Αρχείο | Μάιος 12, 2016

Χατζόπουλος Κωσταντίνος

13178536_1147904661926540_8426196677584192598_n

Ω το βαθύ μας το κρυφό
που τόμαθαν ταηδόνια
κι ακούς, το τραγουδούν
ολονυχτίς στα κλώνια.

Μια θλιβερή παρηγοριά
σταλάζουνε ταστέρια
που τρέμουν στη θολή νυχτιά
σαν αχνοκέρια.

Στα φύλλα ένα παράπονο
περνάει το αγέρι·
ω τα θλιμένα πνέματα
που κλαιν στα έρμα μέρη!

Γιατί με ζώνουν τρέμουλα
ταχνά σου χέρια;
ω η θλιβερή παρηγοριά
που τάζουνε ταστέρια,

ω το βαθύ μας μυστικό
που τόμαθαν ταηδόνια
κι ακούς, το τραγουδούν
ολονυχτίς στα κλώνια!

(από Τα ποιήματα, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1992)

Ο Μέγας Ανατολικός – Ανδρέας Εμπειρίκος (απόσπασμα)

13051735_1762076000689394_8118660031941381585_n

Ο ουρανός εξηκολούθει να είναι καθαρός και οι αναρίθμητοι αστέρες εσπίθιζαν εις τήν αδιατάρακτον γαλήνην τής νυκτός. Ο «Μέγας Ανατολικός» γλιστρούσε εις τά σκοτεινά νερά ως υπερκόσμιον φάντασμα και προχωρούσε εις τό αυροφίλητον έρεβος, ουχί ως μονάς, αλλά ως ολόκληρη αρμάδα, νύκτωρ εξορμήσασα, με όλα τά φώτα της αναμμένα, ως στόλος πανηγυρικός και ατρόμητος, πλέων, εν πυκνώ σχηματισμώ, προς κατάκτησιν ενός νέου κόσμου. Ο Ανδρέας Σπερχής μόλις τώρα κατήρχετο από τήν γέφυραν. Επωφελούμενος τής ερημιάς, ήθελε να βηματίση μόνος του εις εν εκ τών καταστρωμάτων τής πρώτης θέσεως. Η ευκαιρία ήτο πράγματι λαμπρά. Ουδείς ευρίσκετο εκεί τήν ώραν εκείνην, και ο δροσερός αήρ ήτο κατάλληλον αντίδοτον προς μετριασμόν τής φωτιάς που κατέκαιε τήν ψυχήν του.
Ω, πόσον διαφορετικόν θα ημπορούσε να είναι τό ταξίδιον τούτο, εσκέπτετο ο Σπερχής με σπαραγμόν, ενώ εβημάτιζε επάνω-κάτω. Πόσον διαφορετικόν, επανελάμβανε ενδομύχως, και έβλεπε τόν εαυτόν του στηριζόμενον εις τήν κουπαστήν, εις τό πλευρόν τής Βεατρίκης και ψιθυρίζοντα λόγια αγάπης φλογερά, ενώ εκείνη τόν ήκουε με σιωπηλήν περιπάθειαν, μεθυσκομένη από τήν θέρμην τού έρωτός του, με τήν ωραίαν της καστανήν κόμην κυματίζουσαν εντεύθεν και εκείθεν τού προσώπου της, που ωμοίαζε με πρόσωπον ωραίας Φλωρεντινής τού Πιέρρο Φραντσέσκα ντέλλα Μοργκέζε, ή τού Αλεσσάντρο Μποτιτσέλλι, με τά επιμήκη καστανά και υποκύανα εις τό άσπρο των μάτια της συλλαμβάνοντα τήν φλόγα τού έρωτός του και όλας τάς μαρμαρυγάς τών άστρων. Αντ’ αυτού —εξηκολούθει να σκέπτεται ο Σπερχής— τούτο τό μοναχικόν και μελαγχολικόν ταξίδιον, με τήν πικρίαν ριζωμένην εις τήν καρδίαν του, χωρίς καμμίαν σαφή προοπτικήν μπροστά του, και με τήν έμμονον ιδέαν ενός απολεσθέντος παραδείσου εμφωλεύουσα αδυσωπήτως εις τόν νούν του. Ω, ας ήτο εφιάλτης μόνον, τό τελευταίον τούτο δίμηνον τού μαρτυρίου του. Ας αφυπνίζετο αιφνιδίως, και ας μην ήτο πλέον ο προγεγραμμένος, αλλά ο εκλεκτός, ο προτιμηθείς από τήν Βεατρίκην άνδρας, και, κατά συνέπειαν, ο ευτυχέστερος άνθρωπος εις τόν κόσμον.
Ο Ανδρέας Σπερχής, κατάκοπος από τήν πολύωρον ορθοστασίαν εις τήν γέφυραν και από τούς βηματισμούς εις τό κατάστρωμα, δια τών οποίων προσεπάθησε να καταπραΰνη ολίγον τόν σάλον τής ψυχής του και να εκδιώξη τάς οδυνηράς φαντασιώσεις του, εκάθησε επί ενός πάγκου, ευρισκομένου μακράν από τό άμεσον φως τών φανών, και με ύφος περίλυπον ήκουε τόν ρυθμικόν γδούπον τής έλικος και τόν αφρόεντα παφλασμόν, που προεκάλουν με τάς σταθεράς περιστροφάς των εις τήν θάλασσαν τά πτερύγια τών τεραστίων τροχών τού υπερωκεανείου.
Τί περίεργον! Αι ώραι παρήρχοντο τόσον βραδέως, και όμως η ημέρα είχε ανατείλει! Εν άρωμα από γαρδένιες και γαζίες εγέμιζε τόν αέρα. ∆ύο ελαφρά και επιμήκη σύννεφα έπλεαν εις τόν ουρανόν, σαν νησίδες εις πέλαγος γαλάζιο, ροδίζοντα συνεχώς από τάς πρώτας ακτίνας τού ηλίου που τά ήγγιζαν. Τό άγγιγμα τούτο ήτο σαν μία θωπεία εραστού εις τά βυζιά, ή τό αιδοίον, μίας κόρης δια πρώτην φοράν θωπευομένης, ή εις τούς μαστούς και τό αιδοίον μίας γυναικός ερωτευμένης, που, κατόπιν μακράς αναμονής, συνευρίσκεται με τόν εραστήν της. Εν δροσερόν ψιμύθιον αφρού ανήρχετο από τά ελαφρότατα κύματα που διέτρεχαν ως ρίγος ηδυπαθείας τήν επιφάνειαν τών πρωινών υδάτων, και διεσκορπίζοντο επί τού πελωρίου σκάφους, καθώς και επί τών χειρών και τού προσώπου τού Ανδρέου Σπερχή. Θα έλεγε κανείς, ότι η ώρα προμηνούσε κάτι τό ασύνηθες, κάτι τό θαυμαστόν — ίσως τήν αναπήδησιν εκ τής θαλάσσης μιας σποράδος εξαισίας, ή τήν εμφάνισιν εις τόν ουρανόν ενός σέλαος ανεσπέρου.
« Ανατολή! Ανατολή ! » εψιθύρισε αγαλλιών ο Έλλην ποιητής, και πάσα θλίψις άπεπτη από τήν ψυχήν του. Εν αίσθημα όλβου και μια γαλανή γαλήνη εγέμισαν τώρα τήν μέχρι προ ολίγου ακόμη σφαδάζουσαν καρδίαν του. Κάτι επέκειτο. Κάτι οριστικόν, ευδαιμονικόν και τελεσίδικον — κάτι, όπως η γέννησις μίας κόρης ουρανίας, κάτι, όπως η γέννησις τής Αφροδίτης! Και ιδού που τό εκπληκτικόν, τό θαυμαστόν συνετελέσθη! Μία νεάνις ωραιότατη, με καστανά μαλλιά και βελούδινα μάτια, εστάθη προ τού ποιητού και τού έτεινε τήν χείρα. « Βεατρίκη! » ανεφώνησε αφυπνιζόμενος ο Σπερχής και τό ωραίον όνειρον εχάθη.

Λαμπρος Λιαπης

13174083_1389811957711487_1138434231869164411_n

Οταν σωζεις μια ζωη, λεγεσαι ηρωας.
Οταν παιρνεις το πονο απο εναν αγνωστο, λεγεσαι ανθρωπιστης.
Οταν φροντιζεις τον ανημπορο, λεγεσαι ρομαντικος.
Οταν κινδυνευεις αλλα συνεχιζεις να προσφερεις, λεγεσαι μαχητης.
Οταν κανεις μικρα παιδια να γελανε και να ξεχνανε το πονο τους, λεγεσαι μαγκας.
Οταν κανεις τη δουλεια σου χωρις να εκμεταλλευεσαι το πονο του αλλου, λεγεσαι αξιοπρεπης.
Οταν εκτελεις αλλοτρια προς εσενα καθηκοντα, λεγεσαι εθελοντης.
Οταν δεχεσαι βια, (λεκτικη, ψυχολογικη ή σωματικη) κι εσυ διατηρεις τη ψυχραιμια σου και τη δεοντολογια σου, λεγεσαι συνετος.
Οταν ψαχνεις συνεχως για δουλεια γιατι γουσταρεις να κανεις αυτο που σπουδασες, λεγεσαι ανεργος.
Οταν δε φοβασαι να πεις την αληθεια, λεγεσαι αληθινος.
Οταν δε ντρεπεσαι να κλαψεις για το παιδι που πεθανε, λεγεσαι ανθρωπος.
Οταν δε μπορεις να κρατησεις τα βλεφαρα σου ανοιχτα απο τις συνεχομενες βαρδιες, λεγεσαι κουρασμενος.
Οταν κοιτας στα ματια τη μανα που εχασε το παιδι της και μενεις σιωπηλος μη μπορωντας να κανεις τιποτα, λεγεσαι καταραμενος.
Οταν παραδιδεις στη μανα το παιδι της υγιες πλεον, λεγεσαι ευλογημενος.
Οταν εισαι στη δουλεια σου μονος, προσπαθωντας να βαλεις μια ταξη στο χαος, λεγεσαι ζαλισμενος.
Οταν δε μπορεις να προσφερεις αυτο που πρεπει, λεγεσαι απογοητευμενος.
Οταν σε πολεμουν, αλλα οσο σε πολεμουν εσυ συνεχιζεις, λεγεσαι πεισμωμενος.
Οταν σχολας κι εχεις τη συνειδηση σου ησυχη, λεγεσαι νικητης.
Οταν κανεις ολα τα παραπανω, λεγεσαι Νοσηλευτης.
Δεν ειμαι Θεος.
Δε το παιζω Θεος.
Δεν νιωθω αγγελος, οπως πολλοι φιλοι μας αποκαλουν.
Δε με τιμα κανενας για τη σημερινη μερα. Δεν το εχω αναγκη αλλωστε.
Με τιμουν οι ψυχες που νοσηλευω καθε μερα.
Κι εγω τιμω το αιμα που στολιζει τη μπλουζα μου.
Αλλωστε διπλα σε εναν αξιο γιατρο στεκεται κι ενας αξιος νοσηλευτης. Κι αυτο λιγοι το βλεπουν.
Ειμαι ενας μαχιμος νοσοκομειακος νοσηλευτης που εχω στη φαρετρα μου μερικα οπλα ασυνηθιστα.
Ολα τα παραπανω.
Χρονια σου πολλα συναδελφε, αν νιωθεις κι εσυ ετσι.
Λαμπρος Λιαπης (εχθρος της πραγματικοτητας).

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ!!!

13174091_889103267866016_1512627271105864837_n

Ήταν η Μεγάλη νύχτα, με τις λαμπάδες τις Ανάστασης, να λαμποκοπούν ελπίδες!
Έσκυψα μέσα μου. Όλα τα σβησμένα φώτα της ψυχής μου, φώτιζαν την ερημιά μου. Κι εκεί, στο φως του φεγγαριού, ψαχούλεψα τις απόκρυφες κόγχες των ματιών μου. Επίσημη καλεσμένη, η απουσία του.

Μέρα όμως που βρήκα κι εγώ, να στολίσω τον επιτάφιο του δεσμού μας!
Γλυκύτατη αγάπη, ‘’πού έδυ σου το κάλλος;’’
Μας τύφλωσε η Ανατολή κι η πανσέληνος ετάφη.

‘’Καμιά φορά, σκέπτομαι ν΄αλλάξω ουρανό, μα δεν υπάρχουν δρόμοι.
Κι άλλη φορά σκέφτομαι, πόσο σ΄αγαπώ και σου ζητώ συγνώμη’’

-Ναι, εμπρός; Όχι, λάθος κάνετε κύριε…
Ώρα που βρήκαν να κάνουν λάθος…ή μήπως ήταν εκείνος κι έβαλε άλλον να ελέγξει αν είμαι μέσα… εξυπνάδες , αν είναι δυνατόν… με απόκρυψη, να κάνει αισθητή την παρουσία του, μήπως και τον πάρω…
Ε, όχι και να πάρω…αυτός έφταιγε αυτόοοοοοος…. ο επηρμένος, …
-Σε ποια κύριε φιγουράρεις τζάκια και prestige, για να επιβάλεις απαιτήσεις; Τι προσταγή ήταν αυτή, με την αντρίκια ματιά στους ώμους;
‘’ή το face ή εμένα’’ ….

Το φέις κύριε το φέις, όποιος δεν σέβεται τις αδυναμίες μου, δεν αξίζει κοντά μου να ζει..
Έτσι, με το δάχτυλο βιδωμένο στην εξώπορτα, έγραψα το μοιρολόι.
’’Το τέλος, πάντα με δάκρυα καίγεται’’

Ας είναι. ‘’Καιρός του κλαίειν, καιρός και του γελάν’’
‘’Κλαίω την ώρα του γυρισμού, που δεν θα μπορώ να σου πω, σ΄αγαπώ’’
Γελάω, με την άφεση που θα γυρεύεις, όταν το φευγιό μου θα κοιτάς. Σιγά μην κλάψω……

Όπα, είπα λέω, την τουαλέτα μου, τις γόβες, στου θυμού το ντέφι να χορέψω, με το ΟΧΙ μου να λικνιστώ… κι ένα βολάν, να πατήσω το γκάζι στη λεωφόρο του ασυμβίβαστου, εκεί… που κανείς δεν γίνεται πιόνι κανενός!

Όμως… μέρα που είναι, ούτε για το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ δεν θα κάνει ανακωχή;

Αχ, ξαναχτυπάει…’’Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυχτός’’- Λέγετε!
Αμάααααν , πάλι η κοσμικιά, που όλη μέρα με ρωτάει, τι θα φορέσω απόψε, για να ξέρει σαν οικοδέσποινα, πώς θα εμφανιστεί.
Άκου, τι θα φορέσω! Το καλώδιο στο λαιμό μου, αυτό θέλω να φορέσω. Να φάω το μπουφέ της αυτολύπησης και με το δάκρυ να μεθύσω .

Πάει, τέλειωσε, αφού δεν εκμεταλεύτηκε την ευκαιρία…κλείσαν οι ουρανοί.
Κι αυτό το άσμα απ΄το πρωί, με λιγώνει ενοχές, σαν αμαρτία.
‘’Κάνε εσύ το πρώτο βήμα, να κάνω γω το δεύτερο’’

Τι; Το πρώτο… ‘’η εν πολλαίς αμαρτίαις;’’ Φοβάμαι – μη φοβάσαι.
‘’Σήμερον κρεμάται επί ξύλου’’ το ΕΓΩ .
Το ξέρω. ‘Ολα τα δεινά, απ΄την αλαζονεία μας προέρχονται.
Εμείς οι ίδιοι η πηγή, εμείς το στέρημά της.

Έλα Μαριονάκι, κάνε τώρα το άλμα σου στην πράξη, ώστε τη μέθεξη να βρεις…
στη Συγχώρεση!!! στη Συγνώμη !!! στην Αγάπη!!!

-Γιώργο!… Χρόνια σου πολλά!… καλά… εσύ;… okay , συγχωρεμένος…
Μα γιατί ρωτάς- δεν το βλέπεις; Μόλις τώρα, στην Αγάπη Αναστήσαμε, γιατί…
Μόνο μέσα στην ιάσιμη μαγεία της, αξίζει η ψυχή μας να ζει!

‘’Ποιος γυρεύει τον άλλον- ποιος φωνάζει- ακούς;
Είμ΄εγώ που φωνάζω κι είμ΄εγώ που κλαίω- μ΄ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δυο μαζί…
Σ΄αγαπώ, μ΄ακούς;’’

*** ***
Ο στίχος στο φινάλε του κειμένου είναι από «Το μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη
και ο στίχος »Το τέλος πάντα με δάκρυα καίγεται» είναι από το ποίημα «Το τέλος» του Δημήτρη Π. Κρανιώτη..
*** ***

 

ΣΠΥΡΟΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ

13166120_1769804193249908_3893671811697464281_n

Ένας δρόμος, αυτός που έβγαζε κάποτε στα σκαλοπάτια σου
μ΄ οδηγεί τώρα στα πέρατα του κόσμου. Βασανισμένα χρόνια
τα πουλιά που μας στόλισαν με το τραγούδι τους στα κλουβιά
που έγιναν δική μας φυλακή, ελευθερίας σημαία που σηκώσαμε
στην άπνοια ενός καιρού που οι βοριάδες ανέμιζαν μόνο ψεύδη
και κάλπικα φλουριά ενός πλούτου που ένδυε τη μίζερη φτώχεια
που μοιραστήκαμε ευλογώντας τις ανατολές σ΄ άχρωμα δειλινά.

Ένας δρόμος παρατεταμένης ερημιάς που μας έφερνε πιο κοντά
σ΄ ότι βλέπαμε μακρινό με τα μάτια κλειστά στην πικρή αλήθεια…

Ένας δρόμος, απαράλλακτα ίδιος με τις λεωφόρους των ενοχών μας!
Σπύρος Ποταμίτης

7-5-2016

S’I PASHE DALLANDYSHET…

13177067_1769803753249952_8735970490071218898_n

S’i pashё dallandyshet kur ikёn
Dallandyshet kur erdhёn s’i pamё
Mbi pentagramin e ballit tim tё rrudhur
Ca nota trishtimi ranё.

Era muzikonte gjethet qё binin
Si dirigjent i bezdisur pedant
Unё tё vetmen pasuri qё kisha nё botё
E kam nxjerrё nё ankand.

S’i pashё dallandyshet kur ikёn
Me mall e brenga mbi shpinё,
Dyndeshin qiejve bagazhet e reve
Deve qё mbartin melankolinё.

Sytë më qenë mbushur me mjegull
Më lodronte një lot ndënë qepallë
Për një mjellmë erotike që humbi
Ndanë një gjoli plot dallgë dhe mall.

Leshrakёrleshur qielli si Kasandёr
Qielli i pёrflakur si njё Trojё
Me imazhin e njё Helene nё sy
Qё s’ka mё çfarё tё tradhёtojё.

S’i pashё dallandyshet kur ikёn
Kur erdhёn kish mjegullirё
Stinёt padyshim janё bërë grindavece,
Pёr zemrat ёshtё stinё e vёshtirё.

Ti tani kap penelin, të harrosh mërinë
Po shtёpi e vjeshtёs ёshtё lesheli
Humneron qielli pa dallandyshet
E zemrёn ta kafshon bushtra zili.

PETRO ÇERKEZI
Nga vёllimi: “DETIN E VESHA ME MALL”

Δεν βλέπω dallandyshet…

Δεν pashë dallandyshet γιά όταν
Όταν δεν πάμε erdhën dallandyshet
Η πεντάλφα στο μέτωπό μου ζάρωσες
Μερικούς βαθμούς ρέην θλίψη.

Άνεμος φύλλα που έπεσε muzikonte
Ως μαέστρος της όχλησης massa
Κάνω το μοναδικό πλούτο που είχα στο botte
– Nxjerrë σε δημοπρασία.

Δεν pashë dallandyshet γιά όταν
Με τα θλιβερά πράγματα στις shpinë,
Έσπευσαν στους ουρανούς και έλα κάτω τις αποσκευές
Ελπίζω να κουβαλήσω melankolinë καμήλα.

Τα μάτια μου ήταν γεμάτη με ομίχλη
– Lodronte ndene ένα δάκρυ βλέφαρό μου
Ερωτικό για έναν κύκνο που έχασε
Μοιράστηκε ένα gjoli γεμάτο κύματα και τέτοια.

Τον ουρανό σαν kasandër leshrakërleshur
Ο ουρανός ως troje përflakur
Με την εικόνα ενός helene στο μάτι
Αυτό δεν είναι ό, τι η më tradhëtojë.

Δεν pashë dallandyshet γιά όταν
Όταν erdhën mjegullirë kish
Σίγουρα έχουν κάνει stinnett μυξιάρα,
Σε έναν πόλεμο για τις καρδιές είναι stine vështirë.

Εσύ τώρα πιάσε ένα πινέλο, ξεχνάς κακία
Αν η είναι vjeshtës shtëpi lesheli
Ο ουρανός χωρίς dallandyshet humneron
Δαγκώνει το zemrën – ζήλια.

Petro çerkezi
Vëllimi από «φύκια» σε έντυσα με

Στης Λέσβου τις ομορφιές

13177142_1769799023250425_2332677201414819516_n

Είχες δέκα φεγγάρια στα μάτια σου
χίλιους ήλιους στο νου
τα υμενόπτερα να ρουφούν
τα μοσχεύματα του Παράδεισου
το ράμφισμα του Ερωδιού.
Eίχες την περηφάνια του Αιγαίου
στο θαύμα της Καλλονής
της Σαπφώς τη σελήνη
να παραλύεις την άρνηση.
Είχες αισθαντικά σου τα χρώματα
στον κόλπο της Γέρας
το δαντελένιο το κύμα
της παρθενικής της ακτής
στο καταπράσινο φύλλο σου
κι άπλωνες την παλάμη σου
να σχηματίσεις χαλικάκι κι ορμίσκους
Είχες και τα ολοπαθητικά
της γυναίκας τα βέλη
να τοξεύουν τις φλέβες μου
με πασχαλιές και μ’ αρώματα
Είχες την ολόδροσο φτέρη της
το ανυπότακτο αγρίμι της γης
κι έτσι η ήβη της έγινε
ένας κόκκος στιλπνός
μια Φοινικιά εξαγνισμού
στων αγίων την Πούλια
Είχε το δεκαεφτασύλλαβο
κεντημένο στο στήθος σου
την ελιά της Ιωνίας στο μάγουλο
αλίρρυτο σώμα πασπαλισμένο με κάλλος
να στάζεις άχνη στους κύκλους μου
τον καημό της κλεψύδρας
ν’ αδειάζεις στα σπλάχνα μου
ν’ αποθυμάω τη δαχτυλιδόπετρα
στις μεταπτώσεις της ποίησης.
Μένω προσαρτημένος στο όνειρο
δεσμώτης στα πρασινογάλαζα μάτια σου!

Θεόδωρος Σαντάς ,Θεσ/νίκη,17/07/2002

ΛΕΣΒΟΣ ..ΠΑΤΡΩΑ ΓΗ

13230289_1769801579916836_8076606549409094653_n

Αναδύεσαι
με πυρωμένη λάβα
ρίζα της Σαπφούς.

Αιώνων θαύμα
εικόνισμα Αιγαίου
σπορά της φύσης.

Στέκουν αραιά
τα απολιθωμένα
άλαλος έρως.

Φως μελίρρυτο
τις βουνοκορφές λούζει
αιχμή ηδονής.

Είσαι μέσα μου
νέμομαι το κλέος σου
μάνα υμνώ σε.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ
24/01/201