κυλά μέσα στο κάδρο μου στην αγκαλιά τούτης της ηλιαχτίδας, και μου ψιθυριζει … »Δεν είσαι μόνος μέσα σ’αυτό το κάδρο, ψυχή μου, δεν είσαι μονάχος..!» Με την άκρη των ματιών μου πάντοτε στραμμένη προς την μικρή ηλιαχτίδα, αφήνομαι στις χοές σας κύματα, αφουγκράζομαι τα λόγια σας. Μου μιλάτε πάλι για αυτά που δεν θέλω να ξέρω, για τα μάτια που δεν θέλω πια να κοιτώ, μου ξυπνάτε αισθήματα που παλεύω σε λήθαργο να ρίξω… Δεν θέλω πια να ξέρω για όσους δεν είναι πια εδώ, δεν θέλω να ξέρω… Δεν θέλω να φροντίζω, δεν θέλω να πονώ στον πόνο τους. Μιλήστε μου για όσα είναι εδώ…! Μιλήστε μου για τα ταξίδια σας τα μακρινά σε άλλα κάδρα, σε άλλους κόσμους, σε άλλες ψυχές γενναίες, όμορφες… Μη μου μαρτυράτε όσα δεν θα’πρεπε να νοιώθω, μην μου καθρεφτίζετε την ψυχή τους. Θάλασσα την σιωπή σου…Πουλιά πετούν πάνω απο τα κύματα και παίζουν μαζί τους σαν μικρά παιδιά. Μέσα στη ζεστη του καλοκαιριου άλλος κανείς δεν παίζει μαζί σας κι εσείς νοιώθετε τόση μοναξιά… Η δροσια αρχίζει σιγά σιγά να διαπερνά το σωμα μου, καθώς στέκω ώρα πολλή στην άκρη τούτης της προβλήτας. Τα μαλλιά μου γέμισαν αλμύρα, και καθώς σου ζητώ να σωπάσεις, φουσκώνεις τα κύματά σου, κι αγκαλιάζεις ολοένα πιο σφικτά τούτη την προβλήτα, τόσο που νοιώθω πως θα με κλείσεις για πάντα μέσα στα βάθη σου, να με τιμωρήσεις… Δεν θα σε επισκεπτώ για πολύ καιρό, αγαπημένη μου, συγχώρα με. Άλλο ν’ακούω δεν μπορώ, γι’αυτό που δεν είναι πια εδώ. Κι εσύ μου λες πολλά, τόσο πολλά… Δεν μπορώ να βοηθήσω ό,τι δεν είναι πια εδώ… Μην με βασανίζεις άλλο… Αντίο θάλασσα, αιώνια αγαπημένη μου, συγχώρα με, αντίο…
Απομακρύνομαι, με βήμα αργό, σχεδόν ανεπαίσθητο… Πατώ πάνω σε λιμνούλες αλμύρας, υπολείμματα αφημένα απ’των κυμάτων το πέρασμα πάνω σε τούτη την ξεχασμένη προβλήτα. Το κύμα δυναμώνει. Βροχή ξεσπά κι αρχίζω να επιταχύνω το βήμα μου μακριά απο τούτο το κάδρο… Μα λίγο πριν εγκαταλείψω, γυρνώ πίσω το βλέμμα. Ω, θάλασσα κακούργα, επιστρατεύεις όλη σου την ομορφιά στην στερνή τούτη ώρα, να μην μπορέσω να σ’αφήσω πίσω, να υπακούσω στην τρέλα σου… Παγιδεύω τούτη την εικόνα, την κλείνω στου μυαλού μου τα συρτάρια και σου στέλνω ένα γλυκό φιλί. Βάζω στ’ακουστικά να παίξει μία γλυκιά μελωδία που σου μοιάζει. Να μην σε ακούω πια, καθώς φωνάζεις να γυρίσω πίσω. Απομακρύνομαι πια απο τούτο το κάδρο… Και η γλυκιά μελωδία συνοδεύει απαλά την φυγή μου…
……….Το γαλάζιο είναι απέραντο….μα έχει, κάπου, τελειωμό!
Ακρογιάλια με βότσαλα, με άμμο, με βράχια απόκρυμνα…
Ακτές ν΄αράζεις τα όνειρακι αυτά να φεύγουν, να μακραίνουν, να χάνονται!
Κομμάτια στεριάς μουσκεμένα αρμύρα,
νησάκια γης που πάνω τους σκάει το κύμα…
Κάπου εκεί, ραμένο κουμπί πάνω σου
ρίχνει κάβους ο ουρανός και φοράει το χρώμα
στο νερό, π΄ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών,
φλυαρεί και σε ταξιδεύει!
Οι μέρες κυλούν,με ξύλινα καίκια, στα πελάγη της ζωής….ιστιοφόρα δυνατά σε προσπερνούν,κι οι μέρες κυλούν….
Στα δύσκολα φάρος αναλαμπή
σε πάει… ελπίδας λιμάνι υπάρχει!
Και όλα περνούν,θέλεις δε θέλεις!
Τώρα φυσάει, κρυώνω….εκεί στην ίδια γωνιά, όπου κυλούσε ιδρώτας!
Στιγμιαία σκέψη μόνον……
Δεν αντέχω το πισωγύρισμα,ούτε στα συρτάρια ψάχνω,ούτε στα φυλλαγμένα τετράδια,ούτε τα μπαούλα σκαλίζω!
Οι κάβοι λύνονται για τα μπρος….αφήνοντας στα μουράγια
χαμόγελα, φωνές, θυμούς, χαρές,μια στοίβα συναισθήματα που,χώρεσαν στο διάβα!
Σφραγίδες στο βιβλίο των δικών μας,
διαβατάρικα πουλιά για τους γύρω,τους περαστικούς,
αετοί να πετούν στον κύκλο των αδύνατων….
Οι μέρες κυλούν,κάποιοι μ΄αναζητούν….πιστωτές απ΄την τράπεζα…πόσο με νοιάζονται….!https://www.youtube.com/watch?v=aRiAB84_pvY
Ανάγκη, έχω τόσο πολύ,τον αέρα, τη βροχή, τον ήλιο,τη μέρα που χαράζει,το λιοβασίλεμα,το σεργιάνι σε άγνωστους δρόμους,σε πετρόχτιστα χωριά…
Να ρίξω πετονιά, να ξεχαστώ….
σα νάμαι μόνος, στον ορίζοντα,όπου σμίγει το πάνω με το κάτω του μπλε!
Να μοιραστώ παιχνίδια δελφινιών,κοπάδια αφρόψαρα που θα περνούν
κι μετά, ιστορίες θα φτιάχνω στο ανέβασμα του χάνου!
Ανεβοκατεβαίνω στην παλίρροια,έτοιμος να πιάσω τ΄αστέρια,χαστούκι στους κεραυνούς,κι ένα φιλί στο μάγουλο των ακτίνων που μ΄ακουμπούν….!
Η ζωή, άμα την πίνεις μονορούφι,σε μεθάει!
‘Αμα περιμένεις να σε κεράσουν,
χάνεις, αυτές, τις μοναδικές της στιγμές!
Κι οι μέρες κυλούν,και θα κυλούν….https://www.youtube.com/watch…
…Για να ζήσεις πρέπει να πάρεις ρίσκα.
Να βουτήξεις στη θάλασσα , να νιώσεις την αλμύρα της και να την αφήσεις να σε παρασύρει και να σε ταξιδέψει όπου θέλει αυτή .Αν δεν τολμήσεις θα παραμείνεις ριζωμένος στη στεριά , χωρίς να έχεις την ευκαιρία να γνωρίσεις
καινούργια μέρη.
Μέρη που μπορεί να είναι εξωτικά, με κρυμμένους θησαυρούς και ευκαιρίες θαμμένες στην άμμο που σε περιμένουν να τις ανακαλύψεις, σαν άλλος κουρσάρος και να τις ξεθάψεις.
Ναι , δεν λέω μπορεί να τσακιστείς στα βράχια ή ακόμα και να πνιγείς αλλά δεν θα το μάθεις ποτέ εάν δεν προσπαθήσεις.!…Και να συνεχισω με την υπεροχη μπαλαντα του Τουρνα ….<<Λεν πως ειναι μια αλλαγη ολοκληρη ζωη πως τιποτα δεν μενει>>.http://www.youtube.com/watch?v=mUtCOktKFkU.
Μικρές ή μεγάλες, αργές ή γρήγορες, απλές ή έντονες, οι αλλαγές σημαδεύουν τη ζωή μας!
Και ο καθένας έχει τον τρόπο του να τις δέχεται ή να τις απορρίπτει…
Όταν έρθει η ώρα της αλλαγής μπορείς -σίγουρος για το αποτέλεσμα- να καθήσεις απλά και να παρατηρείς τα πράγματα να αλλάζουν…
Μπορείς, να βγεις στην άπλα, να ονειρευτείς, να μην ξυπνήσεις…
Μπορείς να ερωτ;ευτείς, να απογοητευτείς, να νιώσεις διαφορετικά, ένας ξένοιαστος καβαλάρης…
Πρέπει όμως να δεχτείς την αλλαγή, να συμμετάσχεις σε αυτή…
Και -ξέρεις- ο χειρότερος ανασταλτικός παράγοντας είσαι εσύ, οι ανασφάλειες σου, οι αναστολές σου…
Έχεις όμως και έναν εξαιρετικό σύμμαχο, τη διαίσθηση σου!
Αρκεί να την αφήσεις να σε οδηγήσει.!!!
Καλά τα λέει ομεγαλος μας ποιητής Καβαφης »πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή»…
Ξεκινα την αλλαγη…Μέσα σου.Από κει ξεκινάνε όλες οι αλλαγές.
Να κάνεις αυτή τη νέα αρχή.Ποτέ δεν είναι αργά να συνεχίσεις και να αλλάξεις ό,τι μπορεί να αλλάξει.Μπορούν να αλλάξουν όσα περνάνε απ’τα χέρια σου.Όσα περνάνε από άλλων χέρια…Εκεί τα δικά σου είναι δεμένα…
Το ξημέρωμα μπροστά σου.Η Ανατολή μπροστά σου.!!
….Να ευτυχισμένος..ωστε σαν ξυπνησεις να εκπέμπεις αγάπη.Να ξερεις παντα οτι ειμαστε εδω περαστικοι…Ας βελτιωσουμε λοιπόν τις μας .
Κώστας Λαφαζανίδης

Η ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΩΡΩΝ

13466073_1787922931438034_6430862886973224546_n

Καθώς μπουμπούκιαζε στον κήπο η Ροδιά,
ανάβρυζε θαρρώ καλοκαιριάτικος χυμός,
κι απέναντι στην αμμουδιά
με τα πολλά αρμυρίκια,
πετάριζαν τα θαλασσόπουλα επάνω απ’ το νερό,
κι Ύστερα πάλι βυθιζόντουσαν
χωρίς της θάλασσας τη Γαλήνη…να ταράξουν!
Κι εκεί που στροφογυρνά ο δρόμος του χωριού,
βραχάκια αρμυρόβρεχτα
και δυό ξωκκλήσια άσπρα μισογκρεμισμένα,
ενώ από του δρόμου την άλληνε μεριά,
ψιλαγέρι φυσά εναν Ανεμόμυλο,
μετρώντας θαρρείς…τη δύναμή του!
Κι όταν πισωγέρνει απ’ τον Ορίζοντα ο Ήλιος
πλεριάζοντας με Παραδεισένια Χρώματα την Πλάση,
με τα ψάθινα καπέλα τους στο χέρι
από τη θάλασσα τα παιδόπουλα γυρίζουν,
ενώ,
κάποιοι άλλοι Νιοί ετοιμάζουν τις ψαρόβαρκες
κοντά…στο ακροθαλάσσι.
Κι Εγώ,μες την Μεγαλοσύνη των Ωρών,
αισθάνομαι σαν Νήπιο όπως τότε,
και κάτω από τον Γαλάζιο θόλο του Ουρανού,
ξαναδιαβάζω το Αλφάβητο,
σπουδάζω πάλι την Γραμματική,
και,εξασκούμαι σαν Τότε…στην Προπαίδεια!
Λουκας Νικολαϊδης .

ΤΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ;

image

Και ξαφνικά οι ευκάλυπτοι αρχίζουν
ν’ αργοσαλεύουν μες τη νυχτιά
μες την απειρία του ματιού
π’ οριστικά διαστέλλεται
απ’ την πιο απόκρυφη του αρτηρία!
Ανοίγονται διάπλατα οι πύλες του νου
καθώς τα σπήλαια πλημμύρισαν ρόδινο φως!
Ανθόσπαρτες αψίδες γιόμισαν με συγκατάβαση
νεανικής ώρας το παραλήρημα
ενώ το φως τραγουδάει στα βήματα μου!

Τι θε να ζητήσω;
Ήρεμοι οι γρύλλοι ζεσταίνουν τ’ απαλό αεράκι
κι’ ανωνυμίες θρησκείες περιδιαβαίνουν στο φως
με σπονδές θριάμβων απαραίτητης σποράς!
Σηκώνω τα χέρια ψηλά και προσδοκώ
καθώς οι άδειες ώρες ολοένα φλυαρούν
κι’ ο φεγγίτης του ουρανού χαμηλώνει
γιομίζοντας φως το περιβόλι της ζωής!

«Ευδαίμων Συριανός»

 

ΣΤΟΥΣ ΛΕΙΜΩΝΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

13516407_1787921028104891_2456542754529952753_n

Φιλώ το φλοίσβο
τα πέντε χρυσά σου γράμματα
που υπακούουν στην ανάσα σου
και κρατώ λίγο αγίασμα
απ’το μύρο σου να ευωδιάζω
τις άκαρπες ώρες μου
να μπορώ να σε λέω
Άνοιξη,Καλοκαίρι,ζωή χαρισάμενη
όνειρο που κοκκινίζεις το ποίημα
με παρούνες και άλικα τριαντάφυλλα
στους λειμώνες της αναζήτησης
να ευδοκιμήσεις μια άλλη ζωή
με επανάσταση αλλιώτικη
που θα την έλεγα γνώση και έρωτα
όταν όλα γύρω τα φόβιζε η φτώχεια
η άγνοια κι ο Φαρισαϊσμός!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ Ένας φωτεινός δίαυλος…. στον Μιχάλη Σταφυλά—-αφιερωμένο…. ΄΄Ή Σταύρωση νικάει πάντα // Η προσταγή // χτύπησε τις καρδιές των ανθρώπων // και κρύφτηκε // στα φύλλα της ιστορίας΄΄ Μιχ. Σταφυλάς.

13494780_1787914098105584_3673640630607032814_n

Ένας φωτεινός δίαυλος με συνεγείρει,
-οστρακόδερμο της απέραντης θάλασσας-
που διαλέγεται το ιώδιο και τη λήθη της.
Ποτέ δεν ξορκίζεις τον θάνατο,παραμένεις
απλός, γαλήνιος, παράχρονος, γεμάτος ρώμη
κι αρμυρόδετες λέξεις, δεμένες τ΄άχρονο φως,
σα δροσαυγή, κρούοντας το στήθος της άνοιξης.
Ποιός θωπεύει την άχρονη θαλασσογραφία,
τη διασταύρωση του φωτός, τον ίσκιο του πεύκου?
Υφάνθηκες το πνεύμα και το νου της παράδοσης,
όλες τις αμφίδρομες ερμηνείες των ερειπίων
σαν αμφορέας, με την υπόσταση του γήινου.
Σέπεται η αυγή κι ο χρόνος που γεννάει το μόχθο,
έτσι ρυμουλκούμενος τη ζωή σου απόδρασες!
Πώς οδηγεί ο Ηνίοχος την αχλύ της εσπέρας!

.Από το βιβλίο μου ΕΛΠΙΖΩ ΣΤΟΝ ΑΕΙΦΘΟΓΓΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ

Εικαστικό : Κωνσταντίνος Παρθένης

ΠΕΡΠΑΤΗΣΙΑ ΑΓΕΡΑ …! Ποίηση του πολυβραβευμένου ποιητή της Δεσφίνας Φωκίδας,Ηλία Παπακωνσταντίνου.

13508891_1787913124772348_4851425898939736552_n

Στη λιγοσιά εσβήσθη.
Βουεροί αντίλαλοι μάχονται,
θεομαχάει ο λογισμός τις λέξεις να ξορύξει,
δρασκελίζουν τ’ αλόγατα σε άναρχα πελάη
και οι θεριστάδες που’ρθανε φορούσαν τα λευκά τους,
το δρομολόι άλλαξε φορέσαν τα μαβιά τους.
Καταχτυπάν οι ρόζοι μας πάν’ στου δρυός τα μάτια
λιγόπνογα τα στόματα, τη σάρκα κουβαλούνε.
Λόγγος ολάκερος βογγά τα λιόφυτά σου παίρνει,
γνέφει στ’ αγναντερά κρημνά αντίλαλο μη φέρουν.
Μαύρες μπόλιες κορφοχτυπιούνται,
μορφές χαμοβλεφάρισαν και εκύλα πυρ και δάκρυ.
Άλαλη Πηνελόπη,αλάργα είν’ το πρόσωπο.
Λαγιάσαν στο σώμα το δεντρόριζο
και στιγμές τρυγούσαν τα μυαλά από αστραφτοβόλες ώρες
συνταιριαχτές λέξεις σκυφτές όπου έτρωαν το κατώι.
Θύρες ο θέρος άνοιξε, δε στέκεται σε ζύγι
και σταχοθάλασσα οι χαλκόδετες θημωνιές
που τραγανό κορμί υψώνει.
Νογάει το νήπιο και ρωτά μ’ αθώα βέλη που σχίζουν.
Αμπελουργίτες μη σκαφτεί οργιά, παλάμη μη τρυγήσει
θα’ναι πικρός ο οίνος ο νιος που βιάζεται για χείλη.
Οι πυροστιές ελιώνανε κόκκαλα σιδηροκαμωμένα
κι ουρανολάμψεις σπαθωτές βγήκαν στα παραθύρια.
Ιδρώς γλυκύς της νιότης αραχνοκεντημένος
σε λίθινο κορμί στραγγάει
κι η απαλάμη σέρνει ομβριές να ξεδιψάσει ξέρες.
Κορασίδα λιόχρωμη,σφιχταγκάλιασε τη λυρική της άρπα
τα δάχτυλά της στις χορδές έχυσε κι ας εκαίγαν,
σκοπό κορήβρεχτων ματιών διαλέγει απ’ το σκοτάδι
και αμμομέθυστη φωνή παραλογάει αλήθειες.
Χοροί τραβούσανε ομπρός και ραθυμιά που είχα.
Δαμόκλειος σπάθη σε κρατά ακοίμητο και τρώγισε απο μέσα
κείνος ο σκώληξ που συντροφεύει και κόβει την ανάσα.
Πάνω στην αλατόπετρα ετρίφτη η ψυχή,
μέσα βαθιά εκράτει τον κόμπο τον ωχρό
κι απ’ όξω μειδιάζει και λαλεί,
έχει σκαλιά να περπατεί πολλά, πολλά μαλλιά που γνέθει.
Κορφολογιέται η πίκρα,
σιγά σιγά αποκλέγονται τα έρριζα μυαλά
το κρούσταλλο ν’ απολύσει.
Ανάριες λάμψεις κένταγαν το γόγγυλό σου πνεύμα
σαπίτες νουεφέρανε και κύλησε άλλο χρώμα.
Ο αλεπονούς θα βρει λαλιά, περπατησιά ολόρθη.
Στ’ αμπάρι οι συνάρμενοι εκίνησαν
μα τώρα απά στην πλώρη.
Στους συμπλωρήτες ανθοβόλησε
την υπάνθιστη πορεία και χειμασμένη σάρκα
με φεγγοβόλες ριπές κερνούνε τις ψυχές τους.
Πρόσωπα κυδωνόμορφα μοσχοβολούν απόψε,
λάμπουν περσότερο.
Μες στο πικρύ είν’ το γλυκύ που γεύεται ο νους μας.

ΗΛΙΑΣ Δ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 2011.

Μιλώ….

13442134_1786708128226181_3312812173889139130_n

Γ.Σαραντάρης Κωνσταντινούπολη 1903-Αθήνα 1941
Μιλῶ ,γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ, γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα ,δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν
Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει

Μιλώ ……κι εγώ μ’ένα δικό μου “Μιλώ” 74 χρόνια μετά το θάνατο
του Γιώργου Σαραντάρη,του ποιητή που θαυμάζω και που λυπάμαι πολύ που έφυγε αδόκητα σε ηλικία 33 ετών από τύφο…… .Μπορείτε να βρείτε και μόνοι σας λεπτομέρειες στο διαδίκτυο….Κάποια λόγια θα πω για τη ζωή του και λίγα ακόμα που είπε ο Ελύτης γι’αυτόν θα παραθέσω….

Η ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη υπήρξε αρκετά πρωτοποριακή για τα δεδομένα των ιδεών που επικρατούσαν την εποχή του Μεσοπολέμου στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Υπήρξε λάτρης της λεγόμενης «καθαρής ποίησης». Έχοντας γνώση των ευρωπαϊκών διανοητικών κι αισθητικών ρευμάτων, χρησιμοποίησε στα ποιήματά του τον ελεύθερο στίχο, ενώ στις αναζητήσεις του περιέλαβε προβληματισμούς που έλκουν την επιρροή τους από την ιταλική ποίηση, το έργο του Ντοστογιέφσκι, από τις φιλοσοφικές ιδέες του Νίτσε, του Σαίρεν Κίρκεγκωρ αλλά και από τον υπαρξισμό. Το έργο του δεν συνάντησε ευρεία αποδοχή στην εποχή του, επηρέασε ωστόσο την ελληνική ποίηση βαθιά και ουσιαστικά. Η συμβολή του αναγνωρίστηκε από τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος επηρεάστηκε σαφώς από συμβολικές εικόνες που κυριαρχούν στο έργο του Σαραντάρη: γυναίκα, θάλασσα, μοναξιά, ουρανός, πουλιά. Για τον λόγο αυτό, ο νομπελίστας Ελύτης, πέραν του ότι έχει αφιερώσει στον ποιητή το ποίημα Γιώργος Σαραντάρης κάνει ειδική μνεία γι’ αυτόν στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον πρόωρο χαμό του ποιητή, αλλά και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής τα εξής: «Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια […] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της».
Θ.Σαντάς

Διαβάζοντας Σαραντάρη και Ελύτη και πηγαίνοντας λίγο πιο βαθιά στη σκέψη τους, θα μιλήσω με λίγους στίχους δικούς μου κι εγώ

ΜΙΛΩ
Στη μνήμη του Γιώργου Σαραντάρη

Μιλώ
γιατί υπάρχει ένα ποιητής που μας ενώνει
που με νουθετεί και κατευθύνει το κάθε μου βήμα.
Μιλώ ,γιατί το βλέμμα του Οδυσσέα
με παραδίδει στην αθωότητα
και ξαναζώ την πρώτη μου Άνοιξη
χωρίς να γράφω θαμπά κι ακατάληπτα!
Μιλώ
με την ευωδιά και το γέλιο της μάνας μου
με την καλημέρα του ήλιου
κι έναν ύμνο της ελευθερίας γαλάζιο.
Μιλώ
γιατί η πεθυμιά μου με πυρπόλησε από παιδί
να μιλήσω σε όλον τον κόσμο
γιατί όλα προμηνύουν τη θύελλα
κι οι κοντινοί, οι μακρινοί κι οι αυτόκλητοι
ετοιμάζονται πατρίδα μου
να διαμελίσουν το σώμα σου
και ολοφύρομαι σαν πρόσφυγας
και πετιέμαι κάθε βράδυ στον ύπνο μου!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,5-8-2015

~Αγκάθινο Στεφάνι~

13332784_1163795580337448_322661707638183671_n

Αγκάθινο εγίνη το στεφάνι
απ’ τα νεκρά τα αποξηραμένα
ρόδα…που πάντα παραμένουνε..εκεί !
να τρυπάνε την καρδιά των όμορφων στιγμών…
Κοφτερές λεπίδες
ψεύτικες σπασμένες
του ονείρου βλεφαρίδες…
πουλιά παραμυθένια ,μυθικά
σε μέρη μακρινά ουτοπικά…
Αν τα μπουμπούκια άφησες
να μαραθούν…
πρωτού στο φως τα
πέταλα τους να ξανοίξουν..
Τώρα αργά…
Κι ώρα περασμένη..
Τώρα σκοτάδι..
κι η σελήνη…Μέσα στο λήθαργο
χλωμή …εξαντλημένη…
Μαίρη Ηλιάδη