Αρχείο | Μάιος 23, 2016

ΠΟΣΟ Σ’ΑΓΑΠΗΣΑ

image

Πόσο σ ’αγάπησα ,δεν το λογίζεται ο νους
ούτε καν το υποψιάζεσαι
κι ας λες ότι διαβάζεις τα μάτια μου
κι ας λες ότι μ ’έχεις μάθει απέξω.
Το ξέρω, περίμενες Καλοκαίρια
και μας ήρθαν Χειμώνες.
Κάναμε ένα βήμα να πιαστούμε απ’ τους κτήτορες
και κτίσμα δε βρίσκαμε.
Κάναμε ένα βήμα να μας ζεστάνει ο ήλιος
και ήλιο δε βρίσκαμε.
Ξοδέψαμε τους χρησμούς
και Κασσάνδρες δε βρήκαμε.
Ξοδέψαμε την υπομονή στους πατρίκιους
και στο τέλος ματώσαμε.
Πικρό το ποτήρι της αποξένωσης
το ήπιαμε και τ’ αντέξαμε.
Μάθαμε να πατάμε στα πόδια μας
να μοιραζόμαστε το πρόσφορο της αγάπης.
Γνωρίσαμε πόσο αντέχει ο άνθρωπος
στην καταχνιά και στο κρύο
πόσο κρατάει ο θυμός της βροχής.
Ό,τι χτίσαμε χθες το προχωράμε μαζί
ό,τι σπείραμε καταχείμωνα,το κάναμε Άνοιξη.
Επενδύσαμε στην υπομονή και στην τιμιότητα
στην ηθογραφία της αθωότητας.
Ό,τι φτιάξαμε, το άνθισε η στοργή
το σμίλεψε η ποίηση !
Δε ζηλέψαμε το κεραμίδι το αλλότριο
τα μεταξωτά του Αχίλλειου
τους κήπους των ανακτόρων.
Τον εφιάλτη της νύχτας τον ζήσαμε
και τον ξορκίσαμε με το φως.
Τη χολή τους έσταξαν οι περίοικοι
μα εμείς απαντήσαμε με τραγούδια του ήλιου
με τα μαϊστράλια του πέλαγου.
Κι εκεί σ’ένα νούφαρο πάνω
ανακαλύψαμε το Αιγαίο
κι εκεί σ’ένα βράχο της Αποκάλυψης
παραλάβαμε τα πιστεύω μας.
Δεν αναζητούμε τον Ιάσονα στην Κολχίδα
μόνο τα πληγωμένα τραγούδια αναπολούμε τα βράδια
και μας πνίγει το δάκρυ
κι απλώνονται οι ολολυγμοί απ’τη Σμύρνη.
Χάνονται οι Κυδωνίες και τα Μοσχονήσια ακροβολίζονται
ν’ αγκαλιάσουν τη Λέσβο
κι όλο κάτι υπολείπεται
κι όλο ένας άνεμος τα εμποδίζει
και μένει το όνειρο κλειδωμένο
και όλο μένει ανηολόγητος της γιαγιάς μας ο νόστος
στην πλιθιά του φουρνόσπιτου.
Δε ζητήσαμε σατραπείες να διαφεντέψουμε τους λαούς
λίγη απλωσιά ζητήσαμε, να ξαστερώσει ο νους
μια Παιδεία να μας απαλλάξει
απ’τη διαπλοκή και το ψέμα
να βαδίσουμε ανενόχλητοι
να ζήσουμε απλά και απέριττα
όπως αρμόζει σε ποιητές!

Θεσσαλονίκη ,12-9-2002, Θεόδωρος Σαντάς

Αριστούργημα

13239060_1154565747927098_4429268000646773855_n

Δεν στέρνω εγώ σ’ αγώνα τους φτωχούς
Τους στίχους μου, που δάφ[νες] δε γυρεύω·
Αγάπη μου, αφ’ της γης τους θησαυρούς
Το γέλιο σου μονάχα εγώ ζηλεύω.

Και στους κρυφούς μου μέσα τους καημούς,
Που με μια τύχην άσπλαχνη παλεύω,
Τους ιλαρούς σου μόνον οφθαλμούς
Σαν δάση κ’ ελπίδα μου αγναντεύω.

Και στο γλυκό τους φως αφ’ την καρδιά μου
Σα λουλουδάκια ανθίζουνε μικρά
Για σένα μοναχά τα ποιήματά μου.

Αγάπη μου, ελπίδα μου, χαρά μου,
Μου τα βραβεύει κάθε σου ματιά,
Κι ας μη γνωρίσει ο κόσμος τ’ όνομά μου.

Για το ποίημα, βλ. Λορέντζος Μαβίλης, ποιήματα, εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 1990, σ. 55.

Τι θα πει ελευθερία;

13015508_1139098946140445_4211891013971261371_n

Μα η αθωότητα να μη γνωρίζεις
την ασκήμια των ανθρώπων.
Μόνο ως τότε είσαι λεύτερος…
Ο θάνατος δεν είναι το χειρότερο.
Το χειρότερο είναι ο άνθρωπος…

Λιλή Ζωγράφου

Η ΤΕΧΝΗ ΩΣ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

13254048_1760038600903808_8726068046066110475_n

Η Τέχνη που δεν περιορίζεται στα όρια του χωροχρόνου, συγκινεί πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου, εθνικότητας αλλά και προσωπικά τον καθένα· «… η Τέχνη δεν είναι για τους πολλούς…ούτε για τους λίγους, είναι, πάντα, για τον καθένα χωριστά», όπως διατύπωσε ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ στον Άμλετ.
Καθώς, ο άνθρωπος, υπό την επίδραση των αισθήσεων, μετέχει στην πλάνη, είναι σαν να βαδίζει ως αγνοών και αγνοούμενος σε άγονο τοπίο, ακόμα κι αν η εργασία του ή το επάγγελμά του, τον φέρει σε επαφή με πολλούς ανθρώπους. Ιδιαίτερα, ο σύγχρονος άνθρωπος που υφίσταται εντατικούς ρυθμούς ζωής, στις αφιλόξενες μεγαλουπόλεις απομακρύνεται από ερεθίσματα, τόσο φυσικά, όσο και μεταφυσικά, που σκοπό έχουν να τον συνδέσουν με την ιερότητα της ζωής.
Eερεθίσματα ικανά να προκαλέσουν την έξαρση από μια ζωή μηχανοποιημένη, προσφέρει η Τέχνη που σκοπεύει στην ενθύμηση της ένθεης υποστάσεως. Η λήθη και ο λήθαργος μπορεί να ανατραπούν, κάποια στιγμή, μέσω της αφυπνιστικής επιδράσεως του θεάτρου, της ποιήσεως, της πεζογραφίας και άλλων μορφών Τέχνης, οι οποίες αποσκοπούν στην ενθύμηση της τελειότητας και της αφθαρσίας που αποτελούν ιδιώματα του απόλυτου. Γι’ αυτό, άλλωστε, εμπνέουν δέος τα ανεπανάληπτα αριστουργήματα της γλυπτικής τέχνης της Κλασσικής Ελλάδας, όπως ο Ηνίοχος, η Αφροδίτη της Μύλου, η Νίκη της Σαμοθράκης και τόσα άλλα…
Για τον καλλιτέχνη –δημιουργό, η συγκίνηση προκαλεί το ερέθισμα που κινεί το νήμα της έμπνευσης. Όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο συνειδητότητας του καλλιτέχνη, τόσο πιο μεγάλο είναι σε αξία το έργο που παράγει και η ικανότητά του να συγκινήσει βαθιά ή να προκαλέσει μια ανατροπή στις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής του. Μια ιδιότητα των έργων τέχνης, με διαχρονική αξία, είναι ότι συνδέουν τον άνθρωπο με την αγνοημένη του ύπαρξη και, παράλληλα, ανατρέπουν συμβατικότητες που στηρίζουν την υποκρισία. Τα έργα αυτά προσφέρουν τη δυνατότητα, στον άνθρωπο κάθε εποχής, να συνδεθεί με το εσώτερο Είναι του, να δει με άλλα μάτια τη ζωή, το σύμπαν. Τα έργα των μεγάλων δημιουργών υπηρετούν πανανθρώπινες αλήθειες, που δεν υπόκεινται στο χρόνο και έχουν τη δύναμη, που κυοφορεί η αλήθεια, τη δύναμη τόσο της αφυπνίσεως, όσο και της συγκινήσεως!
Η επαφή με έργα μεγάλης πνοής, είτε αυτά αφορούν την ποίηση, είτε τη μουσική, γίνεται ως μια αποκάλυψη ενός κόσμου εσωτερικής ομορφιάς και υπερβατικής φύσεως. Ασκεί παιδεία ψυχής η οποία κρατάει ενεργό την ύπαρξη. Δεν επηρεάζει τον άνθρωπο φορτικά, προσφέροντάς του πληροφορίες αλλά αποκαλύπτει στον ίδιο, τη σχέση του με την υπερβατική του φύση, η οποία του αποδεικνύει ότι είναι μέρος του σύμπαντος, οπότε τον αποδεσμεύει από το χώρο και το χρόνο.
Όταν ο καλλιτέχνης- δημιουργός, λαμβάνει τη γνώση εξ’ αποκαλύψεως, ανάγει τη τέχνη του στο απόλυτο, κατατείνοντας σ’ αυτό. Εδώ συμβαίνει ένα μυστήριο, γιατί ο καλλιτέχνης για να φθάσει να υπερβεί τα όριά του, εκμηδενίζεται και χρησιμοποιεί τον εαυτό του και τη ζωή του ως μέσον.
Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δοκιμάστηκαν, με τρόπο επικίνδυνο, σε σημείο να κλονιστούν και να χάσουν τον ενθουσιασμό τους για τη δημιουργία. Απέδειξαν όμως ότι δεν έχει όρια η αντοχή του ανθρώπου, πάλεψαν με τον εαυτό τους. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά μέσα στην ιστορία της τέχνης.
Το θέμα που αναφέρουμε εδώ, τώρα, έχει σκοπό να υπογραμμίσει, εκ νέου, την αξία και τη σημασία της τέχνης, την οποία τόσο χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Κι είναι δίκαιο, μέσα στην άχαρη καθημερινότητά του, να της δώσει την θέση που της αξίζει και αρμόζει σ’ αυτήν την Τέχνη. Είναι τροφή που αναζωογονεί τη ψυχή και του δίνει την ελευθερία της απεξάρτησης από τα συμβατικά όρια και από την περιοριστική αντίληψη των αισθήσεων.
Η εκτίμηση της αξίας των έργων τέχνης, είναι πιο αντικειμενική και ολοκληρωμένη, όταν γνωρίζουμε και το τίμημα που καταβλήθηκε από κάθε δημιουργό. Μελετώντας τις βιογραφίες των μεγάλων δημιουργών, ο άνθρωπος αποκτά μια οικειότητα με τα έργα τους και τους ίδιους και μια συναισθηματική σχέση η όποια ψυχαγωγεί και συμβάλλει στην προσωπική παιδεία. Έτσι, η επανάληψη των ρυθμών της καθημερινότητας, διακόπτεται μ’ ένα ευχάριστο διάλειμμα που προσφέρει τον ενθουσιασμό.
Μέσω της συγκινήσεως συντελείται η έξαρση από το χρόνο και από το αίσθημα της μοναξιάς μέσα στον κόσμο. Διακόπτεται η ασύνειδη ροή ζωής. Παράλληλα, δίνεται στον ίδιο η ευκαιρία να βιώσει την αγνοημένη του ύπαρξη, η οποία δεν βρίσκει έδαφος μέσα στις συμβατικές σχέσεις.
Κάθε μορφή Τέχνης έχει την ιδιαίτερη συμβολή της στην παιδεία και είναι αδύνατον κάνοντας μια μικρή αναφορά να αναφερθούμε σε κάθε μία ξεχωριστά, απλώς ο καθένας θα πρέπει να βρει τον δικό του προσωπικό τρόπο προσέγγισης.
Η συγκίνηση προκαλεί την ανάμνηση του θείου στοιχείου που υπάρχει αγνοημένο και περιφρονημένο από το καθεστώς των συνθηκών ζωής.
Ο σκοπός και η αποστολή της Τέχνης ως κατάθεση ψυχής είναι η ενθύμηση του θείου, του υπερβατικού, αλλά, μόνον ως καρπός του Πνεύματος έχει διαχρονική αξία.
Είναι πολύ σημαντικό, έτσι καθώς επέρχεται η λήθη μέσα από έναν μαζικό τρόπο σκέπτεσθαι που καταργεί τον άνθρωπο ως μονάδα και μοναδικότητα, να καταφύγει κανείς στην παιδεία της Τέχνης που προσφέρει την ευκαιρία να αποσπασθεί για να γνωρίσει τον εαυτό του και να πλησιάσει το Είναι του, την ύπαρξή του.
Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται μέσα από τον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση το όλον και τη θεία αρμονία. Αυτή είναι η ευεργεσία της Τέχνης και τα παραδείγματα είναι άπειρα. Το πιο ουσιαστικό όμως που προσφέρει η Τέχνη στον άνθρωπο είναι ότι του δίνει την ευκαιρία να βιώσει το άχρονο διηνεκές.
Αλκμήνη Κογγίδου
Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Εικόνα:ελαιογραφία σε μουσαμά «Οι νύμφες της κρήνης των αθώων βρεφών» Δια χειρός Sioti Chris

Προσ

Τάκη Σινόπουλου, «Ποίημα για την Ελένη»

13263713_1688089118107446_697235241593919115_n

Ωραία εσύ η ανείδωτη
μέσα στον ουρανό του ποιήματος
καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
με τ’ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
Ωραία εσύ
νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου. Ω ποτέ
ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
Σε περιμένω.
Κοίταξε, σου ‘φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
πετράδια από τη θάλασσα
ήλιους και φύλλα σου ‘φερα, κατηφοριές κι ανέμους
καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ’ τη δική σου δύναμη.
Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
κι εσένα και τη βλάστηση
γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

Η ομορφιά σκοτώνει, αγαπητοί μου φίλοι. Η ομορφιά σκοτώνει. Το κάλλος, η ομορφιά, είναι η αρχή του τρομερού, θα μας πει ένας νέος, Ευρωπαίος ωραίος λυρικός, ο Ρίλκε, στις Ελεγείες του Ντουίνο, γιατί η ομορφιά είναι η αρχή του τρομερού που μόλις την δαντέχουμε και γαλήνια περιφρονεί και να μας καταστρέψει ακόμη.

Λοιπόν, η ομορφιά σκοτώνει. Αυτό το μεγάλαιο κεφάλαιο, ν’ αρχίσουμε να πούμε γιατί σκοτώνει και τί είναι η ομορφιά, να δώσουμε δηλαδή την κατηγορία του ωραίου, όπως λέμε στην αισθητική, σ’ αυτό τον κλάδο της φιλοσοφίας.

Ομορφιάς έχουμε δύο είδη: έχουμε το ωραίο, – αναλογίες, τομές, πρέπει να υπάρχουν ωρισμένες αναλογίες στη μορφή, στην όψη. Αυτό που λέμε ένα ωραίο τριαντάφυλλο, μία ωραία μορφή, μία ωραία γυναίκα, ένα ωραίο πρόσωπο, ένας ωραίος άντρας, μιά ωραία δύση του ηλίου, μιά ωραία ανατολή, η θάλασσα, απλές μορφές, αυτή είναι η κατηγορία του ωραίου.

Αλλά υπάρχει και το υπέροχο, σαν κατηγορία ομορφιάς, μας λέει ο Καντ, στην αισθητική του το υπέροχο είναι εκείνο που είναι μιά ανώτερη μορφή το ωραίο που έχει μέσα τον κίνδυνο. Δηλαδή, ένας κεραυνός, όταν σκάζει δίπλα μας και καταλάβει ο τόπος και μας πιάνει αυτή η φρίκη στον ήχο του – Τι ομορφιά που έχει! Αλλά σκοτώνει. Μιά τρικυμία, μιά άγρια τρικυμία! Έχει ομορφιά μέσα της. Με κίνδυνο.
Δ.ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ (Για την Ελένη)

ΕVELYN DE MORGAN (Ελένη της Τροίας) 1855 -1919
Αγγλίδα ζωγράφος

Οι μικροί γαλαξίες

13256235_1157726927610980_4841480117525060907_n

Πάνε κι έρχονται οἱ άνθρωποι πάνω στὴ γή.
Σταματάνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ένας
αντίκρυ στὸν άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται.
Όμως, ἐσύ,
δὲ λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μὲς απὸ μένα, κάτω απ᾿ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ισα, μὲς απὸ σένα,
κάτω απ᾿ τὰ τόξα σου. Σταθήκαμε ὁ ένας μας
μέσα στὸν άλλο, σὰ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυὸ κόσμους σὲ πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ᾿ τὴ θέα τους
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τὶς στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ ποὺ λάμπει: στὰ πόδια, στὰ χέρια,
στὸ στήθος, στο μέτωπο.
Τ᾿ άστρα τὸ βλέπουνε, ότι:
δυὸ δισεκατομμύρια μικροὶ γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τὴ γή.
Ν. Βρεττάκος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ «ΙΘΑΚΗ»

13237813_1157738057609867_34556104396736692_n

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρΤΤύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊνά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (1806-1861)

13260043_1158383894211950_5221696811914873533_n

Πώς σ’ αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τρόπους.
Σε αγαπώ στο βάθος και στο πλάτος και στο ύψος
Που η ψυχή μου μπορεί να κατακτήσει, όταν νιώθει αμήχανη
Για τους σκοπούς της ύπαρξης και της γοητείας της ιδεατής.
Σε αγαπώ στο επίπεδο της καθημερινής
Της πλέον ήρεμης ανάγκης, στο φως του ήλιου και του κεριού.
Σε αγαπώ ελεύθερα, όπως όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται για τη νίκη του καλού
Σε αγαπώ αγνά, όπως όταν γυρίζουν από προσευχή.
Σε αγαπώ με ένα πάθος που έβαλα σε χρήση
Μες στις παλιές μου λύπες και με μια πίστη
από την ηλικία μου την παιδική.
Σε αγαπώ με μιαν αγάπη που φαινόταν πως θα χάσω
Με τους χαμένους μου άγιους – Σε αγαπώ με την αναπνοή,
Με τα χαμόγελα και τα δάκρυα όλης της ζωής μου! Κι αν ο Θεός θελήσει,
Μετά τον θάνατο θα σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ

Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ (1806-1861)

Μτφ.: Χρίστος Γούδης