Αρχείο | Μάιος 27, 2016

Βιτσέντζος Κορνάρος (Ερωτόκριτος)

13322051_1775860329310961_5417606122571427441_n

ΠΟΙΗΤΗΣ

1 Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, 5
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ’ μιά Κόρη κ’ έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. 10
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
ας έρθει για ν’ αφουκραστεί ό,τ’ είν’ εδώ γραμμένα·
να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
πάντα σ’ αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει, 15
εις μιάν αρχή [α’ βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού’χει γνώση,
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
2 Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν, 20
τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
κ’ εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις, 25
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
μ’ άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ’ άλλους,
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ’ όλους τους μεγάλους·
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον, 31
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ’ εσυντροφιάστη ομάδι
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]’βρισκε ψεγάδι.
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη, 35
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
K’ οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
στην όρεξιν ευρίσκουντα’, στον Πόθον εταιριάζαν.
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ’ άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο· 40
γιατ’ ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα’,
σ’ έγνοια μεγάλη και βαρά τσ’ ήβανε τέτοιο πράμα.
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα’ νύκτα-μέρα,
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι, 45
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
Περνούν οι χρόνοι κ’ οι καιροί, κ’ η Pήγισσα εγαστρώθη,
κι ο Pήγας απ’ το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3 Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ’ ήρθεν εκείνη η ώρα,
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ’ η Xώρα. 50

Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που’φεξεν το Παλάτι,
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ’ οι άλλοι.
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν, 55
κ’ οι γειτονιές εχαίρουνταν κ’ οι τόποι αναγαλλιούσαν.

Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη
πως για να το’χου’ θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα, 61
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το’καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ’ Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη, 65
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K’ ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ’ επάψασιν οι λογισμοί, κ’ οι πόνοι τως εγιάνα’. 70

Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
M’ απ’ όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ’ όνομά του·
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ’ άλλο, 75
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
4 Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα’χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ’ η ερμηνειά του βρώση. 80
Kαι τ’ όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα’,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανοί και τ’ ’στρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσαν.
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει 85
να μάθει εκείνα που’δασι, κ’ εκείνος δεν κατέχει.

Θέλει σ’ εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα’. 90
Aγάλια-αγάλια σ’ Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ’ εκοιμάτο.
H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
Tην Aρετούσα στο κουρφό γι’ Aγάπην την εθώρει, 95
μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
Λίγη αφορμή’το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
κ’ εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ’ εκέντα μοναχός του. 100
Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν’ αλαφρώσει,
κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ’ άλογο καβαλάρης,
και με γεράκια και σκυλιά, σα να’τον κυνηγάρης,
ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ’ το Παλάτι, 105
μα’σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ’ άλογα εμπορούσαν
τον Πόθο ν’ αλαφρώσουσι που’χε στην Aρετούσαν,
5 μα πάντα ο νους κ’ η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει· 110
αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν’ αλαφρύνει,
και να’βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
Όπού’χε δει όμορφο δεντρό, με τ’ άνθη στολισμένο, 115
είν’ τσ’ Aρετούσας το κορμί, τ’ ομορφοκαμωμένο·
όπού’χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
ήλεγε· «Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα»·
όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει. 120
T’ άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
γιατ’ είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
τσ’ αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
τ’ άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει, 125
γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ’ Aγάπης την οδύνη.
Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.

Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,
κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ’ εγεννήσα’. 130
Kαι τ’ όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.

Γιάννης Τσαρούχης, Ερωτόκριτος και Αρετούσα

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη

13321643_1775863535977307_858725645431473799_n

Ενα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη
έσταζες ολόκληρη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ’ όπου θα περνούσαν οι αιώνες – ά, για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι’ αυτό έγινε ο κόσμος. Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.

2.
«Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: «Εχει ψύχρα απόψε».
Τα μάτια σου καρφώνονταν πάνω στην πόρτα
μ’ εκείνο το ακαθόριστο βλέμμα
που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά.
Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ’ αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια
μα ήταν σα να ‘ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου
που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου.

3.
Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες
προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών
αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας
που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία

Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω!
Οπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών.

4.
Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της,
πασχίζω να θυμηθώ – τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο
κι απ’ την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου
εσύ θα ξέρεις
πως πέθανε σφαγμένος απ’ τα μαχαίρια των φιλιών
που ονειρευότανε για σένα.
Τάσος Λειβαδίτης

Εικαστικό Rosario Morello

Η ΠΟΙΗΣΗ

13315314_1775867332643594_1572619498843578236_n

Η ποίηση είν’η απαρχή των ονείρων
όταν ανακαλύπτεις το φως
η μελωδία της ευτυχίας
όταν εγκαταλείπεις τον εαυτό σου
να σε χορεύουν δυο μάτια
που σου λεν σ’αγαπώ
πάνω στη λίμνη των κύκνων!
Είν’το ταξίδι του ποιητή
όταν πιάνεται απ’τη χαίτη του ανέμου
και λέει υπάρχουν περιθώρια
για το όνειρο
είν’ο έρωτας των πουλιών
στην πρώτη τους σμίξη.
Η ποίηση είν’ο στοχασμός των ελεύθερων
στα ηλιοβαμμένα σοκάκια της γης
των κατατρεγμένων η λύτρωση
στην προκυμαία των όλβιων !
Η ποίηση είν’ η εξομολόγηση
μιας αίθριας νύχτας
στη φωτοχυσία των άστρων!
Η ποίηση είν’ η αποκάλυψη
των εσώψυχων
στην αρχαγγελική τ’Ουρανού
η συγγνώμη μας
στην αθωότητα των παιδιών
είν’ο μυροβόλος ο βότρυς
που χέει ηδύποτο
και μεταλαμβάνουμε μ’ ευφροσύνη
τα τίμια δώρα μας!

Θεόδωρος Σαντάς

Αγάπη

11990526_888578904512441_3027130565133495969_n (1)

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την..
Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.
Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου,
μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο
ανάμεσα στις φτερούγες της,
μπορεί να σε πληγώσει…
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την,
μ’ όλο που η φωνή της
μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου,
σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο…
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει,
έτσι και θα σε σταυρώσει.
Κι όπως είναι για το μεγάλωμά σου,
είναι και γιά το κλάδεμά σου..
..
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου,
και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου
που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου,
και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει…
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της,
για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη,
για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου,
και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
..
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης,
και την ευχαρίστηση της αγάπης,
τότε θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου,
και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης…
Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς,
αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου,
και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου..
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της,
και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της.
Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται,
γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
..
Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: “Ο Θεός είναι στην καρδιά μου”,
αλλά μάλλον “Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού”.
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης,
γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της.
Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες,
ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου:
Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι,
που λέει το τραγούδι του στη νύχτα…
..
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας…
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης.
Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα…
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει,
και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης.
Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά..
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή,
για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου,
και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου…

Χαλίλ Γκιμπράν

Εικαστικό Έργο λιλικα αρνακη

ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

13312815_1775845099312484_3898147637866243854_n

Τα κύματα, το ρόχθο τους άφησαν
της θάλασσας τον καημό!
Ο χρόνος αμείλικτος τρέχει
κι η ζωή καταγράφει τα πεπραγμένα της.
Κάθε χρόνος έχει το χρώμα του
τη δική του πορεία
καινούρια όνειρα αναδύονται
οι μέρες κυοφορούν λαχτάρες κι ελπίδες
πόνο και ευφροσύνη….!
Μια γλυκιά κοριτσίστικη μορφή
ξανοίγεται στη θάλασσα της ζωής
τραγουδώντας την Άνοιξη
και λέει εγώ θα φτιάξω
τον κόσμο καλύτερο.
Είναι η νιότη,η επανάσταση
η δροσιά της αυγής
είναι ο δικός μας ήλιος
το δικό μας παιδί ,η αγάπη μας όλη
το αίμα που κυλάει στις φλέβες μας!
Η μαθητική ζωή του Λυκείου
τελειώνει σε λίγο ,οι μνήμες ποτέ!
Οι καθηγητές,οι φιλενάδες
οι αναπολήσεις της εφηβικής ηλικίας
θα το συντροφεύουν για πάντα
οι λύπες και οι χαρές
η απογοήτευση,η υπομονή
και το πώς θα είναι το αύριο
ο αδιάλειπτος αγώνας
που κάνουν οι άνθρωποι
για λίγο παράδεισο!
Ένιωσα ένα σφίξιμο
κι είδα τη ζωή από απόσταση
κι είδα πώς όλα τριγύρω μας
γρήγορα αλλάζουν και ανατρέπονται!
Γι ‘αυτό ζωή είναι να χαίρεσαι
το φως και το ποίημα της κάθε στιγμής
και να αφήνεις στην άκρη το δάκρυ της!

Soula Maropaki

Allegory Of Spring – Nathanael Schmitt (German-1847-1918)

Η ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

6852_526867574159891_2039703896887563518_n

Ποιός άραγε σεργιανάει στα όνειρά μου
Ποια είναι η ψυχή που κλέβει ίσως την καρδιά μου
Ποια θάλασσα τη σκέψη και τα θέλω μου ταξιδεύει
Ποιες προσδοκίες στο κορμί μου ανηλεώς στρατοπεδεύει…

Ποιες θύελλες ελέγχουν τα πάθη της ψυχής μου
Κι ανάρπαστα μου κάνουν τα «όχι» και τα «μη» μου
Ποια σύννεφα τη θέληση μου αφαιρούν και με πετάνε
σε ουρανούς πρωτόγνωρους και τη ζωή μου δεν θυμάμαι

Μήπως ο έρωτας μου χτύπησε την πόρτα
Μήπως θυμήθηκε η μοίρα πως υπάρχω όπως πρώτα
Μήπως λίγο πριν αρρωστήσω με κανακεύει
Κι ίσως σφάλλω, ίσως τίποτα απ’ τη ζωή μου δεν γυρεύει

Αν είναι της μοίρας μου μία ονειροπαγίδα
Αν ο έρωτας αυτός μοιάζει μα δεν είναι καταιγίδα
Αν ο σκοπός του είναι στα σύννεφα να με ταξιδεύει
Καμμιά αντίσταση από μένα να βρεί να μη γυρεύει

Είμαι εδώ, το πνεύμα και το σώμα παραδίδω
Πάρε με έρωτα και άσε με ζωή να φύγω
Λουλούδια στα μαλλιά μου φόρεσέ μου
Σ’ ένα περιβόλι της καρδιάς ακούμπησέ με…. Και ξέχασέ με……!!!!!

Ελβίνα Τζελέπη
Ποιήτρια

25.5.2015
Elvina Gelepis’s photo.

~Αν με ρωτάς που πάω ~

13245427_1770955236468137_4446060212333415437_n

Αν με ρωτάς που πάω
πάω εκεί που μ’ αγαπάνε..
στις χούφτες τους γλυκό νερό
για μένα χρόνια που φυλάνε…

Αν με ρωτας που πάω…
εκεί που νοιάζονται για μένα…
πέρ’ από πράγματα μικρά…
φτητά παλιά και τετριμμένα…

Εκεί που κάθε πρωινό…
ανατολή καινούργια λάμπει…
που τρέχει Αθάνατο Νερό…
Και λουλλουδιάζουνε οι κάμποι…

Εκεί που ξέρουν να ξεχνούν…
Ότι πληγώνει τη καρδιά μου…
μαζί μου πουν’ παντοτεινά
στηρίζουνε τα όνειρα μου….

Μαίρη Ηλιάδη.

ΠΕΣΤΟ ΜΟΥ ΚΙ ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑ

12592449_1097139433638594_7761506109139905974_n

Βλεπω στο προσωπο σου τα χρωματα της ανοιξης
να παιγχνιδιζουν και να προβαλονται
απο τα ματια σου σαν στηλη φωτος στην καρδια μου…
Σαν βελη του Θεου Ερωτα…
Πως να μην σ ερωτευθω μετα….
Πως να μην ζαλιστω απο την ευωδια της ανοιξης
που σκορπα το κoρμι σου…
Πως ν αγγιξω τα μαλια σου και να μην με κυριευσει
μια γλυκεια αυρα της αυγης…..
Και πως να φιλησω τα δυο χειλη σου
και να μην καω απο το παθος…
Πες μου ενα παραμυθι…
Πες μου οτι Μ αγαπας !!!!
Κι ας ειναι παραμυθι…
Κι ας ειναι Ψεμα…

Velkos Pantelis…….