Αρχείο | Μάιος 17, 2016

Ξένος ήλιος – του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

13173673_1770564889840505_9035363571254068998_n

Τετραγωνισμένος κύκλος
στην άσφαλτο
αστέγων ονείρων,
ξένος ήλιος
στο παραθύρι
θαμπών ελπίδων
που θέλησες να κεντήσεις
με δύσεις και ανατολές,
χρώματα της παλίρροιας
ξεβάφουν στην άμπωτη
που γιόρτασες το τίποτα,
απρόσκλητοι εραστές
θάβουν βαρκάδες
στο φεγγάρι
και η κόλαση
καίει το δέρμα σου,
χωρίς ανάσταση,
αναίτια ακόμη φυσά,
μάταια πάλι γυρνά,
η απουσία σου
τη νύχτα
ξανά προστάζει.

ΣΕ ΛΙΓΟ…

11150619_952411264778079_4052013412324553954_n

Καθώς μόνον Εγώ ξαγρυπνώ το κορμί μου
τούτηνε τη Θεοφώτιστη Νυχτιά,
το Φεγγάρι αργά-αργά νωχελικά,
ολοστρόγγυλο στα Ουράνια πλάτια σεργιανάει.
Κι Εγώ,ξύπνιος ονειρεύομαι και πεθυμώ,
τη στράτα που στη θάλασσα θε να με φέρει…
Της γλώσσας μου τα ρήματα
έχουν σβήσει σαν κάρβουνα από νωρίς,
και το μόνο που αποζητώ,
είναι ένα μεράδι από τις Προφητείες της Γραφής,
για ένα Λαμπροφόρετο κι Ευτυχισμένο Μέλλον!
Κι ενώ ο ταξιδιάρης Λογισμός μου
άοπλος μπαίνει στης Ψυχής μου τη Σπηλιά
και οι Θύμησές μου μοιάζουν με πτώμα έφλεκτο,
θαρρώ,πως ήδη έχω γίνει Φίλος Καρδιακός,
με τον Ήλιο,με τ’ Άστρα και με τη Σελήνη…
Σε λίγο,
και προτού ακόμα ο Ήλιος
τοξοβολήσει με τ’ Αχτίδια του
το γέρικο κορμί μου,
λέω,να χωθώ μες το θαλασσινό νερό,
τη Δροσιά του να απογευτώ…και την Αρμύρα!

Λουκας Νικολαϊδης

Μ’ΕΝΑΝ ΙΣΚΙΟ ΒΑΘΥ

13166065_1767801310116863_6183296905910533238_n

Δεν ήταν τα κόκκινα ρόδα
κι η ανθοδέσμη τους
δεν ήταν η σύντομη αφιέρωση
στη δική μου ονομασία
κι οι βλαστοί οι καταπράσινοι
ήταν ένα ρήμα μ’έναν ίσκιο βαθύ
που τ’ακουμπούσε της ψυχής σου
το ατελείωτο βλέμμα
κι είχε τις δικές του
επιμηκύνσεις κι επιθυμίες
με τις παρηχήσεις του άλφα και του ωμέγα
κι είχε έναν πόθο να μιλήσει μαζί σου
στον δικό σου τον κόσμο να εισέλθει!
Κι αν θα μπορούσες να δεις
κι αν θα μπορούσες να τρέξεις
τον ουρανό μου να δεις
πόσο φως κουβαλούσε για σένα
σαν γαλάζιο πουλί της πατρίδας
σαν ανάλαφρη πνοή της αυγής
στο παράθυρό μου θα ερχόσουν
να σου πω τα τραγούδια
που έχω γράψει για σένα
σε μια νύχτα σιωπής
όταν όλα είχαν χάσει τον ήχο τους
κι είχαν τη δική σου φωνή
στην κλωστή τη δική μου
στην απόχη της μοίρας μου
στης Παναγιάς μας τα περιβόλια
που ανθίζουν τους στίχους μου
και τους αφιερώνουν σε σένα!

Θεόδωρος Σαντάς,θεσ/νίκη,20-3-2016

Από το μυθιστόρημα: Το ονειροπόλο παιδί

13254251_1770954033134924_659467611999045371_n

Πήγε στην βιβλιοθήκη, πήρε το βιβλίο: 《Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες》. Κινήθηκε προς το γραφειάκι που υπήρχε στο δωμάτιό του κι άρχισε να διαβάζει. Να διαβάζει τις περιπέτειες του Φιλέα Φόγκ. Να τις διαβάζει και να πλάθει με το νου του άλλες· προσωπικές περιπέτειες που είχαν μέσα του τον ίδιο.
Όμως περιπέτειες διαφορετικές, πιο κοντινές, πιο καθημερινές, πιο σύντομες: ένα φανάρι που δεν απέκτησε ποτέ του χρώμα πράσινο· ένα ασθενοφόρο που σταμάτησε έξω απ’ το σχολείο και τρέχαν οι τραυματιοφορείς να κουβαλήσουνε την άρρωστη γιαγιά απ’ το αντικρινό το σπίτι· η τελευταία πέτρα του γκρεμισμένου σπιτιού που έπεφτε στο χώμα· το ουράνιο τόξο πάνω και πίσω από του σχολείου την αυλή…
Περιπέτειες μικρές, απρόσμενες και καθημερινές, που τελικά συνέθεταν μιαν άλλη, πιο μεγάλη, αυτοί που οι μεγαλύτεροι την ονομάζανε ζωή.
Με το μυαλό του έψαξε την Ειρήνη και άρχισε με την παιδική του την φωνή να της μιλά:
《Πού είσαι; Γιατί έχεις χαθεί τόσο καιρό; Δεν είναι ο χειμώνας πια εδώ… Ήλθε η άνοιξη, ήλθε το Πάσχα – ήλθε και έφυγε· και είσαι μακριά.
》Οι μέρες μεγάλωσαν, τελειώνουνε και οι Πασχαλινές διακοπές και τα σχολεία πολύ σύντομα θα ξανα – ανοίξουν.
》Επιμένεις να είσαι μακριά. Επιμένεις να ζεις τις περιπέτειές σου μόνη. Εδώ όλα αλλάζουν συνεχώς: μορφές σπιτιών, μοντέλα – αυτοκίνητα, συνήθειες ανθρώπων.
》Επιμένεις να είσαι μακριά· κι εγώ σε ψάχνω, σ’ αγαπώ, πού είσαι;
》Το απογευματάκι θα καθίσω και θα δω τον ήλιο που θα φεύγει. Μέσα του θα δω και τις “γραμμές” από τ’ αεροπλάνο του δρομολογίου: Αθήνα – Σαλονίκη.
》Το ίδιο κι αύριο, το ίδιο και μεθαύριο….
》Μέχρι να χτιστεί η πολυκατοικία που και αυτή τη θέα τα την κλείσει · μέχρι που θα κλειστώ κι εγώ μέσα σε ένα τείχος· και τότε θα ‘ναι δύσκολο πολύ να έρθεις να με βρεις, να μου μιλήσεις.
》Γιαυτό σου φωνάζω: Έλα! Κάνε τα βήματα που πρέπει, πέτα στον ουρανό και γίνε άγγελος και γίνε το αστέρι της αυγής, που ειν’ το ίδιο με γης δύσης το αστέρι.
》Έλα! Δεν ξέρω πόσες και ποιες ειν’ οι μέρες μου – ο Φιλέας χρειάστηκε μοναχά ογδόντα.
》Κι εγώ πραγματικά δεν ξέρω. Δεν ξέρω· κι είναι αυτό που η μεγάλοι λένε τραγωδία.
》Έλα λοιπόν· και θα σου δείξω την χελιδονο φωλιά που έφτιαξαν στο χαγιάτι απ’ το σπίτι της γιαγιάς τα νέα χελιδόνια. Έλα· και θα σου δείξω στην αυλή το μανιτάρι το τεράστιο που φύτρωσε στο κούτσουρο απ’ το κομμένο δέντρο. Έλα· και θα σου δείξω την ελιά που βρίσκεται πίσω από της γειτονιάς την εκκλησία – από εκεί, μου είπε μια βραδιά ένα αερικό, ότι πηγάζει η αγάπη η μεγάλη.
》Μονάχα έλα! Έλα και γίνε θαύμα απ’ αυτά που έχουν να συμβούν από την εποχή της βίβλου.
》Έλα και στάσου πλάι μου και βόηθα με να ζήσω》.
Ο Βασιλάκης άνοιξε τα μάτια του. Στα χέρια του κρατούσε ακόμα το βιβλίο του Ιούλιου Βερν· και μες απ’ το παράθυρο, απέναντι, ο ήλιος τράβαγε προς την νυχτερινή του κατοικία, περνώντας πίσω από τις ψηλές βουνοκορφές που βρίσκονταν στο βάθος του τοπίου.
Είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, ζώντας μία περίπου ταύτιση, ονείρου και ζωής· μια ταύτιση του τώρα με το μέλλον.
Να και τ’ αεροπλάνο: το Αθήνα – Σαλονίκη· αυτό του είχε πει πως ήταν η γιαγιά. Να το· να φαίνεται από μακριά σαν μία λαμπερή κεφαλή από καρφίτσα και πίσω απ’ αυτή να ξετυλίγεται μία λεπτή ουρά και μακριά όμοια με ουρά από τεράστιο και μαγικό ποντίκι. Μαγική και η στιγμή· κι οι σκέψεις του όλο μαγεία. Και πίσω από τ’ αεροπλάνο, στο τέλος της ουράς, να το ακολουθεί η Ειρήνη. Να το ακολουθεί, να χαιρετά και να πηγαίνει και αυτή προς τα εκεί που βρίσκονταν το πουθενά, προς τα εκεί που βρίσκονταν η νύχτα…
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

Πηγή : Το Ονειροπόλο Παιδί – Απόστολος Βεργής
Βιβλίο

Όταν πεθαίνει ένα παιδί

13166096_1770956793134648_7119385185201126612_n

Αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα
όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

Τ. Νικηφόρου, Ποιήματα 1966-2002,
Νέα Πορεία

Εικαστικό
William-Adolphe Bouguereau (French, 1825-1905)

ΙΟΥΛΙΑ ΚΑΡΜΕΝΤΖΑ

13239009_1771807573049570_8544429331437567872_n

…..όσο υπάρχω στην ζωή
το ότι μπορώ σαν εργάτρια ταπεινή
αλλά δίχως παινέματα να ζητώ κι αμοιβή,
στης Ποίησης το καρποφόρο αλώνι
μέρα νύχτα να δουλεύω εκεί,
αυτό και μόνο μου αρκεί.
Και μ’ ακαταπόνητους ρυθμούς
βραδιάζει ξημερώνει
μες απ’ τα καθημερινά διαδραματιζόμενα
που όλοι βιώνουμε μοιραία
και από του Σύμπαντος τα φαινόμενα
τα φωτοβόλα κι ανείπωτα ωραία
απ’ ό, τι το χέρι μου σταχυολογεί,
στη ποδιά της καρδιάς μου
ένα-ένα σαν τ’ απλώνει,
σμίγοντάς τα με τα όνειρά μου
γιορτή και σχόλη δεν φείδεται ο νους
προσεκτικά να κάνει διαλογή
κι ύστερα να με ωθεί
μ’ ερωτικούς να γράφω ενθουσιασμούς,
πότε για ασήμαντα και σημαντικά Ζωής
και πότε για τα θαυμαστά και τα σπουδαία
της Μεγάλης κι Αθάνατης Ψυχής……
ΙΟΥΛΙΑ ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ