Αρχείο | Μάιος 19, 2016

Ανθρωποι Μονάχοι

13239473_1772678719629122_524765455569855012_n

Άνθρωποι μονάχοι, σκυθρωποί,
σαν κύκνοι που ξανοίγουν τα φτερά,
σε καταρράχτες λαμπρολίμνης
σαν πανί,
σε μεταξόφυλλα κατάρτια σε μιαν άκρη,
μη λυπηθείς,
μη οίκτο νιώσεις, την γαλήνη
μην ταράξεις,
επιλογή για ‘κείνους είναι ακριβή, που δεν μπορείς με των θνητών
την λογική να την ταιριάξεις…
Περήφανα του κύκνου τα φτερά,
αλύγιστα σε κάθε τρικυμία,
μοναδική τ’ανθρώπου η ψυχή,
και η καρδιά γενναία αθανασία
που δεν μοιράζεται μικρά και μιαρά,
για μια φθαρτή,τυχαία ιστορία.
Γράφουν με γράμματα χρυσά
μοναδική ουσία !!!
Ποίηση Μary Eliadi Mαίρη Ηλιάδη

Συγγραφέας:Καζάζης, Γιώργος Αθαν. Τίτλος : ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ …ΓΡΑΝΙΤΗ

13254043_1772680686295592_3327074642616738021_n

Τα λουλουδια της ΑΓΑΠΗΣ,τον «χειμωνα»…ανθιζουν.

Σουρεαλιστική αντιμετώπιση της καθημερινής «πραγματικότητας» βγαλμένη μέσα από ένα Διάλογο μεταξύ του Λόγου και του Αντιλόγου, που καταλήγει – αποφθεγματικά – στην απόλυτη αμφισβήτησή της ως υπαρξιακής οντότητας, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα – οριοθετώντας τον – τον Αληθινό Κόσμο, από τον οποίο αρχίζει και στον οποίο καταλήγει, η ψευδαίσθησή της .

Ένα βιβλίο νομίζω μοναδικό και σίγουρα πρωτότυπο στο είδος του και στη δόμησή του.
Ένας ξεχωριστός τρόπος φιλοσοφικής αντίληψης των πραγμάτων, που δείχνει δρόμους ζωής μέσα από μια διαλεκτική σύνθεση μεταξύ «λόγου και αντίλογου».
Ένα πραγματικά εξαιρετικό βιβλίο, που όποιος το διαβάσει θα αποκομίσει σίγουρα κέρδος πνευματικό, δηλαδή κέρδος ζωής!!
Συγχαρητήρια φίλε Γιώργο Καζάζη!! Κι επειδή, όπως σωστά λες:
«Οι ΠΡΑΞΕΙΣ μας είναι τα δακτυλικά αποτυπώματα της ψυχής μας», περιμένουμε από σένα την συνέχεια αυτών των ωραίων πράξεων, που άρχισες μ’ αυτό το τόσο αξιόλογο βιβλίο σου!!
Giorgis Papanikolaou

Η ΠΑΛΕΤΑ ΜΟΥ

12717895_1123050014412005_4771919054802074143_n

Το πρόσωπό μου αυλάκωσα
και την ψυχή μου τη μάτωσα!
Στο πρόσωπο έμειναν οι ρυτίδες
και στην ψυχή ο πόνος
ο ηθικός πόνος.
Να γεννηθείς και σαν νοήσεις
τον πυρήνα του κόσμου
να κουβαλήσεις το άλγος του
την αγάπη για τον βασανισμένο
που λιμοκτονεί και σκοτώνεται
εκεί που θρηνεί τους νεκρούς
ο αιώνας μας.
Η παλέτα μου διάφανη, τρυφερή
σε χρώματα παστέλ
κάπου -κάπου όμως σκοτεινιάζει
σαν τα σύννεφα που συναθροίζονται
και σκοτεινιάζει ο ουρανός .
που μας προσφέρει
τις μαγικές του στιγμές
και μας προτρέπει να φτιάξουμε
έναν κόσμο που η ομορφιά του
να είναι πραγματικότητα !

Soula Maropaki 19/5/16

Η οργή των νεκρών

13237674_1772602496303411_4595926238601064044_n

Ονειρεύομαι σε απέραντους δρόμους
κι ακούω τη μουσική των πατρίδων του Πόντου
κι όλο βυθίζομαι στον ήχο της λύρας του
κι όλο τραβάω βαθιά, στα λαγγεμένα βουνά
στα ψηλά και τα όμορφα
στο «Αμάραντο ρόδο» της «Σουμελά».
Πού ν’ αποθέσω τον άφατο πόνο
του κυνηγημένου ελληνισμού ;
Κάθε σπίτι και μια πλειάδα νεκρών
από μαχαίρι ή βόλι του Οθωμανού
τόσο, που ντύθηκε μαύρο σύννεφο.
Ψάχνω ένα κύμα να κλάψω
ένα τραγούδι της λήθης ,λίγη μακροθυμία του ορίζοντα
ό,τι απόμεινε απ ’την ελπίδα και δεν έγινε θάνατος.
Γίναν οι μνήμες μου άληκτες και το τραγούδι πληγή.
«Πάρθεν ο Πόντος ,πάρθεν η Ρωμανία».
Βαδίζω τυφλά ,σαν τους «Μύριους»
κι όλο ένα αίμα ,απλώνει στον ίσκιο μου.
κι όλο βουλιάζω μερόνυχτα ,στην «Αλμυρή μου την έρημο»
να φτάσω επιτέλους στα νερά του Σαγγάριου
κι άντε να βρεις Ξενοφώντα
να αντικρίσεις τη δική σου τη θάλασσα.
Στη μεγάλη ιδέα ,κάμποσοι ανάξιοι στάθηκαν
κάποιοι κουράστηκαν ,οι ηγήτορες δεν πρόβλεψαν
των συμμάχων την αλλαξοπιστία
το σύμφωνο της ρωσικο- ουκρανο- τουρκικής φιλίας.
Κι ήρθε η ρήξη κι ο χαλασμός
η λαίλαπα της καταστροφής.
Κι άρχισε η ατέρμονη αρρυθμία του ελληνισμού
το κυνηγημένο κοπάδι να τρέχει σαν θύελλα
να πιαστεί απ’το τίποτα.
Όλα αυτομόλησαν ,όταν έλειψε η φρόνηση
όταν το αξιόμαχο το κατέλυσε
το άκαμπτο Εγώ των ταγών.
Μας έμεινε η παρηγορία του Μύθου
του Μαρμαρωμένου βασιλιά τα τραγούδια
η Κόκκινη μηλιά του «Πατροκοσμά».
Μας έμεινε η άγρια πληρωμή του καιρού
το κύκνειο άσμα της Βασιλεύουσας
το «Εάλω η πόλις»
το Υπερμάχω της «Νέας Ιερουσαλήμ».
Σ’ αυτή την όμορφη πόλη, σ’ αυτό το στολίδι του κόσμου
-σ ’αυτό των θαυμάτων το θαύμα ,στην Αγία του Θεού Σοφία-
έμεινε η αιώνια δόξα
και σε μας έμειναν, μόνο τα δάκρυα
«το πάλι με χρόνους με καιρούς».
Κρεμάστηκαν οι δικέφαλοι
στα λάβαρα της ορθοδοξίας και μετώκησαν
στη μητέρα Πατρίδα
Μας έμεινε η γενοκτονία
χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων
η οιμωγή της Μικράς Ασίας και ο θρήνος της «Πόλης»
Μας έμειναν οι τάφοι στα «τάγματα εργασίας»
χωρίς σταυρό, με κάτι πέτρες
σηματωρούς των κεκοιμημένων.
Είπα κι εγώ ένα τρισάγιο να κάνω
μα πού ιερέα να βρω, έναν ύμνο να ψάλλει
ένα κεράκι ν’ ανάψω , ν ’αλαφρύνει ο ύπνος τους;
Ένα επίγραμμα ,σαν Σιμωνίδης θα χαράξω
πάνω στον τύμβο τους
μνημοσύνη στη μνήμη τους, το σεβασμό μου ν’ αφήσω.
Επιστρέφει πιο δυνατός ο στίχος του ποιητή.
«Την οργή των νεκρών να φοβάστε».
Ψάχνω μια άδεια εκκλησιά
μοναχός μου να ψάλλω τα «Χαίρε» .
Μόνο αγκάθια των θάμνων, στα ερείπια βρίσκω
και πληγωμένες εικόνες
κάτω από πέτρες και χώματα.
Αχ, είναι κι εκείνη η Πέργαμος
η μαγεμένη Πέργαμος
με βιβλιοθήκες, μ’ Ασκληπιεία και θέατρα .
«Πέργαμε ,αχ ωραία Πέργαμε
φεύγαμε και για σένα κλαίγαμε».
Θέλω να λησμονήσω ,μα δεν μπορώ.
Θα μείνω λίγο ακόμα
στους ορίζοντες
στους «Επτά παίδες, εν Εφέσω»
-όσο είναι καιρός-.
τι «αύριο η ζωή μας, κάνει πανιά».
Βλέπω των φονιάδων τα άλογα
την αποχαλίνωση των άτακτων του Κεμάλ
Σέρνουν το Χρυσόστομο ακέφαλο
στους δρόμους της Σμύρνης
με δίχως μάτια και αυτιά, με κομμένα τα χέρια.
Πορφύρα η θάλασσα , από αίμα αθώων αμάχων
στην παραλία του «Και».
Μαίνεται η φωτιά του Σεπτέμβρη
κι όλο ξεχύνεται ο αλαλαγμός
με βωμολοχίες και αναθεματισμούς
για των ελλήνων το γένος.
Ποιο όνειρο του ελληνισμού μπορεί
να βλαστήσει τώρα πάνω στ’ αποκαΐδια
όταν εγκαταλείπεται απ’ όλους;
Ό,τι ωραίο οικοδόμησε η Ρωμιοσύνη
στη διαδρομή των αιώνων
το αποκαθήλωσε ο Οθωμανός.
«Τόση αίγλη, τόσα ονόματα ευκλεή» .
Τα αποδεκατισμένα πουλιά της Ιωνίας
πήραν μαζί τους -ό,τι πρόλαβαν-και βγήκαν αντίκρυ
στα πολυδάκρυτα δέντρα της Χίου
στους ελαιώνες της Λέσβου
στους αμπελώνες της Σάμου
Άλλους τους προσάραξε η θάλασσα
πιο μακριά, στη Σαλονίκη , στον Πειραιά
στην Αλεξαντρούπολη, στην Πάτρα, στο Βόλο.
Τους έλειψαν οι Άγιοι της Καππαδοκίας
κι « οι υπόγειες πολιτείες » της .
Τους έλειψαν τα βήματα του ζεϊμπέκικου
η μαγεία του Βόσπορου, ο έρωτας του αντικριστού
«της Σμύρνης οι μάγισσες» το παραμύθι και τ’ όνειρο.
Τους έλειψαν της Λωξάντρας τα ντολμαδάκια.
Έφευγαν ,κι νους τους ήταν πάντα εκεί
κι άχνιζε το παράπονο τα ποιήματα
των αιώνων που άφηναν πίσω.
Άλλους τους θέρισε η μαλάρια του κάμπου
κι άλλους η φτώχεια κι η πείνα
μα πιότερο το μαχαίρι του λόγου.
Τουρκομερίτες και Τουρκόσπορους
τους βάπτισε ο ντόπιος κι η άγνοια .
Τέτοιες στιγμές η μικροψυχία κυλιέται στο βούρκο
σε περιμένει η προδοσία
κονταίνει η φρόνηση.
Αλί, στον ανήμπορο και στον άστεγο.
Ποιος βολεμένος νοιάζεται, για την οδύνη του άλλου;
Μόνο ο χρόνος, θα κάνει τις πληγές μας
να μη φαίνονται ανοικτές
να ξαναβρούν την Άνοιξη οι καρδιές.
Πού νά’ βρεις τώρα οραματιστή
όλα έχουν περάσει ,στο χθες.
Κι όμως κι αν ακόμη ,πολλά μας πληγώνουν
στην οδύνη δεν πρέπει να μείνουμε.
Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε, να μεθύσουμε
μ’ ελπίδα και τραγούδια του ήλιου
να τραβήξουμε μπρος ,να χορέψουμε πάνω στο κύμα
σαν καημός των Ελλήνων, σαν φωτιά του Ρωμιού
σαν ρυθμός απ’τα σπλάχνα μας.
«Βάρα νταγερέ, βάρα νταγερέ
σαν το κύμα να χορέψω, σαν φωτιά μωρέ».
Μητέρα Ελλάδα
αυτός ο κόσμος ο μικρός ,ο μέγας
σε πλούτισε με την τέχνη του και τη γνώση
τον πολιτισμό και τα γράμματα.
Αυτός ο κόσμος, σου στάθηκε ευλογία.
Να τον μακαρίζεις αιώνια!
Μητέρα Πατρίδα
νιώθω περήφανος ,γιατί μόνο σ’ εμάς
ανήκει ο κόσμος του Ομήρου» ,γιατί ως είπε κι ο ποιητής
«Ό,τι είναι ο νους κι η καρδιά για τον άνθρωπο
είναι για την οικουμένη, η Ελλάδα»(Γιόχαν Γκαίτε)
και ως θα πρόσθετε κι ο «Αλεξανδρινός» μας ποιητής
«και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.»
Κλείνω τα μάτια ,να ζήσω το μεγαλείο σου Ελλάδα
μες στο φως ,να ’βρω περισσότερο φως.
Ο πιο μεγάλος μου έρωτας
των Δελφών ο Ηνίοχος κι οι ακρογιαλιές του Ομήρου
και η πιο τρανή μου αγάπη
οι Καρυάτιδες κι η Αφροδίτη της Μήλου
για Οθωμανούς θα μιλούμε τώρα ;

Θεσσαλονίκη 23-2-2010
Θεόδωρος Σαντάς.

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΤΗΝ {ΕΝ.ΕΛ.ΔΗ.} ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥ<<ΑΝΟΙΞΗ>>.

13221749_1772603069636687_4827304812643217684_n

ΑΝΟΙΞΗ

Με ένα παπούτσι ξύλινο τον κόσμο θα γυρίσω
και όπου βρω την άνοιξη εκεί θα σταματήσω.
Ελλάς…ελ= φως, λας= πέτρα. Φωτεινό πετράδι,
Ελλήνιον πνεύμα, με Ολύμπιο φως!
Με τον πυρσό στο χέρι, σκορπάς
φως σ’ όλη την οικουμένη!
Ω! Ελλάδα… πηγαία η ρευστότητα Ήλιου,
χυμώδεις εντάσεις,
αόρατα και σιωπηλά παραλειπόμενα
που δεν μπορείς να φτάσεις.
Εδώ θα μείνω, άνοιξη αιώνια…τρισόλβια!
Η άνοιξη είναι ο μόνος επαναστάτης,
που η επανάσταση της έχει πετύχει.
Η παλέτα μου, υποβλητικές εικόνες
του νου, χρώματα ζωής παντού.
Αγρυπνώ μιλώντας στο φεγγάρι,
στου ονείρου την αγκάλη άστρων πνοές.
Απ’ τα ματόκλαδά μου λουλούδια σταλάζουν
κι απ’ το ανοιγόκλεισμά τους αναδύονται νότες,
αρπίσματα μελωδίας, όμορφες φωνές.
Πυροτεχνήματα φαντασίας, ήχοι συναρπαστικοί
που συγκλονίζουν την ψυχή.
Η αρπαγή της Περσεφόνης… άνοιξη ήταν θαρρώ
στου χρόνου τη λήθη σαν παραμύθι.
Σ’ αυτή τη μελωδία Άνθησης,
η άνοιξη μας παραπέμπει
σ’ αυτό το φως τ’ αστραφτοβόλο
γιατί αυτή το εκπέμπει!

ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ ΟΛΓΑ

Η Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου καθιερώθηκε το 1994 με απόφαση της Ελληνικής Βουλής και τιμάται κάθε χρόνο στις 19 Μαΐου.

13221545_1156021407781532_8968465874975943059_n

Την ημερομηνία αυτή του 1919 και κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα και άρχισε τη δεύτερη και σκληρότερη φάση της Γενοκτονίας των Ποντιακού Ελληνισμού, στο πλαίσιο του Απελευθερωτικού Αγώνα των Τούρκων. 200.000 – 350.000 είναι οι Ελληνoπόντιοι, που εξολοθρεύτηκαν από τους Νεότουρκους κατά την περίοδο 1916-1923.

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανές δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.
Thedoros Santa

Μέρα των Μουσείων. Τι σήμερα, τι αύριο, τι χτες..

13220872_609366965907703_4113960425465216781_n

ΑΛΛΟΤΕ:– “Πειραματικό Μουσείο Λογοτεχνίας” Θύμα των σεισμών.
-Και ξαφνικά οι τοίχοι γέμισαν κόκκινους σταυρούς, και κόκκινες κορδέλες έζωσαν το κτήριο. Τι κρίμα! Το “Πειραματικό Μουσείο Λογοτεχνίας” σεισμόπληκτο, ετοιμόρροπο. Πόσες ανάσες κρύβει τώρα μέσα του! Πόσοι δεν θα θυμούνται τα αξέχαστα ποιητικά του βράδια! Τι μουσικές, τι πρόσωπα φωτισμένα!
Πειραματικό Μουσείο Λογοτεχνίας, ένα δίπατο προσφυγικό σπίτι, που μέσατου η ποίηση έγινε θεία λειτουργία, αγάπη, όνειρο, ταξίδι. Ένιωθες τις σκιές, τις ψυχές των ποιητών, αποκαθηλωμένες από τα κάδρα τους, τις προτομές τους, να εισχωρούν στη συντροφιά μας, σιγοψιθυρίζοντας μαζί μας τραγούδια και ποιήματα.
Πειραματικό Μουσείο Λογοτεχνίας, εκεί που στέκεσαι ραγισμένο, δακρυσμένο, καληνύχτα. Οι μνήμες μας θα φτερουγίζουν στη σκιά σου, κι όταν ακόμα ούτε ένα παραθύρι σου δεν θα υπάρχει. Καλή σου νύχτα, μουσείο μου αγαπημένο…
Αντώνης Σαμιωτάκης

ΣΗΜΕΡΑ:– «Πειραματικό Μουσείο Λογοτεχνίας» Ελάτε…
-Κάθε δωμάτιο, κι ένα πορτραίτο της ψυχής του δημιουργού. Τα πράγματα έχουν ιστορίες να διηγηθούν. Σαν σκηνικό θεάτρου, που μέσα του αντηχούν οι ψίθυροι. Ξεχειλίζει ο χώρος, δίχως το παραμικρό ίχνος προσποίησης. Οι ποιητές συχνά απουσιάζουν από τα κάδρα τους, έχοντας ανεπαισθήτως μεταφερθεί στο μικρό χωλάκι με τον ήλιο. Παντοτινοί εραστές της λογοτεχνικής συντροφίας.
Όλα μοιάζουν γαλήνια, με μια γλυκιά προσμονή υποδοχής. Ελάτε. Σήραγγες διαφυγής απ’ το οδυνηρό σήμερα. Ελάτε. Ευφρόσυνο το άρωμα της ποίησης.
Αντώνης Σαμιωτάκης

ΑΥΡΙΟ ΙΣΩΣ:– «Πειραματικό Μουσείο Λογοτεχνίας» Μια θλίψη…
-Κάποτε θα σέρνονται χέρια, μάτια, ίσκιοι, φιλιά, μες στο υγρό του τοπίου δάκρυ. Θα ‘χουν πάψει οι φωνές. Δυο ποιητές, απομεινάρια κρεμασμένα, ξεχασμένα θα ‘χουν μείνει…. και ψίθυροι. Κι εγώ, φύλλο του κήπου, ήχος του άνεμου, θα ανιχνεύομαι αόρατος να σεργιανώ, αόρατος ν’ αγγίζω τις στιγμές, μες στις αράχνες. Εωθινοί, ηλιοδύσια, νυκτήλια της ποίησης, είχαν έρθει, ήρθαν, φεύγουν, θα ‘χουν φύγει….
Αντώνης Σαμιωτάκης