Αρχείο | Μάιος 2016

Δάφνη

13325480_1776704965893164_6086453981796042558_n

ΟΒΙΔΙΟΣ / ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ / ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΚΑΙ ΔΑΦΝΗ
(Βιβλίο Πρώτο, στίχοι 452 – 567)

ελεύθερη απόδοση πάνω στα μονοπάτια του λατινικού κειμένου:
Αλκιβιάδης Μιχάλης Κωνσταντόπουλος

Τη Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ο Απόλλων,
που από θυμό τον έσπρωξε ο Έρωτας σε εκείνη.
Όταν ο Φοίβος σκότωσε το Δράκο και χαιρόταν,
τον Έρωτα ειρωνεύθηκε, για τα δικά του βέλη.
«Τι θες, εσύ, μικρό παιδί κι έχεις τέτοια όπλα;
Αυτά μόνο ταιριάζουνε στους ώμους τους δικούς μου.
Εγώ μπορώ τον κάθε εχθρό με αυτά να εξοντώνω.
Πριν από λίγο ξάπλωσα τον Πύθωνα στο χώμα,
και τον τεράστιο όγκο του τον γέμισα σαΐτες.
Να μην ανακατεύεσαι με τα δικά μου όπλα
και μη ζητάς να σ’ επαινούν για τις δικές μου χάρες.
Μείνε με τη λαμπάδα σου, αγάπες να φουντώνεις.»
Αμέσως ανταπάντησε ο γιος της Αφροδίτης.
«Εσύ, που όλους τους στόχους σου με βέλη σημαδεύεις
και κάθε πλάσμα ζωντανό στο έδαφος ξαπλώνεις,
πάντα θα υπολείπεσαι της δόξας της δικής μου,
κι ετοιμάσου να δεχτείς τα ερωτικά μου βέλη.»
Με τα φτερά του πέταξε σκίζοντας τον αέρα
κι απ’ την κορφή του Παρνασσού στρώθηκε στο σημάδι.
Απ’ τις χορδές του τόξου του έφυγαν δυο σαΐτες,
που η μια σβήνει τον έρωτα κι η άλλη τον ανάβει.
Η δεύτερη, η ολόχρυση, με αιχμηρή τη μύτη
κάρφωσε τον Απόλλωνα και του ανάβει πόθο.
Η πρώτη, που ήταν χάλκινη με μύτη στομωμένη
στη Δάφνη πάνω κάρφωσε, στου Πηνειού την κόρη.
Ο Απόλλων ερωτεύεται την όμορφη τη Νύμφη,
μα αυτή δεν καταδέχεται να μάθει το όνομά του,
και μοναχή της κυνηγά αγρίμια μες στο δάσος
με μια ταινία στα μαλλιά, στην Άρτεμη να μοιάζει.
Πολλοί την ερωτεύτηκαν. Μα εκείνη δε νοιαζόταν
για ειδύλλια και παντρειές και τους απέφευγε όλους
Ευχαριστιόταν μοναχή στα δάση να πλανιέται.
Κάποια φορά την πίεσε ο γέρος της πατέρας
«Ήρθε η ώρα, κόρη μου, να δω κι εγώ εγγόνια.»
Κι εκείνη που δεν ήθελε τις τελετές του γάμου,
με κόκκινο το πρόσωπο απ’ της ντροπής το χρώμα,
απ’ το λαιμό αγκάλιασε τον Πηνειό και είπε:
«Πατέρα, σε παρακαλώ, άσε με αγνή να ζήσω,
σαν τη Θεά την Άρτεμη, για πάντα στη ζωή μου.»
Συμφώνησε ο γέροντας. Όμως η ομορφιά της
δεν την αφήνει να γευτεί αυτό που επιθυμούσε.
Ο Απόλλωνας την αγαπά. Θέλει να την κερδίσει.
Γυρεύει ανταπόκριση, μα όλα τον προδίδουν
κι η μαντική η τέχνη του ανώφελη του είναι.
Όπως αρπάζουνε φωτιά τα καλαμένια στάχυα,
από δαδί που άτυχα πλησίασε το φράχτη
ή το ‘ριξε απρόσεχτα, σαν έφεξε η μέρα,
διαβάτης κι άρπαξε φωτιά και φούντωσε η φλόγα
έτσι φλογίζεται ο θεός, καίγεται η καρδιά του
γιατί εκεί μέσα κατοικεί ο μάταιος ερωτάς του.
Βλέπει τα αστόλιστα μαλλιά να χύνονται στους ώμους
-αλήθεια πώς να έμοιαζαν σαν θα ‘ταν στολισμένα;-
Τα μάτια της παρατηρεί, που λάμπουνε σαν άστρα.
Τα δάχτυλα, τα χέρια της με τα γυμνά της μπράτσα
και το μικρό το στόμα της, -τι μάταιο να βλέπει!
Με το μυαλό φαντάζεται και τα κρυφά της μέρη.
Η Δάφνη φεύγει γρήγορα όταν τον συναντάει.
Δεν κάθεται ούτε λεπτό τα λόγια του ν’ ακούσει.
«Σε ικετεύω, Νύμφη μου, μείνε! Δεν είμ’ εχθρός σου.
Μην τρέχεις όπως φεύγουνε τα αρνιά μπροστά στο λύκο,
τα ελάφια μπρος στο λέοντα κι όπως τα περιστέρια
με τα τρεμάμενα φτερά μπρος στ’ αετού τη θέα.
Εκείνα έχουν πίσω τους καθένα τον εχθρό του,
όμως εσύ ξοπίσω σου τον ερωτά μου έχεις.
Φυλάξου να μην γκρεμιστείς και πέσεις στα αγκάθια
και χαραχτούν οι γάμπες σου μ’ αταίριαστα σημάδια
και προκαλέσω άθελα τέτοιο δικό σου πόνο.
Μην είσαι τόσο βιαστική! Σταμάτα να φοβάσαι,
θα περπατάω πίσω σου αν πάψεις τη φυγή σου.
Να μάθεις δε με ρώτησες ποιο είναι το όνομά μου.
Δεν είμαι εγώ απ’ τα βουνά, μα ούτε και τσοπάνος
να βόσκω τα κοπάδια μου σε τούτα εδώ τα μέρη.
Αν ήξερες ποιος ήμουνα δε θα ‘τρεχες καθόλου.
Δική μου η χώρα των Δελφών, η Τένεδος κι η Κλάρος,
κι εμένα όλοι προσκυνούν στην πόλη των Πατάρων.
Ο Δίας είν’ πατέρας μου, κι εγώ αποκαλύπτω
μελλούμενα και τωρινά κι αυταά που έχουν γίνει.
Με τις χορδές της λύρας μου δένονται τα τραγούδια.
Τα βέλη μου αλάθευτα, βρίσκουν παντού το στόχο,
όπως αυτό που άνοιξε πληγή μες στην καρδιά μου.
Την ιατρική ανακάλυψα κι ο κόσμος με ικετεύει,
στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους,
μα βότανο δε βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει
κι όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα.»
Θα ‘λεγε περισσότερα, μα η Πηνειίδα Νύμφη
τα λόγια του δεν κάθισε ούτε στιγμή ν’ ακούσει,
και προσπαθούσε να σωθεί με βήμα φοβισμένο.
Ο αέρας, καθώς έτρεχε, γύμνωνε το κορμί της,
το ρούχο της ανέμιζε. Και τα λυτά μαλλιά της
η αύρα με απαλές πνοές τα ‘στελνε προς τα πίσω.
Και η φυγή την έκανε πιο όμορφη να μοιάζει.
Ο Απόλλωνας, μη θέλοντας τα κάλλη της να χάσει,
με βήμα που όλο φούντωνε όπως κι ο ερωτάς του,
τα χνάρια της ακολουθεί, πατάει όπου πατούσε.
Κι έμοιαζαν σκύλος με λαγό που τρέχουν στο λιβάδι.
Ο σκύλος τρέχει ορμητικά το θήραμα μη χάσει
και ο λαγός με τη φυγή γυρεύει σωτηρία.
Ο σκύλος κάθε π’ ακουμπά το θύμα του στα πόδια
νομίζει πως τα δόντια του μπορούν να το αρπάξουν.
Μα κι ο λαγός πως θα πιαστεί δε θέλει να πιστέψει
και με ύστατη προσπάθεια τη σύλληψη αποφεύγει.
Όμοια η Νύμφη κι ο Θεός, τρέχουν σαν τα αγρίμια,
εκείνος απ’ τον έρωτα κι εκείνη από το φόβο.
Του δίνει ο έρωτας φτερά, αναπνοή δεν παίρνει,
την πλάτη της πλησίασε, μπορεί να την αγγίξει
και των μαλλιών της τ’ άρωμα ρουφά με κάθ’ ανάσα.
Η Νύμφη πια ανήμπορη ωχρή και κουρασμένη
απ’ την προσπάθεια της φυγής, νιώθει πως δεν αντέχει.
Στο ρέμα που συνάντησε κάνει την προσευχή της.
«Πατέρα, αν έχουν δύναμη ακόμη τα ποτάμια
βοήθα με και άλλαξε την όμορφη θωριά μου
γιατί αιτία είναι αυτή της περιπέτειάς μου.»
Σαν τέλειωσε η προσευχή, μούδιασε το κορμί της,
φλοιός λεπτός της κάλυψε τα δροσερά της στήθη.
Τα χέρια έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα,
τα πόδια της τα γρήγορα στη γη βαθιά ριζώσαν.
Το πρόσωπό της σκέπασε η φυλλωσιά του θάμνου
κι από όλη της την ομορφιά απόμεινε η λάμψη.
Μα ο Θεός δεν έπαψε και τώρα να τη θέλει.
Το δέντρο σαν πλησίασε τ’ αγγίζει με το χέρι
και κάτω απ’ το λεπτό φλοιό ακούει την καρδιά της.
Σφιχταγκαλιάζει τα κλαδιά, φιλάει τον κορμό της
-σαν να ‘χε σάρκα και οστά- μ’ αυτός τον αποφεύγει.
«Αφού γυναίκα δεν μπορείς να γίνεις πια δική μου,
το δέντρο τώρα που ‘γινες αιώνια θα μ’ ανήκει.
Στεφάνι θα σε βάζω εγώ επάνω στα μαλλιά μου,
στολίδι και στη λύρα μου και γύρω απ’ τη φαρέτρα
και τους Ρωμαίους στρατηγούς, εσύ θα συνοδεύεις,
όταν με ατέλειωτες πομπές το θρίαμβο θα ψάλλουν
και θ’ αντηχούν στο Λάτιο χαρμόσυνα τραγούδια.
Σαν τα μαλλιά μου που ποτέ δε γνώρισαν ψαλίδι
και το κεφάλι μου ανθηρό για πάντα το κρατάνε,
έτσι κι εσύ τα φύλλα σου ποτέ σου δε θα χάνεις.»
Κούνησε η Δάφνη την κορφή όπως ένα κεφάλι
που γνέφει καταφατικά, δείγμα πως συμφωνούσε.

Πηγή : θεογονία

Bernini, Daphne and Apollo, Galleria Borghese

ΒΥΖΆΝΤΙΟ › ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ

13266123_1776591265904534_2233310777825029290_n

Σύμφωνα με τον ιστορικό Φρατζή, οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν 4.973 Κωνσταντινουπολίτες και 2.000 εθελοντές, από Γένοβα, Βενετία, Ισπανία, Ρώμη και Κρήτη. Υπό τον agiasofiaαυτοκρατορικό θυρεό είχε τεθεί και ο τούρκος πρίγκιπας Ορχάν, εχθρός του Μωάμεθ, που σπούδαζε στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η πολυτιμότερη προσθήκη στις τάξεις των αμυνομένων ήταν οι 700 σιδηρόφρακτοι άνδρες που έφερε μαζί του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο κεντρικός υπερασπιστής της Πόλης. Δίπλα του βρέθηκαν και άλλοι δυτικοί, περιπλανώμενοι ιππότες προσωπικών σταυροφοριών. Οι περισσότεροι αδικήθηκαν από την ιστορική καταγραφή, δεν έχουν τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη, όπως, για παράδειγμα, ο ισπανός ιππότης Φραγκίσκο ντε Τολέντο.

Η αμυντική θωράκιση της Κωνσταντινούπολης ήταν αριστουργηματική, αλλά δεν μπορούσε να καλύψει τις δύο ουσιαστικές αδυναμίες της: ήταν αρχαία και δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να σταθούν πίσω από τις πολεμίστρες.

Ήταν 5 Απριλίου 1453 οι γενίτσαροι έστησαν τη σκηνή με τα λαχούρια και ύψωσαν τα λάβαρα του σουλτάνου. Δώδεκα χιλιάδες επίλεκτοι άνδρες στρατοπέδευσαν γύρω της. Ο Μεχμέτ έφτασε έφιππος με τη συνοδεία του. Απέναντι από τη σκηνή του σουλτάνου, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, οι αμυνόμενοι παρέταξαν τις καλύτερες δυνάμεις τους.

Στις 12 Απριλίου οι 14 πυροβολαρχίες των Τούρκων άρχισαν να βάλλουν κατά των τειχών. Ο Μεχμέτ διέθετε δύναμη πυρός, αλλά δεν γνώριζε ακόμα πώς να την αξιοποιήσει. Τα κανόνια χτυπούσαν το ίδιο σημείο και δεν προκαλούσαν ολική κατάρρευση τμημάτων. Αργότερα, ένας Ούγγρος πρέσβης υπέδειξε, γελώντας, στο σουλτάνο, ότι οι βολές θα πρέπει να έχουν τριγωνική διάταξη…

Το πρωί οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν τα τείχη με τα κανόνια, το βράδυ οι αμυνόμενοι επισκεύαζαν συνεισφέρουν στην άμυνα, αλλά και ο τούρκος πρίγκηπας Οχράν με μερικούς μισθοφόρους.

Το πρωί οι επιτιθέμενοι χτυπούσαν τα τείχη με τα κανόνια, το βράδυ οι αμυνόμενοι επισκεύαζαν τις ζημιές κρεμώντας μεγάλα δεμάτια από μαλλί και ξύλα. Τη νύχτα της 18ης Απριλίου ο σουλτάνος εξαπέλυσε την πρώτη γενική επίθεση. Απέτυχε. Ο κύριος όγκος των επιτιθέμενων αποτελείτο από ατάκτους που επιχειρούσαν άνοδο στα τείχη. Έγιναν εύκολη λεία για τους αμυνόμενους. Την επομένη επιχείρησε να σπάσει τη σιδερένια αλυσίδα που προστάτευε τον Κεράτιο. Δεν τα κατάφερε. Και τέσσερις μέρες μετά, τέσσερα χριστιανικά πλοία κατάφεραν να σπάσουν τον τουρκικό κλοιό και να μπουν στο λιμάνι. Την Κυριακή 22 Απριλίου, 72 πλοία του σουλτάνου ταξίδεψαν στη στεριά από τον Βόσπορο στον Κεράτιο, μέσω ενός ξύλινου διαδρόμου. Οι διοικητές είχαν βάλει τους άνδρες τους να κωπηλατούν, τους μαστίγωναν και φώναζαν, λες και έπλεαν στη θάλασσα. Ήταν ένα απίστευτο θέαμα. Αργότερα οι Τούρκοι κατάφεραν να στήσουν και ένα πλωτό γεφύρι που τους έδινε πρόσβαση στα θαλάσσια τείχη.

Στις 28 Απριλίου οι χριστιανοί αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή σχέδιο εμπρησμού των τουρκικών πλοίων. Οι Τούρκοι γνώριζαν το σχέδιο. Ανασκολόπισαν[παλούκωσαν] αιχμαλώτους ναύτες απέναντι από τα τείχη, μπροστά στα μάτια των πολιορκημένων. Ο Παλαιολόγος απάντησε με απαγχονισμό τούρκων αιχμαλώτων και διέταξε να κρεμάσουν τα πτώματα έξω από τα τείχη. Για μέρες η εφιαλτική οσμή της αποσύνθεσης δημιουργούσε ασφυκτική ατμόσφαιρα μέσα και έξω από τα τείχη. Στην Κωνσταντινούπολη ξέσπασαν και ταραχές με επίκεντρο τους Γενοβέζους. Και φαίνεται πως ήταν βάσιμες οι υποψίες κατά της γενοβέζικης αποικίας για το ρόλο της στην είσοδο των τουρκικών πλοίων στον Κεράτιο, αλλά και για την προδοσία του χριστιανικού σχεδίου εμπρησμού.

Ο Μάιος έφτασε και στην πολιορκημένη πόλη οι ελλείψεις και η διχόνοια άρχισαν να πλήττουν περισσότερο το ηθικό των αμυνομένων. Ενωτικοί και ανθενωτικοί συνέχιζαν να συγκρούονται στο εσωτερικό της καταρρέουσας πόλης, οι Βενετσιάνοι κατηγορούσαν τους Γενοβέζους, οι Λατίνοι τους Έλληνες, ο Κωνσταντίνος και ο Ιουστινιάνης προσπαθούσαν να κρατήσουν συγκροτημένη τη γραμμή άμυνας. Στην Πόλη εκδηλώθηκε έλλειψη ψωμιού. Όσοι διέθεταν αποθέματα προτιμούσαν να τα κρύβουν στα υπόγεια των σπιτιών τους. Τη νύχτα της 7ης Μαΐου, τριάντα χιλιάδες Τούρκοι πραγματοποίησαν γενική επίθεση στην κοιλάδα του Λύκου. Και πάλι δεν τα κατάφεραν. Μάλιστα ένας Ρωμιός τυλίχτηκε στο μύθο. Ο Ραγκαβής κατάφερε, πριν πέσει νεκρός από τις λόγχες των γενίτσαρων, να σκοτώσει τον σημαιοφόρο του σουλτάνου. Τα πτώματα άρχισαν να γεμίζουν την αμυντική τάφρο των Βυζαντινών.

Στις 12 Μαΐου έγινε νέα επίθεση στην πύλη της Ανδριανούπολης και της Καλιγαριάς, κοντά στο ανάκτορο των Βλαχερνών. Οι επιτιθέμενοι κατάφεραν να ανέβουν στο τείχος, αλλά αποκρούστηκαν με επιτυχία. Στη μάχη πρωταγωνίστησε ο Παλαιολόγος. Τα τρόφιμα και το μπαρούτι άρχιζαν να εξαντλούνται. Ο Μεχμέτ έστειλε πρεσβευτές στον Παλαιολόγο. Πρότειναν στον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει την πόλη με τη συνοδεία του και να εγκατασταθεί στον Μοριά, όπου θα απολάμβανε προνόμια άρχοντα. Σύμφωνα με την καταγραφή του Φρατζή, ο Παλαιολόγος απάντησε αρνητικά με τα γνωστά ιστορικά λόγια: ”Το δε την πόλιν σοι δούναι, ουτ΄ εμόν εστιν ουτ΄ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών”. Οι πέντε τελευταίες λέξεις συνοδεύουν σήμερα το έμβλημα του Τρίτου Σώματος Στρατού. [Πάντως, υπάρχουν, καταγραφές που διηγούνται την ιστορία αντίθετα, υποστηρίζοντας πως ήταν οι Βυζαντινοί που προσέγγισαν το Μεχμέτ αναζητώντας λύση. Το ενδεχόμενο δεν πρέπει να αποκλειστεί, καθώς είναι βέβαιο πως ανθενωτικοί ήταν σε διαπραγμάτευση με το σουλτάνο. ]

Ο αυτοκράτορας είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την πόλη καθώς περίμενε, μέχρι την τελευταία στιγμή, το θαύμα: την άφιξη βοήθειας από τη Δύση. Πείστηκε μόνο όταν επέστρεψαν οι ναύτες που έσπασαν τον τουρκικό κλοιό, ανοίχτηκαν στο Αιγαίο και δεν εντόπισαν κανένα δυτικό πλοίο. Με μνημειώδη γενναιότητα επέστρεψαν και ενημέρωσαν τον αυτοκράτορα. Ήταν 23 Μαΐου.

Το ξημέρωμα της 28ης Μαίου στην πολιορκημένη πόλη οι ήχοι των καμπαναριών καλούσαν τον πληθυσμό στις λιτανείες. Και όταν τελείωσε η πάνδημος λιτανεία, ο Παλαιολόγος κάλεσε όλους τους αξιωματούχους στο παλάτι των Βλαχερνών. Η περιγραφή του Φρατζή αποδίδει συγκλονιστικές στιγμές. Ο Κωνσταντίνος τους είπε πως σε λίγο θα άρχιζε η μεγάλη έφοδος. Απευθύνθηκε προς τους Έλληνες και τους θύμισε πως ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι έτοιμος να πεθάνει για τις τέσσερις μεγάλες αξίες, την πατρίδα, την πίστη του, τον ηγεμόνα και την οικογένεια του. Τώρα ο λαός της Κωνσταντινούπολης έπρεπε να είναι έτοιμος να πεθάνει και για τις τέσσερις. Αναφέρθηκε στη δολιότητα του άπιστου σουλτάνου, τους ζήτησε να θυμηθούν ότι είναι απόγονοι αρχαίων ηρώων. Στη συνέχεια απευθύνθηκε στους Λατίνους και τους ευχαρίστησε για τις υπηρεσίες και τη συμπαράσταση τους. Ζήτησε συγχώρεση από όλους και προέτρεψε άπαντες να πράξουν το ίδιο. Ο Φρατζής περιγράφει τους συγκινητικούς εναγκαλισμούς Ελλήνων και Λατίνων λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη. Στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφια για την τελευταία λειτουργία. Οι αξιωματούχοι και οι στρατιωτικοί ηγέτες κοινώνησαν και μετά επέστρεψαν στις θέσεις τους. Ο αυτοκράτορας διέταξε να κλειδώσουν οι πύλες πίσω τους για να μην υπάρξει υποχώρηση.

Ο σουλτάνος έδωσε το σύνθημα της επίθεσης μετά τα μεσάνυχτα της 29ης Μαΐου. Η πολιορκημένη Πόλη συγκλονίστηκε από τις κραυγές των επιτιθέμενων, τα σήμαντρα και οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν και να καλούν τον κόσμο στα τείχη. Η βασική γραμμή άμυνας ήταν είδη παρατεταγμένη και οι άνδρες ξύπνησαν από τον ταραγμένο ύπνο τους.

Ο Μεχμέτ είχε οργανώσει την έφοδο κατά κύματα, υιοθετώντας την προσφιλή τακτική του. Έστειλε πρώτα τους άτακτους με σκοπό να κουράσουν τους αμυνόμενους, αλλά και για να δημιουργήσουν, με τα σώματα τους, προγεφύρωμα για τα επίλεκτα τμήματα του στρατού. Από πίσω τους έστειλε στρατονόμους που σκότωναν όποιον επιχειρούσε να υποχωρήσει. Η νύχτα φωτίστηκε από τις φωτιές, οι κραυγές έδιναν φωνή στον εφιάλτη. Οι επιτιθέμενοι ήταν τόσοι πολλοί ώστε στριμώχτηκαν κάτω από τα τείχη και έγιναν εύκολη λεία στις πέτρες και στα βέλη των αμυνομένων. Για δύο ώρες αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων πολιορκούσαν τα τείχη της Πόλης, αλλά οι χριστιανοί απαντούσαν αποτελεσματικά. ΄Αρχισαν να ελπίζουν πως μπορούσαν να κρατήσουν την πόλη και αυτή τη φορά. Οι από θαλάσσης επιθέσεις δεν ήταν αποτελεσματικές, ήταν προσχηματικές για να απασχολούν άνδρες στα τείχη.

Ο σουλτάνος έδωσε εντολή στους άτακτους να υποχωρήσουν και να μαζέψουν τα χιλιάδες πτώματα από το πεδίο της μάχης. Η τακτική των Τούρκων βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στον όγκο των δυνάμεων που μπορούσαν να διαθέσουν. Οι επιτιθέμενοι έφεραν σκάλες και μηχανισμούς που θα τους επέτρεπαν να υψώσουν ανεμόσκαλες στα τείχη. Παράλληλα, σημάδευαν με βέλη τους χριστιανούς πίσω από τα τείχη. Ήταν, τελικά, μία μάχη που κρίθηκε από το πυροβολικό. Αν ο σουλτάνος δεν διέθετε τη δύναμη πυρός δεν θα μπορούσε να εισέλθει στην πόλη. Μοναδική επιλογή θα ήταν ο αποτελεσματικός αποκλεισμός που θα έφερνε τους πολιορκημένους στα όρια της λιμοκτονίας.

Λίγο πριν το ξημέρωμα το μεγάλο κανόνι κατάφερε να γκρεμίσει ένα μεγάλο τμήμα του εξωτειχίου στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Τριακόσιοι οσμανλήδες πέρασαν μέσα από τα τείχη, αλλά αποδεκατίστηκαν από τους άνδρες του Παλαιολόγου. Τότε, όταν ο ήλιος άρχισε να φωτίζει το πεδίο της εφιαλτικής μάχης, ο σουλτάνος διέταξε την έφοδο των γενίτσαρων. Οι εξαντλημένοι χριστιανοί αξιοποιούσαν στο μέγιστο βαθμό το αμυντικό πλεονέκτημα των υψηλών τειχών και μπορούσαν να κρατούν τους γενίτσαρους μακριά. Όλα έδειχναν πως η άμυνα μπορούσε να συγκρατήσει την επίθεση. Αλλά τότε κάποιος ειδοποίησε τον αυτοκράτορα πως ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε. Πόσο σοβαρός ήταν ο τραυματισμός; Οι πηγές δεν συμφωνούν. Ο Φρατζής, ο οποίος αποτελεί την κύρια πηγή ιστορικής καταγραφής, υποστηρίζει πως ο Ιουστινιάνης πληγώθηκε ολίγον τι. Αργότερα βενετσιάνοι χρονικογράφοι υποστήριξαν πως δείλιασε, άλλοι έγραψαν πως πληγώθηκε στο πόδι και άλλοι πως χτυπήθηκε στο στέρνο. Οι άνδρες του ετοιμάστηκαν να τον μεταφέρουν στο πλοίο του και άρχισαν να εγκαταλείπουν τη γραμμή άμυνας. Ο αυτοκράτορας πάνω στα τείχη πέταξε τα αυτοκρατορικά διάσημα και ρίχθηκε στη μάχη. Την ίδια στιγμή η σημαία του σουλτάνου φάνηκε να κυματίζει επάνω από την Κερκόπορτα, την οποία, κατά την κρατούσα άποψη, οι βυζαντινοί είχαν ξεχάσει να κλειδώσουν. Εάλω η Πόλις!

Εκατοντάδες γενίτσαροι άρχισαν να περνούν στην πόλη και να καταστρέφουν την αμυντική διάταξη. Ο Παλαιολόγος χάθηκε στη μάχη. Κανένας δεν τον ξανάδε.

Με θρήνο και τρόμο η Πόλη υποδέχθηκε τον κατακτητή. Ακολούθησε η σφαγή στην Αγία Σοφία και τη νύχτα ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη και κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη εκκλησία. Κατόπιν εντολής του, ο μεγαλύτερος σε ηλικία ιμάμης ανέβηκε στον άμβωνα και ευχαρίστησε τον Αλλάχ. Ο Μωάμεθ βγήκε από την Αγία Σοφία και κατευθύνθηκε προς το παλιό παλάτι των Αυτοκρατόρων. Καθώς τα πασούμια του πατούσαν επάνω στα μωσαϊκά, λέγεται πως ψιθύρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή: «Η αράχνη υφαίνει τα πέπλα της στο παλάτι των Καισάρων. Η κουκουβάγια καλεί τους φρουρούς στα κάστρα της Αφρασίας». Ηταν μόλις 21 ετών.

«Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου» Στ. Τσβάιχ

Το πόσοι ακριβώς ήταν εκείνοι που έχασαν τη ζωή τους στην ΄Αλωση δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια από τις βασικές μας πηγές για τα γεγονότα. Οι ιστοριογράφοι αναφέρουν αριθμούς μεταξύ δύο και τεσσάρων χιλιάδων, παράλληλα όμως συμφωνούν ότι ήταν δεκάδες χιλιάδες εκείνοι που πουλήθηκαν ως δούλοι. Τα πτώματα των νεκρών υπερασπιστών πετάχτηκαν στη θάλασσα ‐‐ ο αριθμός τους δεν επέτρεπε κανονικές κηδείες.

Όσοι κατόρθωσαν να διαφύγουν ‐‐κυρίως δυτικοί‐‐ φόρτωσαν σε κάρα και καράβια και πήραν μαζί τους έναν τεράστιο αριθμό βιβλίων, που έφτασαν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, θεολογικά έργα, έργα των τραγικών, έφυγαν σε φορτία για τη Δυτική Ευρώπη, ενώ, πολλά τα πούλησαν οι ίδιοι οι κάτοικοι της Πόλης αντί εξευτελιστικού αντιτίμου. Πάντως, ο μεγαλύτερος αριθμός των πολύτιμων βιβλίων (60.000 κατά τον θρήνο Lamento di Constantinopoli και 120.000 κατά τον Αρμένιο Αβραάμ) κάηκαν σε μεγάλη φωτιά που άναψαν οι Τούρκοι για να καταστρέψουν «τα βιβλία των απίστων». Πολλά από τα βιβλία που σώθηκαν έφτασαν στα χέρια των βυζαντινών λογίων που ζούσαν και δίδασκαν στην Ιταλία, ήδη από την εποχή της Φλωρεντίας.

Κατά το έθιμο των μουσουλμάνων, οι στρατιώτες του Μωάμεθ Β΄ επί τρεις μέρες και τρεις νύχτες λεηλατούσαν την κατακτημένη πόλη. Κατά το ίδιο έθιμο, όλοι οι κάτοικοι μιας πόλης που δεν έσκυψε το κεφάλι γίνονταν δούλοι ‐‐ μπορούσαν να πουληθούν στα παζάρια, αν δεν είχαν αρκετά χρήματα για να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Το παλάτι, σπίτια, εκκλησιές, μοναστήρια λεηλατήθηκαν. Πολλές νεαρές καλόγριες αυτοκτόνησαν για να αποφύγουν τον εξευτελισμό του βιασμού ‐‐ αν και οι γεροντότεροι συμβούλευαν την αποδοχή της «τιμωρίας από τον Θεό», που είχε πάρει το πρόσωπο του Μεχμέτ Φατίχ, του Μωάμεθ του Κατακτητή.

Πολλοί κατέφυγαν στην Αγία Σοφία, ζητώντας την προστασία του Θεού. Ο ναός μετατράπηκε για μια ακόμα φορά, μετά το 1204, σε τόπο σφαγής και φρίκης. Η λαϊκή παράδοση καταγράφει τη μεγάλη σφαγή: «Σε μια κολόνα της Αγια‐Σοφιάς, ψηλά, πολύ ψηλά, φαίνεται ως τα τώρα το αίμα. Είναι σημάδι που έβαλε ο Αμιράς ο Μουχαμέτης με την απαλάμη του βουτηγμένη στο αίμα, όταν μπήκε στην Αγια‐Σοφιά και την έκαμε τζαμί. Κι έφτασε τόσο ψηλά γιατί πατούσε απάνου σε σωρούς κορμιά των χριστιανών που σκότωσαν μες στην εκκλησιά οι Τούρκοι» (Ν. Πολίτης, Παραδόσεις). Με την παρουσία του σουλτάνου, που έφτασε το απόγευμα της αποφράδας μέρας στην Αγια‐Σοφιά, οι μουσουλμάνοι κατακτητές προσευχήθηκαν μέσα στην κατακτημένη εκκλησία στον δικό τους θεό, με το πρόσωπο στραμμένο στη Μέκκα ‐‐ ο ίδιος ο σουλτάνος είχε καλέσει τον ιμάμη.

Ο Μωάμεθ κατέλυσε στις Βλαχέρνες από το πρώτο κιόλας βράδυ. Εκεί συνάντησε τον Μέγα Δούκα της αυτοκρατορίας, τον Λουκά Νοταρά, ανθενωτικό και σοφό άντρα, τον οποίο προόριζε για βοηθό του στη διοίκηση της Πόλης, καθώς γνώριζε την περίφημη φράση του Δούκα, που επιβιώνει ακόμα στη λαϊκή παράδοση, ως «καλύτερα σαρίκι τούρκικο παρά τιάρα παπική». Αμέσως μετά, υποχρέωσε το Δούκα και την οικογένειά του να μείνουν σε κατ΄ οίκον περιορισμό, περισσότερο για να τον γλιτώσει από το μένος των στρατιωτών παρά γιατί κινδύνευε από τον Νοταρά.

Στο γλέντι που ακολούθησε την κατάκτηση, στις Βλαχέρνες, οι φίλοι του Μωάμεθ τού περιέγραψαν την ωραιότητα του 14χρονου γιου τού Νοταρά ‐‐ και ο μεθυσμένος παιδόφιλος σουλτάνος έστειλε μήνυμα στο Δούκα: «Στείλε μου τον γιο σου». Ο Δούκας αρνήθηκε και ο σουλτάνος έστειλε στρατό να του φέρει σιδηροδέσμιους το Δούκα, τον γιο του και τον γαμπρό του, τους τρεις τελευταίους άντρες της γενιάς των Νοταράδων ‐‐ οι άλλοι γιοι του Δούκα είχαν πέσει μαζί με τον Αυτοκράτορα μαχόμενοι στα τείχη. Ο 14χρονος γιος του Δούκα ήταν ένα πανέμορφο αγόρι, αμούστακο ακόμα, το οποίο γοήτευσε τον Μωάμεθ ερωτικά. Ο σουλτάνος ζήτησε από τον Δούκα να του παραδώσει τον γιο του για το χαρέμι, γιατί διαφορετικά θα τους σκότωνε και τους τρεις. Ο Δούκας, φοβούμενος ότι ο μικρός του γιος θα υπέκυπτε αν έβλεπε να αποκεφαλίζουν τον πατέρα του μπροστά του, ζήτησε μια χάρη από τον σουλτάνο: να σκοτώσουν πρώτα τον γιο του, κατόπιν τον γαμπρό του και τέλος τον ίδιο. Έτσι πέθαναν, όπως ζήτησε ο Λουκάς Νοταράς. Από τους Νοταράδες επιβίωσε μόνο η κόρη του Δούκα Νοταρά, η ΄Αννα, που ήταν εγκαταστημένη στη Βενετία και δεχόταν, φιλοξενούσε και φρόντιζε όποιον έφτανε πρόσφυγας στην πόλη των Δόγηδων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η στάση του Νοταρά απέναντι στο θάνατο αποτελεί την επιβεβαίωση της γνησιότητας των ανθενωτικών συναισθημάτων του και της άποψής του ότι η επιβίωση του γένους ήταν αλληλένδετη με την επιβίωση της ορθοδοξίας.

” Η θυσία των ηττημένων έχει μεγαλύτερη αξία από κείνη των ελευθέρων”

Ιωάννα Μπισκιτζή

Λέκτορας Κλασικής Φιλολογίας

Πηγές:

Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου, Ντ. Νίκολ, εκδ. Παπαδήμας

Το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Ντ. Νίκολ, εκδ. Καρδαμίτσα

Η κατάληψις του Βυζαντίου και της Αν. Ευρώπης, Ντ. Νίκολ, εκδ. Ελεύθερη Σκέψη Σ. Ράνσιμαν,

Η ΄Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως .

Πηγή ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΩΤΗΤΑ

Οδυσσέας Ελύτης ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

13307364_1776596375904023_5091281486026918603_n

Ι

Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II

Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα…)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III

Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος

Αυτός
ο τελευταίος Έλληνας !

Êùíóôáíôßíïò Ðáëáéïëüãïò åéò ìÜ÷çí 1453,
ÌõôéëÞíç ìïõóåßï Èå

! Κυριακάτικη δημοκρατία αρ φύλλου 234 /22/5/2016

13321894_1776154955948165_780896582908555552_n

Η Φωτεινή Α.Κ
Λιλίκα Αρνάκη «η ζωγράφος της Ψυχής»
Δεν θα μιλήσω για την Τέχνη της, δεν είμαι η ειδικός που θα την κρίνει, θέλω απλά να καταθέσω δυο λόγια από ΚΑΡΔΙΑΣ, όπως η ίδια Νοιώθει και το φωνάζει σε όλους όσους την έχουν συναντήσει.
Θα μιλήσω Ποιητικά, όπως η ίδια προσπαθεί μέσα από την Τέχνη της να εκφράζεται, έτσι, σαν μια κατάθεση Ψυχής,
γιατί θεωρώ πως η Ποίηση και η Ζωγραφική αγγίζονται πιότερο μεταξύ τους σαν Τέχνες και μας δίνουν Εικόνες και συναισθήματα να γεύεται «το είναι μας »
γιατί ….
«η Ποίηση είναι ένας Ζωγραφισμένος βοριάς…
«Η αισθητική αντίληψη για τον Κόσμο δεν είναι και η μοναδική…
είναι ανάλογη των εν-τυπώσεων πρόσληψης που εισρέουν από τα εξωτερικά ερεθίσματα και μας «δένουν»
Εκείνο που προέχει είναι, πώς θα τις ελέγξουμε, έστω εις το ελάχιστον και να τις διαχειριστούμε κατά το δοκούν για να κερδίσουμε το Αιώνιο.
Έτσι μόνον θα καταφέρουμε να λύσουμε τα δεσμά μας, απελευθερώνοντας το μυαλό μας.
Οι καταγραφές του Νου, δεν είναι πάντα συμβατές και δεν οριοθετούν την απολυτότητα των πραγμάτων.
Η παρουσία μας στο εδώ, είναι μοναχική, μοναδική και ιδιαίτερη,
Η αυτεπίγνωση λειτουργεί συνειδησιακά
-Πόση λευτεριά αλήθεια, ξεχύνεται στο άλλο μας βλέμμα , εκείνο το εσωτερικό, που φαίνεται «απίθανο» να συμβεί κι όμως συμβαίνει.-….
εμπιστέψου τη Φύση σου…»
Είχα την Τύχη να γνωρίσω τον Άνθρωπο Λιλίκα, πριν κάποια χρόνια, πριν ακόμη μάθω το καλλιτεχνικό της ταλέντο και ταμπεραμέντο, σαν φίλη, σαν ένα πρόσωπο που δεν περνάει απαρατήρητο απ’τη ζωή σου, που σ’αφήνει αυτό το ΚΑΤΙ, έχεις πάντα να πείς κάτι μαζί της, να προχωράς στη ζωή
Κι όπως η ίδια πιστεύει , όλες οι συναπαντήσεις και συμπορεύσεις στη ζωή μας, δεν γίνονται τυχαία
έχουν να μας πούν πολλά, αρκεί, να αναζητούμε βαθιά μέσα μας το Λόγο που συμβαίνουν
Η Λιλίκα μας, εμπιστεύεται τη Φύση της, απελευθερώνει το μυαλό της, δρομολογεί την ανεξαρτησία της πέρα από συμβατικές δομές και εξαρτήσεις, γνωρίζοντας μέσα της πολύ καλά, πως η Επίγνωση λειτουργεί συνειδησιακά και υφίσταται…
Η συνάντησή μου με τη Λιλίκα, ήταν η έναρξη μιας Φιλίας,
που δεν έχει να κρύψει ή να κρυφτεί από κανέναν, παρά να ατενίζει κατάματα τον Άλλον με ευθύ, καθάριο και ειλικρινές βλέμμα, που μέσα απ’τα πορτραίτα της, αντικρίζεις τα δικά της μάτια Ψυχής…
εκείνο το άλλο βλέμμα, το Εσωτερικό, που κρύβεται όλη η Ομορφιά και η Σοφία……
Για όσους τη γνώρισαν από κοντά κι εκτίμησαν το ποιόν της, είναι κερδισμένοι απείρως, να είστε βέβαιοι γι’αυτό.
Η Λιλίκα έχει μιαν άλλη οπτική και ευρεία Αντίληψη για την ζωή και την τέχνη γενικότερα
Το αποδεικνύει άμεσα και έμμεσα χωρίς χρονοτριβές, με την ιδιαιτερότητα, την ξεχωριστή της παρουσία της στο Χώρο, το προσωπικό της ύφος μα και τη Χροιά του καλλιτέχνη,
Αναζητά να βρει διαρκώς τρόπους μέσα από τις πινελιές του ΧωροΧρόνου.
εξιλεώνεται Ελπίζοντας,
αισιοδοξεί Πιστεύοντας κατ’εξακολούθησιν
Αγαπάει και δίνεται απλόχερα χωρίς μιζέρια και ιδιοτέλεια
Μέσα από τα δικά της βιώματα και συναισθήματα Ρέπει στην Ομορφιά,
σ’αυτό το Θείον Κάλλος που ελάχιστοι μπορούν να προσεγγίσουν και να καταΝοήσουν
διδάσκει και διδάσκεται
δοκιμάζεται και δοκιμάζει τον Εαυτό της με πλουραλισμό και ολιστικότητα
σε παρασύρει στους ρυθμούς της προσκαλώντας σε
με ατελεύτητο Πάθος
Πάθος για τη ζωή,
τον Έρωτα,
τον Άνθρωπο, τα χρώματα, τη Φύση.
Ξεπερνώντας το φράγμα του Χώρου και του Χρόνου,
από τα πιο απλά πράγματα έως τα Ανώτερα πνευματικά Αγαθά,
ακόμη και για το Θάνατο που δεν είναι παρά, η Άλλη διάσταση, το Πέρασμα στη Γνώση.
Αυτή είναι η δική της Αντίσταση, η δική της αμφισβήτηση, η δική της Αλήθεια,
π’ορθώνεται στη σκοτεινότητα και στο Φως,
εξιλεώνεται με την Αγρύπνια της
δίνει και δίνεται ολοκληρωτικά γι’αυτό που Πιστεύει η ίδια
και παραδίνει το Πνεύμα της στο Όλον της ΑΓΑΠΗΣ αφιλοκερδώς, χωρίς κανέναν δόλο.
ΕΙΚΟΝΑ και Λόγος ισάξιος του ταμπεραμέντου της,
επίκαιρος και διαχρονικός μέσα από τις αναφορές της σε αρχές και Αξίες που πάνε να χαθούν
Βουτάει βαθιά στην Ενσυναίσθηση
το Πάθος καθορίζει και ορίζει τη Ζωή της, γιατί η ίδια είναι Πάθος
δε φοβάται, χαμογελάει και ονειρεύεται
προχωράει ακάθεκτη στη ζωή, ορμά στις αντιθέσεις της, παλεύει,
νικάει και ηττάται,
πέφτει και ορθώνεται, πιό δυνατή,
μαθαίνει απ’τα λάθη της,
δικαιώνεται
είχα την Τύχη να σμίξω μαζί σου Λιλίκα μου για λίγο Φως…
«για λίγο Μοίρασμα, αλάθητο κι Αγνό»
της Χαράς,
της συναπάντησης,
της Δημιουργίας
θα κλείσω μ’ένα χαρακτηριστικό ποίημά της, που θαρρώ πως την αντιπροσωπεύει σαν Άνθρωπο πρώτα απ’όλα και μετά σαν καλλιτέχνη
-Μάτια –
«γεμίσαμε ανθρώπους των λέξεων
με άδεια μάτια, άδεια καρδιά
βλέπω, παρατηρώ, μοιράζομαι, συμβουλεύομαι
σας κοιτώ-με κοιτάτε,
επικοινωνώ-επικοινωνείς,
συναισθάνομαι -συναισθάνεσαι
μάτια μεγάλα -μάτια μικρά έχουν τη δική τους ομορφιά
καθρέφτης του Νού …..»
και της Ψυχής θα πρόσθετα
γιατί αυτή είναι η Ψυχή της Λιλίκας Αρνάκη, που φανερώνεται μέσα από στην Τέχνη της αυτούσια, θαρραλέα και δυνατή….
κι ο Λόγος αυτός, βγαίνει ειλικρινά μέσα απ’την καρδιά μου Λιλίκα μου γιατί:
πιστεύω σε Σένα ότι μπορείς να φτάσεις ψηλά,
μην αλλάξεις για κανέναν και για τίποτα
να είσαι πάντοτε ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ
σε φιλώ και σου εύχομαι κάθε επιτυχία
γιατί το Αξίζεις πραγμματικά
και σου αφιερώνω ένα δικό μου γιατί θεωρώ σε αντιπροσωπεύει καθ΄όλα:
«μικρό σύμπαν»
η ομορφιά τ’ ανθρώπου κρύβεται μέσα του
πολυσχιδής,
με εσωτερισμό και λαγαρότητα
περιφυλαγμένη καλά,
μέσα σε κείνα τα σημαινόμενα των λέξεων…
σε κείνη την ευαισθησία του χαρακτήρα τους
πόσα αστέρια μέτρησες αλήθεια στον ουρανό….
τόσα, όσα κι οι πληγιαμένες σου ζωές μέσα στο χρόνο…
ένα μικρό σύμπαν κλείνεις στο σουραύλι σου
μικρό και άπειρο, ες άπειρον
εικάζοντας το κάλλιστον του Λόγου και της αρμονίας
δίχως να αποδυναμώνεις το ζητούμενο,
ξεκαθαρίζεις τον ορίζοντα
κι ο Άνεμος….
πάντα στο πλάϊ σου, θε να φυσάει…….φ.κ (29 Νοεμβρίου 2015 )
σας ευχαριστώ!
Φωτεινή 22/5/2106

Το Εικαστικό Εργο λιλικα αρνακη !

«Στα Ανοιχτοπέλαγα»,Vicky Kostenas,Giovanni Marradi,O Sole Mio C` E LEI- ΣΤ΄ΑΝΟΙΧΤΟΠΕΛΑΓΑ

13312747_1776160445947616_5926180955498465885_n

Άφωνη η μέρα μες απ’ του χρόνου την προσαρμογή.
Ούτε καν ο ήλιος δεν σταμάτησε να καίει
τ’ αρχοντικά σπιτάκια στο πετρονήσι.
Κι η μέρα με επιμέλεια περισπούδαζε
το φώς του άλγους στα κύματα να ιδρώσει.

Θα σταθώ στης Κίρκης το νησί
με μαγοβότανα να δώσω τόπο στην οργή.
Ως και οι δηλώσεις άκλαυστες κι αμφίσημες
κρέμονται κάτω απ’ τη συκιά και περιμένουν
τη στιγμή μονάχες τα σύκα να τρυγήσουν.
Μέρες μετρούσε ο ουρανός πώς να θωρεί το κύμα
κι η γη υποτακτικά υπέμεινε ωσάν δικό της κτήμα.
Έλα μαζί μου στις βραγιές , που ανασκάφτει
το φεγγάρι πάνω από την αθωότητα του κύματος.
Έλα στο ρεμέντζο κάτω στο παλιό λιμάνι
των κατοπινών μου αναζητήσεων
να γευθείς την αντοχή ενός προπέτη ανέμου.

Δείλι σε ελκυστική φιγούρα,
που διαλύει των ειρημένων την αριθμητική
κι ύστερα από παρέμβαση μιας αισθησιακής νότας
ακολουθεί καταρροή χρωμάτων.
Συντρίμμια οι ώρες διχογνωμούν
στης ερημιάς τις ξέρες.
με έναν ακόρεστο επεκτατισμό στα φύκια.
Σπασμένα ξύλα και κούτσουρα ξέβρασε
η θάλασσα από ταξίδια αλλοτινά,
που μοίρα δεν έστερξε λιμάνι να γνωρίσουν.
Η δική μου ηλικία επιπλέουσα σανίδα.
Η δική σου παλαμάρι στα κύματα.
Κι αυτής της θάλασσας πασαργάδες
νερού απέραντου.

Απλοποιούνται οι δεσμεύσεις στο σύμπλεκο
σχήμα τέχνης, όταν η βούληση
κατά κράτος κυριεύει και κυριαρχεί της λογικής.
Από τον πουρνό κλωθογύριζε
η μέρα την αθωότητά της.
Κι ο ήλιος με καθυστέρηση
παρέδωσε τα διαπιστευτήρια
στου κάμπου τα ηλιοτρόπια
στην κλήθρη αποκάτω.
Εκεί όπου η όμορφη Φιλύρα τον Χείρωνα
έφερε στον κόσμο

Siamo la lacrima di una stella
tra sole e una stellina troppo lontano.
Nella mia mente viaggono le parole
sull una navetta piena di senso.
E come sempre nel mio sogno
gira l`immensità del cielo.

Addio mio sogno!

Un giorno mi sveglierò primo di ricordi.
per farti respirare.

Σε κόμπο κατέληξε η θηλιά του σύννεφου,
που την αγάπη άρπαξε προτού καλά να φέξει.

Vicky Kostenas Lagdos
Poetessa, 7.10.2012
https://www.youtube.com/watch?v=hpLyWKgxqMs

ΜΑΝΑ !!!

13256011_1776412959255698_578762707298841957_n

<Mάνα > ευλογία της φύσης και θαύμα επί γής!
Από γαλήνη η καρδιά σου…άρωμα βάλσαμο η ματιά σου.
Η αγκαλιά σου μάνα μου ,μετάξια να ξαπλώσω…και η στοργή πασίχαρη τους πόνους να λυτρώσω..
Γλυκά τα νανουρίσματα στο λίκνισμα της κούνιας …..
με κρινοδάχτυλα ακουμπάς χάδια από αστέρια μάς κεντάς..
Άγγελοι έραψαν φτερά στους ώμους τους δικούς σου…νά έχεις κάτω απ τη σκέπη σου,μανούλα τα παιδιά σου..
Από τι είσαι φτιαγμένη εσύ?οδύνες αντέχεις και πίκρες μαζί!
Το λάδι είσαι της Παναγιάς,που καίει και λυτρώνει………………..……ο άρτος που αγιάστηκε σε εκκλησιά ουρανού…
Κληρονομιά η αγάπη σου,και ενέχυρο μαζί…σε τράπεζα πλατίνα στοργής …πλούτο χαρίζεις σε θυρίδα ψυχής!
Ευχές κρατάς στους ώμους σου,απ του Θεού Ευαγγέλιο…αύρα γαλάζια μαγική ,πνοή μάς δίνεις και ζωή..
Ζυμώνεις με τα δάκρυα προζύμι με αγωνίες,γλυκό ψωμί από χαρά σε φούρνο ευτυχίας..
Ρομφαία μπήγει στην καρδιά ο χάρος σαν σου κλέβει το σπλάχνο σου, και σύεται συθέμελα η γή στο σπάραγμα του πόνου..
Μετάλλια σου πρέπουνε από ελιάς στεφάνι…..με προσευχές ευλαβικές ,ραίνεις
αθάνατες στιγμές..
Ήλιος χρυσός η ανάσα σου…….ζεσταίνει και λυτρώνει…στις καταιγίδες θαλπωρή,σαν κιβωτός μοναδική..
Μία κρήνη αστείρευτη με κρύσταλλο νερό….λατρείας το ξεδίψασμα σε κάθε στεναγμό..
Ωκεανός υπομονής ,νάμα που μας ευφραίνει….ίαση κάθε λόγος σου μάνα αγαπημένη..
Κι αν σε πληγώσει το παιδί…κι αν σε πικροχολήσει…κρίνα σπέρνεις στο δρόμο του εκείνο να πατήσει..
Όποιος την μάνα έχασε,και ίσκιο της δεν βλέπει….ξερόφυλλο είναι στο βοριά ,πληγές για χάδια έχει..
Είσαι ο κήπος της Εδέμ ,μυσταγωγίας ήχος….αηδόνια όπου τραγουδούν σε νότες παραδείσου..
Μάνα λέξη μοναδική σε όποια γλώσσα κι αν ακουστεί..σε κάθε έθνος και θρησκεία ,είναι η δική σου παρουσία, μαγική αισθήσεων μελωδία..

~Μέλη Φωτιάδου~

Φωτογραφία : Frederic Leighton, Μητέρα και παιδί. 1865. Blackbnurn Museumn and Art Gallery. Μία εικόνα ονειρική δια χειρός ενός ζωγράφου από τους πιο δημοφιλείς στο Λονδίνο της Βικτωριανής Εποχής. Μητέρα και κοριτσάκι κοιτάζονται με τρυφερότητα και αφοσίωση.

Ο ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΟΥ …

13254308_1776415775922083_5917431242707508994_n

Η ψυχή μου φλογερή θύελλα.
Στη σκέψη σου ψάξε να με βρείς .
Ο λογισμός μου κόντα σου τρέχει ,
το φλοίσβο του νερού άκουσε,
ανάσανε μύρο απ´του αγρού τα
πλουμισμένα λουλούδια !
Φλόγα που δεν σβήνει το αφρισμένο
κύμα η μπαλάντα της αγάπης!
Η αγάπη δεν είναι συμφωνία …
Δεν έχει όρια !
Είναι συναρπαστική, έχει μια
ανεξέλεγκτη δύναμη !
Σκάβω την ψυχή μου …
Σ´αγαπώ σιωπηλά …
Αισθάνομαι να τρέχω με ιλιγγιώδη
ταχύτητα κοντά σου .
Μόνο εσύ μπορεις να ακούς τη
σιωπή μου …
Με χρώματα όμορφα
ζωγράφισα τα όνειρα σου !
Φεγγοβολά η φαντασία μου
στη χάση του φεγγαριού !
Σ´ αγαπώ και μου λείπεις …
Soula Maropaki

Το εικαστικό . Έργο Rosario Morello

Βιτσέντζος Κορνάρος (Ερωτόκριτος)

13322051_1775860329310961_5417606122571427441_n

ΠΟΙΗΤΗΣ

1 Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, 5
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ’ μιά Κόρη κ’ έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. 10
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
ας έρθει για ν’ αφουκραστεί ό,τ’ είν’ εδώ γραμμένα·
να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
πάντα σ’ αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει, 15
εις μιάν αρχή [α’ βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού’χει γνώση,
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
2 Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν, 20
τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
κ’ εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις, 25
και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
μ’ άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ’ άλλους,
από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ’ όλους τους μεγάλους·
ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον, 31
ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ’ εσυντροφιάστη ομάδι
με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]’βρισκε ψεγάδι.
Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη, 35
άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
K’ οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
στην όρεξιν ευρίσκουντα’, στον Πόθον εταιριάζαν.
Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ’ άλλο,
και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο· 40
γιατ’ ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα’,
σ’ έγνοια μεγάλη και βαρά τσ’ ήβανε τέτοιο πράμα.
Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα’ νύκτα-μέρα,
μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι, 45
για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
Περνούν οι χρόνοι κ’ οι καιροί, κ’ η Pήγισσα εγαστρώθη,
κι ο Pήγας απ’ το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3 Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ’ ήρθεν εκείνη η ώρα,
να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ’ η Xώρα. 50

Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που’φεξεν το Παλάτι,
αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ’ οι άλλοι.
Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν, 55
κ’ οι γειτονιές εχαίρουνταν κ’ οι τόποι αναγαλλιούσαν.

Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ’ εγρικήθη
πως για να το’χου’ θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα, 61
οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό τως το’καμεν η Φύση,
και σαν αυτή δεν ήτονε σ’ Aνατολή και Δύση.
Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη, 65
ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
K’ ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
κ’ επάψασιν οι λογισμοί, κ’ οι πόνοι τως εγιάνα’. 70

Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
M’ απ’ όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ’ όνομά του·
του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ’ άλλο, 75
και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
4 Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα’χε γερόντου γνώση,
οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ’ η ερμηνειά του βρώση. 80
Kαι τ’ όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα’,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα·
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανοί και τ’ ’στρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνασι, μ’ όλες τον εστολίσαν.
Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει 85
να μάθει εκείνα που’δασι, κ’ εκείνος δεν κατέχει.

Θέλει σ’ εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα’. 90
Aγάλια-αγάλια σ’ Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ’ εκοιμάτο.
H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
Tην Aρετούσα στο κουρφό γι’ Aγάπην την εθώρει, 95
μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
Λίγη αφορμή’το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
κ’ εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ’ εκέντα μοναχός του. 100
Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν’ αλαφρώσει,
κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ’ άλογο καβαλάρης,
και με γεράκια και σκυλιά, σα να’τον κυνηγάρης,
ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ’ το Παλάτι, 105
μα’σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ’ άλογα εμπορούσαν
τον Πόθο ν’ αλαφρώσουσι που’χε στην Aρετούσαν,
5 μα πάντα ο νους κ’ η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει· 110
αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν’ αλαφρύνει,
και να’βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
Όπού’χε δει όμορφο δεντρό, με τ’ άνθη στολισμένο, 115
είν’ τσ’ Aρετούσας το κορμί, τ’ ομορφοκαμωμένο·
όπού’χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
ήλεγε· «Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα»·
όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει. 120
T’ άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
γιατ’ είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
τσ’ αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
τ’ άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει, 125
γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ’ Aγάπης την οδύνη.
Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.

Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,
κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ’ εγεννήσα’. 130
Kαι τ’ όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.

Γιάννης Τσαρούχης, Ερωτόκριτος και Αρετούσα

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη

13321643_1775863535977307_858725645431473799_n

Ενα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη
έσταζες ολόκληρη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ’ όπου θα περνούσαν οι αιώνες – ά, για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι’ αυτό έγινε ο κόσμος. Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.

2.
«Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» έλεγα. Εσύ έβαζες βιαστικά το φόρεμά σου: «Εχει ψύχρα απόψε».
Τα μάτια σου καρφώνονταν πάνω στην πόρτα
μ’ εκείνο το ακαθόριστο βλέμμα
που έχουν οι αιχμάλωτοι και τα κλειδωμένα παιδιά.
Κι έκλαιγα και σε φιλούσα παράφορα και σ’ αγκάλιαζα με απεγνωσμένα χέρια
μα ήταν σα να ‘ξυνα με τα νύχια μου το αδιάφορο χώμα ενός τάφου
που είχαν θάψει κιόλας ολόκληρη τη ζωή μου.

3.
Τώρα βαδίζω άσκοπα στους δρόμους, κοιτάζω τις βιτρίνες
προσπαθώ να συλλαβίσω ανάποδα τις επιγραφές των μαγαζιών
αγοράζω κάστανα, και βρίζομαι με τους αστυφύλακες της τροχαίας
που μου παρατηρούν αδιάκοπα πως σταματάω την κυκλοφορία

Και κάθε τόσο: έφυγε, σκέφτομαι. Μα να που μπορώ και ζω!
Οπως μεγαλώνουν για λίγο ακόμα τα γένια και τα νύχια των νεκρών.

4.
Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της,
πασχίζω να θυμηθώ – τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο
κι απ’ την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ’ την πόρτα σου
εσύ θα ξέρεις
πως πέθανε σφαγμένος απ’ τα μαχαίρια των φιλιών
που ονειρευότανε για σένα.
Τάσος Λειβαδίτης

Εικαστικό Rosario Morello

Η ΠΟΙΗΣΗ

13315314_1775867332643594_1572619498843578236_n

Η ποίηση είν’η απαρχή των ονείρων
όταν ανακαλύπτεις το φως
η μελωδία της ευτυχίας
όταν εγκαταλείπεις τον εαυτό σου
να σε χορεύουν δυο μάτια
που σου λεν σ’αγαπώ
πάνω στη λίμνη των κύκνων!
Είν’το ταξίδι του ποιητή
όταν πιάνεται απ’τη χαίτη του ανέμου
και λέει υπάρχουν περιθώρια
για το όνειρο
είν’ο έρωτας των πουλιών
στην πρώτη τους σμίξη.
Η ποίηση είν’ο στοχασμός των ελεύθερων
στα ηλιοβαμμένα σοκάκια της γης
των κατατρεγμένων η λύτρωση
στην προκυμαία των όλβιων !
Η ποίηση είν’ η εξομολόγηση
μιας αίθριας νύχτας
στη φωτοχυσία των άστρων!
Η ποίηση είν’ η αποκάλυψη
των εσώψυχων
στην αρχαγγελική τ’Ουρανού
η συγγνώμη μας
στην αθωότητα των παιδιών
είν’ο μυροβόλος ο βότρυς
που χέει ηδύποτο
και μεταλαμβάνουμε μ’ ευφροσύνη
τα τίμια δώρα μας!

Θεόδωρος Σαντάς