Αρχείο | Μάιος 29, 2016

Ο ΜΑΗΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

13315466_1776743645889296_4445255921178882817_n

Και ο Μάης φτάνει στο τελείωμα του……. Οι ξαφνικές βροχές που τον συνόδευσαν , έτρεξαν να ξεπλύνουν τη μνήμη φοβερών, συγκλονιστικών γεγονότων για μας τους Κρητικούς!!!
Λες και η δροσιά του, ο μεθυστικός αγέρας του, οι πινελιές του, που σκορπούν χρώματα στους καμβάδες της Κρητικής γης θέλουν να σβήσουν για πάντα το ξεραμένο αίμα που αναδύεται , για να μας θυμίσει!!! Και η θύμηση τρέχει και αυτή, σαν ανοιξιάτικη συρμή βιάζεται να ξηλώσει τα κεντίδια της γης που κρύβουν στα σπλάχνα της, τις κραυγές της ιστορίας !!! Οι πρώτες σκιές ξεπροβάλλουν στο Φραγκοκάστελλο με τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη και τους πολεμιστές του, σαν Δροσουλίτες στα μέσα Μάη, και λίγες μέρες μετά σαν διθύραμβος νίκης με το ριζίτικο » Χίτλερ να μην το καυχηθείς » για να μηδενίσει τη δήθεν επικράτηση των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στην ηρωική μάχη της Κρήτης!!!
Οι σκιές όμως συνεχίζουν το ταξίδι τους , δεν βαστούν στα σκοτάδια της λήθης , και οι αντίλαλοι γεμίζουν τα φαράγγια και τις αετοφωλιές !!! Είναι οι φωνές των Κρητικών των τελευταίων πολεμιστών που υπεράσπισαν την Βασιλεύουσα ,που επέστρεψαν μαζί με το εικόνισμα της Αγίας Σοφίας για να μην το μαγαρίσουν οι αλλόθρησκοι. Είναι οι συνεχιστές του Λεωνίδα που βιάζονται να στείλουν τη λαλιά τους για να σημαδέψουν τον ουράνιο θόλο της Κρήτης :
» Η Πόλις εάλω «……….

Νεκταρία Παπαθανασάκη

Benjamin Constant The Entry of Mahomet_II into Constantinople

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΑΠΑΤΗΜΕΝΗ ΣΥΖΥΓΟΣ -της- ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

74602_328856017224080_101646038_n

ΩIΜΕ! Εν δικαίω, θα μου πεις! Αφού είσαι εσύ η σύζυγος, η νόμιμη, που με το στεφάνι έχεις ‘’τιμηθεί’’, σε σένα δε θα προσάψουν, ότι για την αποτυχία του γάμου σου, ευθύνεσαι μονάχα εσύ;
Ενώ η ‘’άλλη’’, η δύσμοιρη η ερωμένη, με το πιο σκληρό αντίτιμο έχει πληρωθεί.

Για φαντάσου! Η ιερόσυλη; Με το πιο σκληρό αντίτιμο ; Γιατί; Γιατί απρόσκλητη εισέβαλλε στο δικό σου σπιτικό, δίχως καμιά ντροπή ; Κι η σύζυγος εκεί. Ένας ταπεινωμένος θεατής. Να αφουγκράζεται, να μαραζώνει με τα νύχια της μπηγμένα στου εξευτελισμού τη συντριβή.

Είναι η ώρα του, το ξέρεις. Η καταραμένη ώρα από τις 6 έως τις 9. Σε λίγο, η πόρτα πίσω του θα κλείσει και συ με την υποκρισία του να βολοδέρνεις, στης υποτέλειας σου την κατακραυγή.
Κι όμως, σιωπάς. Βουβαίνεσαι να μην σε δούνε τα παιδιά. Ο μπαμπάς είναι μπαμπάς και πρέπει εσύ η μάνα, να κρατήσεις το κύρος του ψηλά! Καμώνεσαι πως τάχα το ξεχνάς, ρουφώντας της εκμηδένισης τη σκόνη, τη στερνή γουλιά.

Και σαν έρθει η νύχτα η ασυντρόφευτη, εκείνος Παρών, στην Απουσία να ξαπλώνει και ‘’άντε καληνύχτα, σήμερα είχα πολύ δουλειά’’

Και τι τραγική ειρωνεία θεέ μου! Αυτήν την ίδια ώρα, που εσύ το απόστημα της δουλόπρεπης παθητικότητάς σου ανασαίνεις, η ‘’άλλη’’ να σε φθονεί, να σε ζηλεύει, γιατί ο ‘’καλός’’ της τάχα , με τη σύζυγό… την απατά !

Αμάν γυναίκα, φτάνει πια. Τι κατάρα δέρνει εμάς τα θηλυκά, ώστε για τις απιστίες του συντρόφου μας, ένοχη να είναι πάντα, κάποια ‘’άλλη;’’ Μ΄αυτήν έκανες εσύ παιδιά, ή μήπως και κείνη δεν είναι θύμα της δικής του προδοσίας;
Γιατί λοιπόν της Νίκης σου την Ήττα, με μαλλιοτραβήγματα και απειλές εναντίον της ξοφλάς, ενώ o ‘’αφέντης’’ ανενόχλητος, το χαρέμι του ν΄απολαμβάνει;

Πού είναι το μπαϊράκι της αδούλωτης φωνής σου να υψώσεις; Πού; Κονταροχτυπιέται με της βολεψιάς την αλυσίδα και τούτο σε τρομάζει. Έτσι, ξανά βυθίζεσαι στο αστείρευτο πηγάδι της βουβής πανωλεθρίας.

Έλα λοιπόν, απ΄την χαμηλή σου αυτοεκτίμηση, την ομολογία περιμένω!
Έτσι μπράβο! Το οσφραίνεσαι, το νιώθεις, ότι εκείνος, από μια πόρτα κλειστή θα φύγει και δέκα ορθάνοιχτες θα βρει, με επίσημες, ανεπίσημες, περαστικές και στιγμιαίες, εις υγείαν της δικής μας Ανοχής.
Ενώ εσύ… εγκλωβισμένη ‘’τις θερμοπύλες να φυλάς’’ στην παγωμένη νύχτα!

Αντί λοιπόν την κατάθλιψη να προσκυνάς,
ξεκίνα, τους δυο ενόχους να σταυρώσουμε μαζί.
Την ένοχη της γυναίκας ΑΝΟΧΗ,
πλάι στου άντρα την Αστήριχτη και βάρβαρη ισχύ,
κάτω από μια επιγραφή.

Τ΄ απομεινάρια, μιας Αψυχολόγητης Ανατροφής.

Στο επόμενο: Η ερωμένη, εναντίον της συζύγου.
Εδώ στο ‘’ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΑΣ ΣΑΛΟΝΙ’’
Κάθε Τετάρτη βράδυ!

-Μενέλαος Λουντέμης: “Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος”….

13312791_1776563862573941_2448157465120320772_n

«Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Αποκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε, ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε»…..
Μικρή περίληψη του μυθιστορήματος:

«Ο Ευγένης Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, φίλοι αδερφικοί, συμπορεύονται στη φτώχεια, στην απελπισία, μα και στην αγανάκτησή τους για το άδικο του κόσμου, που προσπαθούν να το εξηγήσουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Τυχαία -ίσως πάλι, όχι- θα συναντήσουν το γερο-Ραματά που, στον πολυκαιρισμένο του καφενέ, θα τους πάρει από το χέρι, θα γίνει ο πατέρας που δεν έχουν, και μαζί θα πορευτούν, αντιμέτωποι με τις επιλογές τους. Ώσπου θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας. «Για λίγο ουρανό·» ένα βιβλίο, που απρόσμενα θα αλλάξει την πορεία της ζωής τους. Πρόσωπα που θα τα συνδέσει η τύχη, ίσως και το πεπρωμένο, που θα ανακαλύψουν πως, τελικά, «οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος»»…

-Μικρό απόσπασμα απ’ το βιβλίο…

«Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος… και φέτος θα γεμίσουν γλυκούς καρπούς, άνθη και φύλλα, και μοσκοβολιά. Κι όλα θα γίνουν όπως πάντα. Όπως το περασμένο, όπως το περσινό κι όπως το τωρινό καλοκαίρι…κι όπως κάθε καλοκαίρι όσο θα υπάρχουν στον κόσμο καλοκαίρια και κερασιές. Και τα στόματα θα επιθυμούν τον έρωτα, όσο θα υπάρχουν στον κόσμο κόκκινα στόματα.

Μα τα κεράσια και τα στόματα, μα τα καλοκαίρια και τ’ άνθη -όλη αυτή η πλουμιστή λιτανεία του καιρού- για κείνον έγιναν ό,τι έγιναν κι ό,τι είναι για να γίνουν, γιατί χωρίς αυτόν δε θα χρειαζότανε αυτή η μοσκοβολημένη γιορτή της ζωής, ούτε ο ήλιος για να τη χρυσώσει, κι ούτε κι ένα νεανικό χέρι να τη γράψει.

Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος, για να τις χαρούν τα στραφτερά μάτια, να τις μυρίσουν οι νέες αισθήσεις και για να στεφανώνουν στιλπνά μέτωπα κι ολόμαυρα κεφάλια. Οι κερασιές θα καρπίσουν και φέτος, για να δροσίσουν διψασμένα χείλη και να στολίσουν ρόδινα αφτιά και καπελίνα.

…Τώρα η παλιά άνοιξη έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς.»

-Αλλά ο Μενέλαος Λουντέμης έγραψε κι ένα ποίημα με τον ίδιο τίτλο που το μελοποίησε ο Σπύρος Σαμοΐλης και το τραγούδησε η Ισιδώρα Σιδέρη αλλά και η Ελένη Βιτάλη:

«Οι κερασιές θ΄ανθίσουν και φέτος»

Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος στην αυλή
και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι.
Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ’ν’ η ζωή!

Άνοιξε το παράθυρο στην πρωινή γιορτή,
για νάμπουν οι μοσκοβολιές από το περιβόλι.
Αχ, κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι,
είναι για σε, ποιητή!

Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Κουράστηκα να σε καρτερώ, Έρωτα, και να λιώνω,
πα’ στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
Μ’ αν ήτανε να ‘ρχόσουνα για ένα έστω πρωί
χίλια θε να ‘δινα πρωινά να ζούσα εκείνο μόνο!

Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,

πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Το τραγούδι του Σπύρου Σαμοΐλη https://youtu.be/k_JSu02-daw

Èmile Vernon, Ανθισμένη κερασιά. 1916. Ιδιωτική Συλλογήθ

Σ΄αγαπώ – Ειρήνη Βαρβαρέσσου

13096209_1047238142037724_3892490883757682088_n

Σ’ αγαπώ.

Αν μου ζητήσεις βοήθεια, θα σου προσφέρω τη ζωή μου.
Αν μου ζητήσεις ελπίδα, θα σου χαρίσω το Σύμπαν με όλους τους Γαλαξίες του.
Γιατί η καρδιά μου, βρήκε την άνοιξη στα μάτια σου.
Ήμουν άνυδρη έρημος και ήρθες σαν ευλογημένη βροχή.
Ομόρφηνες την πλάση μου!
Σ’ αγαπώ με μια αγάπη κατασταλαγμένη, χωρίς δισταγμούς.
Σ’ αγαπώ απέραντα, με μια υπέροχη τελειότητα.
Σ’ αγαπώ με μια αγάπη, που γεννιέται κάθε χίλια χρόνια.
Σ’ αγαπώ όποιος κι αν είσαι, ότι κι’αν είσαι.
Σε κουβαλάω μέσα μου, το σπίτι σου είναι η καρδιά μου .
Κι’ όταν έρθει η ώρα να φύγεις, θα κρατήσω συνοδοιπόρο την σκέψη σου.
Δεν θα μ’’αγγίζει η μοναξιά, θα τριγυρνάς στις φλέβες μου.
Θα φυλακίσω την φωνή σου στ’ αυτιά μου.
Θα περιμένω τον γυρισμό σου .
Θα αισθάνομαι νοερά το άγγιγμα σου και θα τρέμω, στην προσμονή μιας συνάντησης .
Θα περιμένω την νύχτα, να σε ονειρευτώ .
Θα περιμένω το ξημέρωμα, να μου τηλεφωνήσεις .
Θα περιμένω με εγκαρτέρηση, να σμίξουμε .
Γιατί η καρδιά μου ποτέ, δεν ξαναφτερούγησε έτσι .
Γιατί σε θέλει το σώμα μου .
Γιατί η αγάπη σου είναι ο ιμάντας, που δίνει κίνηση στις όσες μύχιες ελπίδες μου .

Pola Vakirli !είπα να πάμε μαζί, έστω και νοερά, μια βόλτα στον τόπο μου:

13166065_1767801310116863_6183296905910533238_n

ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΚΡΑΤΑ

Τα ματόφυλλά μου σε σένα
το δέντρο της ψυχής μου στα χώματά σου
κι οι ρίζες του αιώνια απλωμένες
στις φλέβες σου,

στα νερά σου που κυλάνε απότοκα
των υδάτων της Στύγας
στου Χελμού τις κορφές,
στης πέρδικας το πάτημα
που χρυσώνει το φτέρωμά της
στις ακτίνες της δύσης,

ενός ήλιου που λαμπρότερος
φεγγίζει στα μάτια μου
απ’ όλους τους ήλιους του κόσμου
σα βγαίνει μες απ’ τις χαράδρες του
χέρι χέρι με τη βουή του Κράθη του ποταμού
που έλουσε τα μαλλιά της Γκόλφως
προίκα αιώνια να είναι
στα φρύδια του Έρωτα.

Αντιφεγγίζουν στη δροσερή επιδερμίδα
του Κορινθιακού
οι λάμψεις των αστεριών σου
και το φεγγάρι χάνεται στα σύννεφα
που βροχή ολοένα γεννάνε.

Ω! ιερή μυσταγωγία, συνεύρεσή μου ιδεατή
με την αρμύρα της θάλασσάς μου
ω! εκλεκτή συγκίνηση και γλυκασμός και νόστος
στο άγγιγμα των λεμονανθών σου
ω! γη μου ανάλαφρη
σαν του κοκκινολαίμη το πέταγμα
στον παράδεισο των Ανοιξιάτικων περβολιών σου.

Εκεί, στην υγρή στοιβάδα των δροσερών χωμάτων σου
εκεί θέλω να κοιμηθώ.
Κάτω απ’ τον δικό σου ουρανό
που ψαλιδίζει τα φτερά του χελιδονιού
σαν τραγουδά στο μπαλκόνι του.

Pola Vakili

Έργο – William Adolphe Bouguereau

Δάφνη

13325480_1776704965893164_6086453981796042558_n

ΟΒΙΔΙΟΣ / ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ / ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΑΦΝΗ
(Βιβλίο Πρώτο, στίχοι 452 – 567)

ελεύθερη απόδοση πάνω στα μονοπάτια του λατινικού κειμένου:
Αλκιβιάδης Μιχάλης Κωνσταντόπουλος

Τη Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ο Απόλλων,
που από θυμό τον έσπρωξε ο Έρωτας σε εκείνη.
Όταν ο Φοίβος σκότωσε το Δράκο και χαιρόταν,
τον Έρωτα ειρωνεύθηκε, για τα δικά του βέλη.
«Τι θες, εσύ, μικρό παιδί κι έχεις τέτοια όπλα;
Αυτά μόνο ταιριάζουνε στους ώμους τους δικούς μου.
Εγώ μπορώ τον κάθε εχθρό με αυτά να εξοντώνω.
Πριν από λίγο ξάπλωσα τον Πύθωνα στο χώμα,
και τον τεράστιο όγκο του τον γέμισα σαΐτες.
Να μην ανακατεύεσαι με τα δικά μου όπλα
και μη ζητάς να σ’ επαινούν για τις δικές μου χάρες.
Μείνε με τη λαμπάδα σου, αγάπες να φουντώνεις.»
Αμέσως ανταπάντησε ο γιος της Αφροδίτης.
«Εσύ, που όλους τους στόχους σου με βέλη σημαδεύεις
και κάθε πλάσμα ζωντανό στο έδαφος ξαπλώνεις,
πάντα θα υπολείπεσαι της δόξας της δικής μου,
κι ετοιμάσου να δεχτείς τα ερωτικά μου βέλη.»
Με τα φτερά του πέταξε σκίζοντας τον αέρα
κι απ’ την κορφή του Παρνασσού στρώθηκε στο σημάδι.
Απ’ τις χορδές του τόξου του έφυγαν δυο σαΐτες,
που η μια σβήνει τον έρωτα κι η άλλη τον ανάβει.
Η δεύτερη, η ολόχρυση, με αιχμηρή τη μύτη
κάρφωσε τον Απόλλωνα και του ανάβει πόθο.
Η πρώτη, που ήταν χάλκινη με μύτη στομωμένη
στη Δάφνη πάνω κάρφωσε, στου Πηνειού την κόρη.
Ο Απόλλων ερωτεύεται την όμορφη τη Νύμφη,
μα αυτή δεν καταδέχεται να μάθει το όνομά του,
και μοναχή της κυνηγά αγρίμια μες στο δάσος
με μια ταινία στα μαλλιά, στην Άρτεμη να μοιάζει.
Πολλοί την ερωτεύτηκαν. Μα εκείνη δε νοιαζόταν
για ειδύλλια και παντρειές και τους απέφευγε όλους
Ευχαριστιόταν μοναχή στα δάση να πλανιέται.
Κάποια φορά την πίεσε ο γέρος της πατέρας
«Ήρθε η ώρα, κόρη μου, να δω κι εγώ εγγόνια.»
Κι εκείνη που δεν ήθελε τις τελετές του γάμου,
με κόκκινο το πρόσωπο απ’ της ντροπής το χρώμα,
απ’ το λαιμό αγκάλιασε τον Πηνειό και είπε:
«Πατέρα, σε παρακαλώ, άσε με αγνή να ζήσω,
σαν τη Θεά την Άρτεμη, για πάντα στη ζωή μου.»
Συμφώνησε ο γέροντας. Όμως η ομορφιά της
δεν την αφήνει να γευτεί αυτό που επιθυμούσε.
Ο Απόλλωνας την αγαπά. Θέλει να την κερδίσει.
Γυρεύει ανταπόκριση, μα όλα τον προδίδουν
κι η μαντική η τέχνη του ανώφελη του είναι.
Όπως αρπάζουνε φωτιά τα καλαμένια στάχυα,
από δαδί που άτυχα πλησίασε το φράχτη
ή το ‘ριξε απρόσεχτα, σαν έφεξε η μέρα,
διαβάτης κι άρπαξε φωτιά και φούντωσε η φλόγα
έτσι φλογίζεται ο θεός, καίγεται η καρδιά του
γιατί εκεί μέσα κατοικεί ο μάταιος ερωτάς του.
Βλέπει τα αστόλιστα μαλλιά να χύνονται στους ώμους
-αλήθεια πώς να έμοιαζαν σαν θα ‘ταν στολισμένα;-
Τα μάτια της παρατηρεί, που λάμπουνε σαν άστρα.
Τα δάχτυλα, τα χέρια της με τα γυμνά της μπράτσα
και το μικρό το στόμα της, -τι μάταιο να βλέπει!
Με το μυαλό φαντάζεται και τα κρυφά της μέρη.
Η Δάφνη φεύγει γρήγορα όταν τον συναντάει.
Δεν κάθεται ούτε λεπτό τα λόγια του ν’ ακούσει.
«Σε ικετεύω, Νύμφη μου, μείνε! Δεν είμ’ εχθρός σου.
Μην τρέχεις όπως φεύγουνε τα αρνιά μπροστά στο λύκο,
τα ελάφια μπρος στο λέοντα κι όπως τα περιστέρια
με τα τρεμάμενα φτερά μπρος στ’ αετού τη θέα.
Εκείνα έχουν πίσω τους καθένα τον εχθρό του,
όμως εσύ ξοπίσω σου τον ερωτά μου έχεις.
Φυλάξου να μην γκρεμιστείς και πέσεις στα αγκάθια
και χαραχτούν οι γάμπες σου μ’ αταίριαστα σημάδια
και προκαλέσω άθελα τέτοιο δικό σου πόνο.
Μην είσαι τόσο βιαστική! Σταμάτα να φοβάσαι,
θα περπατάω πίσω σου αν πάψεις τη φυγή σου.
Να μάθεις δε με ρώτησες ποιο είναι το όνομά μου.
Δεν είμαι εγώ απ’ τα βουνά, μα ούτε και τσοπάνος
να βόσκω τα κοπάδια μου σε τούτα εδώ τα μέρη.
Αν ήξερες ποιος ήμουνα δε θα ‘τρεχες καθόλου.
Δική μου η χώρα των Δελφών, η Τένεδος κι η Κλάρος,
κι εμένα όλοι προσκυνούν στην πόλη των Πατάρων.
Ο Δίας είν’ πατέρας μου, κι εγώ αποκαλύπτω
μελλούμενα και τωρινά κι αυταά που έχουν γίνει.
Με τις χορδές της λύρας μου δένονται τα τραγούδια.
Τα βέλη μου αλάθευτα, βρίσκουν παντού το στόχο,
όπως αυτό που άνοιξε πληγή μες στην καρδιά μου.
Την ιατρική ανακάλυψα κι ο κόσμος με ικετεύει,
στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους,
μα βότανο δε βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει
κι όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα.»
Θα ‘λεγε περισσότερα, μα η Πηνειίδα Νύμφη
τα λόγια του δεν κάθισε ούτε στιγμή ν’ ακούσει,
και προσπαθούσε να σωθεί με βήμα φοβισμένο.
Ο αέρας, καθώς έτρεχε, γύμνωνε το κορμί της,
το ρούχο της ανέμιζε. Και τα λυτά μαλλιά της
η αύρα με απαλές πνοές τα ‘στελνε προς τα πίσω.
Και η φυγή την έκανε πιο όμορφη να μοιάζει.
Ο Απόλλωνας, μη θέλοντας τα κάλλη της να χάσει,
με βήμα που όλο φούντωνε όπως κι ο ερωτάς του,
τα χνάρια της ακολουθεί, πατάει όπου πατούσε.
Κι έμοιαζαν σκύλος με λαγό που τρέχουν στο λιβάδι.
Ο σκύλος τρέχει ορμητικά το θήραμα μη χάσει
και ο λαγός με τη φυγή γυρεύει σωτηρία.
Ο σκύλος κάθε π’ ακουμπά το θύμα του στα πόδια
νομίζει πως τα δόντια του μπορούν να το αρπάξουν.
Μα κι ο λαγός πως θα πιαστεί δε θέλει να πιστέψει
και με ύστατη προσπάθεια τη σύλληψη αποφεύγει.
Όμοια η Νύμφη κι ο Θεός, τρέχουν σαν τα αγρίμια,
εκείνος απ’ τον έρωτα κι εκείνη από το φόβο.
Του δίνει ο έρωτας φτερά, αναπνοή δεν παίρνει,
την πλάτη της πλησίασε, μπορεί να την αγγίξει
και των μαλλιών της τ’ άρωμα ρουφά με κάθ’ ανάσα.
Η Νύμφη πια ανήμπορη ωχρή και κουρασμένη
απ’ την προσπάθεια της φυγής, νιώθει πως δεν αντέχει.
Στο ρέμα που συνάντησε κάνει την προσευχή της.
«Πατέρα, αν έχουν δύναμη ακόμη τα ποτάμια
βοήθα με και άλλαξε την όμορφη θωριά μου
γιατί αιτία είναι αυτή της περιπέτειάς μου.»
Σαν τέλειωσε η προσευχή, μούδιασε το κορμί της,
φλοιός λεπτός της κάλυψε τα δροσερά της στήθη.
Τα χέρια έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα,
τα πόδια της τα γρήγορα στη γη βαθιά ριζώσαν.
Το πρόσωπό της σκέπασε η φυλλωσιά του θάμνου
κι από όλη της την ομορφιά απόμεινε η λάμψη.
Μα ο Θεός δεν έπαψε και τώρα να τη θέλει.
Το δέντρο σαν πλησίασε τ’ αγγίζει με το χέρι
και κάτω απ’ το λεπτό φλοιό ακούει την καρδιά της.
Σφιχταγκαλιάζει τα κλαδιά, φιλάει τον κορμό της
-σαν να ‘χε σάρκα και οστά- μ’ αυτός τον αποφεύγει.
«Αφού γυναίκα δεν μπορείς να γίνεις πια δική μου,
το δέντρο τώρα που ‘γινες αιώνια θα μ’ ανήκει.
Στεφάνι θα σε βάζω εγώ επάνω στα μαλλιά μου,
στολίδι και στη λύρα μου και γύρω απ’ τη φαρέτρα
και τους Ρωμαίους στρατηγούς, εσύ θα συνοδεύεις,
όταν με ατέλειωτες πομπές το θρίαμβο θα ψάλλουν
και θ’ αντηχούν στο Λάτιο χαρμόσυνα τραγούδια.
Σαν τα μαλλιά μου που ποτέ δε γνώρισαν ψαλίδι
και το κεφάλι μου ανθηρό για πάντα το κρατάνε,
έτσι κι εσύ τα φύλλα σου ποτέ σου δε θα χάνεις.»
Κούνησε η Δάφνη την κορφή όπως ένα κεφάλι
που γνέφει καταφατικά, δείγμα πως συμφωνούσε.

Πηγή : θεογονία

Bernini, Daphne and Apollo, Galleria Borghese

ΒΥΖΆΝΤΙΟ › ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ

13266123_1776591265904534_2233310777825029290_n

Σύμφωνα με τον ιστορικό Φρατζή, οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν 4.973 Κωνσταντινουπολίτες και 2.000 εθελοντές, από Γένοβα, Βενετία, Ισπανία, Ρώμη και Κρήτη. Υπό τον agiasofiaαυτοκρατορικό θυρεό είχε τεθεί και ο τούρκος πρίγκιπας Ορχάν, εχθρός του Μωάμεθ, που σπούδαζε στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η πολυτιμότερη προσθήκη στις τάξεις των αμυνομένων ήταν οι 700 σιδηρόφρακτοι άνδρες που έφερε μαζί του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο κεντρικός υπερασπιστής της Πόλης. Δίπλα του βρέθηκαν και άλλοι δυτικοί, περιπλανώμενοι ιππότες προσωπικών σταυροφοριών. Οι περισσότεροι αδικήθηκαν από την ιστορική καταγραφή, δεν έχουν τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη, όπως, για παράδειγμα, ο ισπανός ιππότης Φραγκίσκο ντε Τολέντο.

Η αμυντική θωράκιση της Κωνσταντινούπολης ήταν αριστουργηματική, αλλά δεν μπορούσε να καλύψει τις δύο ουσιαστικές αδυναμίες της: ήταν αρχαία και δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να σταθούν πίσω από τις πολεμίστρες.

Ήταν 5 Απριλίου 1453 οι γενίτσαροι έστησαν τη σκηνή με τα λαχούρια και ύψωσαν τα λάβαρα του σουλτάνου. Δώδεκα χιλιάδες επίλεκτοι άνδρες στρατοπέδευσαν γύρω της. Ο Μεχμέτ έφτασε έφιππος με τη συνοδεία του. Απέναντι από τη σκηνή του σουλτάνου, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, οι αμυνόμενοι παρέταξαν τις καλύτερες δυνάμεις τους.

Στις 12 Απριλίου οι 14 πυροβολαρχίες των Τούρκων άρχισαν να βάλλουν κατά των τειχών. Ο Μεχμέτ διέθετε δύναμη πυρός, αλλά δεν γνώριζε ακόμα πώς να την αξιοποιήσει. Τα κανόνια χτυπούσαν το ίδιο σημείο και δεν προκαλούσαν ολική κατάρρευση τμημάτων. Αργότερα, ένας Ούγγρος πρέσβης υπέδειξε, γελώντας, στο σουλτάνο, ότι οι βολές θα πρέπει να έχουν τριγωνική διάταξη…

Το πρωί οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν τα τείχη με τα κανόνια, το βράδυ οι αμυνόμενοι επισκεύαζαν συνεισφέρουν στην άμυνα, αλλά και ο τούρκος πρίγκηπας Οχράν με μερικούς μισθοφόρους.

Το πρωί οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν τα τείχη με τα κανόνια, το βράδυ οι αμυνόμενοι επισκεύαζαν τις ζημιές κρεμώντας μεγάλα δεμάτια από μαλλί και ξύλα. Τη νύχτα της 18ης Απριλίου ο σουλτάνος εξαπέλυσε την πρώτη γενική επίθεση. Απέτυχε. Ο κύριος όγκος των επιτιθέμενων αποτελείτο από ατάκτους που επιχειρούσαν άνοδο στα τείχη. Έγιναν εύκολη λεία για τους αμυνόμενους. Την επομένη επιχείρησε να σπάσει τη σιδερένια αλυσίδα που προστάτευε τον Κεράτιο. Δεν τα κατάφερε. Και τέσσερις μέρες μετά, τέσσερα χριστιανικά πλοία κατάφεραν να σπάσουν τον τουρκικό κλοιό και να μπουν στο λιμάνι. Την Κυριακή 22 Απριλίου, 72 πλοία του σουλτάνου ταξίδεψαν στη στεριά από τον Βόσπορο στον Κεράτιο, μέσω ενός ξύλινου διαδρόμου. Οι διοικητές είχαν βάλει τους άνδρες τους να κωπηλατούν, τους μαστίγωναν και φώναζαν, λες και έπλεαν στη θάλασσα. Ήταν ένα απίστευτο θέαμα. Αργότερα οι Τούρκοι κατάφεραν να στήσουν και ένα πλωτό γεφύρι που τους έδινε πρόσβαση στα θαλάσσια τείχη.

Στις 28 Απριλίου οι χριστιανοί αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή σχέδιο εμπρησμού των τουρκικών πλοίων. Οι Τούρκοι γνώριζαν το σχέδιο. Ανασκολόπισαν[παλούκωσαν] αιχμαλώτους ναύτες απέναντι από τα τείχη, μπροστά στα μάτια των πολιορκημένων. Ο Παλαιολόγος απάντησε με απαγχονισμό τούρκων αιχμαλώτων και διέταξε να κρεμάσουν τα πτώματα έξω από τα τείχη. Για μέρες η εφιαλτική οσμή της αποσύνθεσης δημιουργούσε ασφυκτική ατμόσφαιρα μέσα και έξω από τα τείχη. Στην Κωνσταντινούπολη ξέσπασαν και ταραχές με επίκεντρο τους Γενοβέζους. Και φαίνεται πως ήταν βάσιμες οι υποψίες κατά της γενοβέζικης αποικίας για το ρόλο της στην είσοδο των τουρκικών πλοίων στον Κεράτιο, αλλά και για την προδοσία του χριστιανικού σχεδίου εμπρησμού.

Ο Μάιος έφτασε και στην πολιορκημένη πόλη οι ελλείψεις και η διχόνοια άρχισαν να πλήττουν περισσότερο το ηθικό των αμυνομένων. Ενωτικοί και ανθενωτικοί συνέχιζαν να συγκρούονται στο εσωτερικό της καταρρέουσας πόλης, οι Βενετσιάνοι κατηγορούσαν τους Γενοβέζους, οι Λατίνοι τους Έλληνες, ο Κωνσταντίνος και ο Ιουστινιάνης προσπαθούσαν να κρατήσουν συγκροτημένη τη γραμμή άμυνας. Στην Πόλη εκδηλώθηκε έλλειψη ψωμιού. Όσοι διέθεταν αποθέματα προτιμούσαν να τα κρύβουν στα υπόγεια των σπιτιών τους. Τη νύχτα της 7ης Μαΐου, τριάντα χιλιάδες Τούρκοι πραγματοποίησαν γενική επίθεση στην κοιλάδα του Λύκου. Και πάλι δεν τα κατάφεραν. Μάλιστα ένας Ρωμιός τυλίχτηκε στο μύθο. Ο Ραγκαβής κατάφερε, πριν πέσει νεκρός από τις λόγχες των γενίτσαρων, να σκοτώσει τον σημαιοφόρο του σουλτάνου. Τα πτώματα άρχισαν να γεμίζουν την αμυντική τάφρο των Βυζαντινών.

Στις 12 Μαΐου έγινε νέα επίθεση στην πύλη της Ανδριανούπολης και της Καλιγαριάς, κοντά στο ανάκτορο των Βλαχερνών. Οι επιτιθέμενοι κατάφεραν να ανέβουν στο τείχος, αλλά αποκρούστηκαν με επιτυχία. Στη μάχη πρωταγωνίστησε ο Παλαιολόγος. Τα τρόφιμα και το μπαρούτι άρχιζαν να εξαντλούνται. Ο Μεχμέτ έστειλε πρεσβευτές στον Παλαιολόγο. Πρότειναν στον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την πόλη με τη συνοδεία του και να εγκατασταθεί στον Μοριά, όπου θα απολάμβανε προνόμια άρχοντα. Σύμφωνα με την καταγραφή του Φρατζή, ο Παλαιολόγος απάντησε αρνητικά με τα γνωστά ιστορικά λόγια: ”Το δε την πόλιν σοι δούναι, ουτ΄ εμόν εστιν ουτ΄ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών”. Οι πέντε τελευταίες λέξεις συνοδεύουν σήμερα το έμβλημα του Τρίτου Σώματος Στρατού. [Πάντως, υπάρχουν, καταγραφές που διηγούνται την ιστορία αντίθετα, υποστηρίζοντας πως ήταν οι Βυζαντινοί που προσέγγισαν το Μεχμέτ αναζητώντας λύση. Το ενδεχόμενο δεν πρέπει να αποκλειστεί, καθώς είναι βέβαιο πως ανθενωτικοί ήταν σε διαπραγμάτευση με το σουλτάνο. ]

Ο αυτοκράτορας είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη καθώς περίμενε, μέχρι την τελευταία στιγμή, το θαύμα: την άφιξη βοήθειας από τη Δύση. Πείστηκε μόνο όταν επέστρεψαν οι ναύτες που έσπασαν τον τουρκικό κλοιό, ανοίχτηκαν στο Αιγαίο και δεν εντόπισαν κανένα δυτικό πλοίο. Με μνημειώδη γενναιότητα επέστρεψαν και ενημέρωσαν τον αυτοκράτορα. Ήταν 23 Μαΐου.

Το ξημέρωμα της 28ης Μαίου στην πολιορκημένη πόλη οι ήχοι των καμπαναριών καλούσαν τον πληθυσμό στις λιτανείες. Και όταν τελείωσε η πάνδημος λιτανεία, ο Παλαιολόγος κάλεσε όλους τους αξιωματούχους στο παλάτι των Βλαχερνών. Η περιγραφή του Φρατζή αποδίδει συγκλονιστικές στιγμές. Ο Κωνσταντίνος τους είπε πως σε λίγο θα άρχιζε η μεγάλη έφοδος. Απευθύνθηκε προς τους Έλληνες και τους θύμισε πως ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι έτοιμος να πεθάνει για τις τέσσερις μεγάλες αξίες, την πατρίδα, την πίστη του, τον ηγεμόνα και την οικογένεια του. Τώρα ο λαός της Κωνσταντινούπολης έπρεπε να είναι έτοιμος να πεθάνει και για τις τέσσερις. Αναφέρθηκε στη δολιότητα του άπιστου σουλτάνου, τους ζήτησε να θυμηθούν ότι είναι απόγονοι αρχαίων ηρώων. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στους Λατίνους και τους ευχαρίστησε για τις υπηρεσίες και τη συμπαράσταση τους. Ζήτησε συγχώρεση από όλους και προέτρεψε άπαντες να πράξουν το ίδιο. Ο Φρατζής περιγράφει τους συγκινητικούς εναγκαλισμούς Ελλήνων και Λατίνων λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη. Στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφια για την τελευταία λειτουργία. Οι αξιωματούχοι και οι στρατιωτικοί ηγέτες κοινώνησαν και μετά επέστρεψαν στις θέσεις τους. Ο αυτοκράτορας διέταξε να κλειδώσουν οι πύλες πίσω τους για να μην υπάρξει υποχώρηση.

Ο σουλτάνος έδωσε το σύνθημα της επίθεσης μετά τα μεσάνυχτα της 29ης Μαΐου. Η πολιορκημένη Πόλη συγκλονίστηκε από τις κραυγές των επιτιθέμενων, τα σήμαντρα και οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν και να καλούν τον κόσμο στα τείχη. Η βασική γραμμή άμυνας ήταν είδη παρατεταγμένη και οι άνδρες ξύπνησαν από τον ταραγμένο ύπνο τους.

Ο Μεχμέτ είχε οργανώσει την έφοδο κατά κύματα, υιοθετώντας την προσφιλή τακτική του. Έστειλε πρώτα τους άτακτους με σκοπό να κουράσουν τους αμυνόμενους, αλλά και για να δημιουργήσουν, με τα σώματα τους, προγεφύρωμα για τα επίλεκτα τμήματα του στρατού. Από πίσω τους έστειλε στρατονόμους που σκότωναν όποιον επιχειρούσε να υποχωρήσει. Η νύχτα φωτίστηκε από τις φωτιές, οι κραυγές έδιναν φωνή στον εφιάλτη. Οι επιτιθέμενοι ήταν τόσοι πολλοί ώστε στριμώχτηκαν κάτω από τα τείχη και έγιναν εύκολη λεία στις πέτρες και στα βέλη των αμυνομένων. Για δύο ώρες αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων πολιορκούσαν τα τείχη της Πόλης, αλλά οι χριστιανοί απαντούσαν αποτελεσματικά. ΄Αρχισαν να ελπίζουν πως μπορούσαν να κρατήσουν την πόλη και αυτή τη φορά. Οι από θαλάσσης επιθέσεις δεν ήταν αποτελεσματικές, ήταν προσχηματικές για να απασχολούν άνδρες στα τείχη.

Ο σουλτάνος έδωσε εντολή στους άτακτους να υποχωρήσουν και να μαζέψουν τα χιλιάδες πτώματα από το πεδίο της μάχης. Η τακτική των Τούρκων βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στον όγκο των δυνάμεων που μπορούσαν να διαθέσουν. Οι επιτιθέμενοι έφεραν σκάλες και μηχανισμούς που θα τους επέτρεπαν να υψώσουν ανεμόσκαλες στα τείχη. Παράλληλα, σημάδευαν με βέλη τους χριστιανούς πίσω από τα τείχη. Ήταν, τελικά, μία μάχη που κρίθηκε από το πυροβολικό. Αν ο σουλτάνος δεν διέθετε τη δύναμη πυρός δεν θα μπορούσε να εισέλθει στην πόλη. Μοναδική επιλογή θα ήταν ο αποτελεσματικός αποκλεισμός που θα έφερνε τους πολιορκημένους στα όρια της λιμοκτονίας.

Λίγο πριν το ξημέρωμα το μεγάλο κανόνι κατάφερε να γκρεμίσει ένα μεγάλο τμήμα του εξωτειχίου στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Τριακόσιοι οσμανλήδες πέρασαν μέσα από τα τείχη, αλλά αποδεκατίστηκαν από τους άνδρες του Παλαιολόγου. Τότε, όταν ο ήλιος άρχισε να φωτίζει το πεδίο της εφιαλτικής μάχης, ο σουλτάνος διέταξε την έφοδο των γενίτσαρων. Οι εξαντλημένοι χριστιανοί αξιοποιούσαν στο μέγιστο βαθμό το αμυντικό πλεονέκτημα των υψηλών τειχών και μπορούσαν να κρατούν τους γενίτσαρους μακριά. Όλα έδειχναν πως η άμυνα μπορούσε να συγκρατήσει την επίθεση. Αλλά τότε κάποιος ειδοποίησε τον αυτοκράτορα πως ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε. Πόσο σοβαρός ήταν ο τραυματισμός; Οι πηγές δεν συμφωνούν. Ο Φρατζής, ο οποίος αποτελεί την κύρια πηγή ιστορικής καταγραφής, υποστηρίζει πως ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε ολίγον τι. Αργότερα βενετσιάνοι χρονικογράφοι υποστήριξαν πως δείλιασε, άλλοι έγραψαν πως πληγώθηκε στο πόδι και άλλοι πως χτυπήθηκε στο στέρνο. Οι άνδρες του ετοιμάστηκαν να τον μεταφέρουν στο πλοίο του και άρχισαν να εγκαταλείπουν τη γραμμή άμυνας. Ο αυτοκράτορας πάνω στα τείχη πέταξε τα αυτοκρατορικά διάσημα και ρίχθηκε στη μάχη. Την ίδια στιγμή η σημαία του σουλτάνου φάνηκε να κυματίζει επάνω από την Κερκόπορτα, την οποία, κατά την κρατούσα άποψη, οι βυζαντινοί είχαν ξεχάσει να κλειδώσουν. Εάλω η Πόλις!

Εκατοντάδες γενίτσαροι άρχισαν να περνούν στην πόλη και να καταστρέφουν την αμυντική διάταξη. Ο Παλαιολόγος χάθηκε στη μάχη. Κανένας δεν τον ξανάδε.

Με θρήνο και τρόμο η Πόλη υποδέχθηκε τον κατακτητή. Ακολούθησε η σφαγή στην Αγία Σοφία και τη νύχτα ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη και κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη εκκλησία. Κατόπιν εντολής του, ο μεγαλύτερος σε ηλικία ιμάμης ανέβηκε στον άμβωνα και ευχαρίστησε τον Αλλάχ. Ο Μωάμεθ βγήκε από την Αγία Σοφία και κατευθύνθηκε προς το παλιό παλάτι των Αυτοκρατόρων. Καθώς τα πασούμια του πατούσαν επάνω στα μωσαϊκά, λέγεται πως ψιθύρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή: «Η αράχνη υφαίνει τα πέπλα της στο παλάτι των Καισάρων. Η κουκουβάγια καλεί τους φρουρούς στα κάστρα της Αφρασίας». Ηταν μόλις 21 ετών.

«Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου» Στ. Τσβάιχ

Το πόσοι ακριβώς ήταν εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους στην ΄Αλωση δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια από τις βασικές μας πηγές για τα γεγονότα. Οι ιστοριογράφοι αναφέρουν αριθμούς μεταξύ δύο και τεσσάρων χιλιάδων, παράλληλα όμως συμφωνούν ότι ήταν δεκάδες χιλιάδες εκείνοι που πουλήθηκαν ως δούλοι. Τα πτώματα των νεκρών υπερασπιστών πετάχτηκαν στη θάλασσα ‐‐ ο αριθμός τους δεν επέτρεπε κανονικές κηδείες.

Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν ‐‐κυρίως δυτικοί‐‐ φόρτωσαν σε κάρα και καράβια και πήραν μαζί τους έναν τεράστιο αριθμό βιβλίων, που έφτασαν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, θεολογικά έργα, έργα των τραγικών, έφυγαν σε φορτία για τη Δυτική Ευρώπη, ενώ, πολλά τα πούλησαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της Πόλης αντί εξευτελιστικού αντιτίμου. Πάντως, ο μεγαλύτερος αριθμός των πολύτιμων βιβλίων (60.000 κατά τον θρήνο Lamento di Constantinopoli και 120.000 κατά τον Αρμένιο Αβραάμ) κάηκαν σε μεγάλη φωτιά που άναψαν οι Τούρκοι για να καταστρέψουν «τα βιβλία των απίστων». Πολλά από τα βιβλία που σώθηκαν έφτασαν στα χέρια των βυζαντινών λογίων που ζούσαν και δίδασκαν στην Ιταλία, ήδη από την εποχή της Φλωρεντίας.

Κατά το έθιμο των μουσουλμάνων, οι στρατιώτες του Μωάμεθ Β΄ επί τρεις μέρες και τρεις νύχτες λεηλατούσαν την κατακτημένη πόλη. Κατά το ίδιο έθιμο, όλοι οι κάτοικοι μιας πόλης που δεν έσκυψε το κεφάλι γίνονταν δούλοι ‐‐ μπορούσαν να πουληθούν στα παζάρια, αν δεν είχαν αρκετά χρήματα για να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Το παλάτι, σπίτια, εκκλησιές, μοναστήρια λεηλατήθηκαν. Πολλές νεαρές καλόγριες αυτοκτόνησαν για να αποφύγουν τον εξευτελισμό του βιασμού ‐‐ αν και οι γεροντότεροι συμβούλευαν την αποδοχή της «τιμωρίας από τον Θεό», που είχε πάρει το πρόσωπο του Μεχμέτ Φατίχ, του Μωάμεθ του Κατακτητή.

Πολλοί κατέφυγαν στην Αγία Σοφία, ζητώντας την προστασία του Θεού. Ο ναός μετατράπηκε για μια ακόμα φορά, μετά το 1204, σε τόπο σφαγής και φρίκης. Η λαϊκή παράδοση καταγράφει τη μεγάλη σφαγή: «Σε μια κολόνα της Αγια‐Σοφιάς, ψηλά, πολύ ψηλά, φαίνεται ως τα τώρα το αίμα. Είναι σημάδι που έβαλε ο Αμιράς ο Μουχαμέτης με την απαλάμη του βουτηγμένη στο αίμα, όταν μπήκε στην Αγια‐Σοφιά και την έκαμε τζαμί. Κι έφτασε τόσο ψηλά γιατί πατούσε απάνου σε σωρούς κορμιά των χριστιανών που σκότωσαν μες στην εκκλησιά οι Τούρκοι» (Ν. Πολίτης, Παραδόσεις). Με την παρουσία του σουλτάνου, που έφτασε το απόγευμα της αποφράδας μέρας στην Αγια‐Σοφιά, οι μουσουλμάνοι κατακτητές προσευχήθηκαν μέσα στην κατακτημένη εκκλησία στον δικό τους θεό, με το πρόσωπο στραμμένο στη Μέκκα ‐‐ ο ίδιος ο σουλτάνος είχε καλέσει τον ιμάμη.

Ο Μωάμεθ κατέλυσε στις Βλαχέρνες από το πρώτο κιόλας βράδυ. Εκεί συνάντησε τον Μέγα Δούκα της αυτοκρατορίας, τον Λουκά Νοταρά, ανθενωτικό και σοφό άντρα, τον οποίο προόριζε για βοηθό του στη διοίκηση της Πόλης, καθώς γνώριζε την περίφημη φράση του Δούκα, που επιβιώνει ακόμα στη λαϊκή παράδοση, ως «καλύτερα σαρίκι τούρκικο παρά τιάρα παπική». Αμέσως μετά, υποχρέωσε το Δούκα και την οικογένειά του να μείνουν σε κατ΄ οίκον περιορισμό, περισσότερο για να τον γλιτώσει από το μένος των στρατιωτών παρά γιατί κινδύνευε από τον Νοταρά.

Στο γλέντι που ακολούθησε την κατάκτηση, στις Βλαχέρνες, οι φίλοι του Μωάμεθ τού περιέγραψαν την ωραιότητα του 14χρονου γιου τού Νοταρά ‐‐ και ο μεθυσμένος παιδόφιλος σουλτάνος έστειλε μήνυμα στο Δούκα: «Στείλε μου τον γιο σου». Ο Δούκας αρνήθηκε και ο σουλτάνος έστειλε στρατό να του φέρει σιδηροδέσμιους το Δούκα, τον γιο του και τον γαμπρό του, τους τρεις τελευταίους άντρες της γενιάς των Νοταράδων ‐‐ οι άλλοι γιοι του Δούκα είχαν πέσει μαζί με τον Αυτοκράτορα μαχόμενοι στα τείχη. Ο 14χρονος γιος του Δούκα ήταν ένα πανέμορφο αγόρι, αμούστακο ακόμα, το οποίο γοήτευσε τον Μωάμεθ ερωτικά. Ο σουλτάνος ζήτησε από τον Δούκα να του παραδώσει τον γιο του για το χαρέμι, γιατί διαφορετικά θα τους σκότωνε και τους τρεις. Ο Δούκας, φοβούμενος ότι ο μικρός του γιος θα υπέκυπτε αν έβλεπε να αποκεφαλίζουν τον πατέρα του μπροστά του, ζήτησε μια χάρη από τον σουλτάνο: να σκοτώσουν πρώτα τον γιο του, κατόπιν τον γαμπρό του και τέλος τον ίδιο. Έτσι πέθαναν, όπως ζήτησε ο Λουκάς Νοταράς. Από τους Νοταράδες επιβίωσε μόνο η κόρη του Δούκα Νοταρά, η ΄Αννα, που ήταν εγκαταστημένη στη Βενετία και δεχόταν, φιλοξενούσε και φρόντιζε όποιον έφτανε πρόσφυγας στην πόλη των Δόγηδων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η στάση του Νοταρά απέναντι στο θάνατο αποτελεί την επιβεβαίωση της γνησιότητας των ανθενωτικών συναισθημάτων του και της άποψής του ότι η επιβίωση του γένους ήταν αλληλένδετη με την επιβίωση της ορθοδοξίας.

” Η θυσία των ηττημένων έχει μεγαλύτερη αξία από κείνη των ελευθέρων”

Ιωάννα Μπισκιτζή

Λέκτορας Κλασικής Φιλολογίας

Πηγές:

Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, Ντ. Νίκολ, εκδ. Παπαδήμας

Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Ντ. Νίκολ, εκδ. Καρδαμίτσα

Η κατάληψις του Βυζαντίου και της Αν. Ευρώπης, Ντ. Νίκολ, εκδ. Ελεύθερη Σκέψη Σ. Ράνσιμαν,

Η ΄Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως .

Πηγή ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΩΤΗΤΑ

Οδυσσέας Ελύτης ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

13307364_1776596375904023_5091281486026918603_n

Ι

Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II

Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα…)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III

Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος

Αυτός
ο τελευταίος Έλληνας !

Êùíóôáíôßíïò Ðáëáéïëüãïò åéò ìÜ÷çí 1453,
ÌõôéëÞíç ìïõóåßï Èå