Αρχείο | Μάιος 21, 2016

Κωνσταντίνα Ευθυμίου

13102898_1768759653354362_5402517611493727576_n

Δεν ξέρω σήμερα γιατί κοιτάζω
μονάχα ψηλά,
πώς χαμηλώνουν των αετών
τα πετάγματα
Φορώ μέλη ακρωτηριασμένα,
ελευθερώνω το βλέμμα
από αλυσίδες γόρδιες,
ν`αγγίξει τα φτερά τους.
Ω,λαχτάρα μου παράφρονη
να`χα της τρέλας τα πετάγματα
να σε γητεύσω!
Η γη απλώνει παλάμες τραχιές
κάτω από τα μαγιοκέντητα φουστάνια
μέσα μου να ριζώσει η στείρα σπορά
της συγκατάβασης
Έτσι στέρφα ,χωρίς ανθούς να λυγιέμαι
με τα μάτια στραμμένα στ`αφίλητα
χείλη το`ουρανού
Μικρό φτερό να γίνω
ασήμαντο,
όπως στον άνεμο αφήνεται
το ράμφος τ`αετού
Δεν ξέρω σήμερα γιατί κοιτάζω τόσο ψηλά
στων σαρκοβόρων αγγέλων
τα νύχια τα γαμψά
Μα απλά χαμογελώ στο αντάμωμα της όψης
κι αυτά με ραντίζουν χρυσοπούπουλα όνειρα
κι από το στόμα μου ξεχύνονται
φτερωμένες μέλισσες
όλες οι ευχές
που δεν πραγματώθηκαν.
Ω,πάθος μου σακατεμένο στο χρόνο
σ`αυτό τ`αγκάλιασμα ματώθηκα
και μέσα μου κολυμπά
γονιμοποιημένο τ`όνειρο
Σαρκοβόρα γέννα σε σπάργανα αυριανά…
Μα τώρα ξέρω,,!

Κωνσταντίνα Ευθυμίου

ΑΤΗΜΕΛΗΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

13267835_1773328319564162_6677240285852171674_n

Άκου τη μουσική
με ταξιδεύει εκεί που ανταμώνω
το άσπρο σου κύμα.
εκεί που θα ζητήσεις μια μέρα
το φιλί του Απρίλη να το ραντίσεις
με των Μυροφόρων το μύρο.
Ω γλυκιά μου αχτίδα
ω ατημέλητη κι άγρια ομορφιά
μισολυμένη πλεξούδα
που τα μαλλιά σου
ανεμίζουν τους Γαλαξίες
και πολλαπλασιάζεις τα άστρα
πώς να σε ψάλλω
δίχως μια λύρα στο πλάι μου
δίχως έναν κιθαρωδό να μιλάει
για τα χρώματα που σε ντύνουν
στην αμφιλύκη* με νυχτολούλουδα
και τα μεσημέρια με ήλιο
κι οι φίλοι μου σ’ονομάζουν
φέγγος,λάμψη,επτάφωτη Πούλια
ομορφιά και με κάνεις να γράφω
για ένα κλωναράκι δυόσμο
που μου χάρισες ένα δείλι
και μοσχοβόλησες την ανάσα των στίχων.
Πάει καιρός που προσπαθώ
να εξηγήσω πώς προσπερνάς
τη σκοτεινιά των πραγμάτων
κι όλο στο φως επιστρέφεις
κι όλο τον έρωτα τραγουδάς
γιατί όπως λες,πρέπει με κάθε τρόπο
να μη μένουμε στην κακομοιριά
του ανέραστου φύλλου της γης!

Θεόδωρος Σαντάς,Θεσσαλονίκη,10-5-2016

*αμφιλύκη (η) = το ημίφως κατά την αυγή ή κατά τη δύση του ήλιου

ΕΠΙ-ΜΟΝΑ

13179214_1768750533355274_8278511649430963497_n

Υπάρχει αυτός ο κόσμος
που θα σε συναντήσω
Tον έπλασα με τα χέρια μου
πριν καν σε γνωρίσω
πριν καν γεννηθώ…
Πρόσθεσα όλα τα συστατικά
μιας επώδυνης διαδρομής:
Προσμονή και ελπίδα
σε όλους τους δρόμους
που πριν από μένα θα διαβείς
κι ακολούθησα τα μισοσβησμένα
σου ίχνη
Πορεύτηκα πολύ στα βήματά σου
άφησα πίσω ότι θα σε έδιωχνε
Κάθε σου λάθος το έστησα
μνημείο,
έτσι για δα δεις πόσα η αγάπη
συγχωρεί…
Ντύθηκα με το πιο προκλητικό
πάθος
και σου έδωσα το κλειδί
αυτού του κόσμου μου
Το μοναδικό κλειδί της καρδιάς
στο μοναδικό της κάτοικο…
Κι ακόμα περιμένω
κλειδωμένη στις σκιές των άστρων
να ανοίξεις την καρδιά
και να πετάξεις το κλειδί
εκεί που σμίγει το μίσος
σε φιλί…
Στον έρωτα επάνω
κάθε δύσης
που αιώνια σμίγει
με κάθε ανατολή…

Κωνσταντίνα Ευθυμίου

Σε λίγες μέρες θα γίνει η παρουσίαση του νέου μου βιβλίου «υποσχέσεις» απ’ τον εκδοτικό οίκο «ΜΩΡΑΪΤΗΣ» Το τραγούδι της νεκρής μάνας….

13260236_1773335136230147_2712052469085228739_n

Το τραγούδι της νεκρής μάνας….

1
Αχ και να ‘ ρχόταν μια στιγμή, να την ξαναγκαλιάσω,
να της ειπώ γλυκόλογα, να της ειπώ χαρούλες.
Στάλα τη στάλα λιώνουνε, τα χιόνια στα κλαράκια
και συ μανούλα μου γλυκιά, ακόμα δεν εφάνεις,
να σε αρπάξω αγκαλιά, μέσα μου να σε λιάσω,
οι πόνοι που ‘χω στην καρδιά, να γίνουν ζαχαρούλες,
να γίνουνε γοργόφτερα, να φύγουν αεράκια,
έλα και είμαι μόνος μου, την θλίψη μου να γιάνεις.

2
Πάει καιρός που σ’ έχασα κι’ η λύπη με τρυγάει,
που ‘ναι εκείνα τα ζεστά, τα χαρωπά ματάκια,
τιτίβισμα γλυκόλογο, που ‘βγαζε η φωνή σου,
τα χείλη σου μιαν αρμαθιά, γλυκιές ευχές αγγέλων,
βλογούσανε την σκέψη μου, την κάναν να ριγάει,
στην λίμνη του Αχέροντα, συ λούζεις τα μαλάκια,
εκείνα τ’ ασημόμαλλα, που ‘πλεκες μοναχή σου
και τ’ άπλωνες μες στη ποδιά, κοτσίδες αρχαγγέλων.

3
Έλα να ‘δω τα χέρια σου, μην είναι μαραμένα,
μη κι’ ο χρόνος έσβησε, τους κόπους της δουλειάς σου,
εσύ που ξενοδούλευες, μονάχη σου και χήρα,
στα χρόνια τα παράκαιρα, ολόρθο το κορμί σου,
για να τρανέψεις δυό παιδιά, μόνα κι’ ορφανεμένα,
έλα να ‘δω τα στήθια σου, που ήταν τα χαλιά σου,
κει πάνω το γλυκόγαλο, λεχούδι πρωτοπήρα,
έλα να δω μες στο λαιμό, την υστερνή πνοή σου.

4
Να ‘ταν να ‘ρχόσουν μιά στιγμή και μέσα στ’ όνειρό μου,
να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, που ‘ναι στεφανωμένα,
με δύο κλώνους ερημιάς και με θολή ζαλάδα,
στείρα τα χρόνια που ‘ζησα, τόσο καιρό που λείπεις
και οι δροσούλες της αυγής, απ’ το παράθυρό μου,
χάμω στην γη κυλίστηκαν, δάκρυα λασπωμένα,
σβηστήκανε τα ίχνη σου, στης ρούγας την απλάδα
κι’ έμεινε να με κυβερνά, η μυρωδιά της λύπης.

5
Στον άνεμο εγίνηκα, το ουρλιαχτό του λύκου,
στους πέντε δρόμους έκλαψα, πέρα στις δύο στράτες,
στ’ ανθόνερα δεν θέλησα, ποτές να κολυμπήσω,
να πιώ νερό της φαμιλιάς, πάντα μαζί με σένα,
για μένα είσαι μάνα μου, το μάνταλο του κρίκου
κι’ όπου βροντούν κι’ όπου χτυπούν, οι συμφορές τρεχάτες,
στον λογισμό μου σ’ έχω γω, κλειδί να σ’ ασφαλίσω,
μέσα στην άμοιρη ψυχή, βαθιά μαζί με μένα.

6
Στις στάχτες των ονείρων μου, μια φυλουριά φυτρώνει,
που ‘χει και τ’ ανασάλεμα, τ’ αγέρα στα κλαδιά της,
έχει και κειο το κλάδεμα, απάνω της σημάδι,
μικρό παιδί σαν ήμουνα, με πήγαινες κοντά της,
με άφηνες στον ίσκιο της, στο διπλανό κοτρόνι,
μάζευες τις αγριελιές, ζητώντας την λαδιά της,
εσκούπιζες την μύτη μου, στη μπούκα μ’ ένα χάδι,
άρπαζες απ’ την άγρια γη, τα πλέρια υφαντά της.

7
Αλώνιζες ανηφοριές, λόγγους και λαγκαδάκια,
στους κήπους επερπάταγες, κι’ όλο χαμογελούσες,
μες στ’ αντρικά τα χέρια σου, ρόζοι είχαν φυτρώσει,
της άνοιξης την ομορφιά, φορούσες στην θωριά σου,
πουλιά ολόγιομα χαρά, επάνω στα κλαδάκια,
φωνάζανε μες την καρδιά, στο σπίτι σαν γυρνούσες,
τον στεναγμό δεν άφηνες, το στρώμα μου ‘χες στρώσει,
κι’ αναπαμό δεν έβρισκε, ποτέ της η πλωριά σου.

8
Εστέρεψαν τα λόγια μου και τ’ αναφιλητά μου,
τις νύχτες να σου τραγουδώ, τις μέρες να σιωπαίνω,
να βγαίνουν απ’ τα χείλη μου, θρήνοι και μοιρολόγια,
αδράχτια να τυλίγουνε, της μοναξιάς το νήμα,
λουλούδια νεκρολούλουδα, τα μόνα τα φυτά μου,
να ‘χω παρέα συντροφιά, τον τάφο σου να ραίνω,
να σκύβω πάνω του γλυκά και να σου λέω λόγια,
κείνα τα λόγια π’ άκουγα, πριν να διαβείς στο μνήμα.

9
Το κοντοσκούφι σου φορώ, το μαύρο τ’ αγιασμένο,
το ‘χω πάνω μου φυλαχτό, δροσιά απ’ την ψυχή μου,
μάνα μου που τ’ αρνήθηκες, μαζί σου να το πάρεις,
ανάμα το ‘χες πάνω σου, γιατί ‘ταν του αντρός σου,
τ’ ακούμπησες στα χέρια μου και μου ‘πες «γιε προσμένω,
τον χάροντα που θε να ‘ρθει, άντε με την ευχή μου,
να το φοράς παντοτινά, βλογιά αυτής της χάρης,
να ‘σαι για πάντα άνθρωπος, να ‘ναι κι’ αυτό γιατρός σου».

10
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να ‘χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου ‘χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη.

11
Παράκληση στους ουρανούς, στον Θεό μου ‘κει πάνω,
είν’ η φωνή μου μιά σταλιά, μπροστά στην Αγιοσύνη,
έρμος και μόνος περπατώ, χαμένος μες τα πλήθη,
την μορφή σου αναζητώ, μη και την ανταμώσω,
μέσα στο διάβα μου αυτό, τρεις ικεσίες κάνω,
η ανάσα μου μιά φωτιά, μιά ελεημοσύνη,
ανάσασμά μ’ ατέλειωτο, στης μοναξιάς τη λήθη,
ελπίδα και παρηγοριά, κοντά σου να σιμώσω.

12
Έτσι να έρθω μιά στιγμή, φυλλορροής ανάσα,
να έχεις χτενίσει τα μαλλιά, με τα χρυσά σου χτένια,
λουλούδια να’ χεις πάνω τους, υφάδια ξακουσμένα,
να ‘χεις και τα στερνόφιλα, στο μέτωπο στεφάνια,
που πήρες όταν έφυγες, για φυλαχτό στην κάσα,
να ‘χεις μανούλα μου γλυκιά, θωριά μαλαματένια,
στο πρόσωπό σου τ’ άχραντο, να είναι κρεμασμένα,
τα μάτια μου καρτερικά, στη κόμη σου γιορντάνια.

13
Να ‘ρθω να δω της άνοιξης, μοσχοβολιές ‘κει πάνω,
να δω και τα τριαντάφυλλα, που είχες στις αγκάλες,
στου παραδείσου τα νερά, να μπω να κολυμπήσω,
να πιάσω με τα χέρια μου, σταγόνες που μαγεύουν,
τα χερουβείμ να προσκυνώ, μετάνοιες να τα κάνω,
μη λυπηθούν κι’ ανοίξουνε, τις πόρτες τις μεγάλες
και φύγουμε μανούλα μου, πίσω να σε γυρίσω,
στο σπίτι μας στη ρούγα μας, που χρόνια σε γυρεύουν.

14
Να δεις και τις χαμομηλιές, πως θέριεψαν στη πόρτα,
στο κατωθύρι φύτρωσαν και μέσα στο κατώγι,
τα γιούλια τώρα στέκονται, στις γλάστρες μαραμένα,
νεκρολουλούδια γίνηκαν, με το μπλαβί τους χρώμα,
πάμε να δουν τα μάτια σου, εκείνα τ’ αγριοχόρτα,
που μάζευες ολότρεμη, στο ξέπνοο τ’ απόγι,
πάμε να δεις και τις ιτιές, πως σειόνται λυπημένα,
πως θλίβονται και σκύβουνε, τα φύλλα τους στο χώμα.

15
Πάμε να δεις την σκοτεινή, την άδεια κάμαρά σου,
που ήταν πάντα ανοιχτή, γιομάτη απ’ το φως σου,
να δεις το προσκεφάλι σου, τ’ ασημοκεντημένο,
πως έρμο κάθεται πουλί, σε κλώνο μοναχό του,
να δεις τα χρυσοστόλιστα, που ήταν η χαρά σου,
πάνω στους τοίχους κρέμεται, το κάθε τι δικό σου,
έλα μανούλα μου να δεις κι’ αυτό το δακρυσμένο,
το καντηλάκι στη γωνιά κι’ άκου τον μυχό του.

16
Έλα μανούλα μου να δεις, το έρμο σπιτικό σου,
που ‘ρημωσε σε μια νυχτιά, σαν ‘χάθει η πνοή σου,
να βγάλεις από πάνω σου, το νεκροσάβανό σου,
να νίψεις τα ματάκια σου, τα κρασοποτισμένα,
να πλύνεις το κορμάκι σου και με το νυχτικό σου,
να στρώσεις για να κοιμηθείς και στην αναπνοή σου,
να φαίνεται μια ραθυμιά, στο φωτοστέφανό σου,
που ‘χες απλώσει στα μαλλιά, λουλούδια μυρωμένα.

17
Έλα κι’ ο πόνος με τρυγά, όλες τις έρμες νύχτες,
μονάχος μου να περπατώ, μονάχος να διαβαίνω,
στο σπίτι μέσα τ’ αδειανό, ήλιος που δεν το βλέπει,
έλα να φέξει μια χαρά κι οι σκοτεινιές να φύγουν,
να πάνε πέρα στα βουνά, μακριά ‘κει πέρα ρίχτες,
έλα σαν φως σε καρτερώ, έλα και σε προσμένω,
να ‘ρθεις και να ‘ρθει η χαρά, για μένα γίνε σκέπη,
για μένα γίνε προσταγή, οι ερημιές με πνίγουν.

18
Εχτές αργά στον ύπνο μου, σε είδα στ’ όνειρό μου,
να με φιλάς στ’ ακρόχερα, κρινάκια να μου δίνεις,
για να στολίσω τ’ ορφανό, το έρμο τ’ ανθογυάλι,
που ‘χες μανούλα μου στερνά, εσύ ανθοστολίσει.
Είδα τα χείλη σου ωχρά, στο μάτι το υγρό μου,
μιαν έρημη απελπισιά, ξάφνου πως αναδίνεις,
ν’ απλώνεις γύρω την ματιά, κύμα σε ακρογιάλι,
να πεταρίζουν γύρω σου, αγγέλοι σε ξωκκλήσι.

19
Καντήλια μες στο πρόσωπο, να φέγγουν αναμμένα,
οι καμπανιές ν’ αχοβολούν, οι ψαλμωδιές να κρένουν,
με την ηχώ τους να κερνούν, θυμιάμα στους αγίους,
η Παναγιά η Δέσποινα, μπρος στη μεγαλοσύνη,
να στέκει και να καρτερά, να σκύψεις προς τα μένα,
ν’ απλώσεις τα χεράκια σου, που αγιασμό πια ραίνουν,
να νίψουν τα ματάκια μου, με δεύτερους πλαγίους,
τους ήχους τους βυζαντινούς, μπροστά στη Δεσποσύνη

20
και γίνηκε μανούλα μου, το ιερό της θάμα,
ανασασμός ακούστηκε, η πλάκα εκουνήθη,
τ’ αγέρι γύρω χύθηκε, κι’ απλώθη στα μνημεία,
το χώμα να σηκώθηκε, ανάριεψαν τα ίτσια,
τα χερουβείμ εφώναξαν, πως έγινε το τάμα,
τις πόρτες τις ανοίξανε κι’ απόμεινε η λήθη,
να περπατάει μοναχή, λες κι’ ήταν μόνο μία,
μέσα στις τόσες συμφορές, σαν όμορφα κορίτσια.

21
Εψές το βράδυ ζωντανή, σε είδα στ’ όνειρό μου,
να βγαίνεις και να περπατάς, με τέσσερους αγγέλους,
να ροβολάς περήφανη, μέσα στην άδεια στράτα,
τα χέρια σου αερικά, τα πόδια σου αέρας,
περπάτημα ολόστρατο, σαν να ‘ταν τυχερό μου,
σ’ αυτό το συναπάντημα, να βλέπω αρχαγγέλους,
να σου μυρώνουν το στρατί και στα μαλλιά τ’ αφράτα,
να στέκονται περήφανα, φτερά μιας περιστέρας

22
κι εκεί που σε πρωτόδα, σταλαγματιά της ζήσης,
απρόσμενα να ξεκινάς, στο σπίτι να πηγαίνεις,
μέσα στη νύχτα μοναχή, με το λυτό τσεμπέρι,
τσέργα στις πλάτες φόραγες, στου δρόμου την κρυάδα
κι είχες στην όψη σου χαλί, το θρόισμα της φύσης,
αγιασμός η ανάσα σου, σημάδι ν’ απομένεις,
πάνω στο βλέμμα που θωρεί, το λατρευτό χαμπέρι,
χάθηκες απ’ τα μάτια μου, κρυμμένη στην χλωμάδα.

23
Εξύπνησα λαχτάρα μου και ήμουν μοναχός μου,
στο δώμα μέσα ορφανός και καταφρονεμένος,
τους τοίχους πάλι να κοιτώ, τα γείσα να ρωτάω,
γρέκι μου γίνηκε ξανά, το σπίτι μία στάλα,
εφώναξα και ούρλιαξα, τριγύρω της ηχώς μου,
η αντιλαλιά μου μήνυσε, πως είμαι ξεχασμένος
κι έτσι πως ήμουνα σκυφτός, στο μνήμα ξανά πάω
και ψάχνω μες στα σκοτεινά, μην είσαι μες στη σάλα.

24
Απίστομα κυλίστηκα, στου κρεβατιού την κόρα,
που ‘γινε τόσο πια σκληρή, από τα δάκρυά μου,
το εικόνισμα στην γωνιά, κοιτώ απελπισμένα
κι απ’ τα στήθη μου βαθιά, βγαίνει μιαν απορία,
γιατί γλυκιά μου Παναγιά, γιατί αυτή την ώρα,
να φύγει έτσι ξαφνικά, πάλι από κοντά μου,
τ’ όνειρο το χρυσόνειρο, να φύγει από μένα,
τώρα που είχα μια χαρά, μιαν άπλετη εφορία;

25
Γιατί το φως που έλαμψε, ξανά στο φτωχικό μου,
έστω για λίγο μια στιγμή, γλυκά μες στ’ όνειρό μου,
να σβήσει έτσι στο φευγιό, στου φεγγαριού τη χάρη,
στο ξύπνημα του λογισμού, στο πέρασμα τ’ ανέμου,
στην θάλασσα θε να ριχτεί, έρμο μοναχικό μου,
το φως που ήτανε για με, κάστρο και οχυρό μου,
στερνή κρυφή ανασαιμιά, της άνοιξης κλωνάρι,
του Μάη φωτοστολιδιά, αχ κρυφέ καημέ μου;

26
Να πω τραγούδι θλιβερό, στερέψανε τα λόγια,
να πω γλυκόπικρο σκοπό, ξανά δεν ματαλέω,
χαλεύω να ‘ρθω να σε δω, κανένας δεν με φέρνει,
στη χαλασιά που μου ‘γινε, φαρμάκι ποτισμένο,
άνοιξη δεν μοσχοβολά, μονάχα μοιρολόγια,
τα χείλη μου που ‘ναι στεγνά, δροσίζουν όταν κλαίω,
στα στήθια μου μια παγωνιά, την ζέστη σου μου παίρνει,
απόστασα στο μνήμα σου, που είναι δακρυσμένο

27
να στέκομαι και να κοιτώ τα νέκρολουλουδά μου,
στα μάτια μου θολόχρωμες, σταγόνες δυστυχίας,
να πέφτουν να ποτίζουνε, το καθισμένο χώμα,
να νίβουν τον απόηχο, της στερνής σου ανάσας.
Κουράστηκα μανούλα μου, μες στα ματόκλαδά μου,
να κλώθουν λήθες έρημες, της πρώτης ευτυχίας,
θέλω να μείνω δίπλα σου, ροδόσταμο στο στόμα,
φύλακας να ‘μαι πλάι σου, σύντροφος της κάσας.

28
Παντέρημος θα περπατώ, μες στης ζωής τη φέξη,
θα σέρνομαι μονάχος μου, στης ρότας τ’ απονέρια,
θα θυροδέρνω στα σκαλιά, να βρω λεημοσύνη,
τους άδειους τοίχους θα κοιτώ, μήπως και σ’ ανταμώσω,
έστω για λίγο μια στιγμή, στα μάτια μου να φέξει,
κείνο το χρώμα τ’ ακριβό, που ήταν σαν τ’ αστέρια,
που ‘χες στην όψη σου ψηλά, θωριά στην αγιοσύνη,
έλα μανούλα μου να δώ κι αγάπη να μαζώσω.

29
Το ξέρω μάνα μου γλυκιά, ο χάρος όποιον πάρει,
σαν άνεμος θε να χαθεί, στης λησμονιάς τη πόρτα,
οι μνήμες μόνο θα βλογούν, πίσω στην καταφρόνια,
στου κόσμου τον κατατρεγμό, στην άπονη ορφάνια,
θα γίνει κύμα θαλερό και στου γιαλού με χάρη,
θα σβήσει και θα ξεχαστεί, αντάμα με τα χόρτα,
που βγαίνουν έρμα μοναχά, εδώ και τόσα χρόνια
και καρτερούν τα μυστικά και μένουν στην αφάνεια.

30
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να ‘χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου ‘χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη…!

Καραθύμιος Θανάσης Σεκλιζιώτης
«υποσχέσεις» υπό έκδοση

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

13244860_1773336856229975_5133397664868484425_n

Σαν το ουράνιο τόξο,
μετά απ την βροχή,
ψυχή εξαγνισμένη,
δεν έχεις ενοχή,

σαν ήλιος σαν φεγγάρι,
παντού χαρίζεις φως,
απ τα αποθέματα σου,
σαν να σουνα Θεός,

κι εγώ απλός θνητός,
εκστασιάζομαι,
μπρος την μεγαλοσύνη,
παρουσιάζομαι,

αντλώ μεσ απ το φως σου,
ακτίδες φωτεινές,
ψυχή να εξαγνίσω,
με σκέψεις καθαρές,

σαν ήλιος , σαν φεγγάρι,
το φως σου, δώρισες,
για πάντα απ το σκοτάδι,
για πάντα χώρισες.

ΑΝΘΙΜΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ